Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και η συμβολή του στο Δίκαιο των Ιερών Κανόνων

2018-10-07 22:41

του π. Χρύσανθου Καρατζαφέρη

*Σχόλιο στην μελέτη τῆς καθηγήτριας Εἰρήνης Χριστινάκη – Γλάρου.

Ἡ μελέτη τῆς καθηγήτριας κας Εἰρήνης Χριστινάκη, ἀσχολείται μὲ τὴν ἀποδόμηση τῆς μέχρι σήμερα ἐπιστημονικῆς ἄποψης, ὅτι ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δεν συνέβαλε καθόλου στην ἐπιστήμη τοῦ κανονικοῦ δικαίου καὶ ὅτι ἡ ἐντρύφησή του μὲ τὰ θεολογικὰ γράμματα περιορίστηκε στην ποιητικὴ του ἰδιοσυγκρασία καὶ στον θεωρητικὸ του νοῦ. 
Ἡ ἐπιστήμη κάνοντας αὐτὴ τὴν σαφῆ ἀλλὰ ἐν πολλοῖς ἄτοπη διάκριση για τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, δείχνει να της διαφεύγει ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶναι ἕνα κρᾶμα, θεολογίας – δογματικῆς διδασκαλίας καὶ ἁγιοπατερικοὺ βιώματος τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας. Στην ἐν λόγῳ μελέτη μὲ ἐπιστημονικὸ τῷ τρόπῳ τεκμηριώνεται αὐτὴ καθ΄ αὐτὴ ἡ ἄποψη τῆς στενῆς σχέσης τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου μὲ τὸ κανονικὸ δίκαιο τῆς ἐκκλησίας μας.
Ὁ Γρηγόριος, διαφαίνεται ὡς μία μεγάλη θεολογικὴ μορφὴ μὲ εὐρυμάθεια καὶ ὀξυδέρκεια τέτοια που ἀπὸ τὴν Δ’ οἰκουμενικὴ σύνοδο τὸν συναντάμε να φέρει τὸν τίτλο τοῦ Θεολόγου, (Εἰρήνη Χριστινάκη - Γλάρου, 2008). Ὁ Γρηγόριος ἂν καὶ δεν ἤταν συστηματικὸς κανονολόγος μὲ τὴν στενὴ ἔννοια τοῦ ὀροῦ, ἡ ἐνασχόληση του μὲ τὴν ῥητορικὴ φαίνεταί πως τὸν ἐπηρέασε, ὄχι ὅμως σὲ  βαθμὸ τέτοιο ὅπως τὸν Μ. Βασίλειο.
Ἡ συμβολὴ τοῦ Γρηγορίου εἶναι καθοριστικὴ για τὴν κανονικὴ ἐπιστήμη καὶ τὸ δίκαιο τῆς ἐκκλησίας, χρησιμοποιώντας τὴν παροιμιώδη φράσῃ τοῦ οἱ πατέρες τῆς πενθέκτης οἰκουμενικῆς, στον πρῶτο κανόνα τῆς συνόδου, «Τάξις ἀρίστη, παντὸς ἀρχομένου καὶ λόγου καὶ πράγματος, ἐκ Θεοῦ τε ἄρχεσθαι, καὶ εἰς Θεὸν ἀναπαύεσθαι»,  (Εἰρήνη Χριστινάκη - Γλάρου, 2008). Αὐτὸ καθ’ αὐτὸ καθιστᾲ τὸν Γρηγόριο ὡς τὴν κατεξοχὴν θεολόγο φωνή, ὡς κανονολόγο μὲ ἐμπειρία καὶ βίωμα ὄσο καὶ αὐτὸ δεν εἶναι ἐμφανὲς ἐκ πρώτης ὄψεως. Οἱ πατέρες τῆς πενθέκτης, στην ἀρχὴ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κανονολογικοὺ ἔργου που ἐπιτέλεσαν δεν θὰ ἔθεταν σὲ κίνδυνο τὴν τεκμηρίωση τῶν ὅσων θὰ ἐπακολουθούσαν, κάνοντας χρίση στοιχείων τέτοιων τὰ ὁποῖα δεν θὰ ἤταν ἀποδεχτὰ ἀπὸ τὴν ἕως τότε καθόλου ἐκκλησία. 
Ὁ Γρηγόριος προεδρεύει για σύντομο χρονικὸ διάστημα στην Β’ οἰκουμενική. Στην Γ’ οἰκουμενικὴ συναντάμε ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν πρὸς κληδόνιον ἐπιστολὴ του για τὴν τεκμηρίωση τοῦ Χριστολογικοὺ δόγματος τῆς ἐκκλησίας, ὁ 2ος κανόνας τῆς πενθέκτης ὁ ὁποῖος κάνει λόγο για τὰ βιβλία τῆς καινῆς Διαθήκης, ὁ 64ος για τὰ χαρίσματα στην ζωὴ τῆς ἐκκλησίας καθὼς, ἐπίσης, καὶ ἕξι ἀναφορὲς στην Ζ’ οἰκουμενική. 
Ἀναλυτικότερα, ὁ Γρηγόριος ὡς πρόεδρος τῆς Β’ οἰκουμενικῆς, συνετέλεσε τὰ μέγιστα ὥστε να καταπολεμηθοὺν οἱ αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς. Ὁ ὅρος «τὸ Κύριον» για τὸ ἅγιο πνεῦμα ἀποδίδεται στον Γρηγόριο, καθὼς, ἐπίσης, φαίνεται μὲ τὴν θεολογία του να ἐπηρεάζει ἀποφασιστικὰ τοὺς 1,5,7,8 κανόνες τῆς ἰδίας συνόδου. Ἡ θεολογικὴ καὶ δογματικὴ του βιωματικὴ ἐμπειρία συναντάται καὶ στην πρὸς Κληδόνιον ἐπιστολή που χρησιμοποίει ἡ Γ’ οἰκουμενικὴ σύνοδος, για τὴν τεκμηρίωση τοῦ Χριστολογικοὺ τῆς δόγματος. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ για τὴν Δ’ οἰκουμενική.      
Ἡ μεγάλη ὅμως συμβολὴ τοῦ Γρηγορίου, ποὺ τὸν καθιστᾲ πλέον ὡς ἔναν ἐκ τῶν κυριοτέρων πατέρων που ἀσχολήθηκε μὲ τὸ κανονικὸ δίκαιο τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐξαίρει καὶ ἡ έρευνα που μελετοῦμε, εἶναι ἐκείνη ἡ ἀναφορά που κανοῦν οἱ πατέρες τῆς πενθέκτης, «Τάξις ἀρίστη, παντὸς ἀρχομένου καὶ λόγου καὶ πράγματος, ἐκ Θεοῦ τε ἄρχεσθαι, καὶ εἰς Θεὸν ἀναπαύεσθαι».  Ὁ Γρηγόριος ἀποδίδει μία οἰκουμενικοῦ κύρους ἀρχή. Ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ κανονικοῦ δικαίου διαστέλλεται ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα δικαιικὰ συστήματα, ἔχει τὴν ἀρχὴ τοῦ στον Θεό, ἀποκτᾷ θεαρχικὴ δομή, ὅπου ἐκεῖ ἐπάνω ἑρμηνεύεται καὶ στοιχειοθετεῖται τὸ ποινικὸ θεμέλιό τοὺς, (Εἰρήνη Χριστινάκη - Γλάρου, 2008).  
Ἡ ἐν λόγῳ μελέτη προσπαθεὶ να κάνει μία σαφὴ διάκριση ἀνάμεσα στον κοινὸ ποινικὸ νόμο καὶ στο δίκαιο τῆς ἐκκλησίας, τό που τοποθετούνται οἱ ἀφετηριακὲς δομὲς τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καθὼς καὶ οἱ ἐπὶ μέρους καταληκτικὲς ἐκφάνσεις τοῦ συστήματος, ἐπίσης, τονίζεται ἡ προσπάθεια ἑρμηνείας τοῦ κοινοῦ ποινικοὺ δικαίου μὲ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ ἡ ἐκ διαμέτρου ἀντιλήψη τοῦ κανονικοῦ δικαίου μὲ τὴν βοήθεια τῆς  εἰσαγομένης ἀρχῆς  τοῦ Γρηγορίου τοῦ θεολόγου ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς πενθέκτης οἰκουμενικῆς συνόδου. 
Ἐξακολουθώντας, ἡ μελέτη μας εἰσάγει στην ἐν γένει θεολογία καὶ κανονικὴ ἀντιλήψη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος μας μιλὰ για τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐπιτίμια καί πως αὐτὰ βιώνονται στην ζωὴ τῆς ἐκκλησίας ἐξατομικεύοντάς τὰ κάθε φορά, καὶ ἐπίσης, για τὸ σκόπιμο κενὸ τοῦ νόμου καὶ για τὸ ἔννομο ἀγαθό που μὲ τὴν χροιὰ τῆς θεολογικῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου τῆς ἐκκλησίας που εἰσάγει ὁ 1ος  κανόνας τῆς πενθέκτης, τοῦ ἀποδίδεται μία ἀξία ἀνώτερη – πνευματικὴ. 
Στην προσπάθειά τῆς ἡ μονογραφία να τονίσει τὴν κανονολογικὴ ἀξία τοῦ Γρηγορίου, ἐξαίρει τὴν πνευματικὴ ὀπτικὴ τῶν ἱερῶν κανόνων σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸν κοινὸ ποινικὸ νόμο, γεγονός που καθιστᾲ τὸ δίκαιο τῆς ἐκκλησίας, δίκαιό που για να τεθεὶ σὲ ἰσχὺ ἀπαιτεῖ τὴν βουλητικὴ συμμετοχὴ τῶν συμβαλλομένων μερῶν  (Εἰρήνη Χριστινάκη - Γλάρου, 2008). 
Ο Γρηγόριος, ἀντιστέκεται μὲ σθένος καὶ ἀρνητικὴ διάθεση στο νομικίστικο πνεῦμα καὶ στην τυπολατρία, κάνοντας ξεκάθαρη τὴν σχέση τῆς σοφίας ἀπὸ τὴν σοφιστεία. Τολμᾷ να παρομοιάσει τὴν νομοθετικὴ πρωτοβουλία τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἐκείνη τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ – Λόγου για τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου καί πως ἀπώτερος σκοπὸς τῶν ἱερῶν κανόνων δεν μπορεὶ παρὰ να εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.   
Ἡ ἐν λόγῳ μελέτη, ἀποδίδει μία ἅλλῃ διαστάσῃ στην θεολογίᾳ τοῦ ἀγ. Γρηγορίου, ἀναδύει μία πτυχὴ τῆς ἡ ὁποία παραμένει ἄγνωστη ἢ δεν ὑπερτονίζεται ἀπὸ τὸν ἐπιστημονικὸ κόσμο. Σαφῶς, ὁ Γρηγόριος ἐπιτέλεσε σπουδαῖο κανονικὸ ἔργο, ἀρκεῖ να λάβει κανεὶς τὴν ἀναφορὰ τῆς πενθέκτης οἰκουμενικῆς στον πρῶτο τῆς κανόνα. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο τοῦ καθιστᾲ τὸν Γρηγόριο στυλοβάτῃ τοῦ δικαιικοὺ συστήματος τῆς ἐκκλησίας, τόσο ὡς πρὸς τὴν καθιέρωσή του, ὄσο καὶ ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνεία του καὶ τὴν ἐξατομίκευση κάθε περιπτώσεως, καθιστώντας τὸ δίκαιο τῆς ἐκκλησίας διάφορο τῆς πολιτείας καὶ τοῦ κοινοῦ ποινικοὺ νόμου. Ἀσφαλῶς, μία τέτοια θέση ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε δεν θὰ μποροῦσε παρὰ να μας βρει ἀπόλυτα σύμφωνους. Μία τέτοια θέση δεν μπορεὶ παρὰ να ἀποτελεῖ, τὸν ἀσφαλῆ δρόμο για τὴν ἐπιστήμη τοῦ κανονικοῦ δικαίου σὲ ὄλες τοῦ τις ἐκφάνσεις, ὅποτε καὶ ὅπως αὐτὲς ἀνακύψουν.