Σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιοῦλα Person and Nature in the Theology of St. Maximos the Confessor

2018-05-08 21:10
 
*Το παρόν άρθρο εντάσσεται στον τομέα της δογματικής.
 
Τὸ ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτῃ Περγάμου Ἰωάννῃ Ζηζιούλα, εἶναι προϊὸν ἀπορρέων ἀπὸ τὸ συμπόσιο πρὸς τιμὴν τῆς θεολογίας τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῇ, στο Βελιγράδι τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2012. Τὸ συμπόσιο, προσπάθησε να καταδείξει τὴν χρησιμότητα τῆς θεολογίας του ἁγ. Μαξίμου, καὶ τὴν συμπόρευσή του στο σήμερα καὶ στον σύγχρονο κόσμο. Τὸ πεδίο τῆς φιλοσοφίας, τῆς ψυχολογίας, τῆς εὐρύτερης ἐπιστημονικῆς κοινότητας καὶ τῆς θεολογίας, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μποροὺν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου να συμπορευθοὺν μαζί, ἀπὸ τὸ να βρίσκονται σὲ ἕνα διαρκὲς πεδίο ἀντιπαλότητας, καλλιεργώντας ἡ κάθε πλευρὰ καὶ για δικοὺς τῆς λόγους, τὴν ῥητορικὴ τῶν ἀντιθέσεων καὶ ὄχι τῆς σύμπνοιας καὶ τῆς ἑνότητας. 
Οἱ μελετητές, κλήθηκαν να καταθέσουν τις ἀπόψεις τοὺς καὶ τὴν τρέχουσα μὲ τὸ θέμα ἐπιστημονικὴ σκέψῃ καὶ ἄποψη, γεγονός που τοὺς ὤθησε στην χρήσῃ καὶ στην λήψη στοιχείων ἀπὸ ὅλους τοὺς συναφεῖς ἐπιστημονικοὺς κλάδους που προαναφέραμε. Μὲ τὴν σκωπτικὴ καὶ δεικτικὴ αὐτὴ ἀντίληψη καὶ τὴν τακτικὴ τῆς προσέγγισης καὶ τὴν ὠφελιμότητά που προέκυψε ἀπὸ τὴν θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου, διερευνήθηκαν πολλὲς πτυχὲς τῆς καθημερινότητας. 
Οἱ πτυχὲς αὐτές, ἀπετέλεσαν δεκατέσσερις (14) ἑνότητες: Θεολογία καὶ ἀνθρωπολογία, ἐρμηνευτική, σύγχρονη καὶ ἀρχαία φιλοσοφία, πνευματικότητα καὶ ἐπιστήμη, ἱστορία καὶ ἐσχατολογία, ἀνθρώπινη φύσῃ καὶ ἐλευθερία, ἑτερότητα καὶ φύλο, πίστη καὶ λογική, πρόσωπο καὶ κοινωνία, ψυχολογία καὶ βιολογία, κοσμολογία καὶ φυσική, παιδαγωγικὴ καὶ κοινωνιολογία, μυστήρια καὶ λειτουργία καὶ ἀσκητικότητα καὶ ἀρετή. Ἡ ποικιλομορφία αὐτὴ σὲ ἑνότητες, δείχνει τὸ εὖρος καὶ τὶς πολυδιάστατες πτυχὲς τῆς θεολογίας τοῦ ἁγ. Μαξίμου, γεγονός που ἀπετέλεσε καὶ τὴν βασικὴ σκοποθεσία τοῦ συμποσίου καὶ τῶν συμμετεχόντων σὲ αὐτὸ μελετητῶν.  
Ἐπίσης, μία πτυχὴ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῇ τὴν ὁποία κλήθηκαν οἱ μελετητὲς να τονίσουν καὶ να ἀναπτύξουν καταδεικνείωντας τὴν, εἶναι ἐκείνη, τοῦ κοινοῦ ἁγίου ἀνατολῆς καὶ δύσῃς, γεγονὸς καὶ στοιχεῖο τὸ ὁποῖο στήν πολυδιάσπαση τοῦ σύγχρονου ἀναπτυγμένου καὶ συνάμα  ἀποχριστιανοποιημένου κόσμου, μόνο θετικὰ  θὰ μποροῦσε να λειτουργήσει, δρῶντας παράλληλα ὡς κύριος ἐνοποιητικὸς παράγοντας για τὸν χριστιανικὸ κόσμο στο σύνολό του. 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου στην εἰσαγωγὴ του, μας ἀναπτύσσει τὴν εὐρύτητα καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου σήμερα, καθὼς καὶ τὴν ὑπερκέραση τῶν ὁμολογιακὼν διαφορῶν, μεταξύ, Ὀρθοδόξων, Καθολικῶν καὶ Προτεσταντών, βρίσκοντας τὸν κοινὸ ἐκεῖνο παρανομαστὴ στην θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῇ, ποὺ σκοπὸ ἔχει να καταδείξει τὴν ζωτικότητα τῆς σχέσης μεταξὺ τῆς φύσῃς καὶ τοῦ προσώπου. 
Καταστώντας ἔτσι τὸν ἄνθρωπο, ὄχι παθητικὸ παρατηρητῇ, ἀλλὰ ἐνεργὸ μέλος καὶ πρωταγωνιστῇ στο πέρασμα ἀπὸ τὸ χῶρο τῶν κεντρικὼν φιλοσοφικῶν ῥευμάτων καὶ ἰδεῶν, στην συμπόρευση καὶ στο πάντρεμα μεταξὺ θεολογίας καὶ φιλοσοφίας, τὴν χρησιμότητα τῆς κάθε πλευρὰς για τὸν ἄνθρωπο, καθὼς καὶ τὴν ἐν μέρει συμπόρευση τῆς ἐπιστήμης μὲ τὴν θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ἂν καὶ αὐτὸ θὰ μποροῦσε να χαρακτηριστεὶ ὡς μία ἀμιγῶς ἐπιδερμικὴ σχέση, στο εὐρύτερο πλαίσιο τοῦ διαλόγου Ἐπιστήμης – Θεολογίας. 
Μὲ τὴν τακτικὴ αὐτή, διαφαίνεται ἡ προσπάθεια τῆς πρώτης, ὥστε να ἐπέχει ἔναν πρωταγωνιστικὸ ῥόλο στον ὑπαρξισμὸ καὶ στον περσοναλισμὸ τῆς συνεχοῦς φθίνουσας δύσῃς, ποὺ θὰ ἀναπτυχθεὶ προϊόντος τοῦ χρόνου, διασαφηνίζοντας τὴν προσπάθεια καὶ πάλι τῆς ἐπιστήμης να λάβει τὴν σκυτάλη τοῦ τερματισμού, κατακτώντας ὁλοκληρωτικὰ τὴν σκέψῃ καὶ τὴν ὅλη βιωματικὴ ἐμπειρικὴ σχέση ἀνθρώπου καὶ ἐπέκεινα, ἀνεπιτυχῶς ὅμως.    
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου, προσπαθεὶ στο βασικὸ κορμὸ τοῦ ἄρθρου του, να συμβάλει μὲ τὴν ἐπιστημοσύνη τοῦ, διασαφηνίζοντας δύο ὅρους: Φύσῃ καὶ Πρόσωπο, οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἀκόμη καὶ στις ἡμέρες μας ἀσαφεῖς ἣ καὶ ἀμφιλεγόμενοι, προκαλώντας σύγχυση στην θεολογία τοῦ μεγάλου βυζαντινοῦ πατέρα, ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, προσπαθεὶ μὲ σαφεῖς θεολογικοὺς ὅρους, να ἐπικαιροποιήσει τὴν οὐσιαστικὴ καὶ σαφῆ θέση τοῦ  Μαξίμου για τοὺς δύο αὐτοὺς ὅρους, παραθέτοντας παράλληλα μὲ τὴν δικὴ του, καὶ ἀπόψεις ἄλλων μελετητῶν καὶ ἐρευνητῶν, μὲ βασικὸ σκοπό, να μας παραθέσει τις συγκλίνουσες καὶ ἀποκλίνουσες συνιστῶσες περὶ τοῦ θέματος καὶ να μας εἰσαγάγει στην ἀλήθεια καὶ στην προοπτικὴ ἑνότητάς που ἀπορρέει ἀπὸ τὴν θεολογία τοῦ μεγάλου αὐτοῦ βυζαντινοῦ πατέρα. 
 
ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ 
O Μητροπολίτης Ἰωάννης, στον βασικὸ κορμὸ τοῦ ἄρθρου του, ἐκκινεῖ τὴν ἐρμηνευτικὴ τοῦ προσέγγιση στους ὅρους φύσῃ καὶ πρόσωπο, παραθέτοντας τὴν πατερικὴ παράδοση καὶ παρακαταθήκη καὶ τονίζει τὴν ταύτιση τῆς ἄποψης του μὲ ἐκείνη τῶν πατέρων, ἀναλύοντας τὸν τρόπο σκέψης του, ὁ ὁποῖος συμπλέει πλήρως καὶ ταυτίζεται μὲ τοῦ Καππαδόκες, συνεχίζοντας ἔτσι μία παγιωμένη τακτικὴ στην ὀρθόδοξη θεολογία, ἐνῶ παράλληλα ἀπαντᾷ καὶ στους ἐπικριτὲς του, μὲ σαφῆ θεολογικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος δεν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση. 
Ἡ ἔννοια τῆς ὕπαρξης, εἶναι βασικὴ πτυχὴ στην θεολογία τῶν πατέρων καὶ τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ὁπότε ἀπαντᾷ μὲ τό ‘’τι κάποιος ἣ κάτι εἶναι καὶ τό πως κάποιος ἣ κάτι εἶναι’’, μὲ τὸ πρῶτο να ἀπαντᾷ στα τῆς φύσεως καὶ τὸ δεύτερο στα τοῦ προσώπου. Οὐσία ἣ φύσις καὶ ὑπόσταση ἣ πρόσωπο, μποροὺν να διαχωριστούν, ποτὲ ὅμως να χωριστοὺν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Αὐτὰ τὰ δύο εἶναι που ἀποτελοῦν καὶ τὴν ὕπαρξη. Τὸ γεγονὸς ἀπὸ μόνο τοῦ θέτει τὴν θεολογικὴ βάσῃ τοῦ κορμοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ Μητροπολίτῃ Περγάμου. 
Συνεχίζοντας, ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, ἀναφέρεται στα τῆς δυτικῆς παρεμβατικότητας καὶ στον διαχωρισμὸ τῶν δύο αὐτῶν ἐννοιῶν που προχώρησε ἡ δύσῃ καὶ κυρίως ὁ μεσαιωνικὸς σχολαστικισμός, ἐκφράζοντας μία τελείως διαφορετικὴ ἄποψη: ἀντικειμενικὴ καὶ ἀναγκαία πραγματικότητα, καὶ ὑποκειμενικὴ καὶ ἐλεύθερη, εἶναι τάσεις ἀποστασιοποίησης ἀπὸ τὴν φύσῃ, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες. Πραγματικότητα καὶ ἀτομικότητα, διαμάχη μεταξὺ ῥεαλιστὼν καὶ νομιμαλιστών, ἀντιπαράθεση φύσῃς καὶ προσώπου. 
Ἡ ἀντιπαλότητα αὐτὴ περνὰ μέσα ἀπὸ τὴν σκέψῃ συγχρόνων φιλοσόφων (Francis Bacon, Descartes Kant), ἔχοντας ὡς ἀποτέλεσμα τὸν σύγχρονο ὑπαρξισμό, τὸν διαχωρισμὸ φύσῃς καὶ προσώπου, κάτι τὸ ὁποῖο ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν πατέρων τῆς ἀνατολή, καὶ αὐτὸ γιατὶ ἡ ὕπαρξη κατὰ τοὺς πατέρες, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι ὁ φυσικότατος δεσμός, φύσῃς – προσώπου, εἶναι ἡ ὁλότητά που πληροῖτε, ὁλοκληρόνεται καὶ ἐξαγιάζεται στο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. 
Σήμερα, παρατηρεὶ ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, βρίσκεται σὲ ἐξέλιξη μία προσπάθεια να τονισθεὶ καὶ να δοθεὶ μία περισσότερη ἔμφαση στην φύσῃ ἔναντι τοῦ προσώπου, στην σκέψῃ τόσο τῶν πατέρων στο σύνολο τοὺς, ὄσο καὶ σὲ ἐκείνη τοῦ ἁγ. Μαξίμου, γεγονός που τείνει να θέση τὸν περσοναλισμὸ στην ἀντίπερα ὄχθη, ἐκλαμβάνοντας τὸν πλέον ὡς ἀπειλεῖ για τὴν θεολογία τοῦ προσώπου. Ἡ ἄθραυστη ἑνότητα μεταξὺ φύσῃς καὶ προσώπου, ἔνας συμπαθὴς ὅρος τοῦ Μητροπολίτῃ Περγάμου, εἶναι ἡ λειτουργία τῆς ὀντολογίας για τοὺς πατέρες. Ἐπίσης, πρέπει να τονιστεὶ ὅτι, τὸ θέμα τοῦ διαχωρισμοῦ φύσῃς καὶ προσώπου στῇ δύσῃ, ἔλαβε διαστάσεις τέτοιες στα φιλοσοφικὰ πεδία τῶν μαχῶν, δημιουργώντας ὡς γενεσιουργὸς αἰτία πλειάδα ῥευμάτων, τάσεων, καὶ ἀπόψεων.         
Ἐξακολουθώντας, ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, συνοψίζει τὴν θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου σὲ πέντε (5) βασικὰ σημεῖα: Μία ἀπὸ τὶς βασικὲς θέσεις τοῦ ἁγ. Μαξίμου, εἶναι ὅτι, φύσῃ καὶ πρόσωπο εἶναι δύο πτυχὲς βασικὲς για τὴν ὕπαρξη, δύο πλευρὲς δηλαδὴ, τοῦ ἰδίου νομίσματος. Ὁ ὅρος ὑπόσταση για τὴν θεολογία τῶν πατέρων καὶ για ἐκείνη τοῦ Μαξίμου, ἀποτελεῖ πλέον, μία ἑνότητα. Μία ἑνότητα που ἀναφορὰ ἔχει στα ἔλλογα ὄντα, στα εὐφυῆ, δηλαδή, στον ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ὀντολογικὰ ὑφίσταται σὰν πρόσωπο μέσῳ τῆς ἐλευθερίας τοῦ, ἀφότου αὐτὰ φαίνονται να λειτουργοῦν στην θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου ὡς συγκοινωνούντα δοχεῖα, ἄμεσα σχετιζόμενα για τὴν ὀντολογικὴ προοπτικὴ τοῦ ἀνθρώπου. 
Δεύτερη βασικὴ θέση στην θεολογία του, εἶναι αὐτὴ για τὴν ὁποία ἡ φύσῃ στην γλῶσσα τοῦ ἁγίου, ἔχει ὑποστεὶ μία ἀλλοίωση μὲ θετικὸ πρόσημο, καὶ ἀπὸ κάτι συγκεκριμένο ἔχει μετατραπεὶ σὲ κάτι ἀφηρημένο καὶ καθολικό. Ὁ ἅγ, Μάξιμος, κάνει σαφῆ διάκριση  μεταξὺ τῶν δύο ὅρων που ἐξετάζουμε καὶ τό τι σηματοδοτεὶ ὁ ὅρος φύσῃ καὶ πρόσωπο για τὴν θεολογία, καὶ τὶ για τὸν ἀρχαῖο φιλοσοφικὸ  κόσμο. Για τὸν φιλοσοφικὸ κόσμο ἡ φύσῃ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς κίνησης, ἐνῶ για τὸν θεολογικό, τὸ γένος, τό τι εἶναι κάτι. Ἐνῶ ἡ οὐσία στον φιλοσοφικὸ κόσμο φαίνεται να σηματοδοτεὶ τὴν αὐθυπαρκτότητα, στον ἀντίστοιχο θεολογικό, στοιχειοθετεί, τὸ φυσικὸ ὄν,  τῶν πολλῶν καὶ διαφορετικὼν ὑποστάσεων. 
Ὁ ἅγ. Μάξιμος, ἀκολουθώντας τὴν παράδοση, ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζει ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, τονίζει ὅτι, ἡ φύσῃ δεν αὐτὸ – προσδιορίζεται, ἀλλὰ ὁρίζεται σὲ σχέση μὲ τις ὑποστάσεις. Ἡ φύσῃ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δεν μπορεὶ να σταθεὶ ἀπὸ μόνη τῆς, να ἔχει ὕπαρξη. Τὴν ὕπαρξη τὴν λαμβάνει ἀπὸ τὴν ὑπόσταση, ἡ ὁποία ἐνέχει τὴν αὐτὸ –ὕπαρξη. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, ἀναφέρει κάτι πολὺ χαρακτηριστικό, τὸ ὁποῖο ἔρχεται να τεκμηριώσει καὶ οὐσιαστικὰ να ἐπαναπροσδιορίσει τὴν πάγια θέση τῶν πατέρων τῆς ἐκκλησίας, στην ἐποχὴ του ὡς ἄλλο μαθηματικὸ ἀξίωμα: ‘’Ἀνυπόστατον ἴσον ἀνύπαρκτον’’. Ἡ ἐξαιρετικὰ βαρύνουσα αὐτὴ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου, δεν ἀφήνει περιθώρια ἀποπροσανατολισμοὺ ἀπὸ τὴν παράδοση καὶ τὴν θεολογία τῆς ἐκκλησίας για τὸ τόσο οὐσιαστικὸ καὶ ζωτικῆς σημασίας θέμα. 
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐπίσης, μὲ τὸν ὀξύνους νοῦ του καὶ τὴν θεολογικὴ τοῦ ἐντρύφηση στο θέμα, μας παραθέτει μία διαφορετικὴ ὀπτικὴ στα τῆς ὑποστάσεως, ἐν συγκρίσει μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὁ ὁποῖος βλέπει τὴν ὑπόσταση ὡς μίᾳ φύσῃ μὲ ἰδιότητες. Ἀντιθέτως, στον ἅγ. Μάξιμο συναντάμε τὴν ἄποψη, ὅτι ἡ φύσῃ δεν ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενο μιᾶς ὑπόστασης, ἀλλὰ ἡ ὑπόσταση εἷναι ὁ κάτοχος τῆς φύσῃς. Ὑπόσταση για τὸν ἅγ. Μάξιμο, σημαίνει μία φύσῃς μὲ ἰδιώματα. Ἡ θεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου ἐπιμένει καὶ ἐμμένει στην ἄποψη, ὅτι ἡ φύσῃ μόνη τῆς δεν μπορεὶ να ὑπάρξει, ἂν θέλει να ὑπάρξει πρέπει να ὑποστασιοποιηθεί. Ἡ φύσῃ ἀντιπροσωπεύει τὸ κοινόν, ἀλλὰ τὸ κοινὸν ὀφείλει τὴν ὕπαρξη του στο συγκεκριμένο, καθιστώντας τὴν διαφορετικότητα μὲ τὸν τρόπο αὐτό, να συνιστᾲ ὁμοιομορφία καὶ ὄχι ἀντιστροφή.
Ὁ ἅγ. Μάξιμος, ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ Μητροπολίτης Περγάμου, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι πατέρες, τονίζουν ὅτι, ἡ φύσῃ δεν εἶναι αὐτή που δίνει ζωὴ ἣ ὕπαρξη, στην ὑπόσταση, ἀλλὰ εἶναι ἡ ὑπόσταση που κάνει τῇ φύσῃ να ἐγκαταλείπει τὸν ἀφηρημένο τῆς χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄκυρος ἀπὸ ὀντολογικὸ περιεχόμενο καὶ ἀποκτᾷ ζωή. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, μποροῦμε να ποῦμε ὅτι τὸ πρόσωπο «προκαλεῖ» τῇ φύσῃ να ὑπάρχει. Ὁ ῥόλος τοῦ προσώπου στην ὀρθόδοξη θεολογία φαίνεται να εἶναι καθοριστικὸς για τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν ὀρθὴ σκοποθεσία τῆς, γι’ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ὁ νομιμαλισμὸς δεν ἔχει θέση στην θεολογία τοῦ ἀγ. Μαξίμου, ἀλλὰ καὶ τῶν πατέρων στο σύνολο τοὺς, διότι μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ὑπάρχει ἑνότητα καὶ μοναδικότητα.   
Τρίτη θεολογικὴ θέση τοῦ ἁγ. Μαξίμου, εἶναι ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τοὺς ὅρους, ὑπόσταση, πρόσωπο καὶ ἄτομο. Ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, προσπαθεὶ να καταδείξει τὶς διαφορές που ἀναφύουν ἀπὸ τὴν σκέψῃ τοῦ ἁγ. Μαξίμου, ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ὅρους. Ὁ ὅρος ἄτομο εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παραμένει στον τομέα τῶν οὐσιῶν στην σκέψῃ τοῦ Μαξίμου, καθὼς ἐπίσης, δεν ἔχει χρησιμοποιηθεὶ οὔτε για τὸν Χριστό, οὔτε για τὴν ἁγ. Τριάδα. Ἑπομένως, τὸ «ἄτομον» διαφέρει βασικά, ἀπὸ τὴν ὑπόσταση καὶ τὸ πρόσωπον, ἐπειδὴ ἐμπίπτει στην κατηγορία τῆς φύσῃς. Μπορεὶ να χρησιμοποιηθεί ὡς ἰσοδύναμο, μὲ τὴν ὑπόσταση, μόνο στο μέτρο που ὑποδεικνύει ἰδιαιτερότητα καὶ ἀδιαίρετο. 
Τέταρτη θεολογικὴ βασικὴ θέση, εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ὅρου ‘’Λόγος’’, στην ὀντολογία. Ὁ Μάξιμος, παρὰ τὶς δυσκολίες που ἀντιμετωπίζει ὁ ὅρος αὐτὸς τὸν διασῴζει, καὶ τὸν χρησιμοποιεὶ ἀνάμεσα στην σχέση φύσεως καὶ προσώπου. Ὁ Μάξιμος ἀκολουθώντας ἔτη μία φορὰ ἄκομα τοὺς πατέρες, ἀποδίδει τὸν ὄρο φύσῃ μὲ τὴν ἔκφραση ἐκείνη τοῦ, ‘’λόγου φύσεως’’ καὶ ἡ ὑπόσταση / πρόσωπο μὲ τὸν ‘’τρόπο ὑπάρξεως’’. Πρέπει δὲ να ἐπισημάνουμε ὅτι, ὁ Larchet λανθάνει ἐπικρίνοντας τὴν σκέψῃ τοῦ ἁγίου, διότι για τὸν Μάξιμο, ὁ ὅρος ‘’Λόγος’’ σχετίζεται καὶ μὲ τὴν φύσῃ ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ ἰδίως ἐκεῖνο τοῦ Χριστοῦ.  
Για τὸν Μάξιμο, οἱ ‘’λόγοι’’ τῆς φύσῃς δεν ἔχουν νόημα, εἶναι ἀνύπαρκτοι, ἂν δεν ἐνσωματωθούν στο πρόσωπο τοῦ λόγου, δηλαδή, ἐκτὸς ἐὰν ἡ φύσῃ τεκμαίρεται ἀπὸ τὴν ὑποστάσῃ. Αὐτὸ δεν εἶναι μόνο πρωτολογικό, ἀλλὰ κυρίως ἐσχατολογικό, καθὼς αὐτὴ ἡ ἐνυποστασιοποίηση τῶν ‘’λόγων’’, στο δεύτερο Πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ὅπως ὁ Ἐνσαρκωμένος Χριστός, ἀποτελεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ τῆς ὕπαρξης. Ἑπόμενος, ὁ Larchet καὶ πάλι λανθάνει, διότι ἑρμηνεύει τὸν Μάξιμο, μὲ κατηγορίες, δανεισμένες ἀπὸ τὴν Παλαμιτικὴ (ἣ μᾶλλον Νεοπαλαμιτική) θεολογία. Ὁ ῥόλος τῆς ὑποστάσεως, στην ἔνωση τῶν δύο φύσεων στο Χριστό, ἐξαντλείται ὡς τὸ ἐργαλεῖο, για τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν ἐνεργειῶν μεταξὺ τῶν φύσεων• δεν ὑπάρχει τίποτα ~αὐστηρὰ μιλώντας~  ‘’ὑποστατικό’’ ποὺ μας χορηγεῖται στον Χριστό, ἀφοῦ, ὅπως ὑποστηρίζεται, οἱ ὑποστατικὲς ἰδιότητες δεν εἶναι μεταδοτικές. Αὐτὸ ὁ Larchet τὸ ὀνομάζει ‘’οὐσιαστικῆ’’, (ἐντατική) σύλληψη τοῦ διαχωρισμοῦ, μέσῳ τῆς ὑποστατικὴς ἔνωσης. 
Προτείνοντας αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία, ὁ Larchet ἀπορρίπτει τις ἀπόψεις τῶν: Dalmais, Heinzer, Shonborn καί, κυρίως, τοῦ Garrigues, ποὺ βλέπουν στο ‘’ὑποστατικῶς’’ τὴν ‘’υἱοθεσία’’ (συγγένεια), σὰν ὑπακοὴ στῇ θέληση τοῦ Πατέρα αὐτό που ὁ Larchet ἑρμηνεύει: μία ‘’ἠθικῆ’’ ἑρμηνεία τοῦ ‘’ὑποστατικῶς’’. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ φαίνεται να χρησιμοποιεὶ κατηγορίες δανεισθεῖσες, ἀπὸ τὴν πρό-Νικαϊκὴ θεολογία. Ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, παρατηρεὶ ὅτι, ὁδηγούμενοι πρὸς τὸ τέλος τῆς συζήτησης περὶ τοῦ θέματος, ξανὰ ἔρχεται στο προσκήνιο ἡ μεσαιωνικὴ καὶ συγχρόνη διάσταση μεταξὺ φύσῃς καὶ προσώπου. Ἡ δυτικὴ σκέψῃ, εἶναι προφανὲς ὅτι δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει, τὸ γεγονὸς ὅτι, στο Χριστό, εἴμαστε υἱοί, μὲ χάρη, καὶ ὄχι ἀπὸ τῇ φύσῃ, χωρὶς αὐτὸ να  σημαίνει ὅτι δεν εἴμαστε ‘’ὀντολογικᾶ’’ υἱοὶ τοῦ Πατέρα.
Στην Πέμπτη θεολογικὴ τοῦ θέση ὁ ἅγ. Μάξιμος, ἀναφέρεται στην εἰκόνα καὶ στις ὁμοιότητες. Ἔδω τὰ πράγματα εἶναι πιὸ ξεκάθαρα για τὸν Μάξιμο, λέγοντας μας, ὅτι εἴμαστε εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ὡς εἰκόνες τῆς Εἰκόνας  που εἶναι ὁ Υἱὸς στην σχέση τοῦ μὲ τὸν Πατέρα. Ὁ Μάξιμος κινεῖτε σὲ ἕνα εὐρὺ ἁγιοπατερικὸ περιβάλλον, μεταξὺ Γρηγορίου Νύσσης καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τεκμαίροντας καὶ ἀναζωπυρώνοντας για τὴν ἐποχὴ του, τὴν πάγια αὐτὴ πατερικὴ θέση, καθὼς καὶ σὲ σχέση μὲ τις φυσικὲς ἰδιότητες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς ἀρετές.      
 
Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΒΑΣΗ
Φύσῃ καὶ πρόσωπο για τὸν ἅγ. Μάξιμο, ἀποκαλύπτονται πλήρως μόνο στον Χριστό. Ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε τέλειος Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Αὐτὴ ἡ θεολογικὴ διαπίστωση τοῦ Μαξίμου που ἀπορρέει ἀπὸ τὴν Χριστολογία, δείχνει τὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν προσμονή, καθὼς καὶ τὴν πλήρη ταύτισή του μὲ τὴν ἀλήθεια. Παρὰ τὶς δύο θεολογικὲς τοῦ περιόδους που ὑποστηρίζει ὁ Carrigues, μὲ τὴν δεύτερη να τὴν θεωρεῖ τὴν πλέον καθοριστικὴ για τὴν Χριστολογία του, ὁ Μάξιμος,  μὲ τὴν πίστη του, στῇ Χαλκηδόνα, δηλώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία διδάσκει: ’’τὴν ἔνωση, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσταση, λόγῳ τῆς ἀδιαχωριστότητας τῆς καὶ τῇ διαφορᾷ, ἀνάλογα μὲ τῇ φύσῃ, ἐξαιτίας τῆς μὴ σύγχυσης .... Ὅπως καὶ στην περίπτωση τῆς ἁγίας Τριάδας, ὑπάρχει μία ταυτότητα τῆς οὐσίας καὶ μία  ἐτερογένεια τῶν προσώπων ... μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, στον Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ μας, ὑπάρχει μία ταυτότητα τοῦ προσώπου καὶ μία ἐτερογένεια τῶν φύσεων’’.  
Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Μαξίμου, σὲ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα, ἀποσκοπεῖ στο να δείξει, ὅτι ἡ διαφορὰ ἣ ἡ ἑτερότητα καὶ ἡ ἑνότητα ἀποτελοῦν τὴν πεμπτουσία τῆς ὀντολογίας. Καὶ ταυτόχρονα, ἀναφέρει ἕνα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖο ἀξίζει να σημειωθεί: Στῇ Χριστολογία, ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητας εἶναι τὸ πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι ἕνα πρόσωπο, ποὺ συγκεντρώνει, σὲ μία ἄθραυστη ἑνότητα, τὶς φύσεις καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο. Τὸ πρόσωπο ὁδηγεί, οἱ φύσεις ἀκολουθοῦν. Ἡ συγκεκριμένη προτεραιότητα τοῦ προσώπου, πάνω στῇ φύσῃ, εἶναι ἕνα ἀναμφισβήτητο γεγονὸς στῇ Χριστολογία τοῦ Μαξίμου . Ἀκόμη, για τὸν Μάξιμο, αὐτὸ τονίζει τὸν σεβασμὸ καθὼς καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοὺς, μετὰ τὴν συνάντηση τοὺς στο πρόσωπο τοῦ Λόγου. 
Ὁ ἅγ. Μάξιμος, συνεχίζοντας τὴν Χριστολογία του, τονίζει ὅτι, οἱ φύσεις, ἔχουν φυσικὴ θέληση, ἀλλὰ δεν τὸ θέλουν, εἶναι τὸ πρόσωπο που θέλει. Χωρὶς τὸ πρόσωπο ἡ φυσικὴ θέληση εἶναι ἀνυπόστατη, ἀπρόσωπη καὶ ἀνύπαρκτη. Ἡ ἀποφασιστικὴ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίζονται καὶ ἐκδηλώνονται οἱ δύο φυσικὲς θελήσεις τοῦ Χριστοῦ, εἶναι, χωρὶς καμία ἀμφιβολία, ἡ προσευχὴ Του, στῇ Γεσθημανή, πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του. Ἤταν σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἐναντιώθηκε στην ἀνθρώπινη θέλησή του για ζωή, ἐνῶ ἡ θεία θέληση, κινήθηκε καὶ τάχθηκε, πρὸς τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ Πατρός. 
Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Πατέρα Του: ’’ὄχι ὅπως θέλω Ἐγώ, ἀλλὰ ὅπως Ἐσὺ θέλεις’’, ἐξανάγκαζαν τὴν ἀνθρώπινη φύσῃ, να ἀκολουθήσει τῇ θεϊκή. Αὐτό, ὡστόσο, δεν θὰ πρέπει να θεωρεῖται ὡς διαδικασία τῆς θέλησης τῶν θελήσεων, ποὺ ἐπιθυμοῦν καὶ δρουν φυσικά, δηλαδὴ τὶς φύσεις. Ἡ ἀνθρώπινη θέληση ἤταν θεοποιημένη, ἐπειδὴ ἐκφράστηκε καὶ ὑλοποιήθηκε ἀπὸ ἕνα θεϊκὸ Πρόσωπο. Τὸ ἴδιο πρόσωπο, ὁ Λόγος, φέρει τὶς δύο φύσεις, σὲ μία ἑνότητα, στην Ἐνσάρκωση. Τὸ ἴδιο Πρόσωπο φέρνει τις δύο φυσικὲς θελήσεις, σὲ ἁρμονία, στῇ Γεσθημανή. Στῇ Χριστολογία, τὸ Πρόσωπο ἔχει τὴν πρώτη καὶ τὴν τελευταία λέξῃ - ὄχι οἱ φύσεις.
 
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ 
Ὁ Μάξιμος, κατατάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀναβιβάζοντας τὸν σὲ μία πνευματικὴ κατάσταση, ὁ ὁποία διαφέρει ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα πλάσματα τῆς φύσῃς καὶ τῆς δημιουργίας, ὑπερτονίζοντας τὴν ξεχωριστὴ ποιότητα τῶν ἀνθρωπίνων ὄντων, λόγῳ τῆς ἐλευθερίας που κοσμεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐλευθερία αὐτή, εἶναί που συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν δημιουργὸ Του. Αὐτὴ ἡ αὐτεξούσια ἐλευθερία τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κατέχει, εἶναί που δημιουργεῖ καὶ τὴν ποιοτικὴ σχέση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. 
Ὁ ὅρος γνώμη, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος στην ἀνθρωπολογικὴ σκέψῃ τοῦ Μαξίμου, ἔρχεται να ἐκφράσει τὴν φυσικὴ βούληση τοῦ ἀνθρώπου. Φύσῃ καλὸς εἶναι μόνον ὁ Θεός, ὁ μιμητὴς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, μπορεὶ να τὸ πετύχει αὐτὸ μόνο μέσῳ τῆς γνώμης. Ἡ γνώμη ἐνέχει πρωταγωνιστικὸ ῥόλο στην ἀπόφαση τοῦ Ἀδάμ, ἀποπροσανατολίζοντας  τὴν ἀνθρώπινη βούληση ἀπὸ τὴν θετικὴ τῆς πορεία πρὸς τὸν Θεὸ –Δημιουργό, πρὸς ἐκείνη τῆς παρὰ – φύσιν πορείας. Ἡ γνώμη πλέον ἀποκτᾷ ἀρνητικὸ πρόσημο καὶ ἀπὸ κόσμημα στην ἀνθρώπινη φύσῃ γίνεται συνοδοιπόρος καὶ συναντιλήπτορας τῆς ἁμαρτίας. Πλέον, οἱ δύο ἔννοιες ἀπὸ ἀντίθετες μεταξὺ τοὺς, στον μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο εἶναι ταυτόσημες. 
Στην περίπτωση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ‘’γνώμη’’ δεν ὑπάρχει, καθὼς ἡ ἀνθρώπινη φύσῃ Του εἶναι σταθερὰ σταθερὴ στο καλό. Ὡς ἐκ τούτου, ὅπως τὸ θέτει ὁ Sherwood, ἡ φυσικὴ θέληση (αὐτο-καθορισμός) ‘’ἀσκεῖται, σύμφωνα μὲ τὴν προϋπόθεση τοῦ προσώπου, στο ὁποῖο ἡ φύσῃ ἐπιτυγχάνει τὴν πράξῃ καὶ τὴν ὑπαρξή της’’. Τὸ πρόσωπο, τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ ἴδιο τὸ εἶδος τῆς ὕπαρξης τῆς φύσῃς, παρέχει τὸν τρόπο ἄσκησης τῆς θέλησης τῆς φύσῃς, ὁπότε εἶναι ὀντολογικὼς καθοριστικὸ ὄχι μόνο για τῇ φύσῃ, ἀλλὰ καὶ για τὴν ‘’θέληση’’ τῆς φύσῃς. Ὁ Μάξιμος ἐπίσης, ὑποστηρίζει τὴν ἀντίθετη ἄποψη ἀπὸ ἐκείνη τῶν Μονοθελητών, δηλαδή, ὅπως καὶ στον Χριστό, ἔτσι καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, τὸ πρόσωπο θὰ καθορίσει τῇ σχέση μας μὲ τὴν φύσῃ μας. 
Ὁ ἅγ. Μάξιμος, ἀντιλαμβανόμενος τὴν πτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, δεν διστάζει να μιλήσει για ἀπελευθέρωση τῆς φύσῃς, τονίζοντας παράλληλα ὅτι, οἱ ἅγιοι τὸ πέτυχαν αὐτὸ διὰ τῶν πολλῶν τοὺς παθημάτων. Ἡ ἁμαρτία, καθιστᾲ δέσμια τὴν φύσῃ καὶ τὴν συμπαρασύρει στον θάνατο, κάθε ὅποτε τῆς δίνεται ἡ εὐκαιρία να τὸ πράξει ἀποδεικνύοντας συνάμα τὴν ταυτοσημία τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸν θάνατο, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς φύσῃς για ἐλευθερία καὶ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν φθορά. Ὁ Μάξιμος, ἀναφερόμενος σὲ ὅλα αὐτὰ δεν αὐτοχαρακτηρίζεται ὡς ὑπαρξιστής, δεν θὰ μποροῦσε ἄλλωστε. 
Ὁ Μάξιμος ζοῦσε, σὲ ἕνα πνευματικὸ καὶ διανοητικὸ περιβάλλον, ποὺ προσέγγιζε τῇ φύσῃ καὶ τὸ πρόσωπο, ὡς δύο ὄψεις τῆς ἴδιας πραγματικότητας, ἡ μία που δηλώνει τὴν ἑνότητα, καὶ ἡ ἄλλη, τὴν ἑτερότητα καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα. Ἡ πίστη στον Χριστὸ ἐπιβεβαίωσε αὐτὴν τῶν δύο διαστάσεων θεώρηση τῆς ὕπαρξης, παρουσιάζοντας Τὸν ὡς ‘’ἐνσάρκωση’’ στο πρόσωπο τοῦ Λόγου. Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀγκαλιασε καὶ ‘’ἀνέλαβε’’ τῇ φύσῃ. Δεν διέφυγε ἀπὸ Αὐτή, οὔτε Τὴν πολέμησε. 
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στον ἐπίλογο τοῦ ἄρθρου του ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, φαίνεται να προσπαθεὶ να συνοψίσει τὴν σκέψῃ του καὶ να πείσει τοὺς ἀναγνῶστες για τὴν ταύτισή του μὲ τὸν ἅγ. Μάξιμο, ὄσο καὶ μὲ τοὺς προγενεστέρούς του πατέρες στα τῆς φύσεως καὶ τοῦ προσώπου καὶ τὴν σαφῆ προτεραιότητα τοῦ δευτέρου ἔναντι τοῦ πρώτου, ἀφότου αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ βασικὸ σημεῖο διάστασης τῶν φιλοσοφικῶν ῥευμάτων μὲ τὴν θεολογία.
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου κατηγορεῖται, ὅτι δεν ἐμπεριέχετε στα γραπτὰ τοῦ ἡ λυτρωτικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀσκητισμού, μία πορεία σαφὴς τοῦ ἁγ. Μαξίμου ἀπὸ τὸν ἀτομισμὸ στον ἀσκητισμό, τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λύτρωσης. Ὁ Μάξιμος, ὅπως εἴδαμε, σχετίζει τὸ ἄτομο ~ὄχι τὸ πρόσωπο~ μὲ τῇ φύσῃ, ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς διαδικασίας διαίρεσης καί, ἂν καὶ δεν τὸ λέει ῥητά, ὑποδεικνύει, ἔτσι, τῇ σχέση μεταξὺ φύσῃς καὶ ἀτομικότητας καὶ στο ὑπαρξιακὸ ἐπίπεδο.  
Ἐξακολουθώντας, ὁ Μητροπολίτης Ἰωάννης, ἀναφέρεται καὶ πάλι στο θέμα τῆς προτεραιότητας τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσῃς, καταδεικνύοντας καὶ πιστοποιώντας μὲ ὅλα τὰ ὅπλα στην φαρέτρα τῆς θεολογίας του, ὅτι αὐτό, δηλαδή, τῆς προτεραιότητας τοῦ ἑνὸς ἔναντι τοῦ ἄλλου, ἀποτελεῖ τὴν βασικὴ καὶ κομβικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑλληνικοῦ φιλοσοφικοῦ πνεύματος καὶ μεταγενέστερα τῆς μεσαιωνικὴς δύσῃς καὶ τῆς θεολογίας τῆς ἀνατολῆς. Ἡ αἰτία δεν μπορεὶ να ἀποδοθεὶ ἀλλοῦ εἶμι μόνον στο πρόσωπο τοῦ Πατέρα, ἄρα ἔδω γίνεται σαφὴς ἀναφορὰ για  αἰτιώδη συνάφεια. 
Ὁ ἅγ. Μάξιμος, τονίζει ὁ Μητροπολίτης Περγάμου, εἶναι σαφὴς στην Χριστολογία του καὶ ὑπερτονίζει τὴν προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσῃς. Τὸ πρόσωπο προκαλεῖ τὴν φύσῃ, ὄχι μόνο να ἐνεργεῖ, ἀλλά, καὶ να ὑπάρχει. Ἡ αἰτιότητα ὑπάρχει καὶ στῇ Χριστολογία, καὶ δεν σχετίζεται μὲ τῇ φύσῃ ἀλλὰ μὲ τὸ πρόσωπο. Στον ἀπόηχο τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνας, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀκολουθεῖ πιστά, τὸ ὑποκείμενο, σὲ ὅλη τὴν ἔκφραση τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἕνα Πρόσωπο ‘’ὁ Λόγος’’. Ἡ φύσῃ ἀκολουθεῖ καὶ προσαρμόζεται στην πρωτοβουλία τοῦ προσώπου. 
Ἡ ‘’ἀλλεργία’’ στον περσοναλισμό, στῇ θεολογία, ποὺ ἐκδηλώνεται ἀπὸ ὁρισμένους συγγραφεῖς, δύσκολα δικαιολογείται, ἀπὸ τῇ μελέτῃ τοῦ ἁγίου Μάξιμου. Ὡς ἔνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ἐκθέτες τῆς σκέψης τοῦ ἁγίου, ὁ σύγχρονος πατέρας D. Staniloae, ἔχει πει ὅτι: ὀτιδήποτε στῇ Χριστολογία τοῦ Μαξίμου ἐπικεντρώνεται, στο πρόσωπο: ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη ἐλευθερία συναντώνται καὶ ἐπιτυγχάνουν τέλεια ἑνότητα στην ‘’ὑπόσταση’’ τοῦ Λόγου καί, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο: ‘’ὁ ἄνθρωπος ἀνατράπηκε πάνω ἀπὸ τὸν ντετερμινισμὸ τῆς φύσῃς ἣ δέχθηκε ἐλεύθερα αὐτὸν τὸν ντετερμινισμό’’. Ὁ Χριστός, γράφει ὁ Staniloae, ‘’θεοποίησε τῇ φύσῃ ἐπειδὴ θεοποίησε, μὲ πραγματικὸ τρόπο, τὸ θέλημά Του καί, ξανά, θεοποίησε τῇ θέληση (τῆς φύσῃς) ἐπειδὴ ἡ Ὑπόσταση, ἡ ὁποία θελήθηκε στην ἀνθρωπίνη θέληση, ἤταν ὁ Λόγος τοῦ Θεού’’. Εἶναι μέσα καὶ διαμέσου τοῦ προσώπου, ποὺ ἡ φύσῃ  θεοποιείται.

Νέα

Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β'...
ΣτΕ 1983/2007: αντικατάσταση...
Διαχρονίες και Ασυμφωνίες
Το μάθημα των Θρησκευτικών...
Πολιτειακές δικαιοταξίες και...
5ο Ετήσιο Επιστημονικό...
Η Ι. Μονή Πετριτζού {Α'...
Ἡ διαστημικὴ τεχνολογία ὡς...
Ξερή πολυμάθεια
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>