Το Ιστορικό και Νομικό υπόβαθρο του θεσμού του Μουφτή στην Ελλάδα

Αστέρης Αθ. Μπουζιάς - Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάτοχος τίτλου Μεταδιδακτορικής Έρευνας του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης Ιστορίας Χωρών Χερσονήσου του Αίμου – Τουρκολογίας του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., Διδάσκων στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, Μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων
 
*η παρούσα δημοσιεύθηκε στα πρακτικά του κύκλου διαλέξεων με θέμα τις θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα (Οι θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα: νομοθετικό πλαίσιο ελληνικό και ευρωπαϊκό) που συνδιοργάνωσαν το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Σπουδών "Νίκος Σβορώνος" του Ευρωπαϊκoύ Οργανσμού Δημοσίου Δικαίου EPLO και ο Σύλλογος μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Σ.ΜΕ.Κ..ΘΕ.), https://www1.eplo.int/event/1070.
 
 
1. ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΗ:
Ο Μουφτής αποτελεί έναν ιδιόρρυθμο θεσμό στην ελληνική έννομη τάξη με ένα ιδιαιτέρως σύνθετο ιστορικό υπόβαθρο. Πρόκειται για ένα κατάλοιπο της οθωμανικής δικαιοταξίας, η επιβίωση της οποίας στη σύγχρονη ελληνική έννομη τάξη θέτει σοβαρά και σύνθετα δικαιοπολιτικά ζητήματα. Ο θεσμός του Μουφτή έλκει την καταγωγή του από το ισλαμικό δίκαιο, αλλά έχει ενσωματωθεί και καλείται να λειτουργεί στους κόλπους μίας σύγχρονης έννομης τάξης δυτικού τύπου.
Ο σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να ιχνηλατήσει το ιστορικό και νομικό υπόβαθρο του θεσμού του Μουφτή στην Ελλάδα. Ειδικότερα, επιδιώκεται η ανίχνευση των ιστορικών καταβολών και η οριοθέτηση της ισχύουσας ρύθμισης του θεσμού του Μουφτή στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης.
Η γνωστική και ερμηνευτική προσέγγιση του θεσμού καθίσταται δυσχερέστερη από το γεγονός ότι η έννομη ρύθμισή του αποτυπώθηκε, κατά καιρούς, σε πολυάριθμα διεθνή συμβατικά και εσωτερικά νομοθετικά κείμενα. Αυτά τα κανονιστικά κείμενα σχηματίζουν ένα παλίμψηστο, καθώς σωρεύουν διαφορετικές ιστορικές στιγμές. Προπάντων, έχουν κατά καιρούς ανακύψει, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, σοβαρές αμφισβητήσεις σχετικώς με την ισχύ των εν λόγω ρυθμίσεων.
2.ΟΙ ΑΠΩΤΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ. Ο ΚΑΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΟΥΦΤΗΣ
Στο Ισλάμ θρησκεία, πολιτική και δίκαιο συνδέονται στενά. Τούτο το στοιχείο καθόρισε τη φυσιογνωμία των ισλαμικών δικαιικών θεσμών1.
Μέσα από την ιστορική εξέλιξη του ισλαμικού δικαίου, αναδείχθηκαν δύο βασικοί νομικοί θεσμοί: (α) ο Καδής και (β) ο Μουφτής.
 Ειδικότερα, ο Καδής:
Είναι ο μουσουλμάνος ιεροδίκης.
Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και όχι μόνο αποτέλεσε για αιώνες τη σπονδυλική στήλη του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.
Όντας φορέας δικαιοδοτικής εξουσίας, τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και σε άλλα ισλαμικά κράτη, διοριζόταν από τον ηγεμόνα, ήτοι από την κοσμική εξουσία, ανεξαρτήτως της στενής διασύνδεσης του θεσμού του καδή με τον Ιερό Νόμο2.
 Ειδικότερα, ο Μουφτής:
Είναι ο ερμηνευτής του Ιερού Νόμου. Έχει κατά βάση γνωμοδοτικές αρμοδιότητες. Ο Μουφτής εκδίδει «φετβάδες», δηλ. γνωμοδοτήσεις επί κρίσιμων ζητημάτων τα οποία άπτονται της εφαρμογής του Ιερού Νόμου. Αυτός είναι, καταρχήν, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ο Μουφτής παρεμβαίνει στην εφαρμογή του Ιερού Νόμου3.
Αρχικώς, οι Μουφτήδες ασκούσαν τα καθήκοντά τους δίκην ελευθέρων επαγγελματιών. Σταδιακώς, δρομολογήθηκε η ενσωμάτωση των Μουφτήδων στους κρατικούς θεσμούς. Αυτή η εξέλιξη κορυφώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τη δημιουργία ενός νέου θεσμού, του Σεΐχ-ουλ-ισλάμη, δηλαδή του «γέροντα του Ισλάμ».
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Νομοθέτη (16ος αιώνας), γνωστού στο δυτικό κόσμο και ως Μεγαλοπρεπούς, ο Μέγας Μουφτής της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε τον παραπάνω τίτλο, ο οποίος έως τότε απονεμόταν τιμής ένεκεν σε επιφανείς ερμηνευτές του Ιερού Νόμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μουφτής της Κωνσταντινουπόλεως θεωρήθηκε ταυτοχρόνως και Μέγας Μουφτής της αυτοκρατορίας. Ο Σεΐχ-ουλ-ισλάμης αναδείχθηκε σε ηγέτη των ουλεμάδων, δηλ. των ειδημόνων και διδασκάλων του Ιερού Νόμου. Έτσι, δίπλα στους ιεροδίκες (Καδήδες), οι οποίοι διορίζονταν από την κρατική εξουσία και τοποθετούνταν στα ιεροδικεία, οΣεϊχ-ουλ-ισλάμης όριζε επίσημους Μουφτήδες για όλες τις μεγάλες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έκτοτε, ο θεσμός του επίσημου Μουφτή γνώρισε διάδοση σε όλα τα μουσουλμανικά κράτη. Η καθιέρωση του θεσμού του κρατικού Μουφτή δεν οδήγησε στην κατάργηση των ιδιωτών μουφτήδων. Έτσι, μετά τον 16ο αιώνα, στο Ισλάμ συνυπάρχουν δύο κατηγορίες μουφτήδων, οι ιδιώτες Μουφτήδες και οι Μουφτήδες του Κράτους.
Οι δύο θεσμοί, του Καδή και του Μουφτή, δεν ταυτίζονταν, καταρχήν. Εξαιρετικώς, οι δύο ιδιότητες, του ιεροδίκη και του ερμηνευτή του Ιερού Νόμου, συνέπιπταν στο πρόσωπο του Σεΐχ-ουλ-ισλάμη4.
3. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΥΦΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΚΡΑΤΕΙΑ: ΔΙΕΘΝΕΙΣ  ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ
 Το πρώτο κανονιστικό πλαίσιο:
 Η Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως (1881) και ο Ν. ΑΛΗ’/1882
Στις 20 Ιουνίου του έτους 1881 υπεγράφη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας η «Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως», η οποία κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ/1882 (φ. 14/13-3-1882).
Η σύμβαση αυτή προσδιόρισε τα νέα ελληνοτουρκικά σύνορα (επέκταση του Ελληνικού κράτους με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας, βλ. άρθρα 1 και 2), διέλαβε δε, μεταξύ άλλων, και διατάξεις για την προστασία «των κατοίκων των παραχωρουμένων τη Ελλάδι χωρών».
Κατά το άρθρ. 3 της Σύμβασης, «η ζωή, η περιουσία, η τιμή, η θρησκεία και τα έθιμα των κατοίκων των παραχωρουμένων τη Ελλάδι χωρών, όσοι μείνωσιν υπό  την Ελληνικήν διοίκησιν, θλελουσιν είσθαι σεβαστά και απαραβίαστα. Θα απολαύωσι δε ούτοι εντελώς των αυτών αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, ων και οι εκ γενετής υπήκοοι Έλληνες», ενώ σύμφωνα με το άρθρ. 8, «εις τους Οθωμανούς των παραχωρουμένων τη Ελλάδι μερών εξασφαλίζεται η ελευθερία του θρησκεύματος και της λατρείας αυτών. Δεν θέλει δε προσβληθή κατ` ουδέν η αυτονομία και ο ιεραρχικός οργανισμός των υπαρχουσών ή σχηματισθησομένων Μουσουλμανικών κοινοτήτων, ουδέ η διοίκησις της περιουσίας και των ακινήτων αυτών κτημάτων. Ουδέν κώλυμα δύναται  να  παρεμβληθή  εις  τας θρησκευτικάς σχέσεις  των  κοινοτήτων  τούτων προς τους πνευματικούς αυτών αρχηγούς. Τα εγχώρια θρησκευτικά δικαστήρια θα εξασκώσι και εν τω μέλλοντι την δικαιοδοσίαν αυτών επί υποθέσεων καθαρώς θρησκευτικών».
Σε εκτέλεση της Σύμβασης της Κωνσταντινουπόλεως ψηφίστηκε ο νόμος ΑΛΗ’/1882 «Περί πνευματικών αρχηγών των Μωαμεθανικών κοινοτήτων» (φ. 59/1- 7-1882), ο οποίος περιέχει τις πρώτες ρυθμίσεις για το Μουφτή, που χαρακτηρίζεται ως «πνευματικός αρχηγός των μουσουλμανικών κοινοτήτων».
Σύμφωνα με τις διατάξεις του, «Οι Μουφτήδες, ως δημόσιοι λειτουργοί, διορίζονται και παύονται δια Β. Διατάγματος, επί τη προτάσει των επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας εκπαιδεύσεως, και επί της Δικαιοσύνης Υπουργών, και δίδουσιν ενώπιον του οικείου Νομάρχου τον του δημοσίου υπαλλήλου όρκον. Εν περιπτώσει απολύσεως ή θανάτου τινός των Μουφτήδων, η της περιφερείας αυτού Μωαμεθανική κοινότης καλείται υπό του οικείου Νομάρχου προς υπόδειξιν του διαδόχου αυτού» (άρθρ. 2).
Μάλιστα, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή ενσωμάτωση των μουσουλμανικών πληθυσμών, ο νόμος προέβλεψε ότι τις νεοσύστατες αυτές κρατικές θέσεις θα καταλάμβαναν, με την έκδοση του κατ’ εξουσιοδότηση διατάγματος, οι ήδη υπηρετούντες Μουφτήδες, ήτοι αυτοί που είχαν τοποθετηθεί από την Οθωμανική Διοίκηση. Περαιτέρω, προβλεπόταν η καταβολή απολύτως ικανοποιητικής, για τα δεδομένα της εποχής, μισθοδοσίας5.
Ο νόμος ΑΛΗ’/1882 όριζε επίσης τις αρμοδιότητες των Μουφτήδων (άρθρ. 4), προέβλεπε δε την έκδοση βασιλικού διατάγματος για το λεπτομερέστερο καθορισμό των καθηκόντων των Μουφτήδων και τον τρόπο της άσκησής  τους, καθώς και για τη ρύθμιση της συμμετοχής «των Μωαμεθανικών κοινοτήτων προς τον διορισμόν αυτών» (άρθρ. 5).
Ειδικότερα, με το άρθρο 4 του Ν. ΑΛΗ’/1882, απονέμονταν στους Μουφτήδες γνωμοδοτικές (και όχι δικαιοδοτικές) αρμοδιότητες, καθώς επίσης και διοικητικές αντίστοιχες. Ειδικότερα, οι Μουφτήδες είχαν «γνωμοδοτικήν αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος θρησκευτικού, κληρονομικού ή οικογενειακού των Μωαμεθανών δικαίου». Οι διοικητικές αρμοδιότητες αφορούσαν στην άσκηση εποπτείας επί των μουσουλμανικών σχολείων και στη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας.
Εν σχέσει προς τις αρμοδιότητες των Μουφτήδων, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, με τη Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως, δεν απονέμονταν στους Μουφτήδες δικαιοδοτικές αρμοδιότητες.
Το άρθρο 8 της Συμβάσεως της Κωνσταντινουπόλεως του 1881 προέβλεπε ρητώς τη διατήρηση των ισλαμικών ιεροδικείων («θρησκευτικών  δικαστηρίων»), Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι η Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίζοντας «εγχώρια θρησκευτικά δικαστήρια», αναφερόταν σε Μουσουλμάνους Ιεροδίκες (Καδήδες) και όχι σε Μουφτήδες6.Συνεπώς, σε αυτήν τη φάση, δεν επερχόταν, θεωρητικώς τουλάχιστον, σύγχυση ανάμεσα στην ιδιότητα του Καδή και εκείνη του Μουφτή.
Εντούτοις, η διατύπωση του άρθρου 8 της Συμβάσεως ήταν αρκούντως αόριστη, ώστε η πρόβλεψη για λειτουργία ισλαμικών Ιεροδικείων στην Ελλάδα να στερείται πρακτικής σημασίας. Η αοριστία της διατύπωσης του άρθρου 8 αναφερόταν τόσο στη στελέχωση των «εγχώριων θρησκευτικών δικαστηρίων» όσο και στην έκταση της δικαιοδοσίας τους, η οποία θα εκτεινόταν «επί υποθέσεων καθαρώς θρησκευτικών», χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό.
Ομοίως ο εκτελεστικός της Συμβάσεως Ν. ΑΛΗ’/1882 δε ρυθμίζει τη λειτουργία τέτοιων δικαστηρίων εντός της ελληνικής επικρατείας.
Τόσο η ασαφής διατύπωση της Σύμβασης όσο και το κενό του νόμου θα πρέπει να αποδοθούν σε συγκεκριμένες δικαιοπολιτικές σταθμίσεις.
Ειδικότερα, η Ελλάδα, αφενός μεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί την υπαγωγή των Μουσουλμάνων πολιτών της σε ειδικό νομικό καθεστώς, ως προς ορισμένες έννομες σχέσεις τους, αφετέρου δε όμως δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί τη λειτουργία εντός της ελληνικής επικρατείας ισλαμικών ιεροδικείων παραδοσιακού (οθωμανικού) τύπου. Αν γινόταν δεκτή μία τέτοια διευθέτηση, η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να ανεχθεί την άσκηση, εντός της ελληνικής επικρατείας, έστω περιορισμένης, δικαιοδοτικής λειτουργίας από Καδήδες διορισμένους από τον Σεΐχ-ουλ-ισλάμη. Ο τελευταίος αποτελούσε την απευθείας προϊσταμένη αρχή όλων των Καδήδων και ταυτοχρόνως τον ανώτατο βαθμό δικαιοδοσίας των Ισλαμικών Ιεροδικείων.
Υπό το φως των ανωτέρω δικαιοπολιτικών σταθμίσεων, το όλο ζήτημα της στελέχωσης και δικαιοδοσίας των ισλαμικών Ιεροδικείων στη χώρα παρέμεινε ουσιαστικώς σε εκκρεμότητα έως την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, οπότε, όπως θα δούμε, στη συνέχεια, διαμορφώθηκε ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο για τους Μουφτήδες7.
Το κανονιστικό πλαίσιο που συνέθεταν η Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως και ο Ν. ΑΛΗ’/1882 αφορούσε στους Μουφτήδες Λάρισας, Φαρσάλων, Τρικάλων και Βόλου (άρθρ. 1 και 6).
Σε αυτό το πρώτο κανονιστικό πλαίσιο, αποτυπώθηκε μία δέσμη θεσμικών χαρακτηριστικών, τα οποία, με αποχρώσεις, επρόκειτο να χαρακτηρίζουν το θεσμό του μουφτή στην ελληνική έννομη τάξη και σε μεταγενέστερες περιόδους, φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας.
Ειδικότερα, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1881 και του εκτελεστικού της Ν.ΑΛΗ’/1882 :
(α) Ο Μουφτής αναγνωρίζεται προεχόντως ως θρησκευτικός λειτουργός.
(β) Ο Μουφτής αναγνωρίζεται, παραλλήλως, ως δημόσιος λειτουργός ή δημόσιος υπάλληλος. Η έννοια του δημοσίου λειτουργού και του δημοσίου υπαλλήλου φαίνεται να ταυτίζεται στα νομοθετικά κείμενα της εποχής8.
(γ) Η μουσουλμανική κοινότητα συμμετέχει στην ανάδειξη των Μουφτήδων, χωρίς να καθορίζεται ο ακριβής τρόπος αυτής της συμμετοχής.
(δ) Σε κάθε περίπτωση, ο Μουφτής διορίζεται με βασιλικό διάταγμα, ήτοι με πράξη του αρχηγού του ελληνικού Κράτους. Κατά συνέπεια, η ανάδειξη του Μουφτή συνιστά σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία περιλαμβάνει την εκλογή του Μουφτή και το διορισμό του με διάταγμα.
Το κανονιστικό πλαίσιο των Μουφτήδων παρέμεινε αμετάβλητο μέχρι την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων.
 Ο αντίκτυπος των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913):
 Η Συνθήκη των Αθηνών (1913) και ο Ν. 147/1914
Κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα, η προϊούσα εδαφική ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους, με την ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών στον εθνικό κορμό, συνοδεύθηκε από την πρόκληση της διοικητικής ενσωμάτωσης των «Νέων Χωρών». Η ενσωμάτωση αυτή συνδέθηκε με διεθνείς συνθήκες και εσωτερικές νομοθετικές παρεμβάσεις.
Σε αυτά τα διεθνή και εσωτερικά συμφραζόμενα, σημειώθηκαν σημαντικές μεταβολές στους αριθμούς των ετερόθρησκων πληθυσμών εντός της Επικράτειας (συνεπεία φυσικά της απελευθερώσεως και προσαρτήσεως νέων εδαφών). Ειδικότερα, κατά την απογραφή του 1920, καταγράφονται επίσημα λιγότεροι από 5.500 μουσουλμάνοι πολίτες εντός των προ του 1913 συνόρων και ήδη το 1928 (και παρά τις τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών και την ανταλλαγή που είχε λάβει χώρα με 390.000 περίπου μετακινήσεις προς την Τουρκία) ανέρχονται σε 126.000 (αύξηση που ξεπερνάει το 2.200%) και περιλαμβάνει κυρίως τους εξαιρέσιμους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Θράκης και της Ηπείρου.
Μετά το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου υπεγράφη η Συνθήκη του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913, βλ. φ. 229 Α΄/14-11-1913), με την οποία, ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών εξεχώρησε προς «τους Συμμάχους Ηγεμόνας πάσας τας επί της Ευρωπαϊκής Ηπείρου εδαφικάς εκτάσεις της Αυτοκρατορίας [...] προς δυσμάς γραμμής αρχομένης από της επί του Αιγαίου Πελάγους Αίνου μέχρι της επί του Ευξείνου Πόντου Μηδείας, εξαιρουμένης της Αλβανίας» (άρθρ. 4).
Μετά το πέρας του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου υπεγράφη η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913) μεταξύ Ελλάδας, Μαυροβουνίου, Ρουμανίας και Σερβίας αφενός και Βουλγαρίας αφετέρου (φ. 217 Α΄/28-10-1913). Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, καθορίστηκαν τα σύνορα της Βουλγαρίας με την Ελλάδα (άρθρ. 5), τη Σερβία (άρθρ. 3) και τη Ρουμανία (άρθρ. 2). Στην Ελλάδα περιήλθαν, τελικώς, η Θεσσαλονίκη, η Χαλκιδική, το λιμάνι της Καβάλας με ολόκληρη σχεδόν την ενδοχώρα, η Νότια Ήπειρος και τα Ιωάννινα.
Σε εκτέλεση όσων συμφωνήθηκαν με τις συνθήκες Λονδίνου και Βουκουρεστίου υπεγράφη «η μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Σύμβασις περί Ειρήνης της 1/14 Νοεμβρίου 1913» (Συνθήκη των Αθηνών), η οποία κυρώθηκε με το νόμο ΔΣΙΓ΄ (4213)/1913 (φ 229 Α΄/14-11-1913).
Στο άρθρο 11 της Συνθήκης αυτής ορίζονται τα εξής: «Η ζωή, η περιουσία, η τιμή, η θρησκεία και τα έθιμα των κατοίκων των εκχωρουμένων τη Ελλάδι χωρών, οίτινες ήθελον μείνει υπό την Ελληνικήν Διοίκησιν, έσονται επακριβώς σεβαστά. Θέλουσιν απολαύει τελείως των αυτών αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, οία οι εκ καταγωγής Έλληνες υπήκοοι. Η ελευθερία, η εξωτερική λατρεία της θρησκείας εξασφαλισθήσονται τοις Μουσουλμάνοις. Το όνομα της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος του Σουλτάνου, ως Χαλίφου, εξακολουθήσει μνημονευόμενον εν ταις δημοσίαις προσευχαίς των Μουσουλμάνων. Ουδαμώς δύνανται να θιγώσιν  η αυτονομία και η ιεραρχική οργάνωσις των Μουσουλμανικών Κοινοτήτων των υφισταμένων ή τυχόν σχηματισθησομένων ως και η διοίκησις της ανηκούσης αυταίς κινητής και ακινήτου περιουσίας. Επίσης ουδέν κώλυμα δύναται να παρεμβληθή εις τας των ιδιωτών και Μουσουλμανικών Κοινοτήτων σχέσεις προς τους πνευματικούς αυτών αρχηγούς οίτινες θέλουσι τελεί υπό την εξάρτησιν του εν Κωνσταντινουπόλει Σεΐχ-ούλ-Ισλαμάτου, περιβάλλοντος τον Αρχιμουφτήν διά της προς ενάσκησιν των καθηκόντων αυτού  πνευματικής  εγκρίσεως.  Οι  Μουφτήδες,  έκαστος  εν  τη  περιφερεία  αυτού, θέλουσιν εκλέγεσθαι υπό εκλογέων Μουσουλμάνων. Ο Αρχιμουφτής διορίζεται υπό  της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων εκ τριών υποψηφίων, εκλεγομένων και υποδεικνυομένων υπό εκλογικής συνελεύσεως, εκπροσωπουμένης, εκ πάντων των εν  Ελλάδι  Μουφτήδων.  Η  Ελληνική  Κυβέρνησις  θέλει  ανακοινοί  την  εκλογήν  του Αρχιμουφτή διά της εν Κωνσταντινουπόλει Β΄ Πρεσβείας της Ελλάδος εις το Σεΐχ-ούλ-Ισλαμάτον,  όπερ θέλει αποστέλλει αυτώ "Μανσούριον" και "Μουρασελέν" επιτρέποντα αυτώ  να  ασκή  τα  καθήκοντα  αυτού  και  να  χορηγή  προς  τους  άλλους  εν  Ελλάδι Μουφτήδες το δικαίωμα της δικαιοδοσίας και της εκδόσεως φετβάδων. Οι Μουφτήδες εκτός της αρμοδιότητος αυτών επί των καθαρώς θρησκευτικών υποθέσεων και της εποπτείας αυτών επί της διοικήσεως των Βακουφικών κτημάτων, ασκούσι την εαυτών δικαιοδοσίαν  μεταξύ  Μουσουλμάνων  επί  γάμων,   διαζυγίων,   διατροφών  (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και διαδοχής εις θέσιν Μουτεβελλή (τεβλιέτ). Αι παρά των Μουφτήδων εκδιδόμεναι αποφάσεις εκτελούνται υπό των αρμοδίων Ελληνικών Αρχών. Ως προς τας κληρονομίας οι ενδιαφερόμενοι Μουσουλμάνοι δύνανται, μετά προηγουμένην συμφωνίαν, να προσφεύγωσι τω Μουφτή ως διαιτητή. Κατά της ούτως εκδοθείσης διαιτητικής αποφάσεως, έσονται δεκτά πάντα τα ενώπιον των Δικαστηρίων της Χώρας ένδικα μέσα, εκτός αν υπάρχη διάταξις περί του εναντίου ρητώς διατετυπωμένη».
Εξάλλου, στο Πρωτόκολλο υπ’αριθμ. 3, που συνοδεύει τη Σύμβαση ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι «Ο Αρχιμουφτής και οι Μουφτήδες ... κέκτηνται τα αυτά δικαιώματα και τας αυτάς υποχρεώσεις, οίας οι λοιποί Έλληνες δημόσιοι λειτουργοί», ότι «οι Μουφτήδες δεν δύνανται να παυθώσιν ειμή συμφώνως προς τας διατάξεις του 88ου άρθρου του Συντάγματος του Ελληνικού Βασιλείου (πρόκειται για το άρθρ. 88 του Σ 1911 που ορίζει τον τρόπο παύσης των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων)» και ότι «αι Μουσουλμανικαί Κοινότητες αναγνωρίζονται νομικά πρόσωπα».
Με τη Συνθήκη των Αθηνών του έτους 1913, επέρχονται σημαντικές μεταβολές στο νομικό καθεστώς των Μουφτήδων. Το περιεχόμενο και η διατύπωση του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών εμπνέονται από το περιεχόμενο και τη διατύπωση της Συμβάσεως της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1881, αλλά και βαίνουν επέκεινα αυτής. Οι καινοτομίες που εισάγονται με τη Συνθήκη των Αθηνών στο νομικό καθεστώς των Mουφτήδων θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε δύο σημεία:
(α) Κατοχυρώνεται η πνευματική και διοικητική εξάρτηση των Μουφτήδων από τις αρμόδιες θρησκευτικές αρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήτοι από το Σουλτάνο – Χαλίφη και το Σεϊχουλισλάμη.
(β) Απονέμονται για πρώτη φορά, ρητώς, στους Mουφτήδες ειδικές δικαιοδοτικές αρμοδιότητες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκλείπει νομικώς στην Ελλάδα ο θεσμός του Καδή, οι σχετικές αρμοδιότητες του οποίου περιέρχονται πλέον στο Μουφτή. Με αυτή τη ρύθμιση, επήλθε από το 1913 μία σύγχυση ανάμεσα στους δύο βασικούς δικαιικούς ισλαμικούς θεσμούς, εκείνους του Kαδή και του Μουφτή. Σε αντίθεση με την οθωμανική περίοδο, όπου ο Καδής είχε, καταρχήν, γενική δικαιοδοσία, ο Μουφτής στην ελληνική επικράτεια αποκτά δικαιοδοσία σε συγκεκριμένες κατηγορίες διαφορών οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Στο σημείο αυτό, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, με το άρθρο 11 της Συνθήκης των Αθηνών, ο Μουφτής δεν αποκτούσε γενική δικαιοδοσία σε διαφορές οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Η μουφτειακή δικαιοδοσία εκτεινόταν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, οι οποίες απαριθμούνται περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 11. Αυτή η οριοθέτηση του αντικειμένου της μουφτειακής δικαιοδοσίας επρόκειτο να αποτελέσει ένα σταθερό χαρακτηριστικό του θεσμού, το οποίο καταλαμβάνει και την ισχύουσα ρύθμισή του.
Με τις παραπάνω ρυθμίσεις, επιχειρήθηκε να αντιμετωπισθεί ένα ζήτημα που είχε κατ’ ουσίαν μείνει εκκρεμές από την εποχή της συνάψεως της Συμβάσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1881) και της ψηφίσεως του Ν. ΑΛΗ’/1882. Όπως εκτέθηκε προηγουμένως, εκκρεμούσε η διευθέτηση του ζητήματος της στελέχωσης και λειτουργίας των ισλαμικών Ιεροδικείων στην ελληνική επικράτεια.
Προκειμένου να αποφευχθεί η άσκηση, εντός της ελληνικής επικρατείας, έστω περιορισμένης, δικαστικής λειτουργίας από Μουσουλμάνους Ιεροδίκες διορισμένους από το Σεϊχουλισλάμη, προκρίθηκε, με τις διατάξεις της Συνθήκης των Αθηνών του έτους 1913, η λύση της ανάθεσης ειδικών δικαιοδοτικών καθηκόντων στο Μουφτή. Ο τελευταίος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατέστη, σε περιορισμένη έστω έκταση, παραλλήλως, Ιεροδίκης. Επρόκειτο για μία υβριδική διευθέτηση, η οποία διαφοροποιούνταν αισθητώς από τα μέχρι τότε ισχύοντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και γενικότερα, στο Ισλάμ.
Οι παραπάνω ρυθμίσεις της Συνθήκης των Αθηνών επιβεβαιώθηκαν στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας. Σε εκτέλεση της Συνθήκης των Αθηνών, εκδόθηκε ο Ν.147/1914«Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως» (ΕτΚ Α’ 25/1-2-1914), στο άρθρο 4 του οποίου προβλέφθηκε ότι: «Τα του γάμου των εις το μουσουλμανικόν ή ισραηλιτικόν θρήσκευμα ανηκόντων, ήτοι τ’αφορώντα εις την νόμιμον σύστασιν και διάλυσιν του γάμου και τας συνεστώτος αυτού προσωπικάς σχέσεις των συζύγων και τα των συγγενικών δεσμών διέπονται υπό του ιερού νόμου και κρίνονται κατ’ αυτόν. Ως προς τους  μουσουλμάνους  ισχύουσι  προσέτι  οι  περί  αυτών  ειδικοί  όροι  της  μεταξύ  της Ελλάδος και Τουρκίας τελευταίας συνθήκης».
Υπογραμμίζεται ότι ο Ν. 147/1914 δεν αφορούσε αποκλειστικώς στους Μουσουλμάνους, αλλά και στους Ισραηλίτες. Το όλο πλέγμα ρυθμίσεων του νόμου αυτού εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ενσωμάτωσης των «Νέων Χωρών» στην ελληνική έννομη τάξη. Ειδικώς, ως προς τους μουσουλμάνους, γίνεται ρητή παραπομπή στις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης των Αθηνών.
Ειδικώς, ως προς τον τρόπο ανάδειξης του Μουφτή, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι η Συνθήκη των Αθηνών του έτους 1913 καθιέρωνε μεν την εκλογή του Μουφτή «υπό εκλογέων Μουσουλμάνων», χωρίς, ωστόσο, να καθορίζει ποιοι Μουσουλμάνοι αποκτούσαν την ιδιότητα του εκλογέα. Πολύ περισσότερο, η Συνθήκη των Αθηνών δεν κατοχύρωνε σύστημα άμεσης και καθολικής ψηφοφορίας για την εκλογή του Μουφτή. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που, με τις διατάξεις της Συνθήκης των Αθηνών, κατοχυρωνόταν ήταν ότι η εκλογή του Μουφτή καθίστατο εσωτερική υπόθεση της μουσουλμανικής κοινότητας9.
 Την επαύριον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: ο Ν. 2345/1920
Η Συνθήκη των Αθηνών και ο Ν. 147/1920 συνέθεταν, ως προς τους Μουσουλμάνους πολίτες της Ελλάδας, ένα πλαίσιο ρυθμίσεων που είχαν συνομολογηθεί από το Ελληνικό Κράτος και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον απόηχο των Βαλκανικών Πολέμων. Πολύ σύντομα, οι καταιγιστικές εξελίξεις στη Χερσόνησο του Αίμου και ιδίως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μετέβαλαν για  μία ακόμη φορά τα δεδομένα στην περιοχή και στις σχέσεις των δύο μερών
Λίγο πριν από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 148 Α΄/3-7-1920) ο Ν. 2345/1920 "Περί προσωρινού Αρχιμουφτή και Μουφτήδων των εν τω κράτει Μουσουλμάνων, και περί διαχειρίσεως των περιουσιών των Μουσουλμανικών κοινοτήτων».
Ο νόμος αυτός προβλέπει «ως ανωτάτη εν τω Κράτει θρησκευτική αρχή των μουσουλμάνων» τον Αρχιμουφτή, ο οποίος εποπτεύει «τους εν τω κράτει Μουφτήδες εις την ενάσκησιν των καθηκόντων των» (άρθρ. 1 και 2).
Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ρυθμίζονται τα σχετικά με την εκλογή και το διορισμό του Αρχιμουφτή.
Το άρθρο 6 του παραπάνω νόμου ρυθμίζει λεπτομερώς την εκλογή και το διορισμό των Μουφτήδων ως εξής: «Εντός μηνός αφ` ης ήθελε κενωθήθέσις τις των εν τω Κράτει Μουφτήδων, ο αρμόδιος Γενικός Διοικητής ή ... ο αρμόδιος  Νομάρχης, προκηρύσσει εκλογήν του αντικαταστάτου αυτού δια πράξεως τοιχοκολλουμένης εις τα τεμένη και τα γραφεία των Δήμων και Κοινοτήτων της περιφερείας της κενωθείσης θέσεως, εν οις κατοικούσι Μουσουλμάνοι εκλογείς και δημοσιευομένης εις μιαν τουλάχιστον των εν τη έδρα του Νομού και μιαν των εν Αθήναις εκδιδομένων εφημερίδων ... Οι υποψήφιοι υποβάλλουσι τας αιτήσεις των εντός δέκα πέντε ημερών από της τελευταίας εν τη εφημερίδι δημοσιεύσεως προς τον Γενικόν Διοικητήν ή ... προς τον Νομάρχην ... Ο Γενικός Διοικητής ή ο Νομάρχης εντός δέκα ημερών από της λήψεως των εγγράφων τούτων διαβιβάζει ταύτα μετά των ιδίων παρατηρήσεων προς το επί των Εκκλησιαστικών Υπουργείον, όπερ, διαγράφον τους μη εγκρινομένους υπ` αυτού δια την θέσιν του Μουφτή, διαβιβάζει τα έγγραφα εις τον Αρχιμουφτήν ... Ο Αρχιμουφτής ελέγχων τα προσόντα των υποψηφίων ... αποστέλλει εις τον αρμόδιον Γενικόν Διοικητήν ή Νομάρχην πίνακα των εχόντων τα ανωτέρω προσόντα υποψηφίων εκ των υποβαλόντων αιτήσεις και μη διαγραφέντων υπό του Υπουργού. Δικαίωμα εκλογής έχουσι πάντες οι μουσουλμάνοι οι εγγεγραμμένοι εν τοις εκλογικοίς καταλόγοις των βουλευτικών εκλογών της περιφερείας δι` ην διεξάγεται εκλογή μουφτή ... Η εκλογή διεξάγεται ... δια μυστικής διά ψηφοδελτίων ψηφοφορίας μεταξύ των εν τω τελειωτικώ πίνακι .. υποψηφίων. Επιτυχών θεωρείται ο σχετικώς πλειοψηφίσας. Ο επιτυχών ανακηρύσσεται υπό του Πρωτοδικείου της πρωτευούσης της περιφερείας του Μουφτή, δι` ην η εκλογή, δι` αποφάσεως τοιχοκολλουμένης εις τα γραφεία του Πρωτοδικείου και εκτιθεμένης επί 15μερον. Εντός της 15μέρου ταύτης προθεσμίας πας εκλογεύς δικαιούται να υποβάλη ενστάσεις .. Αι ενστάσεις εκδικάζονται υπό του Πρωτοδικείου ... Επικυρωθείσης της εκλογής ή μη υποβληθείσης ενστάσεως τα έγγραφα αποστέλλονται υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών αμελλητί προς το επί των Εκκλησιαστικών Υπουργείον, προκαλούν το περί διορισμού του εκλεγέντος Β. Διάταγμα, όπερ κοινοποιείται ... εις τον Αρχιμουφτήν, όστις κοινοποιεί αυτό εις τον διορισθέντα. Ο διορισθείς Μουφτής προ της αναλήψεως των καθηκόντων του δίδει τον όρκον του δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του αρμοδίου Νομάρχου».
Παρατηρούμε ότι, σε αντίθεση με τη Συνθήκη των Αθηνών, η οποία δεν καθόριζε το ακριβές σύστημα εκλογής του Μουφτή, με το άρθρο 6 του Ν. 2345/1920 καθιερώνεται σύστημα άμεσης και καθολικής ψηφοφορίας για την εκλογή των Μουφτήδων, κατά το πρότυπο του αντίστοιχου συστήματος για την εκλογή των Βουλευτών.
Εκτός από τις διατάξεις που αφορούν στην εκλογή και στο διορισμό του Αρχιμουφτή και των Μουφτήδων, ο Ν. 2345/1920 περιέχει ρυθμίσεις για τα καθήκοντα των Μουφτήδων (βλ. άρθρ. 10). Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι: «… Οι Μουφτήδες, πλην των καθαρώς θρησκευτικών αυτών καθηκόντων κατά τον ιερόν νόμον εποπτεύουσι …, ασκούσι δικαιοδοσίαν μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ’ όσον διέπεται υπό του ιερού Μουσουλμανικού νόμου, και έχουσι γνωμοδοτικήν αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος θρησκευτικού, κληρονομικού ή του οικογενειακού των Μωαμεθανών δικαίου».
Με το Ν. 2345/1920, επιβεβαιώνεται η διττή ιδιότητα του Μουφτή ως θρησκευτικού λειτουργού και ιεροδίκη, η οποία είχε καθιερωθεί, για πρώτη φορά, με τη Συνθήκη των Αθηνών (1913) και τον εκτελεστικό της Ν. 147/1914. Και ο ίδιος, άλλωστε, ο Ν. 2345/1920 είναι εκτελεστικός της Συνθήκης των Αθηνών.
Με την έναρξη ισχύος του Ν. 2345/1920 καταργήθηκαν, δυνάμει άλλωστε και του άρθρου 15 του νόμου αυτού, οι διατάξεις του νόμου ΑΛΗ’/1882.
Από τη διατύπωση του άρθρου 1 του Ν. 2345/1920, καθώς και από τον τίτλο του συνάγεται ότι, τουλάχιστον ως προς το διορισμό του Αρχιμουφτή, ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού προσωρινό χαρακτήρα, ενόψει της επικείμενης σύναψης της Συνθήκης των Σεβρών και «της επιψηφίσεως ειδικού νόμου περί οργανώσεως και διοικήσεως των εν κράτει Μουσουλμανικών κοινοτήτων».
Τέτοιος «ειδικός νόμος» δεν ακολούθησε, ενώ ο Ν. 2345/1920 καταργήθηκε ρητώς με το άρθρ. 9 του Ν. 1920/1991, όπως θα δούμε, στη συνέχεια.
Σε ό,τι αφορά πάντως το διαπροσωπικό δίκαιο της μουσουλμανικής μειονότητας, η ισχύς του εκτελεστικού της Συμβάσεως των Αθηνών Ν.147/1914 έπαυσε σιωπηρώς, αφού πλέον ίσχυαν και εφαρμόζονταν οι ρυθμίσεις του προσωρινού Ν.2345/1920, στα πλαίσια του εθνικού δικαίου και της νέας διαμορφωθείσας πραγματικής –και επικείμενης νομικής- κατάστασης.
 Στον απόηχο των Συνθηκών των Σεβρών (1920) και της Λωζάννης (1923)
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου υπεγράφη, στις 10 Αυγούστου 1920, μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας αφενός («Προέχουσαι Σύμμαχοι και Συνησπισμέναι Δυνάμεις») και της Ελλάδας αφετέρου, η Συνθήκη των Σεβρών "Περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων".
Όπως αναφέρει το προοίμιο της Συνθήκης, τα συμβαλλόμενα μέρη έλαβαν υπόψη «ότι από της 1ης Ιανουαρίου 1913 ευρείαι εδαφικαί εκτάσεις απεκτήθησαν υπό του Βασιλείου της Ελλάδος, ότι το Βασίλειον της Ελλάδος, το οποίον παρέσχεν εις τους εν ταις χώραις αυτού βιούντας πληθυσμούς ισότητα δικαιωμάτων αδιακρίτως καταγωγής, γλώσσης και θρησκείας, επιθυμεί να επιβεβαιώση τα δικαιώματα ταύτα και επεκτείνη αυτά και επί των πληθυσμών των χωρών αίτινες ήθελον ενωθή μετά του Βασιλείου, όπως παράσχη αυτοίς πλήρη και ακεραίαν εγγύησιν ότι θέλουσι διοικηθή συμφώνως προς τας αρχάς της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ότι η Ελλάς δέον ν` απαλλαγή μερικών υποχρεώσεων ας έχει αναλάβει απέναντι Δυνάμεων τινών και ότι εις τας υποχρεώσεις ταύτας δέον να υποκατασταθώσιν έτεραι προς την Κοινωνίαν των Εθνών».
Έτσι, με τη Συνθήκη των Σεβρών η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία αναγνώρισαν ότι «η Ελλάς αναλαμβάνει διά την διατήρησιν των θρησκευτικών ελευθεριών υποχρεώσεις υπό την εγγύησιν της Κοινωνίας των Εθνών» και παραιτήθηκαν «του δικαιώματος όπερ είχεν αναγνωρισθή αυταίς δια του υπ` αριθ. 3 Πρωτοκόλλου της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου της 3 Φεβρουαρίου 1830, προς εξασφάλισιν της προστασίας των θρησκευτικών ελευθεριών».
Σημαντικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 1 [αυξημένη τυπική ισχύς των διατάξεων της Συνθήκης], 2 [προστασία της ζωής και της ελευθερίας των κατοίκων της Ελλάδος, αδιακρίτως «καταγωγής, εθνικότητος, γλωσσικού ιδιώματος, φυλής ή θρησκείας», θρησκευτική ελευθερία], 7 και 8 [ισονομία, ελεύθερη χρήση της  γλώσσας, δικαίωμα σύστασης θρησκευτικών ή κοινωφελών  ιδρυμάτων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων], 9 [διδασκαλία των μειονοτικών γλωσσών στη δημόσια εκπαίδευση],14 [«Η Ελλάς συμφωνεί να λάβη αναφορικώς προς τους μουσουλμάνους πάντα τα αναγκαιούντα μέτρα όπως κανονίση, συμφώνως προς τα μουσουλμανικά έθιμα, τα του οικογενειακού δικαίου και της προσωπικής καταστάσεως αυτών. Η Ελλάς αναλαμβάνει να προστατεύση τα τεμένη, νεκροταφεία και λοιπά μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα»]. Κατά το άρθρο 16 της Συνθήκης, οι διατάξεις που αφορούν εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες αποτελούν «υποχρεώσεις διεθνούς συμφέροντος υπό την εγγύησιν της Κοινωνίας των Εθνών».
Η Συνθήκη των Σεβρών κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 25/25 Αυγούστου 1923, μαζί με τη Συνθήκη της Λωζάννης (Φ.Ε.Κ. 238 Α΄/25-8-1923), αλλά και αυτοτελώς με το Ν.Δ. από 29/9/1923 (Φ.Ε.Κ. 311 Α΄/30-10-1923).
Εντωμεταξύ, στις 10 Αυγούστου 1920 είχε υπογραφεί μεταξύ των συμμάχων αφενός και της Ελλάδας αφετέρου η Συνθήκη περί Θράκης.
Σύμφωνα με το άρθρ. 1 της Συνθήκης αυτής, «Αι προέχουσαι σύμμαχοι και συνησπισμέναι Δυνάμεις [...] μεταβιβάζουσιν εις την Ελλάδα [...] πάντα τα δικαιώματα, ως και τους τίτλους άτινα έχουσιν εκ του άρθρου 48 της μετά της Βουλγαρίας υπογραφείσης εν Neuilly Sur Seine τη 27 Νοεμβρίου 1919 Συνθήκης ειρήνης επί των εδαφών της Θράκης, άτινα ανήκον εις την βουλγαρικήν μοναρχίαν».
Η Συνθήκη περί Θράκης κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 29/9/1923 [Φ.Ε.Κ. 330 Α΄/15-11-1923]).
Η οριστική παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα έγινε όμως το 1923, με τον τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης.
Περαιτέρω, στις 24 Ιουλίου 1923 υπεγράφη στη Λωζάννη συνθήκη ειρήνης, μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της  Ελλάδας, της Ρουμανίας και του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων αφενός, και της Τουρκίας αφετέρου. (Η Συνθήκη αυτή κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 23- 8-1923 [Φ.Ε.Κ. 238 Α΄/25-8-1923]).
Τα άρθρα 2-22 της συνθήκης ρυθμίζουν τα σχετικά με τους εδαφικούς όρους, ενώ τα άρθρα 37-45 αποτελούν τις διατάξεις για την προστασία των μειονοτήτων.
Ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές ορίζουν τα ακόλουθα:
«Η Τουρκία αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως αι εν τοις άρθροις 38-44 περιεχόμεναι διατάξεις αναγνωρισθώσιν ως θεμελιώδεις νόμοι, όπως ουδείς νόμος, ή κανονισμός, ή επίσημός τις πράξις διατελώσιν εν αντιφάσει ή εν αντιθέσει προς τας διατάξεις ταύτας, και όπως ουδείς νόμος, ή κανονισμός, ή επίσημός τις πράξις κατισχύωσιν αυτών»(άρθρο 37).
«Η τουρκική κυβέρνησις αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να παρέχη εις πάντας τους κατοίκους της Τουρκίας πλήρη και απόλυτον προστασίαν της ζωής και της ελευθερίας αυτών, αδιακρίτως γεννήσεως, εθνικότητος, γλώσσης, φυλής, ή θρησκείας. Πάντες οι κάτοικοι της Τουρκίας δικαιούνται να πρεσβεύωσιν ελευθέρως, δημοσία τε και κατ` ιδίαν, πάσαν πίστιν, θρησκείαν, ή δοξασίαν ων η άσκησις δεν ήθελεν είναι ασυμβίβαστος προς την δημοσίαν τάξιν και τα χρηστά ήθη. Αι μη μουσουλμανικαί μειονότητες θα απολαύωσι πλήρως της ελευθερίας κυκλοφορίας και μεταναστεύσεως, υπό την επιφύλαξιν των εφαρμοζομένων εφ` όλου ή μέρους του εδάφους εις άπαντας τους Τούρκους υπηκόους μέτρων, άτινα ήθελον τυχόν ληφθή υπό της τουρκικής Κυβερνήσεως χάριν της εθνικής αμύνης και της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως»(άρθρο 38).
«Οι ανήκοντες εις μη μουσουλμανικάς μειονότητας υπήκοοι Τούρκοι θα απολαύωσι των αυτών αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων ων και οι μουσουλμάνοι. Πάντες οι κάτοικοι της Τουρκίας, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος, θα ώσιν ίσοι απέναντι του νόμου. Η διαφορά θρησκείας, δοξασίας, ή πίστεως δεν οφείλει να αποτελέση κώλυμα δι` ουδέν Τούρκον υπήκοον ως προς την απόλαυσιν των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ιδία την παραδοχήν εις τας δημοσίας θέσεις, αξιώματα, και τιμάς ή την εξάσκησιν των διαφόρων επαγγελμάτων και βιομηχανιών. Ουδείς περιορισμός θέλει επιβληθή κατά της ελευθέρας χρήσεως παρά παντός Τούρκου υπηκόοου οιασδήποτε γλώσσης, είτε εν ταις ιδιωτικαίς ή εμπορικαίς σχέσεσιν, είτε ως προς την θρησκείαν, τον Τύπον, και πάσης φύσεως δημοσιεύματα, είτε εν ταις δημοσίαις συναθροίσεσιν. Παρά την ύπαρξιν της επισήμου γλώσσης, θα παρέχωνται αι προσήκουσαι ευκολίαι εις τους Τούρκους υπηκόους τους λαλούντας γλώσσαν άλλην ή την τουρκικήν διά την προφορικήν χρήσιν της γλώσσης αυτών ενώπιον των δικαστηρίων»(άρθρο 39).
«Οι Τούρκοι υπήκοοι οι ανήκοντες εις μη μουσουλμανικάς μειονότητας θα απολαύωσι νομικώς και πραγματικώς της αυτής προστασίας και των αυτών εγγυήσεων ων απολαύουσι και οι λοιποί Τούρκοι υπήκοοι. Θα έχωσιν ιδίως ίσον δικαίωμα να συνιστώσι, διευθύνωσι, και εποπτεύωσιν, ιδίαις δαπάναις, παντός είδους φιλανθρωπικά, θρησκευτικά, ή κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία και λοιπά εκπαιδευτήρια, μετά του δικαιώματος να ποιώνται ελευθέρως εν αυτοίςχρήσιν της γλώσσης των και να τελώσιν ελευθέρως τα της θρησκείας των»(άρθρο 40).
«Εν ταις πόλεσι και περιφερείαις ένθα διαμένει σημαντική αναλογία υπηκόων μη μουσουλμάνων, η τουρκική Κυβέρνησις θα παρέχη, ως προς την δημοσίαν εκπαίδευσιν, τας προσηκούσας ευκολίας προς εξασφάλισιν της εν τοις δημοτικοίς σχολείοις παροχής, εν τη ιδία αυτών γλώσση της διδασκαλίας εις τα τέκνα των εν λόγω Τούρκων υπηκόων. Η διάταξις αύτη δεν κωλύει την τουρκικήν Κυβέρνησιν να καταστήσηυποχρεωτικήν την διδασκαλίαν της τουρκικής γλώσσης εν τοις ειρημένοις σχολείοις. Εν ταις πόλεσι και περιφερείαις ένθα υπάρχει σημαντική αναλογία Τούρκων υπηκόων ανηκόντων εις μη μουσουλμανικάς μειονότητας, θέλει εξασφαλισθή εις τας μειονότητας ταύτας δικαία συμμετοχή εις την διάθεσιν των χρηματικών ποσών άτινα τυχόν θα εχορηγούντο εκ του δημοσίου χρήματος υπό του προϋπολογισμού του κράτους ή των δημοτικών και λοιπών προϋπολογισμών επί εκπαιδευτικώ, θρησκευτικώ, ή φιλανθρωπικώ σκοπώ ...»(άρθρο 41).
«Η τουρκική Κυβέρνησις δέχεται να λάβη απέναντι των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, όσον αφορά την οικογενειακήν ή προσωπικήν αυτών κατάστασιν, πάντα τα κατάλληλα μέτρα όπως τα ζητήματα ταύτα κανονίζωνται συμφώνως προς τα έθιμα των μειονοτήτων τούτων ... Η τουρκική Κυβέρνησις υποχρεούται να παρέχη πάσαν προστασίαν εις τας εκκλησίας, συναγωγάς, νεκροταφεία, και λοιπά θρησκευτικά καθιδρύματα των ειρημένων μειονοτήτων. Εις τα ευαγή καθιδρύματα  ως και τα θρησκευτικά και φιλανθρωπικά καταστήματα των αυτών μειονοτήτων, των ήδη ευρισκομένων εν Τουρκία, θα παρέχηται πάσα ευκολία και άδεια, η δε τουρκική Κυβέρνησις, προκειμένου περί ιδρύσεως νέων θρησκευτικών και φιλανθρωπικών καθιδρυμάτων, ουδεμίαν θέλει αρνηθή εκ των αναγκαίων ευκολιών, αίτινες έχουσιν εξασφαλισθή εις τα λοιπά ιδιωτικά καθιδρύματα ομοίας φύσεως»(άρθρο 42).
«Οι εις τας μη μουσουλμανικάς μειονότητας ανήκοντες  Τούρκοι υπήκοοι δεν θα ώσιν υποχρεωμένοι να εκτελώσι πράξεις αποτελούσας παράβασιν της πίστεως ή των θρησκευτικών των εθίμων, ούτε θα περιπίπτωσιν εις ανικανότητά τινα αρνούμενοι να παραστώσιν ενώπιον των δικαστηρίων ή να εκτελέσωσι νόμιμόν τινα πράξιν κατά την ημέραν της εβδομαδιαίας των αναπαύσεως. Ουχ ήττον η διάταξις αύτη δεν απαλλάσσει τους Τούρκους τούτους υπηκόους των υποχρεώσεων αίτινες επιβάλλονται εις πάντας τους λοιπούς Τούρκους υπηκόους προς τήρησιν της δημοσίας τάξεως» (άρθρο 43).
«Η Τουρκία παραδέχεται όπως αι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων του παρόντος τμήματος, εφ` όσον αφορώσιν εις τους μη μουσουλμάνους υπηκόους της Τουρκίας, αποτελέσωσιν υποχρεώσεις διεθνούς συμφέροντος και τεθώσιν υπό την εγγύησιν της Κοινωνίας των Εθνών. Αι διατάξεις αύται δεν δύνανται να τροποποιηθώσιν άνευ της συγκαταθέσεως της πλειοψηφίας του συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών...» (άρθρο 44).
«Τα αναγνωρισθέντα διά των διατάξεων του παρόντος τμήματος δικαιώματα εις τας εν Τουρκία μη μουσουλμανικάς μειονότητας, αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος εις τας εν τω εδάφει αυτής ευρισκομένας μουσουλμανικάς μειονότητας» (άρθρο 45).
Τέλος, με το Ν.Δ. της 23/25 Αυγούστου 1923 κυρώθηκε και η σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών που υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923.
Σύμφωνα με την τελευταία αυτή σύμβαση, «από της 1ης Μαΐου 1923 θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών» (άρθρ. 1). Δεν περιλαμβάνονται όμως στην ανταλλαγή, (α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως και (β) οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης.
Η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε ως συνέπεια τη δραστική μείωση του αριθμού των Μουφτειών στην ελληνική επικράτεια. Έτσι, το 1928 Μουφτείες λειτουργούσαν στην Ήπειρο, στη Θεσσαλονίκη και στη Θράκη, ενώ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μόνο στη Θράκη (Ξάνθη, Κομοτηνή, Διδυμότειχο). Οι Μουφτείες της Ηπείρου καταργήθηκαν το 1954. Η Μουφτεία της Ρόδου, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και στη νομολογία άποψη, δεν υπόκειται στο ίδιο νομικό καθεστώς με τις Μουφτείες της Θράκης10.
Προέχοντα ρόλο στην οργάνωση του Οθωμανικού Κράτους διαδραμάτισε ο θεσμός των μιλλέτ (millet), ήτοι των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων στις οποίες η Υψηλή Πύλη παραχωρούσε προνόμια και ατέλειες, σταδιακά δε και σχετική διοικητική αυτονομία. Σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε και η διοίκηση της ορθόδοξης κοινότητας στην ισλαμική επικράτεια.
Ο θεσμός των μιλλέτ εξακολουθούσε να διέπει την οργάνωση και λειτουργία του Οθωμανικού Κράτους και κατά το χρόνο της υπογραφής της Συνθήκης των Αθηνών (1913) μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε αυτά τα θεσμικά συμφραζόμενα, οι διατάξεις του άρθρου 11 της εν λόγω συνθήκης προέβλεψαν την αυτονομία των μουσουλμανικών κοινοτήτων στην Ελλάδα και την εκλογή των μουφτήδων, ως θρησκευτικών αρχηγών, από τους μουσουλμάνους εκλογείς της περιφέρειάς τους.
Μετά την κατάργηση όμως του Οθωμανικού Κράτους από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας (βλ. Νομοθετικό Διάταγμα 308/1-2 Νοεμβρίου 1922 της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας), πριν από τη συνομολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης (24-7-1923) μεταξύ των «Συμμάχων Δυνάμεων» και του Τουρκικού Κράτους (που εκπροσωπήθηκε από πληρεξουσίους της Κυβέρνησης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας), ο θεσμός των μιλλέτ εξοβελίσθηκε από την ιδεολογική ταυτότητα και τις κρατικές δομές της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας.
Με τα ανωτέρω διεθνή συμβατικά κείμενα, τέθηκαν και ρυθμίστηκαν εκ νέου πολλά από τα ζητήματα που είχαν αντιμετωπιστεί παλαιότερα, ιδίως δε αυτά  που αφορούν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση των μελών της (θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου). Η υποχρέωση για τα θέματα αυτά συνίστατο πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάννης, στη λήψη των κατάλληλων μέτρων, σύμφωνα με τα έθιμα της μειονότητας(υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις του εκτελεστικού Ν.147/1914 είχαν ως θεμέλιό τους τη Συνθήκη των Αθηνών, με την οποία καθιερώθηκε για πρώτη φορά η δικαιοδοτική λειτουργία του μουφτή, παραλλήλως με τα θρησκευτικά καθήκοντά του).
 Η ισχύουσα ρύθμιση του θεσμού του Μουφτή: Από το Ν. 2345/1920 στο Ν. 1920/1991
Έκτοτε, οι διατάξεις του Ν. 2345/1920 διατηρήθηκαν τυπικώς σε ισχύ, αφού δεν ήταν ασύμβατες με τις υποχρεώσεις της Συνθήκης της Λωζάννης, στην οποία δε διαλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για τους μουφτήδες.
Ο Ν. 2345/1920 καταργήθηκε ρητώς μόνο με το άρθρο μόνο του Ν.1920/1991 (Φ.Ε.Κ. Α’11/4-2-1991), που κύρωσε την από 24/12/1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.) «Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών» (Φ.Ε.Κ. 182 Α΄).
Με το άρθρο 6της ως άνω Π.Ν.Π,. καταργήθηκαν ο Ν. 2345/1920 και κάθε άλλη διάταξη που αφορά αντικείμενα που ρυθμίζονται με την πράξη αυτή.
 Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο ανάδειξης του μουφτή
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 11 της Συνθήκης των Αθηνών και 6 του Ν. 2345/1920 προέβλεπαν την ανάδειξη του μουφτή με εκλογή από μουσουλμάνους εκλογείς. Εντούτοις, από την ενσωμάτωση της Θράκης στην ελληνική έννομη τάξη (1920) και εντεύθεν, στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν την επαύριον της συνάψεως της Συνθήκης της Λωζάννης, οι διατάξεις αυτές περιέπεσαν σε αχρησία.
Αντιθέτως, επεκράτησε η πρακτική του διορισμού των μουφτήδων, χωρίς να προηγείται εκλογή με καθολική ψηφοφορία των μουσουλμάνων εκλογέων της οικείας περιφέρειας.
Η θέση του Αρχιμουφτή ουδέποτε πληρώθηκε.
Επί εβδομήντα έτη, ήτοι έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Τουρκία ουδεμία αντίρρηση προέβαλε στην τηρηθείσα, από ελληνικής πλευράς, πρακτική. Η επί μακρό χρόνο αποχή της Τουρκίας από κάθε αντίδραση, ως προς τον τρόπο ανάδειξης των μουφτήδων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ενσυνείδητη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, την Τουρκία απασχολούσε περισσότερο η εξάλειψη των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων των μουφτήδων παρά ο τρόπος ανάδειξής τους.
Είναι αξιοσημείωτο ότι το 1930 σε σχέδιο νόμου της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου προβλέφθηκε η εκλογή των μουφτήδων, αλλά το εν λόγω σχέδιο νόμου δεν υιοθετήθηκε, τελικώς.
Από νομοθετικής πλευράς, η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οπότε εκδόθηκε η από 24/12/1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών» (Φ.Ε.Κ. Α’ 182/1990), η οποία, στη συνέχεια κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 1920/1991 (Φ.Ε.Κ. Α’11/4-2-1991).
Με το νόμο αυτό, ο νομοθέτης κατ’ ουσίαν κωδικοποίησε και κατέστησε εσωτερικό δίκαιο τη μακροχρόνια και αδιάλειπτη διοικητική πρακτική που είχε τηρηθεί, ως προς την ανάδειξη των μουφτήδων.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 της από 24-12-1990 Π.Ν.Π. «Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών», η οποία κυρώθηκε με το Ν.1920/1991, ρυθμίζεται λεπτομερώς η διαδικασία ανάδειξης του Μουφτή ως εξής:
«1. Εντός τριμήνου αφότου κενωθεί θέση Μουφτή, ο κατά τόπο αρμόδιος Νομάρχης12 καλεί με πράξη του τους ενδιαφερόμενους να την καταλάβουν, να υποβάλουν σχετική αίτηση. Η πράξη αυτή του Νομάρχη δημοσιεύεται σε μια τουλάχιστον εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην έδρα του νομού και εν ελλείψει σε μια ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών και τοιχοκολλάται στο κατάστημα της νομαρχίας, στα τεμένη και στα καταστήματα των δήμων και κοινοτήτων της νομαρχίας, όπου υπάρχουν εγγεγραμμένοι μουσουλμάνοι. 2. Σε θέση Μουφτή διορίζονται μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες, κάτοχοι πτυχίου ανώτατης ισλαμικής θεολογικής σχολής (ημεδαπής ή αλλοδαπής) ή κάτοχοι διπλώματος Ιτζαζέτναμέ ή διατελέσαντες ιμάμηδες τουλάχιστον επί δεκαετία, οι οποίοι έχουν διακριθεί για τον ήθος τους και τη θεολογική τους κατάρτιση και ως προς τους οποίους δεν συντρέχουν τα κωλύματα διορισμού, που αναφέρονται στα άρθρα 21 έως 23 του Υπαλληλικού Κώδικος (Π.Δ. 611/1977). 3. Οι υποψήφιοι υποβάλλουν την αίτησή τους στον κατά τόπο αρμόδιο Νομάρχη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την τοιχοκόλληση στο κατάστημα της νομαρχίας της πράξεως της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Την αίτηση συνοδεύουν ο τίτλος σπουδών σε επίσημη μετάφραση του Υπουργείου Εξωτερικών, εφ` όσον πρόκειται για τίτλο αλλοδαπής σχολής, πιστοποιητικά προϋπηρεσίας ιμάμη, αντίγραφο ποινικού μητρώου, πιστοποιητικό ιθαγένειας, οποιοδήποτε άλλο έγγραφο απαιτείται για το διορισμό σε δημόσια θέση, καθώς επίσης και κάθε στοιχείο κρίσιμο για την εξακρίβωση των προσόντων των υποψηφίων. 4. Εντός δέκα ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου ο Νομάρχης υποβάλλει στον κατά τόπο αρμόδιο Γενικό Γραμματέα της Περιφερείας τις αιτήσεις, τα δικαιολογητικά και τον ονομαστικό  κατάλογο  των  υποψηφίων.  5.  Ο  Γενικός  Γραμματέας  της Περιφερείας, εντός μηνός από τη λήψη των ανωτέρω στοιχείων, συγκροτεί ενδεκαμελή επιτροπή με πρόεδρο   τον   κατά   τόπο   αρμόδιο   Νομάρχη   και   μέλη   Έλληνες  μουσουλμάνους θρησκευτικούς  λειτουργούς   και   εξέχοντες   μουσουλμάνους   Έλληνες   πολίτες   της Περιφερείας του, ορίζει τον τόπο και το χρόνο της συνεδριάσεώς της και ανακοινώνει τη σχετική πράξη του στα μέλη της. Χρέη γραμματέως εκτελεί υπάλληλος της Νομαρχίας οριζόμενος από τον πρόεδρο της επιτροπής. Η επιτροπή συνέρχεται κατά την ορισθείσα ημέρα και ώρα στον ορισθέντα τόπο και συντάσσει πρακτικό, στο οποίο διατυπώνεται η γνώμη κάθε μέλους περί των προσόντων και γενικά περί της καταλληλότητας των υποψηφίων. Η επιτροπή συνεδριάζει νόμιμα με τον πρόεδρο και όσα από τα λοιπά μέλη προσέλθουν. Εάν δεν προσέλθουν τα λοιπά μέλη της επιτροπής, ο Νομάρχης, που έχει κατά τα ανωτέρω ορισθεί ως πρόεδρος της επιτροπής, συντάσσει έκθεση με τη σύμπραξη του γραμματέως, στην οποία βεβαιώνει ότι δεν προσήλθαν τα λοιπά μέλη και ακολούθως   διατυπώνει   τη   γνώμη   του   περί   των   προσόντων   και   γενικά   της καταλληλότητας των υποψηφίων. 6. Μόλις υποβληθεί στο Γενικό Γραμματέα της Περιφερείας το κατά την προηγούμενη παράγραφο πρακτικό της επιτροπής ή η έκθεση του Νομάρχη, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφερείας υποβάλλει στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων όλα τα σχετικά για την επιλογή στοιχεία. Η  επιλογή γίνεται με βάση ιδίως το ήθος, τη θεολογική κατάρτιση και την εν γένει θρησκευτική δράση των υποψηφίων. 7. Ο Μουφτής διορίζεται με προεδρικό διάταγμα εκδιδόμενο μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για δεκαετή θητεία που δύναται να ανανεώνεται. Ο διορισθείς πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του δίδει τον όρκο του δημοσίου υπαλλήλου στον αρμόδιο Νομάρχη ...».
Περαιτέρω, με τις ρυθμίσεις της από 24-12-1990 Π.Ν.Π., επιβεβαιώνονται η ιδιότητα του Μουφτή ως δημοσίου υπαλλήλου και η ένταξη των Μουφτειών στο σύστημα διοικητικής οργάνωσης του Κράτους. Ειδικότερα, με το άρθρο 4 της ως άνω Π.Ν.Π., ο Μουφτής χαρακτηρίζεται ρητώς ως δημόσιος υπάλληλος και μάλιστα σε θέση και με αποδοχές Γενικού Διευθυντή. Αντιστοίχως, οι Μουφτείες είναι οργανωμένες ως δημόσιες υπηρεσίες «επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης» (άρθρο 7).
 Ειδικότερα, ως προς την έννομη ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης των μουσουλμάνων
Ουσιαστικώς, από το 1920 και έκτοτε, στην περιοχή της Θράκης ισχύουν διατάξεις ημεδαπού, εσωτερικού, δικαίου (του Ν. 2345/1920 και πλέον του Ν.1920/1991) που επιτρέπουν την εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου. Το πεδίο αυτής της εφαρμογής είναι αυστηρώς οριοθετημένο, τόσο αντικειμενικώς όσο και υποκειμενικώς. Ο Ιερός Νόμος εφαρμόζεται, κατά τα ανωτέρω, επί  των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας και επί συγκεκριμένων, περιοριστικώς καθοριζόμενων, κατηγοριών υποθέσεων.
Πρόκειται για μία έννομη ρύθμιση συμβατή με τις διεθνείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Η τελευταία δεν επιβάλλει, ωστόσο, την εν λόγω ρύθμιση ως την αποκλειστική δυνατότητα της ελληνικής Πολιτείας να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα στα άρθρα 42 επ. της Συνθήκης.
Εντούτοις, από μακρού χρόνου έχουν διατυπωθεί, τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, ζωηροί προβληματισμοί σχετικώς με διάφορες πτυχές των ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής του ισλαμικού ιερού νόμου. Οι εν λόγω προβληματισμοί αναφέρονται τόσο στη θέση των σχετικών διατάξεων στην ιεραρχία των πηγών του εσωτερικού δικαίου όσο και στη συμβατότητα ορισμένων ρυθμίσεων του με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων12.
Τον προβληματισμό επέτεινε και η διάταξη του άρθρου 6 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Ν. 2783/1941, Φ.Ε.Κ. Α’ 29/30-1-1941, όπως αποκαταστάθηκε με το Ν.Δ. 7/10-5-1946), με την οποία καταργήθηκε ρητώς το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς των Ελλήνων Ισραηλιτών για τις οικογενειακές διαφορές τους. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή καταργήθηκαν τόσο το θρησκευτικό δικαστήριο (Μπεθ-Ντιν) όσο και η εφαρμογή του Ιουδαϊκού Νόμου. Μέχρι την ψήφιση του Ν. 147/1914, το άρθρο 11 του οποίου μνημόνευε ρητώς και τους Ισραηλίτες, οι εβραϊκές κοινότητες ούτως ή άλλως εφάρμοζαν εθιμικώς τον Ιουδαϊκό Νόμο στις οικογενειακές σχέσεις των μελών τους.
Μετά την ψήφιση του Ν.147/1914 -αλλά και μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών- ψηφίσθηκε ο Ν. 2456/1920 «Περί Ισραηλιτικών Κοινοτήτων» (ΕτΚ 173/2-8-1920), ο οποίος για πρώτη φορά θεσμοθέτησε τα ειδικά δικαστήρια  των Μπεθ-Ντιν (τα τελευταία υφίσταντο και λειτουργούσαν ατύπως στις κοινότητες) και υπήγαγε τις οικογενειακές διαφορές σε αυτά, σε αντίθεση με το Ν.147/1914 που είχε υπάγει τις ίδιες διαφορές στα κοινά αστικά δικαστήρια, καθορίζοντας όμως, την ίδια στιγμή, ως αποκλειστικώς εφαρμοστέο δίκαιο τον ιερό εβραϊκό νόμο. Αυτή η ρητή κατάργηση μόνο του ιδιαίτερου οικογενειακού δικαίου των Ισραηλιτών ώθησε μέρος της θεωρίας αλλά και της νομολογίας στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις του Ν.147/1914, με την εκεί πρόβλεψη του ιδιαίτερου διαπροσωπικού δικαίου των μουσουλμάνων, διατήρησε την ισχύ του.
Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι διατάξεις του Ν. 147/1914 για τους μουσουλμάνους είχαν ήδη αντικατασταθεί σιωπηρώς από το Ν.2345/1920. Ο τελευταίος ψηφίσθηκε σε τελείως διαφορετικά διεθνή και εθνικά, νομικά και πραγματικά συμφραζόμενα. Την ίδια στιγμή, το άρθρο 45 της Συνθήκης της Λωζάννης δεν προβλέπει απολύτως τίποτα για τους Ισραηλίτες, ενώ καθορίζει μόνο τις υποχρεώσεις της Ελλάδος έναντι των μουσουλμανικών πληθυσμών. Συνεπώς, η κατ’ άρθρο 6 του ΕισΝΑΚ κατάργηση του ειδικού οικογενειακού δικαίου των Ελλήνων Ισραηλιτών και της επ’ αυτών συναφούς δικαιοδοσίας των θρησκευτικών τους αρχών ή δικαστηρίων δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι ο νομοθέτης αποδέχεται την ισχύ του άρθρου 4 του Ν.147/1914 για τους Έλληνες μουσουλμάνους. Αντιθέτως, ο νομοθέτης του ΕισΝΑΚ γνωρίζει ότι οι διατάξεις του Ν.147/1914 έχουν ήδη υπερκεραστεί από τις (έστω όμοιες σε κάποιο βαθμό) διατάξεις του Ν.2345/1920, οι οποίες μάλιστα εφαρμόζονται μερικώς.
Προς επίρρωση της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης, το άρθρο 8 του ΕισΝΚΠολΔ, προς άρση τυχόν αμφιβολίας, όρισε ότι «Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 10 του νόμου 2345 της 24 Ιουνίου / 3 Ιουλίου 1920….» και τροποποίησε σχετικώς τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο νομοθέτης του ΕισΝΚΠολΔ ρύθμισε τις δικονομικές πτυχές του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου, αποδεχόμενος και επιβεβαιώνοντας το ίδιο κανονιστικό πλαίσιο, τόσο ως προς το περιεχόμενό του όσο και ως προς την ιεραρχική θέση του  σε επίπεδο κοινού τυπικού νόμου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 της από 24-12-1990 Π.Ν.Π. «Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών», η οποία κυρώθηκε με το Ν.1920/1991, ορίζονται τα εξής: «1. Ο Μουφτής ασκεί στην περιφέρειά του τα καθήκοντα που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρούσης, καθώς και τα θρησκευτικά καθήκοντα που απορρέουν από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Διορίζει, εποπτεύει και παύει τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς, τελεί ή επικυρώνει θρησκευτικούς γάμους μεταξύ μουσουλμάνων και γνωμοδοτεί σε θέματα που έχουν σχέση με τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο.  2.  Ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ  μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειάς    του  επί   γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών,   κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ` όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. 3. Οι εκδιδόμενες από το Μουφτή αποφάσεις επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας δεν μπορούν να εκτελεσθούν ούτε αποτελούν δεδικασμένο, αν δεν κηρυχθούν εκτελεστές από το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου η έδρα του Μουφτή, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο ερευνά μόνον αν η απόφαση εκδόθηκε μέσα στα  όρια  της  δικαιοδοσίας  του  Μουφτή  και  αν  οι  διατάξεις  που  εφαρμόσθηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Κατά της αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου χωρεί προσφυγή ενώπιον του οικείου πολυμελούς πρωτοδικείου, που δικάζει κατά την ίδια διαδικασία. Κατά της αποφάσεως του πολυμελούς πρωτοδικείου δεν χωρεί ένδικο μέσο τακτικό ή έκτακτο».
Ως προς το διαπροσωπικό δίκαιο των Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, οι διατάξεις της ως άνω Π.Ν.Π. κατ’ ουσίαν επανέλαβαν την προϊσχύσασα ρύθμιση. Επιπλέον, ο νομοθέτης της από 24/12/1990 Π.Ν.Π. κατέστησε σαφέστερη την οριοθέτηση του αντικειμένου της μουφτειακής δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, προστέθηκε η ρητή πρόβλεψη ότι οι, ούτως ή άλλως, περιοριστικώς απαριθμούμενες, συγκεκριμένες κατηγορίες διαφορών υπάγονται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, μόνον εφ’ όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Συνεπώς, με τις εν λόγω ρυθμίσεις, εισάγονται κανόνες εξαιρετικού δικαίου, οι οποίοι θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Με άλλα λόγια, δεν εισάγεται τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ του Μουφτή στο πεδίο των διαφορών οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου.
Η επόμενη σημαντική μεταβολή, σε σχέση με τις δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του Μουφτή, επήλθε με τον προσφάτως ψηφισθέντα Ν. 4511/2018(Φ.Ε.Κ. Α’ 2/15-1-2018) «Τροποποίηση του άρθρου 5 της από 24.12.1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών» (Α΄182) που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 1920/1991 (Α’ 11)».
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νέου νόμου, οι υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου (που αναφέρονται στο άρθρο 5, παρ. 2, της από 24/12/1990 Π.Ν.Π.) ρυθμίζονται πλέον από τις κοινές διατάξεις και μόνο κατ’ εξαίρεση υπάγονται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, εφόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη υποβάλουν σχετική αίτησή τους ενώπιόν του για επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Με την ίδια διάταξη, προβλέπεται ότι «η υπαγωγή της υπόθεσης στη δικαιοδοσία του Μουφτή είναι αμετάκλητη και αποκλείει τη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων για τη συγκεκριμένη διαφορά. Εάν οποιοδήποτε από τα μέρη δεν επιθυμεί την υπαγωγή της υπόθεσής του στη δικαιοδοσία του Μουφτή, δύναται να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τις κοινές ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις, τα οποία σε κάθε περίπτωση έχουν το τεκμήριο της δικαιοδοσίας».
Συνεπώς, με τις νέες διατάξεις, αυτό που μέχρι σήμερα αποτελούσε τον κανόνα στο πεδίο ορισμένων κατηγοριών διαφορών οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου των Μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών, δηλ. η δικαιοδοσία του μουφτή και η εφαρμογή του Ιερού Νόμου, καθίσταται πλέον η εξαίρεση.
Αντίστοιχη ρύθμιση εισάγεται, ειδικώς, ως προς την κληρονομική διαδοχή. Σχετικώς  με  την  τελευταία  προβλέπεται  πλέον  ότι  «οι  κληρονομικές  σχέσεις των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εκτός εάν ο διαθέτης συντάξει ενώπιον συμβολαιογράφου δήλωση τελευταίας βούλησης, κατά τον τύπο της δημόσιας διαθήκης, με αποκλειστικό περιεχόμενό της τη ρητή επιθυμία του να υπαχθεί η κληρονομική του διαδοχή στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο».
Η νέα νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται με την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.). Το τελευταίο, με την απόφασή του της 19/12/2018 ,στην υπόθεση Molla Sali κατά Ελλάδας (αρ. προσφ. 20452/14), έκρινε ότι οι Έλληνες Μουσουλμάνοι θα πρέπει να εφαρμόζουν τη Σαρία, εάν το επιθυμούν και όχι υποχρεωτικώς13.
 Η στάση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας
 Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο ανάδειξης του Μουφτή
Οι απόψεις της νομολογίας γύρω από το νομικό καθεστώς των μουφτήδων αποτυπώθηκαν με ενάργεια στις ΣτΕ(Γ’ Τμήμα) 1333/2001 και 466/2003.
Αυτές οι αποφάσεις εκδόθηκαν επί αιτήσεων ακυρώσεως οι οποίες στρέφονταν κατά των πράξεων (Προεδρικών Διαταγμάτων) διορισμού και  ανανέωσης της θητείας Μουφτήδων, αντιστοίχως.
Με τις αποφάσεις του, το Δικαστήριο έκρινε ως σύμφωνο με το Σύνταγμα το υφιστάμενο σύστημα ανάδειξης των Μουφτήδων, με διορισμό χωρίς εκλογή από μουσουλμάνους εκλογείς, με μία σειρά επιχειρημάτων. Το βασικό επιχείρημα αυτής της νομολογιακής προσέγγισης στηρίζεται στην αποδοχή ότι η Συνθήκη των Αθηνών του έτους 1913, η οποία και προέβλεψε την εκλογή του Μουφτή από μουσουλμάνους εκλογείς, δε βρίσκεται πλέον σε ισχύ.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, με τη συνομολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν την πρόθεση και τη βούληση να παύσουν να ισχύουν εφεξής οι διατάξεις του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών  που προβλέπουν την εκλογή των Μουφτήδων στην Ελλάδα από μουσουλμάνους εκλογείς της περιφέρειάς τους.
Η βούληση αυτή των συμβαλλομένων μερών προκύπτει:
α) από την αντίθεση των διατάξεων αυτών του άρθρου 11 προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της πλήρους εξομοίωσης, όσον αφορά την άσκηση των ατομικών και πολιτικών τους δικαιωμάτων, των μελών των μειονοτήτων της Ελλάδας και της Τουρκίας με τους λοιπούς υπηκόους των κρατών αυτών, αντιστοίχως, στην οποία αρχή στηρίζονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 37 έως 45 της Συνθήκης της Λωζάννης για την προστασία των μειονοτήτων και
β) από την άμεση συνάρτηση των ρυθμίσεων των εν λόγω διατάξεων με το θεσμό των μιλλέτ του Οθωμανικού Κράτους, δηλαδή με θεσμό που ήταν ασύμβατος με την ιδεολογία και τη δομή του νέου Τουρκικού Εθνικού Κράτους, το οποίο συνομολόγησε τη Συνθήκη της Λωζάννης.
Εξάλλου, η πρόθεση και η βούληση της Ελλάδας και της Τουρκίας να παύσουν να ισχύουν μετά τη συνομολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης οι παραπάνω ρυθμίσεις του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών προκύπτουν, επίσης,
α) από το γεγονός ότι μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης και μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, οι διατάξεις του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών, που προβλέπουν την εκλογή των Μουφτήδων από μουσουλμάνους εκλογείς της περιφέρειάς τους και οι σχετικές διατάξεις του άρθρου
6 του Ν. 2345/1920, που προβλέπουν τη διαδικασία της εκλογής, ουδέποτε εφαρμόστηκαν, αφού, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, οι εκάστοτε Μουφτήδες της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης δεν εκλέγονταν από μουσουλμάνους εκλογείς της περιφέρειάς τους αλλά διορίζονταν, οι δε πράξεις διορισμού τους ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε ενώπιον των ελληνικών ή διεθνών δικαστηρίων,
β) από το γεγονός ότι στην Τουρκία και σε μουσουλμανικά κράτη (Αίγυπτο, Μαρόκο, Αλγερία, κλπ.) οι Μουφτήδες, ανέκαθεν, διορίζονται και δεν εκλέγονται από μουσουλμάνους εκλογείς και
γ) από την ουσιώδη και απρόβλεπτη μεταβολή των περιστάσεων, ως προς τα σύνορα, τον πληθυσμό, τις μειονότητες και τη δομή του κράτους, που επήλθαν στην Ελλάδα και την Τουρκία από την υπογραφή της Συνθήκης των Αθηνών (1/14-11- 1913) έως την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24-7-1923), εξαιτίας των εξαιρετικών και σημαντικών γεγονότων που έλαβαν χώρα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα (Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή, ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, θεμελίωση και επικράτηση του νέου Τουρκικού Εθνικού Κράτους).
Επομένως, αφού δεν προϋπήρχαν υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις για τον τρόπο επιλογής και διορισμού των Μουφτήδων στην Ελλάδα, οι σχετικές διατάξεις της από 24-12-1990 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν. 1920/1991, οι οποίες κατήργησαν το Ν. 2345/1920 και προβλέπουν το διορισμό των Μουφτήδων,  ύστερα  από  διαδικασία  στην  οποία  συμμετέχει  και  το μουσουλμανικό στοιχείο με θρησκευτικούς αρχηγούς του και επιφανείς πολίτες μουσουλμάνους (βλ. άρθρο 1 της εν λόγω πράξης νομοθετικού περιεχομένου), και όχι την εκλογή τους από εκλογείς μουσουλμάνους της περιφέρειάς τους, δεν παραβιάζουν το άρθρο 28 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του σε δύο ακόμη επιχειρήματα, τα οποία σχετίζονται με τη συνταγματική θέση των θρησκευτικών λειτουργών και γενικότερα, των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στο ελληνικό κράτος:
Η διάταξη του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών, που θεσπίζει την εκλογή των Μουφτήδων από τους μουσουλμάνους της περιφέρειάς τους, περιέχει ρύθμιση αντίθετη με την παραπάνω αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των υπηκόων των συμβαλλομένων μερών, αφού προβλέπει την εκλογή των θρησκευτικών αρχηγών της μουσουλμανικής μειονότητας από τους μουσουλμάνους της περιφέρειάς τους, ενώ οι θρησκευτικοί και πνευματικοί αρχηγοί (αρχιεπίσκοπος και μητροπολίτες) των ορθόδοξων χριστιανών, ελλήνων υπηκόων, πάντοτε εκλέγονταν και εκλέγονται στην Ελλάδα, κατά το νόμο, χωρίς τη συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου.
Εξάλλου, η εκλογή από Μουσουλμάνους, Έλληνες υπηκόους, των μουφτήδων, οι οποίοι είναι ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι, και ασκούν σε ορισμένες υποθέσεις καθήκοντα δικαστικής φύσης θα αποτελούσε σημαντικό ρήγμα στον τρόπο ορισμού των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και των δικαστικών λειτουργών στην ελληνική συνταγματική έννομη τάξη και είναι, προφανώς, ασύμβατη με την παραπάνω αρχή της ίσης μεταχείρισης και της πλήρους εξομοίωσης, όσον αφορά την άσκηση των ατομικών και των πολιτικών τους δικαιωμάτων, των ελλήνων υπηκόων της μουσουλμανικής μειονότητας της Ελλάδας με τους λοιπούς έλληνες υπηκόους.
Το ζήτημα του εάν και κατά πόσο η Συνθήκη των Αθηνών του έτους 1913 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ έχει αποτελέσει αντικείμενο ζωηρών αμφισβητήσεων τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθ. 1723/1980 απόφασή του, απεφάνθη ότι η Συνθήκη των Αθηνών εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και θεμελίωσε, μεταξύ άλλων, σε αυτήν την εφαρμογή του ιερού νόμου στις έννομες σχέσεις των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών14.
 Ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση των Μουφτήδων
Πέραν του τρόπου ανάδειξης των Μουφτήδων, τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας απασχόλησε κατά καιρούς η υπηρεσιακή κατάστασή τους στο πλαίσιο ακυρωτικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής δικαστικής προστασίας.
Ο σχετικές διαφορές αντιμετωπίσθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως υπαλληλικές διαφορές. Οι λύσεις που δόθηκαν στα ανακύψαντα ζητήματα δεν αφίστανται από τις αντίστοιχες που δόθηκαν σε ομοειδείς διαφορές, ήτοι σε διαφορές που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση άλλων δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων.
Ενδεικτικώς, αναφέρονται οι εξής περιπτώσεις:
Επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεως παύσεως Τοποτηρητή Μουφτείας από τα καθήκοντά του, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για κάποιο από τα αδικήματα που αποτελούν κώλυμα διορισμού, όπως είναι η απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κρίθηκε ότι η παύση επιβάλλεται και στο συμμέτοχο, ανεξαρτήτως της μορφής συμμετοχής του, καθώς και επί απόπειρας τελέσεως του αδικήματος. Έγινε δεκτό ότι δεν ασκεί επιρροή η αναστολή εκτελέσεως της ποινής, καθώς και η επιτυχής ή όχι πάροδος του χρόνου της αναστολής. Κρίθηκε ακόμη ότι δεν απαιτείτο για τη λήψη του διοικητικού μέτρου της παύσης προηγούμενη κλήση του αιτούντος σε ακρόαση, αφού η Διοίκηση ενεργεί κατά δέσμια αρμοδιότητα. Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι δεν αρκεί η υποβολή αιτήσεως απονομής χάριτος για την ακύρωση της παύσης (ΣτΕ [Ολ.] 869/2018).
Οι ανωτέρω νομολογιακές παραδοχές ταυτίζονται με τις αντίστοιχες που αφορούν στην έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 149 του Υπαλληλικού Κώδικα (ΣτΕ 2948/2017, 1862/2017, 1848/2017, 383/2016, 384/2016, 3276/2014).
Αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως παύσεως Μουφτή λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης απορρίφθηκε. Έγινε δεκτό ότι οι διοικητικές πράξεις που αναφέρονται στην υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων δεν υπόκεινται σε αναστολή εκτέλεσης, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και η άμεση εκτέλεσή τους θα προξενήσει βλάβη σοβαρή ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, δοθέντος ότι και οι προβαλλόμενοι λόγοι της αίτησης ακύρωσης δεν είναι προδήλως βάσιμοι (ΣτΕ [Ε.Α.] 35/2017).
Οι ανωτέρω παραδοχές απηχούν πάγιες θέσεις της νομολογίας σχετικώς με την προσωρινή δικαστική προστασία στο πεδίο των υπαλληλικών διαφορών και ειδικώς, ως προς την έκπτωση υπαλλήλου λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Υ.Κ. (ΔΕφΑθ [Αναστ.] 467/2015)15.
Επ’ ευκαιρία άλλων διαφορών, η νομολογία του ΣτΕ διαχώρισε με σαφήνεια την υπηρεσιακή κατάσταση του Μουφτή ως δημοσίου υπαλλήλου από την αντίστοιχη άλλων Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών. Έτσι, επί αιτήσεως ακυρώσεως της απόφασης του Μουφτή Κομοτηνής, με την οποία ο αιτών επαύθη από τη θέση του θρησκευτικού λειτουργού Χατίπη του Ιερού Τεμένους «Τεκκέ» Κομοτηνής, κρίθηκε ότι η παύση του αιτούντος αποτελεί καθαίρεση θρησκευτικού λειτουργού, η οποία έχει μόνο πνευματικό χαρακτήρα και δεν υπόκειται παραδεκτώς σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ (ΣτΕ 3197/1998).
Η παραπάνω ερμηνευτική προσέγγιση εναρμονίζεται με την αντίστοιχη νομολογία για άλλους θρησκευτικούς λειτουργούς, όπως οι είναι οι κληρικοί της Εκκλησίας της Ελλάδας16.
3. ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Με την έννομη ρύθμιση του θεσμού του Μουφτή στο ελληνικό κράτος, επήλθε σύγχυση ανάμεσα στην ιδιότητα του μουφτή και του καδή, στο μέτρο και στο βαθμό που στο μουφτή ανατέθηκε η άσκηση δικαιοδοτικών καθηκόντων.
Το νομικό καθεστώς του Μουφτή, ήτοι ο τρόπος ανάδειξής του, η υπηρεσιακή του κατάσταση και οι αρμοδιότητές του, αποτέλεσαν αντικείμενο αλλεπάλληλων διεθνών συνθηκών και συναφών νομοθετικών παρεμβάσεων. Οι διαδοχικές αυτές ρυθμίσεις, οι οποίες υπήρξαν ενίοτε αντιφατικές, συνδέονταν άμεσα με τη σταδιακή εδαφική ολοκλήρωση της χώρας και την ανάγκη διοικητική ενσωμάτωσης των νέων κάθε φορά εδαφών.
Πάντως, εξυπαρχής τόσο με τις διεθνείς συνθήκες όσο και με τις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις καθιερώθηκαν ορισμένα πάγια χαρακτηριστικά του νομικού καθεστώτος των μουφτήδων. Ως τέτοια θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα εξής:
(α) Ο Μουφτής αναγνωρίζεται ως θρησκευτικός λειτουργός.
(β) Ο Μουφτής αντιμετωπίζεται από την έννομη τάξη ως δημόσιος λειτουργός / δημόσιος υπάλληλος.
(γ) Ο Μουφτής διορίζεται με πράξη του αρχηγού του ελληνικού κράτους (προεδρικό και παλαιότερα βασιλικό διάταγμα), ανεξαρτήτως του εάν προηγείται εκλογή από εκλογική συνέλευση των μουσουλμάνων κατοίκων της περιφερείας του  ή ανάδειξη με άλλο τρόπο.
(δ) Στο Μουφτή ανατίθεται η άσκηση ειδικών δικαιοδοτικών καθηκόντων, με αυστηρά προσδιορισμένο αντικειμενικό και υποκειμενικό εύρος.
Κατά νομική ακριβολογία, η ανάδειξη του μουφτή αποτελεί σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία ξεκινά με την εκλογή του μουφτή και ολοκληρώνεται με το διορισμό του. Επιπλέον, η εκλογή, εννοιολογικώς, δεν ταυτίζεται, κατ’ ανάγκην, με την εκλογή με καθολική ψηφοφορία, καθώς, θεωρητικώς, υφίστανται διάφορες μορφές εκλογής.
Οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας δεν επιβάλλουν συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο για την ανάδειξη του Μουφτή. Ο κοινός νομοθέτης, στο πλαίσιο των συνταγματικών αρμοδιοτήτων, διαθέτει ευρεία ευχέρεια να διαμορφώσει το νομικό πλαίσιο του Μουφτή. Σε κάθε περίπτωση, το Σύνταγμα και οι αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνες του διεθνούς δικαίου συνθέτουν το όριο για τη νομοθετική ρύθμιση του καθεστώτος του Μουφτή.
-------------------------------------
1.Για μία εισαγωγή στις βασικές έννοιες, στους βασικούς θεσμούς και στην ιστορική εξέλιξη του ισλαμικού δικαίου βλ. τo κλασικό έργο του J. Schacht, An Introduction to Islamic Law, Clarendon Paperbacks, published in the United States of America by Oxford University Press Inc., New York, © 1982, ιδίως σελ. 89 επ. (το ισλαμικό δίκαιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία), 112 επ. (αρχικές πηγές), και 116 επ. (γενικές έννοιες), καθώς και τη συμβολή του ιδίου, “Chapter 4: Law and Justice”, from the Cambridge Encyclopaedia of Islam, vol. II, pt. VIII/chpt. 4, beginning with pg. 539. Ειδικότερα, ως προς την ισλαμική νομική επιστήμη, βλ. το επίσης κλασικό έργο του ιδίου, The Origins of Muhammadan Jurisprudence, Oxford at the Clarendon Press, Oxford University Press 1967. Πρβλ. επίσης J. Coulson, A History of Islamic Law, Routledge, Taylor and Francis Group, originally published in 1964 by Edinburgh University Press, New York, 2017.
2.Για την απονομή της δικαιοσύνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με σημείο αναφοράς τον Καδή, βλ. την ανακοίνωση του Α. Μπουζιά, «Το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην οθωμανική αυτοκρατορία. Συμβολή στην ιστορία των δικαστικών θεσμών του οθωμανικού κράτους», στα Πρακτικά του ΚΑ´ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου(26, 27, 28 Μαΐου 2000),Θεσσαλονίκη, Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2001, σελ. 85 επ. Μία ελαφρώς εκλαϊκευμένη εκδοχή αυτής της μελέτης, με τον τίτλο «Η δικαιοσύνη στην οθωμανική αυτοκρατορία. Θεσμοί και διαδικασίες», δημοσιεύθηκε ως άρθρο στο περιοδικό Ιστορικά Θέματα, περίοδος Β´, τεύχ. 118 (Σεπτέμβριος 2012), σελ. 96επ.
3.Για το φετβά ως νομικό εργαλείο στο ισλαμικό δίκαιο βλ. αναλυτικώς το προσφάτως εκδοθέν  τρίτομο συλλογικό έργο Carool Cersten (ed.), The Fatwaasan Islamic Legal Instrument: Concept, Historical Role, Contemporary Relevance, Gerlach Press, Berlin & London, 2018. Ειδικότερα, για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, βλ., στον πρώτο τόμο, τη συμβολή του Uriel Heyd, “Some Aspects of the Ottoman Fetvā (Plates I-III)”, σελ. 147 επ.
4.Βλ. M. M. Pixley, “The Development and Role of the Şehülislam in Early Ottoman History”, σε: Carool Cersten (ed.), ό.π., τ. Α’, σελ. 135 επ.
5.Ενδεικτικώς, αναφέρεται ότι ο Μουφτής Λάρισας λάμβανε 250 δραχμές μηνιαίως και οι λοιποί Μουφτήδες 150 δρχ, όταν ένας ειδικός Πταισματοδίκης Α' τάξεως λάμβανε 180 δρχ, ένας γραμματέας δικαστηρίου Α' τάξης περί τις 120 δρχ και ένας μόνιμος Κελευστής του Πολεμικού Ναυτικού 90 δραχμές.
6.Είναι αξιοσημείωτο ότι στο γαλλικό κείμενο της Σύμβασης γίνεται λόγος για “Tribunaux du Chéri locaux”, δηλ. για «εγχώρια δικαστήρια του Ιερού Νόμου του Ισλάμ» (ιεροδικεία).
7.Αξιοσημείωτο είναι ότι, εν τω μεταξύ, τον Απρίλιο του 1901, το ζήτημα του διορισμού Μουσουλμάνων Ιεροδικών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία τέθηκε μετ’ επιτάσεως στην Κρητική Πολιτεία από την επικυρίαρχη Υψηλή Πύλη. Στην Κρητική Πολιτεία η ύπαρξη ισλαμικών ιεροδικείων ήταν κατοχυρωμένη με διατάξεις συνταγματικής περιωπής.
8.Για παράδειγμα, στο Ν. ΑΡϟΓ’/14-05-1884 “Περί προσόντων και πειθαρχικής τιμωρίας  των δημοσίων λειτουργών” (ΕτΚ 217/1884) οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται, αδιακρίτως, με την ίδια σημασία.
9.Για τη Συνθήκη των Αθηνών και τις ρυθμίσεις της βλ. Α. Συρίγου, «Μειονοτικές και άλλες διατάξεις στην Ελληνοτουρκική Σύμβαση των Αθηνών», στα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα «100 Χρόνια από τη διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων» (Αθήνα, 7-8/2/2013), Αθήνα, Γενικό Επιτελείο Στρατού, 2013, σελ. 395 επ.
10.Γ. Κτιστάκις, Ιερός Νόμος του Ισλάμ και Μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού, Αθήνα – Κομοτηνή, εκδόσεις Σάκκουλα, 2006 (σειρά: Δίκαιο και Κοινωνία στον 21ο Αιώνα, τεύχος 12), σελ. 39-40.
11.Με την 269/2016 Ατομική Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έγινε δεκτό ότι οι αρμοδιότητες τόσο του Νομάρχη όσο και του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας έχουν πλέον περιέλθει στο Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η εξέλιξη αυτή συνάπτεται με τις νομοθετικές μεταβολές που επήλθαν στο πεδίο της διοικητικής οργάνωσης του Κράτους.
12.Αντί πολλών, βλ. Γ. Κτιστάκι, ό,π., ιδίως σελ. 33 επ. (ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ιερού Νόμου) και 47 επ. (ως προς το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Ιερού Νόμου).
13.Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε το μη δικαίωμα των Ελλήνων μουσουλμάνων να επιλέξουν το ευνοϊκότερο καθεστώς που παρείχε ο Αστικός Κώδικας στο κληρονομικό δίκαιο συγκριτικώς με τη Σαρία. Το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση που υπέστη η χήρα-προσφεύγουσα ως κληρονόμος δυνάμει διαθήκης που καταρτίστηκε βάσει του Αστικού Κώδικα από Έλληνα μουσουλμάνο, σε σχέση με μία χήρα κληρονόμο βάσει διαθήκης που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, αλλά από Έλληνα μη μουσουλμάνο, δεν ήταν αντικειμενικώς και ευλόγως αιτιολογημένη. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η άρνηση στα μέλη μιας θρησκευτικής μειονότητας του δικαιώματος να επιλέξουν και να ωφεληθούν οικειοθελώς από το κοινό δίκαιο, δε συνιστούσε μόνο διακριτική μεταχείριση, αλλά και παραβίαση δικαιώματος πρωταρχικής σημασίας στον τομέα της προστασίας των μειονοτήτων, δηλαδή του δικαιώματος ελεύθερης αυτοδιάθεσης. Το Ε.Δ.Δ.Α. αποφάνθηκε ότι η εφαρμογή της Σαρία σε τμήμα πολιτών χωρίς τη συναίνεσή τους ήταν επιζήμια για τα δικαιώματά τους. Διαπιστώθηκε παραβίαση της απαγόρευσης των διακρίσεων σε συνδυασμό με παραβίαση του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας.
14.Το ζήτημα της ισχύος της Συνθήκης των Αθηνών (1913) και η νομολογιακή αντιμετώπιση του ζητήματος της ανάδειξης των Μουφτήδων έχουν προκαλέσει τη διατύπωση αντικρουόμενων απόψεων στη θεωρία. Έτσι, ο Α. Συρίγος, ό.π., και ο Γ. Κτιστάκις, ό.π., 93-94, 110-114, συντάσσονται με τις απόψεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αντιθέτως, ο Κ. Τσιτσελίκης, «Η Συνθήκη των Αθηνών (1913) στην προκρούστεια κλίνη», Νομοκανονικά 1 (2002), σελ. 101 επ., έχει ασκήσει αρνητική κριτική στη ΣτΕ 1333/2001. Και ο Κ. Τσιτσελίκης, πάντως, καταλήγει, έστω με άλλη ερμηνευτική προσέγγιση, στην αποδοχή της νομιμότητας της πρακτικής που ακολουθήθηκε, από ελληνικής πλευράς, ως προς την ανάδειξη των Μουφτήδων. Ειδικότερα, ο Κ. Τσιτσελίκης υποστηρίζει ότι η Συνθήκη των Αθηνών εξακολουθεί να ισχύει, κάνοντας λόγο για μερική τροποποίησή της, ως προς το σημείο αυτό, με διεθνές (διμερές) έθιμο το οποίο διαμορφώθηκε συνεπεία της πρακτικής που ακολουθήθηκε, από ελληνικής πλευράς και της μη προβολής αντιρρήσεων, από τουρκικής πλευράς.
15.Βλ. Α. Μπουζιά, «Η προσωρινή δικαστική προστασία στις υπαλληλικές διαφορές. Η περίπτωση των διπλωματικών υπαλλήλων», ΔιΔικ 4/2018 (30), σελ. 596 επ.
16.ΣτΕ 507/1983, 4548/1995, 3120/2002. Από τη σχετική βιβλιογραφία, βλ. ,ενδεικτικώς,Θ. Παπαγεωργίου, «Το νομοθετικό καθεστώς και οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Κράτος : δεδομένα και παρανοήσεις», Εισήγηση στη εκδήλωση της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών «Συνταγματική αναθεώρηση και Εκκλησία της Ελλάδος: Συμβολή σε έναν ανοικτό διάλογο» (7.6.2017 Πολεμικό Μουσείο Αθηνών), Εκκλησία, Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος, Έτος 94 – τεύχος 6 – Ιούνιος 2017, σελ. 394 επ. (396).
 
 
 
 

 

Επαφή

arthro 13

13arthro@gmail.com

Αναζήτηση στο site

Αφιερώματα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ Ο ΕΞ ΟΙΚΟΝΟΜΩΝ: ο βίος, η δράση και το έργο του

του Θωμά Παπασάνδα, Φαρμακοποιού - 'Οικονομία της Υγείας & Πολιτική Υγείας' Msc   * η παρούσα αποτελεί την εισήγηση που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργανώθηκε από...

Βιντεοσκοπημένη έκδοση του διεπιστημονικού συνεδρίου με τίτλο, Θρησκευτικές κοινότητες: Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων ζητημάτων

Στο παρόν αναρτάται η Βιντεοσκοπημένη έκδοση των εργασιών του διήμερου Διεπιστημονικού Συνεδρίου με τίτλο  "Θρησκευτικές κοινότητες: Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων...

Η θρησκευτική ελευθερία στην εποχή της θεωρίας του παντός

Χαιρετισμοί Αγαπητές και αγαπητοί Συνάδελφοι Κυρίες και κύριοι,   Στο πλαίσιο των παρουσιάσεων νέων ερευνητών από το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Θεολογία και Κοινωνία" του Τμήματος...

Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Φωτός: Προσεγγίσεις στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ

του Δημητρίου Αλεξόπουλου Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός,  δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου, καθὼς ἠδύναντο.  Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ...

Συνέντευξη - Αφιέρωμα

επιμέλεια αφιερώματος: Σταυρούλα - Αλεξία Χρυσαφίδη   Αφιέρωμα - συνέντευξη με τον π. Σπυρίδωνα Κωνσταντή, μεταπτυχιακό φοιτητή Κατεύθυνσης Χριστιανικής Λατρείας του Τμήματος...

© 2019 ΑΡΘΡΟ 13 {με επιφύλαξη παντός δικαιώματος}

Υλοποιήθηκε από Webnode