Θρησκευτικές κοινότητες: Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων ζητημάτων

 
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ – ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Π.Μ.Σ. «ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
Διευθύντρια: Καθηγήτρια Διοτίμα Λιαντίνη
Πανεπιστημιούπολη-Άνω Ιλίσια 157 84, Αθήνα, Τηλ: 210-727-5847, Fax: 210-727-5711,
e-mail: secr@soctheol.uoa.gr, Ιστοσελίδα: www.soctheol.uoa.gr, Facebook: @athens.socialtheology
_________________________________________________
 
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ολοκληρώθηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία οι εργασίες του διήμερου Διεπιστημονικού Συνεδρίου «Θρησκευτικές κοινότητες: Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων ζητημάτων», το οποίο διοργάνωσε το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Θεολογία και Κοινωνία» του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, την Πέμπτη 15 και την Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018 στην Αίθουσα του Λόγου στη Στοά του Βιβλίου.
Αξιοποιώντας την οικουμενική διάλεκτο του Δικαίου σε ευρύτατο ανάπτυγμα, στόχος του Συνεδρίου ήταν να εγκύψει διεπιστημονικά στην ιστορία, τη σύγχρονη κατάσταση και την πολιτισμική συνάντηση διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην ελληνική έννομη τάξη, στο μεσογειακό περιβάλλον και στο παγκόσμιο σκηνικό της διεθνοποίησης και της εποχής του Διαστήματος. Στο ανωτέρω εγχείρημα συνέβαλε καίρια η διατύπωση υψηλής ποιότητας επιστημονικού λόγου από πλειάδα ηγετών και στελεχών του πολιτικού στερεώματος,  εκπροσώπων εκκλησιαστικών φορέων και θρησκευτικών κοινοτήτων, αναγνωρισμένων πανεπιστημιακών διδασκάλων και ειδικών, καθώς και νέων ερευνητών του Κανονικού, Εκκλησιαστικού και Διεθνούς Δικαίου, των Θεολογικών, Ιστορικών, Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, καθώς και των Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σχέσεων.
Μέσα από τις εργασίες του Συνεδρίου αναδείχθηκε η διαχρονική ποικιλομορφία των εκκλησιαστικών και θρησκευτικών κοινοτήτων, καθώς και η πολύτροπη επίδραση των τελευταίων στη διαμόρφωση της ταυτότητας των σύγχρονων δικαιοταξιών, στοιχεία τα οποία αμφότερα υπογραμμίζουν την επικαιρότητα του αιτήματος οικοδόμησης και προαγωγής κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συναντίληψης μεταξύ των θρησκειών μπροστά στις παγκόσμιες προκλήσεις των καιρών μας.
 
Η Επιστημονική Επιτροπή
 
Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό από το συνέδριο, καθώς και περιλήψεις εισηγήσεων.
 
Η δομή και οργάνωση των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων - Εκκλησιών συγκριτικά με άλλές "θρησκευτικές κοινότητες" στο πλαίσιο του ελληνορρωμαϊκού κόσμου του 1ου αι. μ.Χ. σύμφωνα με  τις επιστολές του απ. Παύλου και τις Πράξεις των Αποστόλων
Σωτήριος Δεσπότης
Στη σύγχρονη έρευνα μελετώνται ενδελεχώς θίασοι και κολλέγια στα οποία εκτός των άλλων λατρευόταν μια θεότητα και σφυρηλατούνταν δεσμοί κοινωνίας μεταξύ των μελών ώστε να υπάρχει και φροντίδα μετά θάνατον.. Ιδιαίτερα προνόμια και μάλιστα σε νομοκανονικό πλαίσιο έχαιρε η ιεβραϊκή Συναγωγή παρά τις τάσεις αντιουδαϊσμού Η παρούσα εισήγηση εστιάζει στις οιμοιότητες και διαφορές που παρουσιάζουν με τις ανωτέρω θρησκευτικές κοινότητες οι κατ΄οίκον Εκκλησίες, που ίδρυσε  σε αστικά κέντρα ο απόστολος Παύλος κατεξοχήν πέριξ του Αιγαίου. Ουσιαστικά εξετάζει τη διαμόρφωση της ταυτότητας του Χριστιανισμού τον 1ο αι. μ.Χ. με στοιχεία τόσο "αποκλειστικά" όσο όμως και "συμπεριληπτικά".
Ecclesiastical Anthropomorphism,
the core of the Ecclesiastical Culturalism
(Ecclesial Communalism and Transcendent Jurisdictions - A
contribution to the approach strategies concerning Nomocanonical issues) 
π. Γρηγόριος Παπαθωμάς
 A multitude of Holy Canons of the 1st Millennium (Corpus Canonum-883) dictate canonical deterrents regarding exceeding/transcendent jurisdictions. In fact, the Canonical Tradition of the Church (1st-9th centuries) in total, neither allows (on the level of acribia) nor encourages (on the level of economy) extra-territorial/exceeding/transcendent jurisdictions. Each and every Church of any kind (either Local Church or Territorial Church) exhausts, it is required to exhaust its Ecclesial jurisdiction on its own Eucharistic territory (Ecclesial Communalism). The 2nd Millennium has to display specific anti-ecclesio-canonical examples of exceeding jurisdictions, spread upon all the aspects of the ecclesial communio-space. Historically, the deviant emergence of exceeding jurisdictions systematically and consciously originates since the 11th century, more specifically it appears in 1004 within the monastic milieu, while after the year 1054 of the same century it is expanded to the inter-spatial ecclesial area and pervades, throughout the entire 2nd Millennium, the Roman Catholic Church, from the entrails of which this phenomenon (Ritualism) jumped out, the Protestant ecclesial formations after the development of the Reformation just 500 years ago (Confessionalism), and lately the Orthodox Church since the Bulgarian Schism of 1870 onwards (Ethnophyletism). These are historical circumstances associated with the culture of every people (Culturalism). Culture, both social and religious, manifests itself through its sovereign tendencies of anthropomorphic type towards external recruitments, especially against the theoid and eschatological perceptions of the Church, attempting, quite frequently in a forcible way, to impart its own colors and idioms to what it recruits (cf. the indicative example of the same water [Church] that irrigates each of the substantially distinct tree of pomegranate, lemon, orange [States-People] and the yields of different juices of pomegranate, lemon and orange respectively). It is an existential coiling of the transformation of idioms, having as a criterion the specific and unique features (filters) of each culture. The anthropocentric assimilation and the transformational –and not metamorphic– tendency of each culture could be described by the derivative term “Culturalism”. And when the latter is expressed within the Church, then the Ecclesiastical Culturalism arises, “treating” the Ecclesiastical Anthropomorphism as its main organ. The way in which these four (4) issues that compound the present contribution are linked, related and structured, in order to suggest strategies for the approximation of international Nomocanonical issues, namely the Ecclesiastical Anthropomorphism, the Ecclesiastical Culturalism, the Ecclesial Communalism and the Transcendent Jurisdictions, is illustrated by the course of this paper. 
 
Η αισθητική των ιερατικών αμφίων της Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας μέσα από τους ιερούς Κανόνες
Ελένη Βλαχοπούλου
Μετά τη θέσπιση της ελεύθερης άσκησης της χριστιανικής λατρείας στο ρωμαϊκό κράτος, προέκυψε πρακτική ανάγκη να δημιουργηθούν ενδύματα κατάλληλα για τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς όλων των βαθμίδων για την εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.
Σύμφωνα με τους μεγάλους Πατέρες του 4ου και 5ου αιώνα, τα ιερατικά άμφια πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αρετή, την αγνότητα της ψυχής και του σώματος του ιερουργού∙ είναι έτσι απλά στη μορφή τους, λιτά, καθαρά, φτιαγμένα από λινό, κυρίως λευκά. Αν και σπάνια φέρουν τον ελάχιστο διάκοσμο και ποτέ δεν είναι ιστορημένα, χαρακτηρίζονται ως μεγαλόπρεπα. Την αντίληψη αυτή υιοθετούν και οι Πατέρες των δύο Οικουμενικών Συνόδων, της εν Τρούλλω (691) και της Ζ΄ (787), στους ιερούς Κανόνες τους, που απαγορεύουν στους κληρικούς κάθε βαθμού όχι μόνο «ἐσθῆτας λαμπράς καί περιφανεῖς» αλλά και τα «ἑτερόχροα ἐπιβλήματα».  
Από τον 11ο αιώνα και εξής, η ιερατική αμφίεση διαμορφώνεται πλήρως και ιδιαίτερα στους χρόνους μετά την Άλωση, όταν η εκκλησιαστική εξουσία έλαβε και κοσμική διάσταση, με εμφανείς πλέον επιδράσεις από τη βυζαντινή αυτοκρατορική ενδυματολογία. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην αύξηση του διακόσμου της, ως ανάμνηση της παλαιάς βυζαντινής αίγλης μέσα ένα περιβάλλον εχθρικό, τάση που συνεχίστηκε και μετά την Απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Συν τοις άλλοις, οι πομπώδεις επιδράσεις των οθωμανικών υφασμάτων και κεντημάτων και τα ρωσικής προέλευσης ποικιλόχρωμα άμφια απομάκρυναν την ιερατική αμφίεση από την ιερή μεγαλοπρέπεια της σεμνότητας εκείνης που οφείλουν να εκφράζουν ως προβολείς του ταπεινού ορθοδόξου φρονήματος και να βιώνουν οι φορείς τους. 
Τα ιερατικά άμφια είναι άμφια λειτουργικά με καθορισμένο σχήμα και διάκοσμο, που δεν επιτρέπουν, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες και την  Ιερά Παράδοσή μας, τη σημερινή άκριτη ελευθερία επιλογής σχεδίων και χρωμάτων. Ο ρόλος τους δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνον στο να προσδίδουν επίπλαστη ‘’βυζαντινή’’ μεγαλοπρέπεια στις διάφορες τελετές της Εκκλησίας μας, αλλά στο να διακονούν με τον προσεγμένο και λιτό τους διάκοσμο  την ορθόδοξη πίστη και να αναδεικνύουν, μέσω των ιερών τεχνών, τη φιλοκαλία της ευσέβειας και όχι οποιαδήποτε αυτόνομη, ειδωλοποιημένη  πολυτέλεια.
Οι παλαιοημερολογίτες ως εν δυνάμει ΄εθνική απειλή΄. Η αντιμετώπισή τους από τις κρατικές Αρχές, στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου
Θεοδόσης Τσιρώνης
"«Εις τόπον όπου δεν υπάρχει βαθεία εθνική συνείδησις και πεφωτισμένον ορθόδοξον φρόνημα δύναται η ξένη προπαγάνδα εκμεταλλευομένη και το ζήτημα του ημερολογίου να κατορθώση πολλά εις βάρος του ελληνικού Κράτους».[1]
Στην εισήγηση εξετάζεται μία από τις λιγότερο μελετημένες πτυχές της παλαιοημερολογιτικής κίνησης, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Οι απαρχές της εντοπίζονται στο έτος  1924, όταν η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε να εναρμονίσει το θρησκευτικό ημερολόγιο στο υφιστάμενο πολιτικό. Η πρωτοβουλία της αυτή συνέπεσε χρονικά με την πολιτειακή μεταβολή, που οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας και από την πρώτη στιγμή, οι επικριτές της, της απέδωσαν πολιτικά κίνητρα και γνωρίσματα. Όσοι αντέδρασαν στην ημερολογιακή μεταρρύθμιση και κατοικούσαν κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, συσπειρώθηκαν γύρω από τις αντιβενιζελικές και μοναρχικές πολιτικές δυνάμεις. Το φαινόμενο ωστόσο έλαβε διαφορετικές διαστάσεις σε πόλεις και χωριά της Βόρειας Ελλάδας και ιδιαίτερα της Δυτικής Μακεδονίας. Η παράμετρος αυτή δεν διέλαθε της προσοχής των αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων της κρατικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Από τη δική τους οπτική, η υιοθέτηση του παλαιοημερολογιτισμού από σλαβόφωνους και ρευστής εθνικής συνείδησης πληθυσμούς όφειλε να αντιμετωπιστεί ως ζήτημα όχι μόνο της δημόσιας τάξης, αλλά κυρίως της εθνικής ασφάλειας. Προς την κατεύθυνση αυτή, αναζητήθηκαν δίοδοι επίλυσης του προβλήματος, λαμβανομένων βέβαια υπόψη των περίπλοκων πολιτικών, διακρατικών και ενδοεκκλησιαστικών συσχετισμών.
Η τεκμηρίωση του θέματός μας δε βασίζεται τόσο στην ισχνή ιστοριογραφική παραγωγή, όσο στο πλούσιο και αναξιοποίητο από την έρευνα πρωτογενές υλικό. Το τελευταίο αφορά στις εκθέσεις, τα υπηρεσιακά σημειώματα και την επίσημη και ανεπίσημη αλληλογραφία κρατικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων της εποχής. Το αρχειακό υλικό αντλήθηκε από το Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (ΙΔΑΥΕ), το Αρχείο του Φίλιππου Δραγούμη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (ΓΒ), το Ιστορικό Αρχείο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΙΑΙΣΕΑ), το Αρχείο του Αρχιεπίσκοπου Αθηνών Χρύσανθου Φιλιππίδη στο Ελληνικό και Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) και το Αρχείο της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) στη Θεσσαλονίκη".    
 
[1] Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών, έτος 1927, Φάκ. 90.2, Τμήμα 1ο, (Αλληλογραφία Μητροπολίτου Τραπεζούντος), Εμπιστευτική Έκθεση του Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη (αρ. 54), Αθήνα, Κυψέλη, Ιερό Αγίων Αποστόλων, 10 Σεπτεμβρίου 1927.
Κανονιστικές πτυχές εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης
Αλέξανδρος Πανούσης
Αναφερόμενοι πρωτίστως στο ερέθισμα που ενέπνευσε τη σημερινή μας εισήγηση, αυτό εντοπίζεται στον πρόσφατο νόμο 4497/2017 (ΦΕΚ A/171/13-11-2017), ο οποίος πλαισιώνει με νέα δεδομένα την εκκλησιαστική κανονιστική αρμοδιότητα, δηλαδή, το δικαίωμα επιμέρους εκκλησιαστικών φορέων να παράγουν τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου για την αυτοδιοίκησή τους, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 του Συντάγματος και 9 και 11 της ΕΣΔΑ. 
Η νομοθετική αυτή εξέλιξη όμως είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο υπό τα προαναφερθέντα πρίσματα, αλλά ακόμη και εξ επόψεως σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, συνυπολογίζοντας από τη μια κατ’ ιδίαν διατάξεις του προειρημένου νόμου και από την άλλη, πρόσφατα αιτήματα της εκκλησιαστικής ηγεσίας, στο πλαίσιο του διαλόγου περί συνταγματικής αναθεώρησης, για ρητή κατοχύρωση της εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης, π.χ. και με προσθήκη ειδικής προς τούτο ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 13 του Συντάγματος, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς μελετώντας συναφή συνοδικά κείμενα της 04-10-2016 και ακόμη πιο πρόσφατα, της 04-10-2017.
Επιπλέον, γνωρίζοντας ότι ο κοινός νομοθέτης αντιμετωπίζει τα θρησκευτικά ζητήματα πια με την επίκληση και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, όπως π.χ. διαπιστώνουμε αναγιγνώσκοντας τα γνωστά ΦΕΚ Β’/2906 και 2920 της 13-09-2016 για τη νέα μορφή του μαθήματος των Θρησκευτικών, τα παραπάνω δεδομένα προτείνουμε να αναγνωσθούν υπό το πρίσμα και πρόσφατων κρίσεων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, προς εξαγωγή συνολικών συμπερασμάτων επ’ αυτών.
«Η συσσωμάτωση της επικρατούσας Ορθόδοξης Εκκλησίας:
θεοϊδρυτος οργανισμός ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου;»
Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «μυστήριο μέγα» και δεν υπάρχουν σε αυτήν δομές εξουσίας, αλλά θέσεις διακονίας. Ήδη όμως από τον 19ο αιώνα από τρόπος ζωής μετατρέπεται σε νομικό πρόσωπο. Στην εκκλησιαστική νομοθεσία του νεότερου ελληνικού κράτους πρώτος αποκτά νομική προσωπικότητα ο ενοριακός Ναός το 1910, η οποία προσδιορίζεται ως δημοσίου δικαίου το 1923. Μάλιστα, με τον Καταστατικό Χάρτη της δικτατορίας (Ν.Δ. 126/1969) αποκτά για πρώτη φορά νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου αυτή η ίδια η Εκκλησία της Ελλάδος (in globo), ρύθμιση η οποία επαναλαμβάνεται και στην ισχύουσα καταστατική νομοθεσία (Ν. 590/1977).Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μεν, και κατά τον Νόμο (!), «θείον καθίδρυμα», τόσο όμως η ίδια όσο και οι οργανωτικές της υποδιαιρέσεις (Μητροπόλεις, Μονές, Ναοί), αποτελούν, «κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις», νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αφενός κατά το οργανικό (εκ του νόμου) και αφετέρου κατά το λειτουργικό κριτήριο (η οργάνωση του εκκλησιαστικού βίου είναι θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος στην Ελλάδα). Ωστόσο, ο συγκεκριμένος τύπος νομικής προσωπικότητας δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ένταξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον δημόσιο τομέα και τη Γενική Κυβέρνηση, όπως τούτο επιβεβαιώθηκε ήδη και νομοθετικώς (Ν. 4235/2014). Η προέχουσα θρησκευτική αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι αυτή (πρέπει να) αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο (sui generis) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
"Η εξέλιξη της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών του θεσμού του γάμου στο μεταίχμιο των σχέσεων Πολιτείας-Εκκλησίας".
Αναστάσιος Ηλίας
 Στόχος της παρούσας εισήγησης είναι η  ευσύνοπτη παρουσίαση  της εξέλιξης της λειτουργίας και  των χαρακτηριστικών του θεσμού του γάμου μέσα στην ελληνική κοινωνία στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης Πολιτείας-Εκκλησίας. Ειδικότερα γίνεται αναφορά στον ρόλο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που του προσέδιδε, και  συνεχίζει να προσδίδει σε μικρότερο πλέον βαθμό, η Ελληνική Πολιτεία και αντιστοίχως στην θέση που έχει στο δόγμα της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας, αλλά και στην ιδιαίτερη  "συμβίωση" του θρησκευτικού με τον πολιτικό γάμο στην ελληνική νομοθεσία. Ακολουθούν παρατηρήσεις για τα νέα δεδομένα στην ελληνική κοινωνία που έχουν οδηγήσει σε νέες μορφές νομικής κατοχύρωσης της συμβίωσης δύο ατόμων. Ταυτόχρονα παρουσιάζονται οι ομοιότητες και οι διαφορές  του γάμου από το σύμφωνο συμβίωσης. Τέλος στο πλαίσιο αξιολόγησης των νέων αυτών δεδομένων τονίζεται (και προτείνεται) το δικαίωμα των πολιτών, με βάση το άρθρο 13 Σ, ο θρησκευτικός τους γάμος να έχει ταυτόχρονα και νομική ισχύ, χωρίς η αξίωσή τους αυτή να συνιστά κάτι το παρωχημένο.
Το καθεστώς χριστιανικών κοινοτήτων στη μουσουλμανική κοινωνία μέσα από το έργο Kitāb al-umm του al-Shāfi‘ī (767-820 μ.Χ.)
Θεοδώρα Ζαμπάκη
Το έργο Kitāb al-umm του νομομαθούς al-Shāfi‘ī (150-204/767-820) περιέχει ένα πρότυπο συμφωνίας νομικού χαρακτήρα, το οποίο καθόριζε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των χριστιανών που ζούσαν σε μια περιοχή υπό μουσουλμανικό έλεγχο και διακυβέρνηση. Το κείμενο αυτό θεωρείται παράλληλο του διατάξεων που είναι γνωστές με το όνομα «Διατάξεις του Ούμαρ» (al-Shurūṭ al-‘Umariyya). Πρόκειται για ένα πρότυπο συμφωνίας που θα παραχωρούσε ένας ηγέτης για τους μη μουσουλμάνους της περιοχής του. Σκοπός της εν λόγω συμφωνίας είναι η διασφάλιση της ειρηνικής συμβίωσης και η προστασία της μουσουλμανικής κοινωνίας από τις ανεπιθύμητες επιρροές της χριστιανικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, η συμφωνία αυτή περιέχει τις αντιλήψεις της σχολής του al-Shāfi‘ī σχετικά με τις σχέσεις των dhimmī, δηλαδή των μη μουσουλμάνων πολιτών, που ζούσαν μέσα στη μουσουλμανική κοινωνία, και των μουσουλμάνων. 
Το πρότυπο συμφωνίας περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων που είχαν σχέση με τη θέση των προστατευόμενων μη μουσουλμάνων (dhimmī) στην ισλαμική κοινωνία. Το πρότυπο της συμφωνίας ξεκινά με την επίκληση του Θεού, το όνομα του ηγέτη και την ημερομηνία. Έπειτα, αναφέρεται στους χριστιανούς της συγκεκριμένης πόλης, στους οποίους παραχωρείται η συμφωνία προστασίας και ασφάλειας (amān) για όσο χρονικό διάστημα θα τηρούνται οι όροι που περιγράφονται στη συνέχεια. Οι αυτοί όροι αναφέρονται στον τρόπο συμπεριφοράς απέναντι στους μουσουλμάνους, στη διακριτή ενδυμασία, στη λεπτομερή περιγραφή του φόρου που πρέπει να πληρώνεται στις μουσουλμανικές αρχές, και στη βοήθεια που πρέπει να προσφέρεται στους μουσουλμάνους. Τελειώνει με αναφορά στην τήρηση των ανωτέρω όρων και τα ονόματα των μαρτύρων.
Συγκρίνοντας τους όρους αυτούς με άλλους τύπους συμφωνιών ή συνθηκών, διαπιστώνουμε ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι λιγότερο ανεκτικές, επιβάλλοντας περισσότερους περιορισμούς στους dhimmī, από όσα αναφέρονται, π.χ στο έργο του Abū Yūsuf. Ωστόσο, είναι λιγότερο περιοριστικές από όσες διατάξεις παρατίθενται στις αποκαλούμενες «Διατάξεις του Ούμαρ».
Πρώιμες συζητήσεις για το καθεστώς των χριστιανών στη μουσουλμανική κοινωνία: Οι απόψεις του αρχιδικαστή Abū Yūsuf (731-798 μ.Χ.)
Ηλίας Γιαννάκης
Το ζήτημα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των χριστιανών που ζούσαν μέσα στην πρώιμη μουσουλμανική κοινωνία απασχόλησε τους μουσουλμάνους ηγέτες και νομομαθείς σε όλη σχεδόν την περίοδο του 8ου και 9ου μ.Χ. αιώνα. Ένα πρώιμο έργο που διασώζει τέτοιες μαρτυρίες είναι το «Βιβλίο έγγειου φόρου» του μουσουλμάνου αρχιδικαστή Abū Yūsuf (731-798 μ.Χ.). Ο Abū Yūsuf, απαντώντας σε ερώτημα του χαλίφη Hārūn ar-Rashīd (786-809 μ.Χ.), αναφέρει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των χριστιανών είχαν προσδιοριστεί με βάση τις συνθήκες και τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί μεταξύ των ηγετών των αραβικών στρατευμάτων και εκπροσώπων πόλεων και περιοχών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής κατά την περίοδο των πρώιμων αραβικών κατακτήσεων του 7ου αιώνα. Με βάση εκείνες τις συμφωνίες εξασφαλιζόταν η προστασία των δικαιωμάτων της ζωής, της οικογένειας, της περιουσίας, των εκκλησιών και των τόπων λατρείας, καθώς και των τρόπων ζωής, ενδυμασίας και εμπορίου των χριστιανών στην περιοχή τους. Οι όροι αυτών των συνθηκών ήταν δεσμευτικοί για τους μουσουλμάνους, εφόσον οι χριστιανικές κοινότητες τηρούσαν τους όρους των συνθηκών και πλήρωναν τον φόρο που συμφωνήθηκε.
Οι μαρτυρίες του Abū Yūsuf εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των συζητήσεων για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μη μουσουλμάνων που απασχόλησαν τους μουσουλμάνους νομομαθείς, καθώς και τους μουσουλμάνους πολιτικούς ηγέτες που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης. Φαίνεται πως το ζήτημα αρχικά αφορούσε τη διαφύλαξη της μουσουλμανικής ταυτότητας και τη διάκριση και υπεράσπιση των δικαιωμάτων και προνομίων της μουσουλμανικής άρχουσας τάξης σε μια κοινωνία, όπου οι μη μουσουλμάνοι σε πολλές περιοχές, που ήταν υπό μουσουλμανικό έλεγχο, αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων.
Θρησκευτική Ετερότητα: To Πρίσμα της Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων
Κυριάκος Μικέλης
Η ανακοίνωση εξετάζει, υπό την οπτική της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων, τον ρόλο της θρησκείας και ειδικότερα της θρησκευτικής ετερότητας στη διεθνή πολιτική. Έμφαση δίνεται στο αν και πώς η θρησκευτική διαφορά αναδεικνύεται ως πηγή σύγκρουσης ή ευκαιρία για συνεργασία μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων σε επίπεδο τόσο ενδοκρατικό όσο και διακρατικό. Η σχετική ανάλυση περιλαμβάνει τη θέση περί σύγκρουσης των πολιτισμών (ιδίως ως προς την έντονη θρησκευτική της διάσταση) καθώς και τις ποικίλες απόπειρες διαπολιτισμικού και δη διαθρησκευτικού διαλόγου αλλά και τα διακυβεύματα για τη θρησκευτική ταυτότητα κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Η συνάντηση των θρησκευτικών κοινοτήτων στον επέκεινα της Γης διαστημικό χώρο:
ιστορία και σύγχρονη κατάσταση.
Δημήτριος Αλεξόπουλος
Στο επέκεινα της Γης εξωατμοσφαιρικό διαστημικό πεδίο, ένα χώρο με θεμελιώδη και πολύπτυχη για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας σημασία, διακρίνουμε πέντε διεθνείς συναντήσεις διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων και παραδειγμάτων, βασιζόμενοι σε δικαϊκά, ιστορικά και ανθρωπολογικά δεδομένα.
To επίκεντρο της Α΄ Διεθνούς Συνάντησης, ή Μεγάλης Συνάντησης, τοποθετείται στην αποκαλυπτική εποχή του ανθρώπου, ενώ το πέρας της τελευταίας εγγίζει τις αρχές του 20ου αιώνα με την ίδρυση της Διεθνούς Αστρονομικής Ένωσης (1919). Οι αποκαλυπτικές αυτές χιλιετίες του ανθρώπου ονοματοδότησαν τα γνωστά σε εκείνους σώματα του υπερκείμενου της γης υπαρκτικού χώρου με χρήση ονομάτων από τις οντολογικές κατηγορίες των Θεών και των ηρώων, μεταμορφώνοντας το διαστημικό χώρο σε μια δοξαστική συνάντηση των θρησκευτικών αυτών οντοτήτων.
Η Β΄ Διεθνής Συνάντηση περιστρέφεται γύρω από το εγχείρημα των εθνών της σύγχρονης εποχής να διατυπώσουν δικαϊκά τις βασικές αρχές της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας στο διάστημα. Καρπός της προσπάθειας αυτής είναι το θεσμικό πλαίσιο του Δικαίου του Διαστήματος. Η ποιότητα ωστόσο της εφαρμογής του Διεθνούς αυτού Δικαίου του Διαστήματος εξαρτάται από την ποιότητα του εσωτερικού θεσμικού πλαισίου των κρατών τα οποία το δημιουργούν και το συνομολογούν, και κυρίως των κρατών εκείνων που δικαιοπολιτικά και τεχνολογικά ηγούνται της ανθρώπινης διαστημικής προσπάθειας.
Στη συνέχεια, αφετηρία της Γ΄ Διεθνούς Συνάντησης, ή Συνάντησης της Σελήνης, είναι η ψυχροπολεμική αρχή της Διαστημικής εποχής (1960). Κορυφώνεται η Συνάντηση αυτή με τις διάσημες διαστημικές αποστολές «Απόλλων» και την κατάθεση στο σεληνιακό έδαφος του διάσημου «Δίσκου της Σελήνης», και του «Μηνύματος Καλής Θελήσεως», το οποίο ο τελευταίος μεταφέρει.  Η Ορθοδοξία είναι παρούσα στη μεγάλη αυτή στιγμή. Η Ορθόδοξη συμβολή προέρχεται από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Γ΄ της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου και επικεφαλής της νεοσύστατης, ελεύθερης τότε, Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Δ΄ Διεθνής Συνάντηση, ή Συνάντηση στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, λαμβάνει τη σκυτάλη την αυγή της τρίτης χιλιετίας με την κατασκευή του ομώνυμου τεχνητού δορυφόρου και τη λειτουργία του σε τροχιά γύρω από τη Γη (2000). Για δεκαεπτά περίπου χρόνια, η Συνάντηση συνεχίζει να εκτυλίσσεται καθώς συνεπεκτείνεται με το ιστορικό συνεχές του Σταθμού με ορίζοντα το έτος 2028, πιθανή χρονολογία λήξης της αποστολής του εν λόγω διαστημικού εγχειρήματος. Ταχύτατα ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός καθίσταται οικουμενικό forum πολυθρησκευτικής έκφρασης με χριστιανικής, ιουδαϊκής, ισλαμικής και ανατολικής.
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συναντήσεις, στην Ε΄ Διεθνή Συνάντηση, ή Συνάντηση των Ονειροπόλων,  φιλοδοξεί να πρωταγωνιστήσει, η ιδιωτική πρωτοβουλία. Η συνάντηση διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων χωρίς τη χρήση της πολιτειοκεντρικής οδού αρχίζει να καθίσταται δυνατή μέσα από μια σειρά επιστημονικών και τεχνολογικών επαναστάσεων τις οποίες ευαγγελίζονται εταιρικά μεγαθήρια όπως ο Elon Musk της Space X, Bas Lansdorp της Mars One, o Jeff Bezos της Βlue Origin, και φυσικά, της Amazon, και η ομάδα ερευνητών γύρω από τους Ray Kurzweil της Google και Peter Diamantis της X Prize Foundation. O ολοένα και αναπτυσσόμενος ιδιωτικός τομέας της διαστημικής τεχνολογίας προετοιμάζει το έδαφος αυτοδύναμης πρόσβασης και δραστηριότητας των θρησκευτικών κοινοτήτων, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο, στο μέλλον του διαστήματος.
Θρησκευτική ετερότητα και δογματικές έριδες στην πρώιμη χριστιανική και πρωτοβυζαντινή τέχνη
Νικόλαος Χαροκόπος
Ο 4ος αι. μ. Χ. απετέλεσε τη σημαντικότερη τομή στην ιστορία της Εκκλησίας από την ίδρυσή της. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων τίθεται τέρμα στην εποχή των διωγμών και έως το τέλος του αιώνα ο Χριστιανισμός θα αποβεί η μόνη επίσημη θρησκεία του Imperium. Ταυτόχρονα, ο 4ος και οι επόμενοι αιώνες χαρακτηρίζονται από έντονες διεργασίες και συγκρούσεις σχετικά με τον καθορισμό των ορθών χριστιανικών διδασκαλιών και της διοίκησης της Εκκλησίας, οι οποίες κορυφώνονται στις Επτά Οικουμενικές Συνόδους. 
Κατά την ίδια εποχή εξελίσσονται και διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά της μνημειακής χριστιανικής τέχνης, η οποία αφομοιώνει την ελληνορωμαϊκή τέχνη, την παραλλάσσει και εξελίσσει, ώστε να εκφράζει τις διδασκαλίες της νέας θρησκείας. 
Στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης, η προσοχή θα στραφεί στην παράλληλη συνεξέλιξη του χριστιανικού δόγματος και τέχνης και στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Μέσα από μνημειακά σύνολα από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι και το τέλος, περίπου, της πρωτοβυζαντινής περιόδου, θα ερευνηθούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτύπωσης διαφόρων δογματικών θέσεων, τόσο αυτών που συνιστούν μία θρησκευτική ετερότητα, αλλά και εκείνων που εκφράζουν την επικρατούσα, ανά περίοδο, θεολογία. 
Στο πρώτο τμήμα θα μελετηθεί η περίπτωση της επίδρασης του Αρειανισμού, αλλά και η δήλωση του Ορθόδοξου Δόγματος σε μνημεία της Ραβέννας από τον 6ο αι., κατά τη διάρκεια της οστρογοτθικής εξουσίας στην πόλη και αμέσως μετά την ανακατάληψή της από τους Βυζαντινούς.
Στο δεύτερο τμήμα, η προσοχή θα στραφεί σε μία σύγκρουση που έχει ως επίκεντρο την ίδια την εικονιστική τέχνη, την Εικονομαχία. Θα παρουσιαστούν μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις από την Κωνσταντινούπολη και τη Νίκαια, που δεικνύουν διάφορες εκφάνσεις του εικονομαχικού ζητήματος, αλλά και της οριστικής αποκατάστασης των εικόνων μετά το 843.
Η έννοια της γνωστής θρησκείας: Η περίπτωση των Γ.Ο.Χ Ελλάδος
π. Χρύσανθος Καρατζαφέρης - Ελένη Παλιούρα
Το Παλαιοημερολογίτικο ζήτημα στην Ελλάδα θα μπορούσε να πει κανείς πως  είναι ένα ~φαινόμενο~.  Σε μία χώρα των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, πέραν της  Εκκλησίας της Ελλάδος, υπάρχει και η Εκκλησία «Γ.Ο.Χ. Ελλάδος», όπως χαρακτηριστικά ονομάζεται. Αρχή του τέλους για τη χρήση του Ιουλιανού ημερολογίου στην Ελλάδα, θεωρείται η εκλογή του Μελετίου Μεταξάκη ως  Μητροπολίτου Αθηνών. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ο μη συνεορτασμός του Πάσχα με τους Εβραίους. Προς λύση αυτού του προβλήματος η  Εκκλησία της Ελλάδος πρότεινε προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο να προστεθούν οι 13 ημέρες χωρίς την μεταβολή του Πασχαλίου.  Με απόφαση του Πανορθοδόξου Συνεδρίου στην Κωνσταντινούπολη καθιερώνεται και επίσημα το Γρηγοριανό ημερολόγιο και στο εορτολόγιο χωρίς την μεταβολή όμως του Πασχαλίου. Με τηλεγράφημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς την Εκκλησία της Ελλάδος, την καλεί όπως εφαρμόσει  απαράκλητα την απόφαση του, γεγονός που ήταν και η αρχή του ημερολογιακού σχίσματος. Το έτος 1935 γίνεται η πρώτη αποτοίχιση τριών Μητροπολιτών από την Εκκλησία της Ελλάδος, προκειμένου να ηγηθούν του αγώνα των παλαιοημερολογιτών όπου είχε αρχίσει από το 1925. 
Το ως άνω ιστορικό πλαίσιο αποτελεί τη βάση της προσέγγισης του θέματος της εισήγησης, καθώς μια θρησκευτική κοινότητα κινείται παράλληλα σε δύο δικαιοταξίες: τη θρησκευτική και την πολιτειακή. Προκειμένου, λοιπόν, να μελετήσει κάποιος ένα ζήτημα θρησκευτικού φαινομένου που σχετίζεται με την πολιτειακή έννομη τάξη, όπως είναι το ζήτημα της γνωστής θρησκείας, θα πρέπει να το μελετήσει αρχικά στη βάση του, δηλαδή εντός του πλαισίου της θρησκευτικής δικαιοταξίας. Ειδικότερα, οι Γ.Ο.Χ νομικά θεωρούνται πλέον γνωστή θρησκεία στην ελληνική έννομη τάξη (η ελληνική έννομη τάξη εφαρμόζει το καθεστώς της γνωστής θρησκείας και ΟΧΙ της αναγνωρισμένης), αλλά το ζήτημα αυτό δεν είναι τόσο απλό. Πιο αναλυτικά, δεν έχουμε να κάνουμε με μία θρησκευτική κοινότητα, αλλά με ένα σύμπλεγμα θρησκευτικών κοινοτήτων, που κάθε μία από αυτές θα πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ώστε να θεωρηθεί γνωστή θρησκεία. Η εισήγηση σε αυτό το σημείο θα κινηθεί με γνώμονα το ν.4301/2014 που προβλέπει τεκμήριο γνωστής θρησκείας προς διευκόλυνση της δικηγορικής και δικαστηριακής πρακτικής, καθώς και ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών λειτουργών και θρησκευτικών κοινοτήτων.
 
 
 
Εκ της Αρχισυνταξίας