Κανόνες και Νόμοι: Ζητήματα Ορολογίας {Α'}

της Ελένης Παλιούρα

Στο προηγούμενο άρθρο μου {Πολιτειακές δικαιοταξίες και θρησκευτικό φαινόμενο} πραγματεύτηκα το ζήτημα της «εξωτερικής» και «εσωτερικής» δικαϊκής ρύθμισης του θρησκευτικού φαινομένου. Η διττή αυτή ρύθμιση, λοιπόν, οφείλεται στην παράλληλη συνύπαρξη δύο διακριτών δικαιοταξιών, της εκκλησιαστική και της πολιτειακής, από τη γέννηση του χριστιανισμού εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως σήμερα. Το τελευταίο αυτό γεγονός συνεπάγεται το ειδικότερο της πρώτης έννομης τάξης έναντι της δεύτερης, διότι ένα μέλος της χριστιανικής κοινότητας είναι ταυτόχρονα και πολίτης του κράτους, ένας πολίτης του κράτους, όμως, δεν είναι απαραίτητα και μέλος της ως άνω κοινότητας, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται κανονιστικά από αυτήν. 

Το αντικειμενικό γεγονός της συνύπαρξης δημιουργεί μια περίπλοκη προβληματική πάνω στη σχέση των δύο δικαϊκών συστημάτων. Χαρακτηριστικά:

1.Πολιτειακοί όροι σε «εκκλησιαστικά νομοθετήματα» - Κανονική ορολογία σε πολιτειακά νομοθετήματα: Παράδειγμα αποτελεί αρχικά η έννοια της εκκλησιαστικής οικονομίας, που έχει την καταγωγή της στο ρωμαϊκό δίκαιο (Σ.Τρωιάνος-Γ.Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 20032, σ.22), αλλά διαμορφώθηκε από την εκκλησιαστική δικαιοταξία. Η έννοια αυτή απαντά και σε πολιτειακό νομοθέτημα, τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν.590/1977) στο κεφάλαιο που ρυθμίζει το ανώτατο διοικητικό κεντρικό όργανό της, την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας. Ορίζει, λοιπόν, ότι η ΙΣΙ «αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της Εκκλησίας» (Άρθρο 4 περ. δ ν.590/1977: Αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της εκκλησίας.. Επίσης, στο αρθρο 6 παρ. 3 αναφέρεται ότι οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου τα Ιεραρχίας επί ζητήματος ασκήσεως εκκλησιαστικής οικονομίας λαμβάνονται με πλειοψηφία 2/3 τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών της Ιεραρχίας, ως ζητήματος θεμελιώδους σημασίας και σπουδαιότητας.). Αναγνωρίζει η πολιτεία τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της έννοιας της οικονομίας, γεγονός που διαφαίνεται και στη νομολογία των πολιτειακών δικαστηρίων, και ιδιαίτερα του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, ήτοι του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ορολογία της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, συνεπώς, δεν μπορεί να ταυτιστεί με ορολογία της πολιτειακής ακόμα και αν φαίνεται να διαθέτει παρόμοιο περιεχόμενο. 

2. Η ως άνω αδυναμία ταύτισης οφείλεται πρωτίστως στο ότι κάθε έννομη τάξη λειτουργεί διαφορετικά. Η ορολογία, λοιπόν, που αναφέρεται σε κανονιστικό πλαίσιο της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, και που φέρει έννομες συνέπειες στο εσωτερικό της  (οι έννομες συνέπειες που τυχόν επέρχονται και στο εξωτερικό της, οφείλονται στην εκάστοτε νομοθετική αντιμετώπιση του θρησκευτικού φαινομένου εκ μέρους της πολιτείας), όταν συναντάται σε πολιτειακά νομοθετήματα, δεν μπορεί συναντάται με τρόπο τέτοιο που να παραβιάζει τον αυτοπροσδιορισμό της οικείας θρησκευτικής κοινότητας. 

3. Τι είναι, όμως, το «εκκλησιαστικό νομοθέτημα»: Από πολιτειακή άποψη είναι ο τυπικός νόμος ή ο κανονισμός (οι κανονισμοί της Εκκλησίας δεν μπορούν να ενταχθούν στο εσωτερικό της δίκαιο, αφού εκδίδονται βάσει του πολιτειακού κανονιστικού πλαισίου) που ρυθμίζει ζητήματα της εκκλησίας. Από άποψη εσωτερικού δικαίου της Εκκλησίας, πρόκειται για τις διατάξεις που εκδίδονται βάσει της οικείας νομοπαραγωγικής διαδικασίας.

4. Κανονικό Δίκαιο και πολιτειακό Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Η σχέση μεταξύ των δύο αυτών κλάδων του δικαίου είναι κατά πρώτο λόγο συμπληρωματική, γι’ αυτό και σε πανεπιστημιακούς χώρους του εξωτερικού δεν διαχωρίζονται. Το πολιτειακό Εκκλησιαστικό Δίκαιο, στη βάση του εξετάζει κανόνες δικαίου που έχει θεσπίσει το Κράτος για την Εκκλησία, ή που έχουν εκδοθεί από τη δεύτερη κατ’ εξουσιοδότηση. Γι’ αυτό το λόγο εξαρτάται από την εκάστοτε εθνική έννομη τάξη, σε αντίθεση με το κανονικό πλαίσιο της Εκκλησίας, που είναι αυτό το οποίο ανάλογα με την ισχύ και την εφαρμογή του στην πολιτεία καθορίζει και το περιεχόμενο του πολιτειακού Εκκλησιαστικού της Δικαίου, υπό την έννοια ότι αφενός το σημείο αναφοράς του τελευταίου είναι η εκκλησιαστική κοινότητα αφετέρου συμφωνεί ή αντιτίθεται στο εσωτερικό οργανωτικό της σύστημα και στην εσωτερική δικαϊκή της συγκρότηση.