Υπήρξε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος ο εκλεκτός του καθεστώτος Μεταξά;

Ιωάννης Χρ. Θεοδωρίδης*

 

Στις 22 Οκτωβρίου 1938 η Εκκλησία της Ελλάδος αποστερήθηκε με τον θάνατό του από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Α’ Παπαδόπουλο.

    Για την διαδικασία εκλογής νέου αρχιεπισκόπου Αθηνών στον τότε ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος κωδ. Ν. 5438/1932 υπήρχε νομοθετικό κενό. Προβλεπόταν αναλυτικά τα σχετικά με την εκλογή επισκόπων (άρθρ. 9-10 κωδ. Ν. 5438/1932), ενώ στο άρθρο 12 για την εκλογή αρχιεπισκόπου Αθηνών προβλεπόταν μόνο η εκλογή του από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλ. του συνολικού αριθμού των αρχιερέων, χωρίς ρύθμιση για τα διαδικαστικά.[1]

    Η κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά προχώρησε στην έκδοση του Α.Ν. 1457/1938 (ΦΕΚ 414 Α’ 1/11/1938)[2] με τον οποίο συμπληρωνόταν το άρθρο 12 του κωδ. Ν. 5438/1932. Υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς (Α.Ν. 1457/1938 άρθρον μόνον) συγκλήθηκε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος προς εκλογή αρχιεπισκόπου Αθηνών. Υποψήφιοι για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο προβλήθηκαν ο δυναμικός μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός και ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα.

    Προηγήθηκαν της εκλογής δύο παράγοντες που έμελλε να παίξουν καταλυτικό ρόλο. Τα στελέχη του καθεστώτος Μεταξά χωρίστηκαν σε δύο παρατάξεις, καθεμιά από τις οποίες υποστήριζε τον δικό της υποψήφιο για αρχιεπίσκοπο Αθηνών.[3] Όσοι αντιτίθεντο στην υποψηφιότητα του μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού τον προσμετρούσαν στην βενιζελική παράταξη, η οποία κομματικά ήταν αντίθετή τους.  Δεύτερος καταλυτικός παράγοντας που επέδρασε στην εξέλιξη της αρχιεπισκοπικής εκλογής του 1938 ήταν το ζήτημα της συμμετοχής στο εκλεκτορικό σώμα του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ιωάννη. Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Ιωάννης είχε καταδικαστεί σε έκπτωση από την Μητρόπολή του για κανονικά αδικήματα. Προσφυγή του στο Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο δεν είχε τελεσιδικήσει.[4]

    Όταν συνεδρίασε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος την 1η Νοεμβρίου 1938 για να προετοιμάσει την εκλογή αρχιεπισκόπου, οι συνοδικοί μητροπολίτες δεν ενέγραψαν στον κατάλογο εκλεκτόρων τον μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ιωάννη, φοβούμενοι ότι μπορεί να προσβληθεί το κύρος της εκλογής αρχιεπισκόπου λόγω παράτυπης συμμετοχής του. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το επιτρεπτό της συμμετοχής του υπόδικου μητροπολίτη στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη αρχιεπισκόπου. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εξέδωσε την 308/3.11.1938 Γνωμοδότησή του όπου στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι η καταδίκη του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ιωάννη δεν τελεσιδίκησε και δεν εκδόθηκε διάταγμα που να εκτελούσε την καταδικαστική απόφαση (βλ. άρθρ. 152 Ν. 5383/1932 Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων), άρα δικαιούται να συμμετάσχει στην εκλογή αρχιεπισκόπου.[5]

    Μετά την έκδοση της Γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους η Διαρκής Ιερά Σύνοδος προχώρησε στην εγγραφή του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ιωάννη στον κατάλογο εκλεκτόρων.

    Η αρχιεπισκοπική εκλογή διενεργήθηκε την 5η Νοεμβρίου 1938. Στις δύο πρώτες ψηφοφορίες όπου απαιτούνταν απόλυτη πλειοψηφία επί των ψηφισάντων για την ανάδειξη αρχιεπισκόπου κανείς από τους δύο υποψηφίους δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες ψήφους. Η εκλογή αρχιεπισκόπου οδηγήθηκε σε τρίτη ψηφοφορία, όπου αρκούσε σχετική πλειοψηφία επί των ψήφων για την ανάδειξη νέου αρχιεπισκόπου. Στην τρίτη ψηφοφορία ο μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός έλαβε 31 ψήφους (όσες και στις δύο πρώτες ψηφοφορίες) έναντι 30 ψήφων για τον μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο. Απέσπασε, κατά αυτόν τον τρόπο, την σχετική πλειοψηφία που απαιτούσε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και αναδείχθηκε ο νέος αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Κατά την εκκλησιαστική τάξη έδωσε το Μικρό και το Μεγάλο Μήνυμα.[6]

    Τέσσερεις ημέρες μετά την διεξαγωγή της αρχιεπισκοπικής εκλογής, και πριν γίνει η επίσημη ενθρόνιση του νέου αρχιεπισκόπου, κατατέθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας αιτήσεις ακυρώσεως του πρακτικού της εκλογής από τρεις μητροπολίτες και ομάδα ιδιωτών.[7] Οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με αυτήν την περίοδο στηριγμένοι σε αρχειακό υλικό και στις εγγραφές στο Προσωπικό Ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά αναδεικνύουν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς παραπλανήθηκε από τους υπουργούς του και κυρίως από τον υπουργό Παιδείας που επέτρεψε την συμμετοχή του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ιωάννη στην εκλογή αρχιεπισκόπου.[8] Ο Ιωάννης Μεταξάς στο Προσωπικό του Ημερολόγιο εκφράζει την αρχική του απόφαση για ουδετερότητα στο ζήτημα της αρχιεπισκοπικής εκλογής. Μετά από τις εξελίξεις στον χώρο της Εκκλησίας «πήγε» καθ’ ομολογίαν του την υπόθεση της εκλογής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Αφού εκδόθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ο Ιωάννης Μεταξάς αισθάνθηκε να ισχυροποιείται η θέση του.[9]

    Οι μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος που προσέβαλαν το κύρος της αρχιεπισκοπικής εκλογής εμφάνισαν το οξύμωρο σχήμα, ενώ επί ένα αιώνα από την εγκαθίδρυση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1833) η ανώτατη ηγεσία της επιλεγόταν με κάποιας μορφής ανάμειξη της Πολιτείας (επιλογή από τον Βασιλέα, μέσω τριπρόσωπου δελτίου, με τον Νόμο Σ΄/1852, ή τον υπουργό Θρησκευμάτων με τους Νόμους 5187/1931 και 5438/1932), μόλις δόθηκε στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος το δικαίωμα μόνη της αυτή να επιλέξει τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τότε βρέθηκαν από το εσωτερικό της Εκκλησίας πρόσωπα που θέλησαν να βάλουν επιδιαιτητή την πολιτική και δικαστική εξουσία.[10]

    Το Συμβούλιο της Επικρατείας διασκέφθηκε σε Ολομέλεια, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που οδηγήθηκε ενώπιόν του, αυτό του κύρους της εκλογής αρχιεπισκόπου Αθηνών. Δικάσιμος είχε ορισθεί η 16η Νοεμβρίου 1938 και εισηγητής της υποθέσεως ήταν ο αντιπρόεδρος του Σ.τ.Ε. Αντ. Γαζής.[11] Στο σκεπτικό της αποφάσεως έγιναν δεκτά τα εξής : α) ως προς το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως νομιμοποιούνται οι προσφεύγοντες μητροπολίτες ως μέλη της Ιεραρχίας και οι αιτούντες λαϊκοί ως ενορίτες ναών της Μητροπόλεως Αθηνών[12] β) η εκλογή επισκόπων από το έτος 1833 είναι με βάση όλους του Καταστατικούς Χάρτες της Εκκλησίας της Ελλάδος πράξη συμμίκτου είδους, δηλαδή κοινής αρμοδιότητας Εκκλησίας και Πολιτείας γ) η Πολιτεία με τον Α.Ν. 1457/1938 όρισε την διαδικασία εκλογής αρχιεπισκόπου, άρα η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι αμιγώς θρησκευτική ή πνευματική αρμοδιότητα της Εκκλησίας αλλά θέμα διοικήσεώς της. Είναι, δηλαδή, διοικητική πράξη εκκλησιαστικής αρχής προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.[13] Συγχρόνως είναι και πράξη εκτελεστή γιατί παράγει έννομα αποτελέσματα (τέλεση Μηνύματος και γνωστοποίηση στο υπουργείο Παιδείας για να εκδοθεί διάταγμα αναγνωρίσεως και καταστάσεως) δ) το κύρος της εκλογής αρχιεπισκόπου Αθηνών προσβάλλεται επειδή στην διαδικασία εκλογής μετείχε παράνομα μητροπολίτης καταδικασμένος σε έκπτωση από τον θρόνο του και καθώς η εκλογή αρχιεπισκόπου διενεργείται από την Ιεραρχία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και των Νέων Χωρών (Ν. 5187/1931 άρθρ. 12 όπως συμπληρώθηκε από τον Α.Ν. 1457/1938 άρθρ. 1) και την Ιεραρχία αποτελούν κανονικοί εν ενεργεία αρχιερείς, άρα το Σώμα που διενήργησε την εκλογή δεν είχε νόμιμη σύνθεση[14] ε) επειδή η ψήφος του μητροπολίτη αυτού επηρεάζει το αποτέλεσμα της εκλογής, αφού με διαφορά μιας ψήφου πλειοψήφησε ο εκλεγείς αρχιεπίσκοπος, η εκλογή και το πρακτικό της είναι ακυρωτέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Συμβούλιο της Επικρατείας συνεκδικάζοντας όλες τις κατατεθειμένες αιτήσεις ακυρώσεως τις δέχεται ως νόμω και ουσία βάσιμες και με την απόφαση ολ.Σ.τ.Ε. 936/1938 ακυρώνει το πρακτικό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος περί εκλογής αρχιεπισκόπου.[15]

    Η απόφαση ολ.Σ.τ.Ε. 936/1938 κοινοποιήθηκε στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος της ΠΕ’ συνοδικής περιόδου. Στις συνεδριάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου Ι’) 1 Δεκεμβρίου 1938- ΙΒ’) 8 Δεκεμβρίου 1938 αποφασίστηκε κατά πλειοψηφίαν να συμμορφωθεί η Εκκλησία της Ελλάδος με την ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.[16] Να σημειωθεί ότι στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο προήδρευε, ως έχων τα πρεσβεία αρχιερωσύνης, ο μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος, ένας από τους μητροπολίτες που προσέβαλαν με αίτηση ακυρώσεως την εκλογή Δαμασκηνού. Είναι γνωστό, ακόμη, ότι οι μητροπολίτες Κορινθίας Δαμασκηνός και Φθιώτιδος Αμβρόσιος είχαν έρθει σε ρήξη κατά το παρελθόν με αφορμή την δημιουργία Μητροπόλεως Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, ιδιαίτερης πατρίδας του Δαμασκηνού, που θα προερχόταν από απόσπαση και τμήματος της Μητροπόλεως Φθιώτιδος.

    Μετά την δικαστική εξέλιξη στο Συμβούλιο της Επικρατείας το καθεστώς Μεταξά προχώρησε σε νομοθετική πρωτοβουλία εκδόσεως νέου νόμου, καθώς έκρινε ότι δεν συνέφερε προσπάθεια εκλογής αρχιεπισκόπου από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο νέος Α.Ν. 1493/1938 «περί εκλογής αρχιεπισκόπου Αθηνών…» (ΦΕΚ 445 Α’/3-12-1938)[17] μετέφερε το δικαίωμα εκλογής αρχιεπισκόπου Αθηνών από την Σύνοδο της Ιεραρχίας στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο.   

    Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος θα καταρτίσει τριπρόσωπο δελτίο, στο οποίο αναδεικνύονται υποψήφιοι με σχετική πλειοψηφία επί του αριθμού των ψηφισάντων αρχιερέων. Τα ονόματα των τριών υποψηφίων που πλειοψήφησαν ανακοινώνονται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Από αυτούς προκρίνει έναν ο Βασιλεύς δια βασιλικού διατάγματος. Σε επιμέρους διατάξεις ρυθμίζονται ο τρόπος συγκροτήσεως απαρτίας της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η ψήφος αρχιερέων που απουσιάζουν λόγω ασθενείας, τα διαδικαστικά της ψηφοφορίας, η κατάρτιση του πρακτικού εκλογής, η περίπτωση ισοψηφίας κάποιων υποψηφίων, η τέλεση του κανονικού Μηνύματος του εκλεγέντος, η διαβεβαίωση ενώπιον του Βασιλέως και η ενθρόνιση του νεοεκλεγέντος.[18]

    Ιδιαίτερης σημασίας είναι η διάταξη που προβλέπει ότι, εάν δεν επιτευχθεί απαρτία σε δύο συνεχόμενες συνεδριάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, τότε με βασιλικό διάταγμα συγκροτείται Αριστίνδην Σύνοδος, η οποία προβαίνει σε εκλογή αρχιεπισκόπου.

    Ο τρόπος με τον οποίο ρύθμισε την δεύτερη αρχιεπισκοπική εκλογή του 1938 το καθεστώς Μεταξά, μετατοπίζοντας το δικαίωμα εκλογής από την Ιεραρχία στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, οι διατάξεις που έβαλε στον Α.Ν. 1493/1938 «περί εκλογής αρχιεπισκόπου Αθηνών…», τις οποίες με σύγχρονη φρασεολογία θα αποκαλούσαμε «φωτογραφικές», η απειλή προς τους συνοδικούς μητροπολίτες, ότι αν δεν προσέλθουν στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, θα συγκροτηθεί Αριστίνδην Σύνοδος για να εκλέξει αυτή τον νέο αρχιεπίσκοπο, οδήγησαν τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς που ασχολήθηκαν με αυτήν την χρονική περίοδο να μιλήσουν για κατάφωρη μεροληψία του καθεστώτος Μεταξά προς τον υποψήφιο που το ίδιο επιθυμούσε.

    Ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει την κατάφωρη παρέμβαση του καθεστώτος Μεταξά στην δεύτερη αρχιεπισκοπική εκλογή του 1938, που διεξήχθη δυνάμει του Α.Ν. 1493/1938, με σκοπό να ευνοηθεί το πρόσωπο που το καθεστώς επιθυμούσε, αποτελεί η έκδοση του Α.Ν. 1505/1938 (ΦΕΚ 460 Α’/8-12-1938) «περί αυθεντικής ερμηνείας της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 2 του Ν. 1493/1938», τον οποίο εντοπίσαμε στους Πανδέκτες νέων νόμων και διαταγμάτων τόμ. ΙΓ’ έτους 1938 σ. 1785 (εκδότης Κ. Σιφναίος). Ο νέος Α.Ν. 1505/1938 που εκδόθηκε 5 ημέρες μετά τον νόμο που ρύθμιζε την αρχιεπισκοπική εκλογή, στο άρθρον μόνον προέβλεπε ότι «η αληθής έννοια της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 2 του Νόμου 1493/1938, καθ’ ήν η εκλογή των τριών υποψηφίων διενεργείται υπό της Ιεράς Συνόδου εν απαρτία συγκροτουμένης δια μυστικής δια ψηφοδελτίων ψηφοφορίας και δια σχετικής πλειοψηφίας επί του αριθμού των ψηφισάντων, είναι ότι θεωρούνται προταθέντες οι λαβόντες πλείονας ψήφους, έστω και αν ο αριθμός των ψήφων δεν αποτελεί απόλυτον επί του συνόλου των ψηφισάντων πλειοψηφίαν».

    Με την διάταξη που ψήφισε το καθεστώς Μεταξά αποδεικνύεται ότι όχι μόνο περιόρισε τον αριθμό εκλεκτόρων για την εκλογή νέου αρχιεπισκόπου από το σύνολο της Ιεραρχίας στα 12 μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, αλλά ακόμα φοβόταν τυχόν απόρριψη του δικού του εκλεκτού, ώστε προσπάθησε να τον επιβάλει και με την μειοψηφία των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Ευτυχώς για το κύρος του αρχιεπισκοπικού θεσμού, όταν συνήλθε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος την 10η Δεκεμβρίου 1938 προς εκλογή νέου αρχιεπισκόπου, ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος εισήλθε στο τριπρόσωπο δελτίο υπερψηφιζόμενος με 11 ψήφους. Αυτόν προέκρινε για την θέση του αρχιεπισκόπου Αθηνών ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β’, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1493/1938 «περί εκλογής αρχιεπισκόπου Αθηνών…».[19]

    Ανασκοπώντας τα γεγονότα των αλλεπάλληλων αρχιεπισκοπικών εκλογών του 1938 βλέπουμε ότι εντάχθηκαν μέσα σε ένα κλίμα ασφυκτικής πιέσεως που δημιούργησε η τότε κυβέρνηση Μεταξά.[20] Μέλη της κυβερνήσεως διαγκωνίζονταν υπέρ του δικού τους εκλεκτού με την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ του μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρυσάνθου. Τελικά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, που αρχικά ήταν αμέτοχος, παρενέβη εμπλέκοντας και το δικαστικό σύστημα της Χώρας. Τροποποιήθηκε αλλεπάλληλα η Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην κατεύθυνση να πριμοδοτηθεί το πρόσωπο που επιθυμούσε το καθεστώς, φθάνοντας στο σημείο να αποπειραθεί να γίνει αποδεκτή εκλογή αρχιεπισκόπου από την μειοψηφία της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (βλ. άρθρον μόνον Α.Ν. 1505/1938).

    Τα αρνητικά γεγονότα του 1938 θα θεραπεύσει η Εκκλησία της Ελλάδος με την Μείζονα Σύνοδο του 1941, η οποία αφού συγκροτήθηκε με πολιτειακό νόμο, το Νομοθετικό Διάταγμα 188/1941, θα αποφασίσει με βάση τους ιερούς κανόνες για το κύρος των εκκλησιαστικών και κυβερνητικών πράξεων που σχετίζονταν με τις αρχιεπισκοπικές εκλογές του 1938.

    Στο ερώτημα αν ο ίδιος ο Χρύσανθος ενδιαφερόταν να αναδειχθεί αρχιεπίσκοπος Αθηνών έχουν διατυπωθεί διάφορες εκτιμήσεις από ιστορικούς του εκκλησιαστικού χώρου και της Πολιτικής Ιστορίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε :

    Ο Ομότιμος καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αθανάσιος Αγγελόπουλος εκτιμά ότι στο αρχιεπισκοπικό ζήτημα του 1938 πέραν της Δικτατορίας Μεταξά που ήθελε αρχιεπίσκοπο δικής της επινεύσεως, ρόλο έπαιξαν οι προσπάθειες της θρησκευτικής Αδελφότητας Ζωή να αποκτήσει ερείσματα στην πολιτική, κρατική και εκκλησιαστική ζωή της Χώρας, αλλά και οι προσωπικές φιλοδοξίες του ίδιου του Χρυσάνθου.[21]

    Ο καθηγητής μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Ανδρέας επισημαίνει για τον ίδιο τον Χρύσανθο ότι είναι ζητούμενο, αν χωρίς την ενθάρρυνση του Ι. Μεταξά, ενδιαφερόταν ουσιαστικά για την θέση του αρχιεπισκόπου Αθηνών. Σίγουρα ήταν πληγωμένος και βαθιά προβληματισμένος από τις εξελίξεις: τις πολιτικοστρατιωτικές που ολοκληρώθηκαν με την Συνθήκη της Λωζάνης, την ανταλλαγή των πληθυσμών και τις εθνοκτονίες της εποχής εκείνης. Ο Χρύσανθος κλήθηκε και ανέλαβε αρχιεπίσκοπος Αθηνών, είναι όμως ζητούμενο αν κατ’ ουσίαν υιοθετούσε, ενέκρινε και αποδεχόταν τα γενόμενα που τελικά ο Ι. Μεταξάς με την στρατιωτική πυγμή του καθεστώτος επέβαλε, προχωρώντας και σε κατάρτιση εκκλησιαστικών νόμων που κατέλυσαν κάθε κανονική τάξη στην Εκκλησία.[22]

    Ο καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Μ. Βαρβούνης μελετώντας το Αρχείο του μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίου, ενός από τους τρεις μητροπολίτες που προσέβαλαν με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας την εκλογή του Δαμασκηνού, εξάγει ως συμπέρασμα ότι Χρύσανθος και Ειρηναίος συνδέονταν με φιλία που ενισχυόταν με διεκδίκηση αμοιβαίων συμφερόντων. Ο μητροπολίτης Σάμου Ειρηναίος προσδοκούσε έμπρακτη ανταπόδοση από τον Χρύσανθο. Ο Χρύσανθος φέρεται να γνώριζε και να υποκινούσε την κίνηση να προσβληθεί δικαστικά η εκλογή Δαμασκηνού. Ήταν αναληθής ο ισχυρισμός του Χρυσάνθου ότι υπήρξε αμέτοχος στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για την ακύρωση της εκλογής Δαμασκηνού. Μετά την εκλογή του ο Χρύσανθος αθέτησε τις προεκλογικές υποσχέσεις του τόσο προς τον μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίο, όσο και προς άλλους, γιατί αυτό θα οδηγούσε στο να μην έχουν τέλος τα αιτήματα για παροχές.[23] Ο καθηγητής Μ. Βαρβούνης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Χρύσανθος εκμεταλλευόταν τις φιλοδοξίες του μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίου, για να πετύχει την ανάρρησή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και επιπλέον δήλωνε ότι δεν γνώριζε την υπόθεση.[24]

    Πάντως είναι γεγονός ότι, όταν μετά την απελευθέρωση από την γερμανική Κατοχή, κύκλοι φιλικά προσκείμενοι προς τον πρ. αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο δραστηριοποιήθηκαν για αποκατάστασή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ανακινώντας για δεύτερη φορά αρχιεπισκοπικό ζήτημα, στηριζόμενοι στην ΣΤ’ Συντακτική Πράξη του έτους 1945 (ΦΕΚ 12 Α’) «περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού» και με το σκεπτικό ότι ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός αναδείχθηκε με νομοθέτημα Κατοχικής κυβερνήσεως, τότε ο Χρύσανθος υπέβαλε οριστική παραίτηση στην νόμιμη ηγεσία της Χώρας, δηλαδή στον Βασιλέα Γεώργιο τον Β’. Δήλωσε ότι θεωρούσε τον εαυτό του παρητημένο από την 5η Ιουλίου 1941, αλλά δεν υπήρχε τότε, κατ’ αυτόν, νόμιμη εκκλησιαστική αρχή ούτε συντεταγμένη πολιτική αρχή για να την υποβάλει. Ζητούσε, μόνο, να του αναγνωρισθεί ως διάστημα κανονικής αρχιεπισκοπείας το διάστημα από 13 Δεκεμβρίου 1938 έως 5 Ιουλίου 1941.[25]

    Από την πλευρά του ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός συγκάλεσε την Σύνοδο της Ιεραρχίας την 22α Ιουλίου 1946, για να κατοχυρώσει εκκλησιαστικά την θέση του.[26] Στην συνεδρία της Ιεραρχίας της 25ης Ιουλίου 1946 κατατέθηκε από ιεράρχες πρόταση στην οποία διαδηλώνονται ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη προς την Μείζονα Ιερά Σύνοδο του 1941, που επανέφερε τον Δαμασκηνό στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και, σύμφωνα με το σκεπτικό της προτάσεως, αποκατέστησε την κανονική τάξη στην Εκκλησία της Ελλάδος.

    Κατ’ αυτόν τον τρόπο έκλεισε το αρχιεπισκοπικό ζήτημα των ετών 1938-1941, που οδήγησε στην ανάδειξη δύο αρχιεπισκόπων Αθηνών, με την δική του ιδιοσυγκρασία ο καθένας, αλλά υπήρξε και αφορμή επεμβάσεως της Πολιτείας, ιδίως με την ψήφιση των δύο Αναγκαστικών Νόμων 1493/1938 και 1505/1938, που αλλοίωσαν την βούληση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος της 5ης Νοεμβρίου 1938 για την εκλογή του Δαμασκηνού ως αρχιεπισκόπου Αθηνών.

 

 


* Ο Ιωάννης Θεοδωρίδης είναι διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 Διεξοδική ανάλυση του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος του έτους 1938 βλ. στην διδακτορική μας διατριβή ikee.lib.auth.gr/record/129055, https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/26653

[1]Διαδικασία πληρώσεως του αρχιεπισκοπικού θρόνου Αθηνών περιελάμβανε ο Καταστατικός Νόμος του 1923 (άρθρ. 25), ενώ στην Καταστατική Νομοθεσία των ετών 1931/1932 ελλείπουν σχετικές διατάξεις. Εικάζουμε ότι ήταν μέσα στις προθέσεις του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Α’ η συμπλήρωση της σχετικής νομοθεσίας, αλλά δεν πρόλαβε να την πραγματοποιήσει.

[2]Γερ. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 291, Γερ. Κονιδάρης, Σταθμοί εκκλησιαστικής πολιτικής σ. 90, μητροπολίτης Τυρολόης Παντελεήμων, Επιτομή Κανονικού Δικαίου σ. 94, μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, Η Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος σσ. 72-73, μητροπολίτης πρ. Λήμνου Βασίλειος, Επίτ. Επισκοπική Ιστορία τ. Γ’ 18, Ι. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σσ. 27-28, Ν. Τζαβέλας, Η εκλογή του αρχιεπισκόπου Αθηνών σσ. 15-16, αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σ. 2175.

Το πλήρες κείμενο του Α.Ν. 1457/1938 βλ. μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, Η Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος σσ. 214-217, Κώδιξ Νόμων 1938 σσ. 796-797.

Επί στρατιωτικών κυβερνήσεων η νομοθέτηση γινόταν κυρίως με Αναγκαστικούς Νόμους, βλ. την διδακτορική διατριβή του Αριστόβουλου Μάνεση, Περί Αναγκαστικών Νόμων.

[3]Ενδεικτικά της διχογνωμίας που επικρατούσε στα μέλη της κυβερνήσεως Μεταξά για το ποιό πρόσωπο επιθυμούσαν να καταλάβει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο είναι τα εξής :

         Ψηφίζοντας η κυβέρνηση Μεταξά νόμο που προέβλεπε την διαδικασία εκλογής αρχιεπισκόπου είχε δύο δυνατότητες : να θεσπίσει είτε φανερή ψηφοφορία, είτε αυτή να είναι μυστική, όπως προέβλεπαν οι παλαιότεροι Καταστατικοί Χάρτες επί εκλογής επισκόπων. Με εισήγηση του υφυπουργού Τύπου Θ. Νικολούδη σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά από 27.10.1938 προκρίθηκε η μυστική ψηφοφορία. Ο υφυπουργός Τύπου προέταξε τον φόβο επί φανερής ψηφοφορίας να επηρεάσει το αποτέλεσμα ο παριστάμενος υπουργός Παιδείας Κ. Γεωργακόπουλος, υποστηρικτής του μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού, βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείον Ι. Μεταξά φάκελος 44 Επιστολαί προς Ι. Μεταξά 21.9.1937 έως Ιανουάριο 1941 αριθμ. εγγράφου 016.

         Ο αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας εκτιμά ότι η διάταξη που παρείχε το δικαίωμα στον υπουργό Παιδείας να κρίνει ανέκκλητα κάθε ένσταση επί της εκλογικής διαδικασίας για την αρχιεπισκοπική εκλογή συμπεριλήφθηκε στον Α.Ν. 1457/1938 σε συνεργασία υπουργού Παιδείας και Βασιλικού Επιτρόπου για να βοηθηθεί η υποψηφιότητα Δαμασκηνού, αφού παραπλανήθηκε ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς, βλ. αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σ. 2177 υποσημ. 1.

[4]Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Ιωάννης καταδικάσθηκε για σιμωνία από το Πρωτοβάθμιο δι’  αρχιερείς Δικαστήριο την 18η Σεπτεμβρίου 1937 σε έκπτωση από τον θρόνο του. Την απόφαση ανέκοψε ο καταδικασθείς μητροπολίτης, όμως η ανακοπή απορρίφθηκε. Μετά την απόρριψη της ανακοπής ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως άσκησε έφεση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου δι’ αρχιερείς Δικαστηρίου. Η εκδίκαση της εφέσεως ορίσθηκε για την 10η Οκτωβρίου 1938 και έγινε τύποις δεκτή. Το Δικαστήριο διέκοψε για την επομένη αλλά την 12η Οκτωβρίου 1938 ασθένησε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Α’ και η διαδικασία δεν προχώρησε. Μετά 4 μήνες, την 9η Φεβρουαρίου 1939 εκδικάσθηκε τελικά η υπόθεση με απόρριψη της εφέσεως και επικύρωση της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, βλ. Ι. Παναγόπουλος, Η σιμωνία σσ. 123-124, Ι. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σσ. 17-19.

[5]Στην Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου τους Κράτους (Ολομ.) με αριθμ. πρωτ. 308/3.11.1938 αναφέρεται ότι : Καταργήθηκε η διάταξη του άρθρ. 135 Ν. 5383/1932, παραμένει σε ισχύ, όμως, το άρθρ. 151 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με το οποίο οι καταδικαστικές αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων καθίστανται εκτελεστές μόλις καταστούν τελεσίδικες, δηλ. δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον τους ανακοπή ή έφεση. Η διάταξη αφορά γενικά τις καταδικαστικές αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Ακόμη και αν αφορούσε μόνο τις καταδικαστικές αποφάσεις κατά αρχιερέων, αφού παραμένει σε ισχύ η διάταξη, η προκείμενη απόφαση δεν είναι εκτελεστή, γιατί δεν είναι τελεσίδικη, αφού ασκήθηκε έφεση που έγινε τυπικά δεκτή από το αρμόδιο Δικαστήριο. Δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από το άρθρ. 152 Ν. 5383/1932 διάταγμα, με το οποίο θα εκτελεστεί η καταδικαστική απόφαση κατά του μητροπολίτη, οπότε αυτός δικαιούται αναμφισβήτητα να συμμετάσχει στην ψηφοφορία για εκλογή αρχιεπισκόπου, βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείον Ι. Μεταξά Φάκελος 45 Περί εκλογής Αρχιεπισκόπου αριθμ. εγγράφου 011.

        Το κείμενο της Γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους βλ. Δ. Πετρακάκος, Νομοκανονικαί ενασχολήσεις σσ. 185-186, αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σ. 2182.

[6]Αθ. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία σ. 61, Γερ. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 291, Γερ. Κονιδάρης, Σταθμοί εκκλησιαστικής πολιτικής σσ. 91-92, Αθ. Γερομιχαλός, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος σ. 242, Ι. Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 448, μητροπολίτης πρ. Λήμνου Βασίλειος, Επίτ. Επισκοπική Ιστορία τ. Γ’ σ. 18, σσ. 21-24 και σ. 148, Ι. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σσ. 15-17 και σσ. 29-31, Ν. Τζαβέλλας, Η εκλογή του αρχιεπισκόπου Αθηνών σ. 14, σσ. 16-18, σσ. 35-37 και σσ. 39-40, αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σσ. 2177-2186.

         Η σύγκληση της Ιεραρχίας προς εκλογή αρχιεπισκόπου έγινε με βάση το β. διάταγμα της 22/25 Οκτωβρίου 1938 (ΦΕΚ 400 Α’/25.10.1938) «περί εκτάκτου συγκλήσεως της Ιεραρχίας της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και των Νέων Χωρών προς εκλογήν αρχιεπισκόπου Αθηνών»  βλ. Αρχείον Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Αρχιεπισκοπή Αθηνών Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός 1. 10 Γ Υποφάκ. 16, Κώδιξ Νόμων 1938 σ. 825.

         Τον κατάλογο των εν ενεργεία σεβ. Ιεραρχών που έλαβαν μέρος στην συνέλευση της Ιεραρχίας προς εκλογή αρχιεπισκόπου Αθηνών, βλ. Αρχείον Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Αρχιεπισκοπή Αθηνών Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός 1. 10 Γ Υποφάκ. 16.

         Τα ψηφοδέλτια των τριών σταδίων της εκλογής βρίσκονται στο Αρχείον Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Φάκελος Αρχιεπισκοπή Αθηνών Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός 1. 10 Β.

        Το κείμενο του πρακτικού εκλογής και της διαβεβαιώσεως του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού βλ. αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σσ. 2183-2184 και σ. 2186, Αρχείον Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Αρχιεπισκοπή Αθηνών Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός 1. 10 Γ Υποφάκ. 16.

[7]Αθ. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία σ. 61, Γερ. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 291, Γερ. Κονιδάρης, Σταθμοί εκκλησιαστικής πολιτικής σ. 91, Αθ. Γερομιχαλός, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος σ. 242, Ι. Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 448, μητροπολίτης πρ. Λήμνου Βασίλειος, Επίτ. Επισκοπική Ιστορία τ. Γ’ σσ. 24-25 και σ. 148, Ι. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σ. 44, Ν. Τζαβέλλας, Η εκλογή του αρχιεπισκόπου Αθηνών σσ. 45-46, αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σ. 2186.

[8]Βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείον Ιωάννου Μεταξά Φάκελος 45 Περί εκλογής Αρχιεπισκόπου αριθμ. εγγράφου 010.

[9]Βλ. Ιωάννης Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο τ. 4/1 σσ. 312-314.

[10]Ο καθηγητής Παναγιώτης Μπούμης θεωρεί «δείγμα πολιτειακών τάσεων και επεμβάσεων στα πράγματα της Εκκλησίας την ανάμιξη των πολιτειακών δικαστικών αρχών σε θέματα εκκλησιαστικά και κανονικά. Η δικαστική εξουσία πολλές φορές επεμβαίνει ύστερα από πρόσκληση εκκλησιαστικών παραγόντων», βλ. Π. Μπούμης, Οι επεμβάσεις της Πολιτείας στην Εκκλησία και ιδιαίτερα στο θέμα εκλογής μητροπολιτών σσ. 21-22.

[11]Αθ. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία σ. 61, Αθ. Γερομιχαλός, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος σ. 242, Ι. Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 448, μητροπολίτης πρ. Λήμνου Βασίλειος, Επίτ. Επισκοπική Ιστορία τ. Γ’ σ. 26, Ι. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σ. 50 και σ. 79, Ν. Τζαβέλλας, Η εκλογή του αρχιεπισκόπου Αθηνών σ. 73 και σσ. 90-91, αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σ. 2193.

[12]Στους μητροπολίτες αναγνωρίστηκε έννομο συμφέρον, γιατί ενδιαφέρονται για την ορθή διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ οι ενορίτες της Μητροπόλεως Αθηνών ενδιαφέρονται για το ποιός θα είναι ο ποιμενάρχης τους.

[13]Το Σ.τ.Ε. είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των αιτήσεων ακυρώσεως κατά πράξεων των διοικητικών αρχών. Οι πράξεις που προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως α) πρέπει να προέρχονται από διοικητικό όργανο β) να έχουν χαρακτήρα εκτελεστό. Το άρθρ. 46 του Ν. 3713/1928 (ο τότε ισχύων Νόμος περί Σ.τ.Ε.) προβλέπει ότι στο ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως υπόκεινται και οι πράξεις των Ν.Π.Δ.Δ. Οι διοικητικές πράξεις της Εκκλησίας, των Μητροπόλεων και των υπολοίπων σχετικών φορέων που τελούν υπό το καθεστώς αυτοδιοικήσεως καθ’ ύλην και σε τομέα διοικητικής δράσεως υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Σ.τ.Ε., βλ. Μ. Στασινόπουλος, Δίκαιον των διοικητικών διαφορών σσ. 102, 151, 163 και 167, Μ. Στασινόπουλος, Δίκαιον των διοικητικών πράξεων σσ. 77-78, Ηλ. Κυριακόπουλος, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον τ. Β’ σ. 243 στοιχείο Ζ’, Ηλ. Κυριακόπουλος, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον τ. Γ’ σ. 84 και σσ. 89-90 και ειδικά υποσημ. 11, Μ. Δένδιας, Διοικητικόν Δίκαιον τ. Α’ σ. 192, Μ. Δένδιας, Στοιχεία Διοικητικού Δικαίου σ. 167 και σσ. 196-200, Στρ. Ανδρεάδης, Διοικητικόν Δίκαιον σσ. 163-165, σ. 415 και σ. 421, Αν. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο σ. 197 και σ. 390, Επ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου τ. 2 σ. 71, Στ. Παπαφράγκος, Πορίσματα εκ της νομολογίας του Σ.τ.Ε. σσ. 44-45, 50-51 και σ. 55, Χαρ. Παπαστάθης, Εκκλησιαστικό Δίκαιο σσ. 74-76, Γ. Πουλής, Νομοθετικά κείμενα Εκκλησιαστικού Δικαίου σ. 41.     

     Στην αγόρευση του Νομικού Συμβούλου του υπουργείου Παιδείας ενώπιον του Σ.τ.Ε. τονίζεται ότι η εκλογή αρχιερέων ήδη από το Καταστατικό Διάταγμα του 1833 είναι εσωτερική πράξη της Εκκλησίας και όχι διοικητική. Η όλη διαδικασία για την εκλογή αρχιεπισκόπου γίνεται δογματικώς και όπως διαγράφεται από τους ιερούς κανόνες. Μετά την εκλογή ακολουθεί το Μικρό και Μεγάλο Μήνυμα. Η όλη ενέργεια είναι πνευματική ενέργεια της Ιεραρχίας και, αφού πρόκειται περί καθαρώς πνευματικής πράξεως, δεν μπορεί το Σ.τ.Ε. να προχωρήσει στην ακύρωσή της (σελ. 1 του κειμένου του), βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείον Ι. Μεταξά Φάκελος 45 Περί εκλογής Αρχιεπισκόπου αριθμ. εγγράφου 012).

      Ο Ιωάννης Παναγόπουλος θεωρεί αβάσιμη και αναληθή την άποψη ότι η εκλογή επισκόπων ήταν ανέκαθεν πράξη συμμίκτου είδους. Κάνει μια ιστορική ανασκόπηση στον τρόπο εκλογής επισκόπων βάσει των ιερών κανόνων και της πρόσφατης καταστατικής νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Καταστατικός Νόμος του 1923, Νόμοι 5187/1931 και 5438/1932) καταλήγοντας ότι η εκλογή των επισκόπων διενεργείται από την Ιεραρχία, άρα είναι υπόθεση της Εκκλησίας και όχι πράξη συμμίκτου είδους, βλ. Ιω. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σσ. 64-78.

[14]Σε γνωμοδότηση του καθηγητή του Εκκλησιαστικού Δικαίου Κωνσταντίνου Ράλλη, η οποία κατατέθηκε στο Σ.τ.Ε., τονίζεται ότι ο προεδρεύων της Ιεραρχίας και τα μέλη της αναγνώρισαν το δικαίωμα του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως να παραστεί και να ψηφίσει, προσυπογράφοντας το πρακτικό εκλογής. Ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έδωσε την ένορκη διαβεβαίωση για την αποδοχή της εκλογής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μετά την υπογραφή στον Ιερό Κώδικα από τον Δαμασκηνό τον από Κορινθίας ως αρχιεπισκόπου Αθηνών, αυτός μόνο με παραίτηση ή άσκηση βίας ή καθαίρεση θα ήταν δυνατόν να απομακρυνθεί από τον θρόνο, βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείον Ι. Μεταξά Φάκελος 45 Περί εκλογής Αρχιεπισκόπου Αθηνών αριθμ. εγγράφου 013.

     Το Σ.τ.Ε. δέχθηκε τον προβαλλόμενο λόγο ακυρώσεως επειδή α) αρμοδιότητα του Σ.Τ.Ε. είναι η «κατ’ αίτησιν ακύρωσις δια παράβασιν νόμου των πράξεων των διοικητικών αρχών». Οι πάσης φύσεως πράξεις των διοικητικών αρχών κατέστησαν προσβλητές από τους ενδιαφερόμενους για παράβαση του νόμου στις περιπτώσεις όπου τέτοιο δραστικό μέσο προστασίας δεν παρέχει ειδικός νόμος, βλ. Ηλ. Κυριακόπουλος, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον τ. Γ’ σ. 111, Μ. Δένδιας, Στοιχεία Διοικητικού Δικαίου σσ. 168-169 και σ. 200, Στρ. Ανδρεάδης, Διοικητικόν Δίκαιον σ. 417, Αν. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο σ. 412, Επ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου τ. 2 σσ. 101-103, Πρ. Δάγτογλου Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο τ. α’ σ. 74 και β) η νόμιμη συγκρότηση και η νόμιμη πρόσκληση των μελών συλλογικών οργάνων διοικήσεως αποτελούν δύο από τους κανόνες νομίμου λειτουργίας των οργάνων αυτών. Οι κανόνες αυτοί ανάγονται στην τήρηση των προϋποθέσεων που θεσπίζονται από τον νόμο για την παραγωγή έγκυρων διοικητικών πράξεων, βλ. Μ. Στασινόπουλος, Δίκαιον των διοικητικών πράξεων σ. 165 και σσ. 203-205, Ηλ. Κυριακόπουλος, Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον τ. Β’ σσ. 20-21 και σσ. 23-24, Μ. Δένδιας, Διοικητικόν Δίκαιον τ. Γ’ σσ. 148-149, Αν. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο σσ. 327-328 και σ. 333, Πρ. Δάγτογλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο τ. α’ σσ. 279-281, Στ. Δεληκωστόπουλος, Η παράβασις ουσιώδους τύπου ως λόγος ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων σσ. 9-23 και σσ. 29-55.

     Ο Κωνσταντίνος Πολυζωΐδης επισημαίνει ότι στον τομέα της διοικητικής δραστηριότητας των εκκλησιαστικών οργάνων, από απόψεως διοικητικού δικαίου, έλεγχος της Πολιτείας υπάρχει, όταν με δικαστική απόφαση κατόπιν προσφυγής ερευνάται μη νόμιμη σύνθεση ως προς την συγκρότηση των ανωτάτων διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ι. Σ. Ιεραρχίας, Δ. Ι. Σύνοδος), επιλύοντας τα αναφυόμενα ζητήματα, βλ. Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών εις το Εκκλησιαστικό Δίκαιο σ. 21.

       Νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου διοικήσεως υπάρχει, όταν στο υπό κρίση όργανο, ευρισκόμενο σε λειτουργία, συμμετέχουν μόνο τα πρόσωπα τα οποία είναι απαλλαγμένα κωλυμάτων προς άσκηση του δικαιώματος ή καθήκοντος συμμετοχής τους. Τα κωλύματα αυτά είναι η απώλεια προσωρινά ή οριστικά της διοικητικής εξουσίας του αρχιερέα, η δικαστικώς αποφασισθείσα απαλλαγή από τα καθήκοντά του και η επιβολή ποινής αργίας. Στην ύπαρξη κωλύματος συμμετοχής στηρίζεται η προσφυγή κατά της μη νόμιμης συγκροτήσεως του οργάνου, βλ. Κ. Πολυζωΐδης, Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών εις το Εκκλησιαστικό Δίκαιο σσ. 95-96.

[15]Σε υποσημείωση παραθέτουμε γνώμες έγκριτων νομικών που σχολιάζουν την απόφαση ολ.Σ.τ.Ε. 936/1938.

    Στο περιοδικό Ε.Ε.Ν. 8/1941 σσ. 119-120 δημοσιεύεται γνωμοδότηση όπου αναφέρεται ότι η εγκυρότητα της εκλογής ανώτατου εκκλησιαστικού λειτουργού ανήκει στην πνευματική και θρησκευτική αρμοδιότητα της Εκκλησίας γιατί α) ο αρχιεπίσκοπος είναι ο πνευματικός αρχηγός της Εκκλησίας και β) η εκλογή τελείται υπό την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. Τα παραπάνω αποτελούν δόγμα πίστεως για την Εκκλησία και δεν μπορούν να τεθούν υπό την κρίση κοσμικού δικαστηρίου, οπότε το Σ.τ.Ε. είναι αναρμόδιο να προβεί σε ακύρωση της εκλογής του αρχιεπισκόπου Αθηνών.

      Ο καθηγητής Χαράλαμπος Φραγκίστας κρίνει ότι η απόφαση του Σ.τ.Ε. δεν είναι ορθή. Με βάση τις διατάξεις των άρθρων 147, 134 και 135 του Ν. 5383/1932 η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δι’ αρχιερείς δεν είναι προσωρινώς εκτελεστή. Άρα ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Ιωάννης δεν είχε παύσει να είναι εν ενεργεία. Η διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση δεν κατισχύει των νομικών διατάξεων. Επομένως εξακολουθεί να είναι εν ενεργεία μητροπολίτης και ορθώς έλαβε μέρος στην ψηφοφορία, βλ. Στοιχεία Εκκλησιαστικού Δικαίου σσ. 161-162.

      Ο καθηγητής Αναστάσιος Χριστοφιλόπουλος δέχεται ότι οι μητροπολίτες συμμετέχουν στην Σύνοδο της Ιεραρχίας εφ’ όσον δεν απέβαλαν οριστικά τον θρόνο ή καταδικάστηκαν σε καθαίρεση. Εάν διατελούν σε ποινή αργίας κωλύονται από την συμμετοχή στις εργασίες της Ιεραρχίας όσο χρόνο διαρκεί η ποινή τους. Η προσωρινή πραγματική ή νόμιμη απομάκρυνση μητροπολίτη από την έδρα του από άλλη αιτία δεν του αφαιρεί την ιδιότητα του μέλους της Συνόδου της Ιεραρχίας, βλ. Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον σ. 166.

     Η εκλογή μητροπολίτη είναι ακυρωτέα εάν ψήφισαν ή αποκλείσθηκαν από την ψηφοφορία εκλέκτορες, οι οποίοι σύμφωνα με τον νόμο έπρεπε στην πρώτη περίπτωση να αποκλεισθούν ενώ στην δεύτερη να ψηφίσουν, σε τέτοιο αριθμό που θα μπορούσε να επηρεαστεί το εκλογικό αποτέλεσμα, βλ. Αν. Χριστοφιλόπουλος, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον σ. 175.

     Οι καθηγητές Τρωιάνος- Πουλής αντιμετωπίζουν ως ειδική περίπτωση για το θέμα συμμετοχής στην Ι. Σύνοδο της Ιεραρχίας την ύπαρξη καταδίκης από Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δι’ αρχιερείς σε ποινή που συνεπάγεται την απώλεια της διοικητικής εξουσίας. Τότε επιμετράται αν ασκήθηκε ένδικο μέσο ανακοπής πριν από την εκπνοή της προθεσμίας ή αν ασκήθηκαν τέτοια μέσα πριν από την έκδοση της αποφάσεως του ανώτερου δικαστηρίου. Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται από το εκκλησιαστικό ποινικό δικονομικό δίκαιο που ισχύει στον κρίσιμο χρόνο, από το αν δηλαδή το δίκαιο αυτό αναγνωρίζει ή όχι ανασταλτικό αποτέλεσμα στην προθεσμία για την άσκηση ή στην ίδια την άσκηση των ενδίκων μέσων. Η απόφαση ολ.Σ.τ.Ε. 936/1938 ανάγεται κατά τους καθηγητές Τρωιάνο- Πουλή σε περίοδο που δεν ίσχυε το ανασταλτικό αποτέλεσμα, βλ. Σπ. Τρωιάνος- Γ. Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο σ. 267.

[16]Για τα διαμειφθέντα στις συνεδριάσεις της Δ. Ι. Συνόδου βλ. αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σσ. 2201-2209 και σσ. 2215-2219.

        Η απόφαση ολ.Σ.τ.Ε. 936/1938 διαβιβάσθηκε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος με το υπ’ αριθμ. Πρωτ. 4005 έγγραφο του Σ.τ.Ε. και έλαβε αριθμ. Σ. Πρωτ. 2692/28/11/1938, βλ. Αρχείον Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Φάκελος Αρχιεπισκοπή Αθηνών Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός 1.10 Φάκελος Αρχιεπίσκοποι Μητροπολίται Αθηνών Υποφάκ. Νο 16 1.10 Α.

[17]Το πλήρες κείμενο του Α.Ν. 1493/1938 βλ. μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, Η Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος σσ. 219-223, Κώδιξ Νόμων 1938 σσ. 896-897, Πανδέκται νέων νόμων και διαταγμάτων 13/1938 σσ. 1761-1763.

[18]Αθ. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία σ. 62, Γερ. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 292, Γερ. Κονιδάρης, Σταθμοί Εκκλησιαστικής πολιτικής σσ. 30, 78 και 92, Αθ. Γερομιχαλός, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος σ. 242, Ι. Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 448, μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, Η Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος σσ. 72-73, μητροπολίτης Τυρολόης Παντελεήμων, Επιτομή Κανονικού Δικαίου σ. 94, Ευάγ. Μαντζουνέας, Εκκλησιαστικόν Δίκαιον τ. Β’ σ. 86.

[19]Αθ. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία σ. 62, Γερ. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σ. 292, Γερ. Κονιδάρης, Σταθμοί εκκλησιαστικής πολιτικής σ. 93, Αθ. Γερομιχαλός, Εκκλησιαστική Ιστορία Ελλάδος σ. 242, Ι. Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία τ. Β’ σσ. 448-449, μητροπολίτης πρ. Λήμνου Βασίλειος, Επίτ. Επισκοπική Ιστορία τ. Γ’ σ. 38, Ι. Παναγόπουλος, Το αρχιεπισκοπικόν ζήτημα σσ. 86-87, αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σσ. 2219-2220.

[20]Έχει ήδη λεχθεί ότι στον 20ο αιώνα η πρώτη φορά που διεξήχθη αρχιεπισκοπική εκλογή χωρίς καμμία πολιτειακή παρέμβαση άμεση ή έμμεση κατορθώθηκε το 1998 στην διαδοχή του αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ από τον Χριστόδουλο [Παρασκευαΐδη] τον από Δημητριάδος, βλ. Γ. Ιατρού, Αναδείξεις αρχιερέων στην Εκκλησία της Ελλάδος κατά την τελευταία πεντηκονταετία (1967-2017) στο Αντιπελάργησις Τιμητικός Τόμος Ι. Κονιδάρη σ. 161.

[21]Αθ. Αγγελόπουλος, Εκκλησιαστική Ιστορία σσ. 57-58, πρβλ. Β. Γιούλτσης, Κοινωνιολογική θεώρησις των θρ. Αδελφοτήτων στο Γ. Μαντζαρίδης, Θέματα κοινωνιολογίας της Ορθοδοξίας σσ. 179-180 και σσ. 184-186,  Α. Γουσίδης, Οι χριστιανικές οργανώσεις. Η περίπτωση της Αδελφότητας Η Ζωή. Κοινωνιολογική προσέγγιση σ. 71,  Christoph Maczewski, Η κίνηση της «Ζωής» στην Ελλάδα σ. 66.

[22]μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Ανδρέας, Ο Ι. Μεταξάς και η εκλογή του Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος στο Σπουδή στην κατακόρυφη και οριζόντια κοινωνικότητα Τιμητικός Τόμος στον Ομότιμο καθηγητή Β. Γιούλτση σ. 88.

[23]Μ. Βαρβούνης, Τραπεζούντος Χρύσανθος και Σάμου Ειρηναίος. Το χρονικό μιας αμφίρροπης εκκλησιαστικής φιλίας στο Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος Φιλιππίδης ο από Τραπεζούντος. Πρακτικά επιστημονικής διημερίδας σσ. 256, 258-259, 261-262.

[24]Μ. Βαρβούνης, Τραπεζούντος Χρύσανθος και Σάμου Ειρηναίος. Το χρονικό μιας αμφίρροπης εκκλησιαστικής φιλίας στο Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος Φιλιππίδης ο από Τραπεζούντος. Πρακτικά επιστημονικής διημερίδας σ. 263.

[25]Γ. Καραγιάννης, Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο σ. 192, μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Ανδρέας, Εκκλησία Εθναρχούσα και Εθνική σσ. 158-159.

[26]Για τις εργασίες της Συνόδου της Ιεραρχίας του 1946 βλ. αρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών τ. Δ’ σσ. 2521-2557.

 

Επαφή

arthro 13

13arthro@gmail.com

Αναζήτηση στο site

Αφιερώματα

Άρθρο 13: Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου

Article 13...     THE CONSTITUTION OF GREECE In the name of the Holy and Consubstantial and Indivisible Trinity   Article 13 1. Freedom of religious conscience is...

Θρησκευτική ουδετερότητα - Προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος

του Ιωάννη Καστανά τα άρθρα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Το άρθρο 3 του Συντάγματος εμποδίζει το ελληνικό Κράτος να είναι ουδετερόθρησκο; Αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα κορυφώνεται η...

Νέα Γένεση: Ανάσταση στον κήπο στο μέσο της Γης

του Δημητρίου Αλεξόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και  Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   «Μία ὑπῆρχεν, ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος, καὶ ἐν τάφῳ, καὶ ἐν τῇ...

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ Ο ΕΝ ΥΔΑΣΙ ΤΗΝ ΓΗΝ ΚΡΕΜΑΣΑΣ

της Αναστασίας Κόλλια   Μεγάλη Πέμπτη σήμερα και η  Αγία Εκκλησία μας, τη στιγμή μεταξύ του 5ου και του 6ου Ευαγγελίου ψάλλει το αντίφωνο...  Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν...

ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΚΟΛΛΑΡΟΥ

της Ολυμπίας-Μαρίας Ποντίκη, Νομικού - ΜΦ Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ Τα εγκλήματα του λευκού κολάρου γνωρίζουμε ότι εντάσσονται στην κατηγορία των εγκλημάτων των οικονομικών που...

Μεγάλυνον ψυχή μου, τὸν ἐκ τῆς Παρθένου, Θεὸν σαρκὶ τεχθέντα.

της Αναστασίας Κόλλια, Δικηγόρου - Θεολόγου Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού αποτελεί ακατάλυπτο μυστήριο και παράδοξο. Στο κοσμοσωτήριο έργο της Θείας οικονομίας και στο ανερμήνευτο...

© 2020 ΑΡΘΡΟ 13 (All Rights Reserved)

Υλοποιήθηκε από Webnode