Τάτση Κωνσταντίνα - Ασκούμενη Δικηγόρος

Η Κωνσταντίνα Τάτση είναι ασκούμενη Δικηγόρος και απόφοιτος του τμήματος Νομικής ΕΚΠΑ. Διδάσκει ξένες γλώσσες επί σειρά ετών. 

Θρησκεία και Εκπαίδευση

Η σχέση θρησκείας και εκπαίδευσης αναδεικνύει μία σειρά ζητημάτων που σχετίζονται αφενός με την ταυτότητα και την αποστολή του Κράτους αφετέρου με την απόλαυση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία που απολαμβάνουν ανεξαιρέτως όλοι οι άνθρωποι περιέχει την αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας, αλλά και την αρχή του πλουραλισμού που διέπει τα σύγχρονα δυτικά Κράτη. Στην Ελλάδα, το ζήτημα αυτό τέθηκε πρόσφατα στο νομικό προσκήνιο με τις δύο πολυσυζητημένες αποφάσεις του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, ΣτΕΟλ 660/2018 και ΣτΕΟλ 926/2018. Οι αποφάσεις αυτές ακύρωσαν τις ΥΑ υπ’ αριθμ. 143575/Δ2/13.9.2016, «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο» και υπ’ αριθμ.143579/Δ2/7.9.2016 (ΦΕΚ Β΄/2906) με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού Λυκείου» αντίστοιχα, λόγω ασυμβατότητας με το ισχύον Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Από τη μελέτη και μόνο της εν λόγω νομολογίας συγκριτικά με τη νομική βιβλιογραφία και αρθρογραφία, μπορεί να γίνει αντιληπτή η πληθώρα των απόψεων που έχουν διατυπωθεί. Οι απόψεις αυτές ξεκινούν από την ίδια νομική βάση και καταλήγουν σε ολότελα διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση. Το παρόν άρθρο αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση των βασικών προβληματικών της θρησκευτικής εκπαίδευσης μέσα στην πολιτειακή δικαιοταξία.
Πιο αναλυτικά, το θεμελιώδες δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται κατ’ αρχήν στα άρθρα 13 παρ. 1Σ (που είναι μη αναθεωρητέα διάταξη) και 9ΕΣΔΑ.Το δικαίωμα αυτό δεν έχει μόνο αμυντικό, αλλά και θετικό χαρακτήρα, δηλαδή το Κράτος δεν αρκεί να μην παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία των πολιτών αλλά, επιπλέον, οφείλει να την υποστηρίζει και να την προωθεί με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων.Στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας εντάσσεται αναμφίβολα και η ελευθερία της παροχής εκπαίδευσης σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις εκάστου προσώπου.
Πιο αναλυτικά και πάνω στο ζήτημα αυτό, σκόπιμο είναι να αναφερθεί ότι το άρθρο 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: Ουδείς δύvαται vα στερηθή τoυ δικαιώματoς όπως εκπαιδευθή. Παv Κράτoς εv τη ασκήσει τωv αvαλαμβαvoμέvωv υπ' αυτoύ καθηκόvτωv επί τoυ πεδίoυ της μoρφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται τo δικαίωμα τωv γovέωv όπως εξασφαλίζωσι τηv μόρφωσιv και εκπαίδευσιv ταύτηv συμφώvως πρoς τας ιδίας αυτώv θρησκευτικάς και φιλoσoφικάς πεπoιθήσεις.Αναγνωρίζεται δηλαδή στους γονείς δικαίωμα εκπαίδευσης των τέκνων τους σύμφωνα με τις οικείες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Το ΕΔΔΑ έχει χρησιμοποιήσει πολλαπλώς το δικαίωμα αυτό στο σκεπτικό του, αναγνωρίζοντας πως η αρχή του πλουραλισμού (η οποία εξειδικεύει κανονιστικά το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας) δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη μιας θρησκευτικής εκπαίδευσης που θα σέβεται τις διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Εντός του πλαισίου αυτού, βέβαια, εντάσσεται και η παροχή τέτοιου είδους εκπαίδευσης κατά την ορθή διδασκαλία μιας θρησκείας, εάν πρόκειται για θρησκευτική εκπαίδευση που επικεντρώνεται στο μονοφωνικό ομολογιακό σύστημα (πρβλ. ΣτΕΟλ 926/2018 που θίγει με πολιτειακό τρόπο το θέμα της διαστρέβλωσης βασικών δογματικών θέσεων) και κατά τρόπο πλήρη και επιστημονικά ορθό στην περίπτωση πολυφωνικού ή θρησκειολογικού συστήματος.
Σχετικά με το πολυφωνικό και το μονοφωνικό σύστημα θρησκευτικής εκπαίδευσης, το ΕΔΔΑ έχει διατυπώσει στο σκεπτικό του ότι τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο είναι θεμιτό για την καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης και την παροχή ενός ολοκληρωμένου συστήματος θρησκευτικής εκπαίδευσης σε ένα κράτος, αρκεί, όμως, να μην παραβιάζεται η ελευθερία ανάπτυξης των οικείων φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Και το μάθημα θρησκευτικών ομολογιακού χαρακτήρα δηλαδή κρίνεται θεμιτό, εφόσον πρόκειται για τη διδασκαλία ενός θρησκεύματος που έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ιστορία και την παράδοση ενός κράτους, αρκεί να προβλέπονται λύσεις για τους πολίτες που δεν είναι μέλη της σχετικής θρησκευτικής κοινότητας (απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, προαιρετικό μάθημα κτλ). Η επιλογή του μονοφωνικού ή του πολυφωνικού συστήματος είναι στην κρίση του εθνικού νομοθέτη, στην οποία το ΕΔΔΑ δεν είναι δυνατόν να παρέμβει. 
Βάσει των ανωτέρω, λοιπόν, καθίσταται αντιληπτή η εικόνα της θρησκευτικής ουδετερότητας, όχι ως αποστροφής του κράτους από κάθε ζήτημα που αναφέρεται στο θρησκευτικό φαινόμενο, αλλά ως απόρροιας του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και ως κρατικής υποχρέωσης αποχής από τα εσωτερικά ζητήματα των θρησκευτικών κοινοτήτων που λειτουργούν εντός της πολιτειακής έννομης τάξης. Η θρησκευτική εκπαίδευση είναι σαφώς ένα ζήτημα που απασχολεί τον ευαίσθητο τομέα των σχέσεων κράτους – θρησκευμάτων, χωρίς, όμως, να επηρεάζεται από το ισχύον σύστημα των σχέσεων αυτών ως προς το σεβασμό της θρησκευτική ελευθερίας του συνόλου των πολιτών.  
Στο Ελληνικό Σύνταγμα η εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα βασικά καθήκοντα του κράτους και υπηρετεί συγκεκριμένες αρχές (άρθρο 16 παρ. 2 Σ), ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης. Η εν λόγω ανάπτυξη έχει πολλές φορές ερμηνευτεί (κυρίως από τη νομολογία του ΣτΕ, καθώς μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας και της αρθρογραφίας διαφωνεί) υπό το πρίσμα της «επικρατούσας θρησκείας» του άρθρου 3 παρ. 1 Σ, κρίνοντας ότι συμβατή με το Σύνταγμα είναι μόνο η επιβολή μιας ομολογιακής-μονοφωνικής εκπαίδευσης του ορθόδοξου δόγματος. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου «…δεν νοείται η θρησκειολογική συνείδηση ώστε ο μαθητής να γίνεται κοινωνός όλων των θρησκευτικών ρευμάτων και μελλοντικά να επιλέξει μια θρησκεία μεταξύ πολλών, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν πέρα από την θέληση του νομοθέτη, αφού ο σκοπός της διάταξης αυτής (του άρθρου 16 παρ.2) είναι η διατήρηση του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος που ασπάζεται η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών». Επίσης, σύμφωνα με την κοινή νομοθεσία, σκοπός του μαθήματος είναι να καταστήσει τους μαθητές «κοινωνούς των αληθειών της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης». Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) απεφάνθη υπέρ της υποχρεωτικής διδασκαλίας και παρακολούθησης του μαθήματος των θρησκευτικών, κρίνοντας παράλληλα ότι η απαλλαγή από αυτό προϋποθέτει αξιόπιστη δήλωση των γονέων των μαθητών ότι οι τελευταίοι είναι άθεοι, ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοί. Επιπροσθέτως, και κατά την ίδια νομολογιακή γραμμή, το ΣτΕ έκρινε ότι οφείλεται η εξασφάλιση της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών για ικανό αριθμό ωρών σε εβδομαδιαία βάση.
Στη νομολογία του ΣτΕ, η οποία έχει διατηρήσει ίδια στάση έως σήμερα στο ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών, έχει ασκηθεί βαριά κριτική με επιχειρήματα βασισμένα στο Σύνταγμα (13 παρ.1) και στην ΕΣΔΑ (άρθρο 9) απ’ όπου μπορεί να προκύψει ότι η εκπλήρωση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας των μαθητών και των γονέων τους, μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από μια προαιρετική θρησκευτική εκπαίδευση ή μέσω ενός συστήματος θρησκευτικής εκπαίδευσης βασισμένου στο πολυφωνικό και μη ομολογιακό σύστημα, δηλαδή μέσω ενός μαθήματος θρησκειολογικού τύπου.
Από τα ως άνω, αλλά και από τη διεξοδική μελέτη του θέματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, καθώς και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, προκύπτει πλήθος προβληματισμών. Οι σημαντικότεροι ίσως έχουν να κάνουν με το δικαίωμα (την ύπαρξη δικαιώματος ή μη) μιας πλειοψηφικής ομάδας να επιβάλλει ένα μονοφωνικό μάθημα θρησκευτικών, αλλά και με το αν η απαλλαγή από το εν λόγω μάθημα συνιστά αφορμή για διακρίσεις στο σχολικό περιβάλλον. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο προγραμματισμός ενός ομολογιακού μαθήματος θρησκευτικών με γνώμονα μια πλειοψηφική ομάδα είναι περισσότερο ένα είδος κοινωνικής κατασκευής που έχει μεταφερθεί στο νομικό προσκήνιο. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για μια ορθή και υπαρκτή κοινωνική ανάγκη, όμως, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί ως δεδομένο ότι οι γονείς που είναι μέλη της Ορθόδοξης κοινότητας επιθυμούν την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με την οικεία δογματική διδασκαλία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το ζητούμενο είναι η προστασία της θρησκευτικής ισότητας και η διασφάλιση της μη ύπαρξης διακρίσεων λόγω θρησκεύματος. 
Σύμφωνα με το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το μάθημα των θρησκευτικών είναι απαραίτητο να επικεντρώνεται στη μεταφορά επιστημονικών γνώσεων, ανεξάρτητα με το αν αυτές έχουν ως βάση ένα και μόνο δόγμα. Η κρίση αυτή φαίνεται ορθή, καθώς δίνει το περιθώριο μιας θρησκευτικής εκπαίδευσης απαλλαγμένης από ανάγκη εξαιρέσεων. Βέβαια, το σκεπτικό ενός ξένου προς την εθνική έννομη τάξη δικαστηρίου μόνο συγκριτική αξία μπορεί να έχει για την τελευταία, καθώς το θρησκευτικό φαινόμενο δεν έχει εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο στο σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων. Στο ανωτέρω πλαίσιο, συνεπώς, και με γνώμονα τα ελληνικά δεδομένα, η Πολιτεία οφείλει να διαμορφώσει το πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών σεβόμενο τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις της μεγάλης πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, οι οποίες πρέπει να μεταδίδονται στις επόμενες γενιές. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να γίνεται με τρόπο που να καλλιεργεί την μισαλλοδοξία. Αντιθέτως, είναι αναγκαίο να προβάλλει και να μεταδίδει τις θεμελιώδεις αξίες της ανεκτικότητας και να προωθεί την ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία ατόμων που προέρχονται από διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις.   
 
Ενδ. Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:
Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Οι ανεξάρτητες αρχές για ζητήματα θρησκείας (Συνήγορος του Πολίτη - Αρχή Προστασίας Δεδομένων), [Σειρά: Νομοκανονικά Παράφυλλα - τ. 1], 2018.
Α. Μανιτάκης, Οι σχέσεις της εκκλησίας με το κράτος-έθνος, 2000.
Γ. Σωτηρέλης, Θρησκεία και εκπαίδευση, 1993.