Κοκκινάκης κατά Ελλάδος (σύντομη επισκόπηση της απόφασης)

2017-05-14 08:51

Της Ελένης Παλιούρα

Στο παρόν θα εξεταστεί η υπόθεση Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, η οποία κατέχει μείζονα θέση στη νομολογία του ΕΔΔΑ, καθώς αποτέλεσε την πρώτη δικαστική διαμάχη, με αφορμή την οποία επήλθε ουσιαστική εμβάθυνση του Δικαστηρίου σε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας1

Η Κοκκινάκης κατά Ελλάδος εισήλθε στη διαδικασία της συνεδρίασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπό το πρίσμα του άρθρου 43 ΕΣΔΑ2, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση από το άρθρο 11 του Πρωτοκόλλου 8,το οποίο ετέθη σε ισχύ το 1990. Παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο από την Επιτροπή κατά τα άρθρα 32 και 47 ΕΣΔΑ στο πλαίσιο της τρίμηνης προθεσμίας και αφετηρία της υπόθεσης αποτέλεσε η αίτηση του κυρίου Κοκκινάκη στην Επιτροπή το 1988, στην οποία επικαλούνταν παραβίαση των άρθρων 7, 9και 10 της Σύμβασης εκ μέρους του ελληνικού κράτους.

Υποστηρίζεται, βέβαια, ότι, αν και είναι η σημαντικότερη από τις ελληνικές ατομικές προσφυγές που εξετάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η σημασία της υπόθεσης θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη, καθώς το ΕΔΔΑ απέφυγε να επεκταθεί στην ουσία του ζητήματος και του αντικτύπου του προσηλυτισμού, ο οποίος μάλιστα είχε χρησιμοποιηθεί και για εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων (πχ «την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν τη διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας, ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν» στο νόμο 117/1936 «περί μέτρων καταπολέμησης του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών»)4.

 

1.Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης

 

Ο προσφεύγων Μίνως Κοκκινάκης, γεννημένος στην Κρήτη το 1919, ήταν συνταξιούχος επιχειρηματίας κατά την εξέταση της υπόθεσης. Προσεταιρίστηκε τους Μάρτυρες του Ιεχωβά το 1936 και υπέστη πάνω από εξήντα συλλήψεις με την κατηγορία της ενάσκησης προσηλυτισμού, καθώς και πολυάριθμες εκτοπίσεις και φυλακίσεις για το ίδιο ζήτημα, αποκτώντας εν τέλει την ιδιότητα του πρώτου Μάρτυρα του Ιεχωβά που καταδικάστηκε βάσει της μεταξικής νομοθεσίας. Το εναρκτήριο περιστατικό της υπό εξέταση υπόθεσης υπήρξε η επίσκεψη που πραγματοποίησε με τη σύζυγό του στο σπίτι της κυρίας Κυριακάκη, συζύγου του ψάλτη της τοπικής εκκλησίας, ο οποίος τελικώς ειδοποίησε και την αστυνομία, στις 2 Μαρτίου 1986 στη Σητεία της Κρήτης.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της παρουσιαζόμενης ως προσηλυτιζομένης, το ζεύγος ισχυρίσθηκε ότι έφερε χαρμόσυνα νέα και μετά από επιμονή, που έφτασε στο όριο του εξαναγκασμού, κατόρθωσε να εισέλθει στην οικία, όπου και ανέγνωσε αποσπάσματα από σχετικό με τις Γραφές βιβλίο ενθαρρύνοντάς την να μεταβάλει την Ορθόδοξη πίστη της. Επίσης, προχώρησαν σε συζήτηση σχετικά με το Σουηδό πολιτικό και ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Όλαφ Πάλμε μεταφέροντας ειρηνιστικές απόψεις.

 

2.Η διαδικασία στα εθνικά δικαστήρια

 

Στις 20 Μαρτίου 1986 το ζεύγος Κοκκινάκη δικάσθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου έπειτα από ενάσκηση ποινικής δίωξης θεμελιωμένης στο άρθρο 4 του α.ν.1363/1938 περί ποινικοποίησης του προσηλυτισμού. Το εν λόγω Δικαστήριο, εκδίδοντας μάλιστα αυθημερόν την απόφαση, καταδίκασε το ζεύγος για προσηλυτισμό σε 4 μήνες φυλάκιση (μετατρέψιμη σε χρηματική ποινή)  και σε χρηματική ποινή 10.000 δραχμών, διέταξε δε τη δήμευση και καταστροφή τεσσάρων μικρών βιβλίων που σκόπευαν να πουλήσουν στην Κυριακάκη. Το Δικαστήριο, επίσης, απέρριψε την ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 4 του μεταξικού νόμου βάσει του οποίου διενεργήθηκε η ποινική δίωξη.

Η διαδικασία συνεχίστηκε σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, όπου απαλλάχθηκε η σύζυγος του Κοκκινάκη, αφού δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της στις ενέργειες του συζύγου της, τον οποίο απλώς συνόδευε, και μειώθηκε η ποινή του τελευταίου σε φυλάκιση τριών μηνών μετατρέψιμη σε χρηματική ποινή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μειοψηφούσα άποψη που εκφράστηκε από έναν δικαστή της σύνθεσης σύμφωνα με την οποία έπρεπε να αθωωθεί και ο Μίνως Κοκκινάκης, εξαιτίας έλλειψης αποχρώντων λόγων ενοχής, αφού δεν ήταν δυνατόν η σύζυγος του ψάλτη να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αφέλεια απέναντι στα ζητήματα που αφορούν την Ορθόδοξη πίστη5. Η άποψη αυτή δύναται να ενισχυθεί και από την κατάθεση της Κυριακάκη, μέσα στην οποία συμπεριλαμβάνεται η εξής χαρακτηριστική φράση: «…η συζήτηση δεν επηρέασε τις πεποιθήσεις μου.».

Η εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, που απαρτίζει μία από τις προϋποθέσεις για την προσφυγή στο ΕΔΔΑ, επήλθε μετά την εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, στον οποίο άσκησε αναίρεση ο Κοκκινάκης με βασικό ισχυρισμό την αντισυνταγματικότητα του νόμου 1363/1938 (αντίθεση στο άρθρο 13Σ περί θρησκευτικής ελευθερίας), η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο με το αιτιολογικό της συμφωνίας του νόμου με το 13Σ, το οποίο μεταξύ άλλων εμπεριέχει απαγόρευση του προσηλυτισμού και σημείωση της επαρκούς αιτιολογίας εκ μέρους του Εφετείου Κρήτης. Ωστόσο, κατά τη γνώμη ενός διαφωνήσαντος μέλους ο Άρειος Πάγος θα έπρεπε να ακυρώσει την απόφαση του Εφετείου Κρήτης, λόγω κακής εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας, αφού δεν υπήρξε αναφορά των μέσων της επέμβασης στη θρησκευτική συνείδηση της Κυριακάκη εκ μέρους του Κοκκινάκη, καθώς και λόγω της έλλειψης ενδείξεων για την τεκμηρίωση της απειρίας και του χαμηλού πνευματικού επιπέδου της Κυριακάκη.

 

3.Η διαδικασία στην Επιτροπή

 

Η αίτηση του Κοκκινάκη στην Επιτροπή το 1988 βασιζόταν πρωτευόντως στα άρθρα 7, 9 και 10 της Σύμβασης Δικαιωμάτων  του Ανθρώπου και δευτερευόντως στα άρθρα 5πα.1 και 6πα.1 και 2. Η επιτροπή αποφάνθηκε υπέρ του παραδεκτού της αιτήσεως εξαιρουμένης της επίκλησης των άρθρων 5 και 6 και αναλυτικότερα, έκρινε πως υπήρξε παραβίαση των άρθρων 7 και 9, ενώ  δεν εξέτασε περαιτέρω το ζήτημα του άρθρου 10.

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή δέχθηκε κατ’ ουσίαν τον ισχυρισμό του Κοκκινάκη που αφορούσε το δικαίωμά του να συζητά με τους συμπολίτες του για θέματα θρησκείας. Ο αιτών αδυνατούσε να κατανοήσει το λόγο για τον οποίο κρίθηκε ως άδικη και εγκληματική μια διατύπωση απόψεων στηριζόμενη σε βιβλία που ήταν κοινά για όλους και ότι η αιτιολογία του Εφετείου Κρήτης διεπόταν από μεροληψία, αφού τον καταδίκαζε «όχι για κάτι που είχε κάνει, αλλά για κάτι που ήταν».

 

4.Η διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ

 

Αρχικά εξετάσθηκε ο ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 9 της Σύμβασης. Πιο αναλυτικά, ο αιτών Μίνως Κοκκινάκης διατύπωσε την άποψη ότι σημειώθηκε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4 του μεταξικού νόμου, καθώς και ότι ο συγκεκριμένος νόμος αντιβαίνει στην ουσία του άρθρου 9 ΕΣΔΑ, που τυγχάνει υπερνομοθετικής ισχύος. Ο Κοκκινάκης χαρακτήρισε την ποινικοποίηση του προσηλυτισμού ως «οπλοστάσιο απαγορεύσεων και απειλών τιμωρίας», ως ένα μέσο πίεσης δηλαδή προς τις θρησκευτικές μειονότητες. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο εν λόγω νόμος έτυχε επιλεκτικής εφαρμογής από τη διοίκηση και τις δικαστικές αρχές, αφού δε χρησιμοποιήθηκε εναντίον μετόχου της επικρατούσας θρησκείας6, καθώς και ότι ο κίνδυνος διασταλτικής εφαρμογής του λόγω της λέξης «ιδία» στο νομοθετικό κείμενο που κρίθηκε ασαφές από το πρόσωπό του ήταν υπαρκτός.

Από την αντίθετη πλευρά η Κυβέρνηση εξέφρασε την άποψη ότι η απαγόρευση του προσηλυτισμού αφορά τον καταχρηστικό προσηλυτισμό και όχι την ευθεία θρησκευτική ελευθερία, επικαλούμενη τόσο την απόφαση Kjeldsen, Madsen and Redersen κατά Δανίας7, όσο και μια διάκριση που προσιδιάζει σε έκθεση του ΠΣΕ8 του έτους 1956 (η έκθεση αυτή χρησιμοποιείται στην αιτιολογία του δικαστηρίου στη σκέψη 48), που προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ χριστιανικής μαρτυρίας και ανάρμοστου προσηλυτισμού, ο οποίος συνιστά διαφθορά της έννοιας της χριστιανικής μαρτυρίας. Επίσης, η Κυβέρνηση έκρινε ότι ο νόμος περί απαγορεύσεως του αθέμιτου προσηλυτισμού ήταν σαφής ως προς την πρόβλεψή του και δε διεπόταν από αοριστία, ενώ η λέξη «ιδία» αφορούσε μόνο τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος, καθώς και ότι ένα κράτος δε δύναται να κρατήσει αδιάφορη στάση απέναντι σε ενέργειες που θίγουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, εξαιτίας της μείζονος διατάραξης της κοινωνικής ειρήνης που είναι ικανή να πραγματοποιηθεί σε διαφορετική περίπτωση.

Το Δικαστήριο προέβηκε σε ερμηνεία του άρθρου 9 της Σύμβασης διαπιστώνοντας αρχικά τη σημασία του πλουραλισμού σε μία δημοκρατική κοινωνία και τη συνεισφορά της κατοχύρωσης της θρησκευτικής ελευθερίας στο υποστατό του. Η θρησκευτική ελευθερία εμπεριέχει την ελευθερία της «εκδήλωσης της θρησκείας κάποιου ανθρώπου», η οποία πραγματώνεται ιδιωτικά ή συλλογικά, συνεπώς ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να μεταβάλει την πίστη ενός συνανθρώπου του μέσω της διδασκαλίας της θρησκείας του.

Στην ερμηνευτική διαδικασία αυτή το ΕΔΔΑ ανέλυσε το ζήτημα υπό το πρίσμα των περιορισμών ενός ατομικού δικαιώματος, όπως είναι η θρησκευτική ελευθερία, δηλαδή της πρόβλεψης σε νόμο τυπικό ή ουσιαστικό9,  και της αναγκαιότητάς του σε μια δημοκρατική κοινωνία, της συμφωνίας του δηλαδή με την αρχή της αναλογικότητας. Ως προς το επιχείρημα της ασάφειας του εν λόγω διατυπωμένου σε τυπικό νόμο περιορισμού, απεφάνθη πως η ακρίβεια ως προς τη λεκτική διατύπωση ενός νομοθετήματος ενδέχεται να μην είναι πάντοτε απόλυτη και πως τόσο η ερμηνεία όσο και η εφαρμογή επαφίεται στη νομολογιακή πρακτική, η οποία στην Ελλάδα ήταν διαμορφωμένη πάνω στο υπό εξέταση ζήτημα. Το Δικαστήριο δηλαδή απέφυγε να εξετάσει τη συνταγματικότητα της απαγόρευσης του προσηλυτισμού, καθώς έκρινε πως αυτό είναι αντικείμενο του εθνικού νομοθέτη, στου οποίου το έργο ουσιαστικά δε δύναται να παρεισφρήσει10.

Επιπλέον, το ΕΔΔΑ, χρησιμοποιώντας έκθεση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, δέχθηκε το περιεχόμενό της και ειδικότερα την ασυμφωνία του αθέμιτου προσηλυτισμού με το σεβασμό της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας κάθε ανθρώπου. Τελικώς, σημειώθηκε παραβίαση του άρθρου 9 ΕΣΔΑ όχι, όμως, για το περιεχόμενο της καταδίκης του προσφεύγοντος από την ελληνική δικαιοσύνη, αλλά  για τη μη απαρίθμηση των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση της άδικης πράξης, γεγονός που καθιστούσε την καταδίκη του Κοκκινάκη μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Σχετικά με την παραβίαση του άρθρου 7 της Σύμβασης, το οποίο αναφέρεται στην αρχή της νομιμότητας των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege) και στην αρχή της μη αναλογικής εφαρμογής του ποινικού νόμου, το Δικαστήριο δεν εισήλθε σε μακροσκελή εξέταση. Επισήμανε μόνο τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, που επικεντρώνονταν στην αοριστία του άρθρου 4 ν.1363/1938, και κατέληξε στο μη υποστατό της παραβίασης του εν λόγω άρθρου, λόγω της επαρκούς νομολογιακής πρακτικής, που είχε σημειωθεί στην εθνική έννομη τάξη, και βάσει των πορισμάτων της οποίας εξειδικευόταν η επίμαχη διάταξη. 

Σχετικά με την παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ, για την οποία διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι πραγματοποιήθηκε, διότι η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης προσέβαλλε εκτός από τις θρησκευτικές και τις φιλοσοφικοκοινωνικές αντιλήψεις του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η περαιτέρω εξέταση ήταν περιττή, λόγω της προαναφερθείσας κρίσης επί της παραβίασης του άρθρου 9 ΕΣΔΑ.

Ο Κοκκινάκης είχε ισχυρισθεί, επίσης, σε υπόμνημά του το 1992 παράβαση του άρθρου 14 ΕΣΔΑ11 συνδυαστικά με το άρθρο 9 (συνεπώς δεν ετέθη ενώπιον της Επιτροπής), ωστόσο το Δικαστήριο έκρινε άσκοπη την εξέτασή της. Πάντως, η εσφαλμένη αιτιολογία, για την οποία τελικώς διαπιστώθηκε η παράβαση της Σύμβασης αποτελεί δείγμα της μη λεπτομερούς ενασχόλησης των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων με την υποχρέωση  εναρμόνισης της εθνικής έννομης τάξης με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ12.

Συνοπτικά, το Δικαστήριο απεφάνθη υπέρ της παραβίασης του άρθρου 9, της μη παραβίασης του άρθρου 7 και της μη ύπαρξης ανάγκης διερεύνησης τυχόν παραβίασης του άρθρου 10 και του 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 9. Επιπροσθέτως, επιδίκασε στην ελληνική Κυβέρνηση το ποσό των 400.000 δραχμών για χρηματική βλάβη και το ποσό των 2.789.500 δραχμών για δικαστικές δαπάνες.

 

4.5.Οι γνώμες

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συγκλίνουσες και οι αποκλίνουσες γνώμες που επισυνάπτονται στην απόφαση, καθώς παρουσιάζουν διαφορετικές αναλύσεις του ζητήματος όχι απαλλαγμένες από πολιτικό και κοινωνικό χρωματισμό. Αναλυτικότερα, κατά το Βέλγο δικαστή De Meyer ο προσηλυτισμός ορίζεται ως «ζήλος για τη διάδοση της πίστης» και «διακήρυξη της θρησκείας ενός προσώπου», συνεπώς ο Κοκκινάκης καταδικάσθηκε από τα εθνικά δικαστήρια για μία συμπεριφορά στην οποία είχε δικαίωμα να προβεί, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κυριακάκη ουδεμία στιγμή προσπάθησε να τον απωθήσει από την οικία της.

Ο Έλληνας δικαστής Βαλτικός εξέφρασε μία διαφορετική άποψη, θεωρώντας ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, πίστευε πως το δικαίωμα που διασφαλίζει το άρθρο 9 δε σχετίζεται με τη συστηματική επίθεση κάποιου, όπως τη χαρακτήρισε, στη θρησκεία των συμπολιτών του, ενώ ο όρος διδασκαλία του ιδίου άρθρου δεν αναφέρεται στην ιδιωτική διδασκαλία των θρησκευτικών πιστεύω, αλλά αντίθετα στη διδασκαλία που εκπορεύεται από τα σχολεία και τα θρησκευτικά ιδρύματα. Διατύπωσε, επίσης, ορισμό του προσηλυτισμού κατά το λεξικό Petit Robert13 και ανέφερε πως το γεγονός της απουσίας παραδειγμάτων προσηλυτιστικών ενεργειών εκ μέρους μετόχων του ορθόδοξου δόγματος αποδίδεται στη θέση της Ορθόδοξης Θρησκείας ως επικρατούσας, ως της θρησκείας με την πλειονότητα των οπαδών μέσα στο ελληνικό κράτος.

Ο Ολλανδός δικαστής Martens τάχθηκε υπέρ της παραβίασης του άρθρου 9 της Σύμβασης χαρακτηρίζοντας μάλιστα την Ελλάδα ως το μοναδικό κράτος μέλος της Σύμβασης, που προέβη στην ποινικοποίηση αφ’ εαυτού (per se) του προσηλυτισμού. Παρατήρησε ότι είναι διαφορετική υπόθεση το να διαδίδει κάποιος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις από το να προσπαθεί να πείσει σχετικά με αυτές, καθώς και ότι οι άνθρωποι που διακατέχονται από πραγματικό θρησκευτικό συναίσθημα δυσχερώς μεταβάλλουν τις πεποιθήσεις τους αναφορικά με αυτό. Αν η πράξη, λοιπόν, του προσφεύγοντος έπρεπε να ενταχθεί στο ποινικό δίκαιο, η δίωξη που θα έπρεπε να ασκηθεί εντάσσεται στο πλαίσιο της διατάραξης της οικιακής γαλήνης και όχι της ενάσκησης αθέμιτου προσηλυτισμού, η ποινικοποίηση του οποίου μάλιστα αντιτίθεται στην κρατική υποχρέωση της ουδετερότητας απέναντι στα θρησκεύματα14.

Κατά την κοινή γνώμη των δικαστών Foighel (Δανός) και Λοΐζου (Κύπριος) δεν υπήρξε αντίθεση του νόμο περί προσηλυτισμού προς το άρθρο 9 ΕΣΔΑ προβαίνοντας σε ερμηνεία του όρου διδάσκω15. Εν κατακλείδι, ο Γάλλος δικαστής Pettiti παρατηρεί αντίθεση του νόμου που ποινικοποιεί τον προσηλυτισμό προς το άρθρο 9 της Σύμβασης, αφού καταδικάζει ουσιαστικά οποιαδήποτε προσπάθεια πειθούς. «Ο πιστός πρέπει να μπορεί να διαδίδει την πίστη του και το πιστεύω του στον θρησκευτικό τομέα όπως και στο φιλοσοφικό». Επίσης, συνέδεσε την ύπαρξη των ελληνικών νομοθετημάτων για τον προσηλυτισμό με το δικτατορικό καθεστώς, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

 

 

 


[1] Το γεγονός αυτό σημειώνεται και στην εν μέρει συγκλίνουσα γνώμη του δικαστή Pettiti: «Η υπόθεση Μ.Κ. έχει ειδική σημασία: είναι η πρώτη πραγματική διαδικασία η οποία αφορά την ελευθερία του θρησκεύματος ενώπιον του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου, αφότου συνεστήθη». Ο  Pettite εντοπίζει επίσης τη σημασία της υπόθεσης στο έτος της Ανεκτικότητας που προετοιμαζόταν από τα Ηνωμένα Έθνη και την Ουνέσκο.

[2] Παραπομπή ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης Άρθρον 43.- 1. Εντός τρίμηνης προθεσμίας από της εκδόσεως αποφάσεως του Τμήματος, κάθε διάδικος μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης. 2. Το Συμβούλιο των πέντε δικαστών του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης δέχεται την αίτηση, εάν η υπόθεση θέτει σοβαρό ζήτημα όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της ή ακόμα ένα σοβαρό ζήτημα γενικής φύσης. 3. Εάν το Συμβούλιο δεχθεί την αίτηση, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης εκδίδει απόφαση επί της υποθέσεως.

[3] Το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας με τρόπο ευρύτερο του ελληνικού Συντάγματος: Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας Άρθρον 9.- 1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεως, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ' ιδίαν, διά της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία διά την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

[4] Βλ.σχόλιο Νίκου Φραγκάκη στην Κοκκινάκης/Ελλάδος, ΝοΒ 42, 1994, σ.538-539

[5] «…ο πρώτος των κατηγορουμένων πρέπει επίσης να αθωωθεί, αφού κανένα από τα στοιχεία δεν δείχνει ότι η Γ.Κ. ήταν ιδιαιτέρως άπειρη περί το Χριστιανικό Ορθόδοξο δόγμα, δεδομένου ότι είναι σύζυγος ψάλτη, ή ότι είναι ιδιαιτέρως χαμηλού διανοητικού επιπέδου ή ιδιαιτέρως αφελής, σε βαθμό που ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να επωφεληθεί και…{έτσι} να την παρασύρει, ώστε να γίνει μέλος της αίρεσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά.»

[6] Πράγματι δεν υπάρχει νομολογία στην οποία να καταδικάζεται οπαδός της Ορθόδοξης Εκκλησίας για προσηλυτισμό.

[7] CASE OF KJELDSEN, BUSK MADSEN AND PEDERSEN v. DENMARK (Application no. 5095/71, 5920/72, 5926/72), 7 December 1976 ∙ η εν λόγω υπόθεση αφορά το σεβασμό των θρησκευτικών και φιλοσοφικών αντιλήψεων των γονέων στην εκπαίδευση του τέκνου, με αντίστοιχη ελληνική υπόθεση που απασχόλησε το ΕΔΔΑ την Βαλσάμης/Ελλάδος. Συγκεκριμένα, στην Kjeldsen κ.λ. κατά Δανίας τέθηκε το ζήτημα της τυχόν ασυμβατότητας του υποχρεωτικού πλέον μαθήματος σεξουαλικής αγωγής με τα πρότυπα που εμπεριέχονται στις πεποιθήσεις των γονέων, με το Δικαστήριο να απορρίπτει την προσφυγή επικαλούμενο το πλουραλιστικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης, βλ.και Ιωάννης Σαρμάς, «Ελευθερία με υπεροχή του Δικαίου – Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», Κράτος και Δικαιοσύνη 1, σ.260-263

[8] World Council of Churches: πρόκειται για οικουμενική χριστιανική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1948 και στα ιδρυτικά της μέλη συγκαταλέγονται το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Ελλάδος και η Εκκλησία της Κύπρου. Ως ανώτατο διοικητικό σώμα ορίζεται η Γενική Συνέλευση.

[9] Ο οποίος όμως να εξειδικεύει ευρύτερο περιορισμό που ενυπάρχει σε τυπικό νόμο, ΣτΕ 280/2014 ΤΝΠ Ισοκράτης

[10] Η πρακτική αυτή του ΕΔΔΑ διαφαίνεται και από τη νομολογιακή αντιμετώπιση υποθέσεων που σχετίζονταν με Μνημόνια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαφορετική κρίση επί υποθέσεων που αφορούσαν την Ελλάδα και την Πορτογαλία βάσει της κρίσης του Μνημονίου ως συνταγματικού από τα εθνικά δικαστήρια στην πρώτη περίπτωση και ως αντισυνταγματικού στη δεύτερη, ΕΔΔΑ Κουφάκη κλ κατά Ελλάδος ΚΑΙ ΟλΣτΕ 668/2012, καθώς και António Augusto DA CONCEIÇÃO MATEUS κατά Πορτογαλίας και Lino Jesus SANTOS JANUÁRIO κατά Πορτογαλίας

[11] Απαγόρευση των διακρίσεων, Άρθρον 14.- Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.

[12] Βλ.Κρατερός Μ. Ιωάννου, «Παρατηρήσεις ως προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου», ΕλλΔ/νη 27 1986, σ.1535-1537: «…η διαπίστωση ότι τα ανώτατα δικαστήριά μας δεν παίρνουν πολύ στα σοβαρά την επίκληση της Σύμβασης από τους διαδίκους, νομίζω πως βλάπτει τη διεθνή εικόνα της εθνικής μας δικαιοσύνης και δημιουργεί μια εντύπωση ελάχιστα τιμητική…»

[13] «ζήλος για την εξάπλωση της πίστης και κατ’ επέκταση δημιουργία προσηλύτων και απόκτηση οπαδών»

[14] «Το να επιτρέπεται στα κράτη να επεμβαίνουν στην σύγκρουση που υπάρχει στον προσηλυτισμό με ποινικοποίηση του προσηλυτισμού, όχι μόνο αντιβαίνει στην αυστηρή ουδετερότητα που απαιτείται να τηρεί το κράτος στον τομέα αυτόν, αλλά επίσης δημιουργεί κίνδυνο διακρίσεων, όταν υπάρχει μια επικρατούσα θρησκεία. Το τελευταίο αυτό στοιχείο διακρίνεται καθαρά στη δικογραφία που ετέθη υπόψη του Δικαστηρίου» ∙ παρόμοιο σκεπτικό εντοπίζεται και στην υπόθεση Χασάν και Τσαούς κατά Βουλγαρίας, όπου κρίθηκε ότι η διαίρεση μιας θρησκευτικής κοινότητας εμπίπτει στα θρησκευτικά θέματα και το κράτος δε θα πρέπει να αναλαμβάνει θέση επί αυτών, διαφορετικά υφίσταται παραβίαση της θρησκευτικής ουδετερότητας την οποία ενέχει το κράτος, CASE OF HASAN AND CHAUSH v. BULGARIA (Application no. 30985/96), 26 October 2000

[15] «Ο όρος διδάσκω συνεπάγεται ευθύτητα και ειλικρίνεια και αποφυγή ύπουλων και αθέμιτων μέσων ή ψευδών προφάσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για να επιτευχθεί η είσοδος στην οικία ενός προσώπου, και εκεί, με κατάχρηση της ευγένειας και παρεχόμενης φιλοξενίας, να γίνεται εκμετάλλευση της άγνοιας ή της απειρίας σε θεολογικά δογματικά θέματα κάποιου που δεν έχει λάβει ειδικευμένη εκπαίδευση, και προσπάθεια, ώστε αυτό το πρόσωπο να αλλάξει τις πεποιθήσεις του.»