Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου του ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
 
 

Ζητήματα συνταγματικότητας διατάξεων του Ν. 4301/2014, για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα1 

 

Τον Οκτώβριο του 2014, μετά από ολιγόμηνη δημόσια διαβούλευση, τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4301/2014, υπό το γενικό τίτλο «Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων».

Όπως προκύπτει από την εκτενή Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, πρόθεση του συντάκτη του ήταν να οργανώσει ορθολογικότερα, και πάντως με βασικό κριτήριο την ισότιμη μεταχείριση, το πραγματικά άναρχο τοπίο των ποικίλων μορφών νομικής προσωπικότητας, με τις οποίες, μέχρι την έκδοση του Ν. 4301/2014, είχαν περιενδυθεί οι διάφοροι εκκλησιαστικοί και θρησκευτικοί οργανισμοί ή θρησκευτικές κοινότητες της χώρας.

Ωστόσο, όπως θα εξηγήσω, εκθέτοντας βεβαίως τις προσωπικές μου εκτιμήσεις, τελικά ο Ν. 4301/2014 περιέπλεξε περισσότερο τα πράγματα. Και τούτο, όχι μόνον διότι κατέστησε ακόμη πιο σύνθετη την προηγούμενη κατάσταση, αλλά και γιατί βασικά κανονιστικά του σημεία του νόμου νομίζω ότι δύσκολα συμβαδίζουν με το ίδιο το Σύνταγμα.

Αλλά, πριν προχωρήσουμε στην όποια κριτική μας, ας θέσουμε κατ’ αρχάς το συνταγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να ερμηνευθούν οι κανονιστικές ρυθμίσεις και οι δικαιοπολιτικές στοχεύσεις του επίμαχου νόμου, παρουσιάζοντας στη συνέχεια τα κύρια σημεία του.

Το δικαίωμα της συνένωσης (ή του ‘συνεταιρίζεσθαι’) για την επιδίωξη θρησκευτικών σκοπών, συνιστά την πλέον άμεση απόρροια της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτοδιοικήσεως των θρησκευτικών κοινοτήτων, στο πλαίσιο του ευρύτερου δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. 

Σε εφαρμογή του πρώτου, τα θρησκεύματα μπορούν για την υλοποίηση των οικείων σκοπών να ιδρύουν, οργανώνουν και λειτουργούν νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του εγκεκριμένου καταστατικού τους ή του εσωτερικού κανονικού δικαίου. 

Το σύνολο των ανωτέρω δικαιωμάτων υπάγεται στους γνωστούς περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας (13 § 2 εδ. β΄ Σ.), που είναι το Σύνταγμα, οι νόμοι, η δημόσια τάξη (33 ΑΚ) και τα χρηστά ήθη.

Το δικαίωμα της συνένωσης για θρησκευτικούς σκοπούς έχει επανειλημμένως και από μακρού απασχολήσει τόσο τη θεωρία, όσο και τη νομολογία. Ωστόσο, την ευρύτερη νομική δημοσιότητα γνώρισε με την απόφαση ΕΔΔΑ Καθολική Εκκλησία ‘Παναγία των Χανίων’ vs Ελλάδας (16.12.1997). Το Στρασβούργο με την απόφασή του δέχθηκε ότι: 

(α) οι θρησκευτικές κοινότητες, ανεξάρτητα από τη νομική τους προσωπικότητα, είναι πάντως υποκείμενα των δικαιωμάτων που εγγυάται η ΕΣΔΑ, τα οποία μπορούν να ασκούν στο όνομα των μελών τους, και, 

(β) στην περίπτωση της Καθολικής Εκκλησίας Χανίων, με τη αναγνώριση από τα ελληνικά δικαστήρια της νομικής της προσωπικότητας, περιορίστηκε το δικονομικό δικαίωμα της Καθολικής εκκλησίας περί προσφυγής της σε δικαστήριο (6 § 1 ΕΣΔΑ). Κατά την ίδια απόφαση, η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα έχει μία νομική προσωπικότητα sui generis. 

Λίγο μετά, η ελληνική πολιτεία εξέδωσε το άρθ. 33 του N. 2731/1999, ορίζοντας ότι: «Στα νομικά πρόσωπα που έχουν διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 13 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, συμπεριλαμβάνονται και τα προ της 23.2.1946 συσταθέντα ή λειτουργούντα καθιδρύματα της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα». Ρύθμιση που, όμως, δεν ικανοποίησε το πάγιο αίτημα της Καθολικής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την αναγνώριση της νομικής προσωπικότητας ειδικής μορφής των καθολικών καθιδρυμάτων, όπως την προβλέπει ειδικώς το κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας, χωρίς δηλαδή πολιτειακή μεσολάβηση του πολιτειακού δικαίου.

Είναι πρόδηλο, ότι η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας στα θρησκεύματα ή τις επιμέρους οργανωτικές τους υποδιαιρέσεις, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την εκ μέρους τους ακώλυτη απόλαυση μίας σειράς συνταγματικών δικαιωμάτων ή και απλών διαδικαστικών ευχερειών, που συνδέονται με τη δημόσια ή ιδιωτική δράση τους και την παρουσία ή νόμιμη εκπροσώπησή τους στην καθημερινή δικαστική, εξώδικη ή οικονομική συναλλακτική δραστηριότητα.

Ειδικότερα, η κτήση νομικής προσωπικότητας καθιστά εφικτή την εξυπηρέτηση ζωτικής σημασίας αναγκών των θρησκευμάτων, όπως είναι η απόκτηση περιουσίας, η ανάληψη νομικών και οικονομικών υποχρεώσεων, η δικαιοπρακτική ικανότητα για τη σύναψη συμβάσεων ή την κατάρτιση δικαιοπραξιών, η δικονομική παράσταση στο δικαστήριο, η αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις, και πολλές ακόμη νομικής και συναλλακτικής φύσεως πράξεις. 

Όπως είναι προφανές, η όποια συνταγματική ή διεθνής διακήρυξη περί της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας, θα αποτελούσε μία προκλητική φενάκη, όσο πανηγυρική και αν ήταν η σχετική διατύπωση, αν δεν περιελάμβανε, 

πρώτον, την εγγύηση ότι τα θρησκεύματα μπορούν να συμμετέχουν στις νομικές ή οικονομικές συναλλαγές ιδρύοντας ελεύθερα και υπό τις κοινές για όλους προϋποθέσεις νομικά πρόσωπα και, 

δεύτερον, ότι η δυνατότητα αυτή τους παρέχεται με τρόπο ισότιμο και χωρίς αυθαίρετες διακρίσεις. 

Με την τελευταία παρατήρηση καθίσταται σαφές ότι το δικαίωμα της συνένωσης για θρησκευτικούς σκοπούς συμπορεύεται στενά με το δικαίωμα της θρησκευτικής ισότητας, που προνοεί ώστε τα μέλη μίας κοινωνίας να απολαμβάνουν τα διάφορα ατομικά, πολιτικά, αστικά, κοινωνικά, φορολογικά ή άλλα δικαιώματα της οικείας έννομης τάξης, ανεξάρτητα από τις όποιες θρησκευτικές τους απόψεις ή την τυχόν ένταξή τους σε ορισμένη θρησκευτική κοινότητα. 

Ένα από τα πλέον συνήθη παραδείγματα:

το είδος της νομικής προσωπικότητας των θρησκευτικών οργανισμών επάγεται σημαντικές συνέπειες στο κρίσιμο πεδίο της κρατικής δημοσιονομικής και φορολογικής τους μεταχείρισης – η οποία προβλέπεται ως κατά κανόνα ευμενέστερη στα θρησκευτικά ΝΠΔΔ. 

Μετά τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις, ας δούμε πώς διαμορφωνόταν το τοπίο των θρησκευτικών νομικών προσώπων μέχρι την έκδοση του Ν. 4301/2014.

Κατ’ αρχάς, ένας πολύ μεγάλος αριθμός νομικών προσώπων, που υπερβαίνει τις 11.000, όπως είναι η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος και οι κυριότερες οργανωτικές της υποδιαιρέσεις (η Αρχιεπισκοπή και οι τοπικές Μητροπόλεις, οι Ενορίες με τους Ναούς τους και οι Μονές) καθώς και οι Ισραηλιτικές Κοινότητες, έχουν αναγνωρισθεί ex lege ως ΝΠΔΔ.

Για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήδη μιλήσαμε, σκιαγραφώντας τη ρεαλιστική εικόνα ενός γκρίζου και νομικά ασαφούς τοπίου, με μία προφανή αμφιθυμία του Έλληνα νομοθέτη να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς θα ήθελε να πράξει. Ήταν πάντως σίγουρο τι δεν μπορούσε να επιτρέψει, και νομίζω ότι είχε δίκιο: δεν επέτρεπε, δηλαδή, την ίδρυση νομικών προσώπων της Καθολικής Εκκλησίας, όπως η ίδια ανεξέλεγκτα θα το επιθυμούσε, δηλαδή με την έκδοση μίας απλής πράξης της οικείας της εκκλησιαστικής αρχής, χωρίς καμία πολιτειακή έγκριση. Έ, όχι δα!

Περαιτέρω οι πολυάριθμες εκκλησιαστικές κοινότητες των Παλαιοημερολογιτών, είχαν μέχρι την έκδοση του Ν. 4301/2014 συστήσει ένα επίσης ευρύ αριθμό ΝΠΙΔ, υπό τη μορφή των σωματείων, ιδρυμάτων ή αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν το έπραξαν, η έλλειψη νομικής προσωπικότητας δυσχέραινε δυσβάστακτα τις κινήσεις τους, με μία εξαίρεση: δικαιούνταν ως ενώσεις προσώπων, απλώς να παρίστανται ως διάδικοι στα δικαστήρια (άρθ. 62 § 2 ΚΠολΔ). 

Οι μουσουλμανικές μουφτείες της Δυτικής Θράκης αναγνωρίζονται πλέον σήμερα ως δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η περιουσία των μουσουλμανικών νομικών προσώπων (εκπαιδευτηρίων, μουφτειών κ.λπ.), χαρακτηρίζεται ως βακουφική με κοινωφελή χαρακτήρα. Επί των βακουφίων της Δ. Θράκης εφαρμόζεται ο Ν. 3647/2008, «Διοίκηση και διαχείριση των Βακουφίων της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Δυτική Θράκη και των περιουσιών τους», το άρθ. 4 § 1 του οποίου ορίζει ότι: «Τα υπάρχοντα βακούφια που περιλαμβάνουν ακίνητη περιουσία αποτελούν, από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, χωριστά ΝΠΙΔ και λογίζονται ως κοινωφελή ιδρύματα, που λειτουργούν προς εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίον έχουν συσταθεί». Η διοίκηση και διαχείριση των βακουφίων ασκείται σήμερα από Διαχειριστικές Επιτροπές που εδρεύουν στις πόλεις Κομοτηνή, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη και Διδυμότειχο.

Ερχόμαστε τώρα στον αστερισμό των απανταχού της ελληνικής επικράτειας προτεσταντικών ή ευαγγελικών κοινοτήτων. Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, οι ελληνικές προτεσταντικές κοινότητες αποτελούν ΝΠΙΔ για την εκπλήρωση των θρησκευτικών και λοιπών σκοπών τους. Ωστόσο, μέρος της θεωρίας είχε παλαιότερα υποστηρίξει - κυρίως ο αείμνηστος Καθηγητής μας Κ. Βαβούσκος - την άποψη ότι οι Ευαγγελικές Κοινότητες της Ελλάδας ορθότερο θα ήταν να θεωρούνται ως ΝΠΔΔ.

Τέλος, το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει την αυτοδιοίκηση της Αρμενικής Εκκλησίας, στα πλαίσια του ειδικού καταστατικού χάρτη που την διέπει, γνωστού και ως «Εθνικού Συντάγματος των Αρμενίων», επιφυλάσσοντας για την Εκκλησία αυτή τη συνταγματική προστασία που προβλέπει για όλες τις γνωστές θρησκείες το άρθρ. 13 Σ. Αν και στην ίδια την Αρμενική Εκκλησία δεν έχει απονεμηθεί νομική προσωπικότητα, εν τούτοις οργανωτικές της υποδιαιρέσεις αυτής - όπως λ.χ. οι ναοί – αποτελούν ΝΠΙΔ, υπό τη μορφή του ιδρύματος.

Ερχόμαστε τώρα στην αδρομερή παρουσίαση των διατάξεων του επίμαχου Ν. 4301/2014

Το άρθρο 1 εισάγει για πρώτη φορά στην εγχώρια νομοθεσία την έννοια της «θρησκευτικής κοινότητας», ορίζοντας αυτήν ως «ικανό αριθμό» φυσικών προσώπων με συγκεκριμένη θρησκευτική Ομολογία «γνωστής θρησκείας», που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι σε «ορισμένη γεωγραφική περιοχή», με σκοπό την κοινή άσκηση των λατρευτικών ή άλλων καθηκόντων, που απαιτούνται από την κοινή Ομολογία των μελών της.

Ήδη, από την πρώτη αυτή ανάγνωση διαπιστώνουμε τη θέσπιση μίας σειράς προϋποθέσεων με εντελώς ακαθόριστο εννοιολογικό περιεχόμενο - όπως «ικανός αριθμός προσώπων» ή «ορισμένη γεωγραφική περιοχή» - όροι προβληματικοί εν τη γενέσει τους, για τους οποίους θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Με το 2ο άρθρο εισάγεται ο νέος όρος «θρησκευτικό νομικό πρόσωπο» [εφεξής: ΘΝΠ], ως μία ένωση προσώπων της ίδιας θρησκευτικής κοινότητας, που έχουν σκοπό τη συστηματική και οργανωμένη άσκηση ή εκδήλωση των λατρευτικών και άλλων συναφών καθηκόντων τους.

Το ΘΝΠ αποκτά προσωπικότητα με την εγγραφή του στο «Ειδικό Δημόσιο Βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων», που τηρείται στο Πρωτοδικείο της έδρας του. 

Υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, για να συσταθεί ΘΝΠ χρειάζονται 300 τουλάχιστον πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του οικείου θρησκευτικού λειτουργού.

Ερχόμαστε τώρα στη διαδικασία και τις διατυπώσεις σύστασης ενός ΘΝΠ. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι για την εγγραφή του ΘΝΠ στο προαναφερθέν βιβλίο, η διοίκησή του υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Στην αίτηση επισυνάπτονται η συστατική πράξη του ΘΝΠ, υπογεγραμμένη από τους ιδρυτές με τα στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας τους, η Ομολογία πίστης, τα ονόματα των μελών της διοίκησης και του θρησκευτικού λειτουργού, πλήρες βιογραφικό του τελευταίου, ο τρόπος και ο χρόνος ανάδειξής του στη θέση αυτή, κατάλογος με τους λατρευτικούς χώρους του και ο κανονισμός του ΘΝΠ. 

Επισημαίνεται ότι το μέλος ενός ΘΝΠ δεν μπορεί να συμμετέχει ταυτόχρονα σε άλλο ΘΝΠ, της αυτής ή άλλης θρησκείας ή δόγματος. Αντίγραφο της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου και όλα τα δικαιολογητικά επιδίδονται, με επιμέλεια των αιτούντων, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων καθώς και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

Τα στοιχεία ταυτότητας των μελών-ιδρυτών του ΘΝΠ, πλην των μελών της διοίκησης που υπογράφουν την αίτηση, δεν γνωστοποιούνται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε τρίτους, ούτε περιλαμβάνονται στο τηρούμενο βιβλίο θρησκευτικών νομικών προσώπων.

Το ΘΝΠ διέπεται από Κανονισμό (άρθ. 4), που δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Το περιεχόμενο του Κανονισμού καθορίζει: α) την επωνυμία, η οποία περιέχει οπωσδήποτε τη βασική προσδιοριστική της θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα ή την πιστή απόδοσή της με ελληνικούς χαρακτήρες και την ένδειξη «Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο», β) την έδρα, γ) την εσωτερική οργανωτική δομή του, δ) τα όργανα της διοίκησης, τους όρους ανάδειξης ή διορισμού και παύσης τους και τους κανόνες λειτουργίας τους, ε) τους όρους ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής των θρησκευτικών λειτουργών, στ) τον τρόπο της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης, ζ) τους όρους εισόδου, αποχώρησης και αποβολής των μελών του, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, η) τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει το ανώτατο συλλογικό όργανο, θ) τους πόρους του και την προέλευσή τους, ι) τις τυχόν σχέσεις, αλληλεξαρτήσεις, πνευματικούς και διοικητικούς δεσμούς με ημεδαπό εκκλησιαστικό πρόσωπο, καθώς και με θρησκευτικές κοινότητες ή οργανώσεις της αλλοδαπής, ια) τους όρους τροποποίησης του κανονισμού και ιβ) τους όρους για τη διάλυση του νομικού προσώπου. 

Στον Κανονισμό ορίζεται με σαφήνεια η θρησκεία, το δόγμα και η Ομολογία πίστεως την οποία υπηρετεί το νομικό πρόσωπο, περιγράφονται οι διδασκαλίες και οι λατρευτικές εκδηλώσεις τους και αναφέρονται όλα τα ιερά κείμενα και οι κανόνες, οι οποίοι συγκροτούν το θρησκευτικό και οργανωτικό περιεχόμενό της και το δεσμεύουν.

Εφόσον κριθεί από το Πρωτοδικείο ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, η αίτηση γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο διατάζει (άρθρο 5): α) να δημοσιευθεί στον τύπο η Ομολογία πίστεως και περίληψη του Κανονισμού με τα ουσιώδη στοιχεία του, και, β) να εγγραφεί το νομικό πρόσωπο στο βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων. Ο κανονισμός επικυρώνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου. 

Το θρησκευτικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο, μετά την έκδοση της απόφασης.

Όπως προβλέπει το άρθ. 8 («Διοίκηση και Γενική Συνέλευση»), το ΘΝΠ διοικείται σύμφωνα με τον Κανονισμό του από τον οικείο θρησκευτικό λειτουργό ή από πολυμελές όργανο στο οποίο αυτός μετέχει αναγκαστικά.

Τα ΘΝΠ δικαιούνται να ιδρύουν ευκτήριους οίκους και γενικότερα χώρους λατρείας, κατασκηνώσεις, εκπαιδευτήρια, ραδιοφωνικούς σταθμούς, φιλανθρωπικά ιδρύματα, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και άλλα ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, για την ανάπτυξη της προσφοράς τους και την προώθηση των οικείων τους δραστηριοτήτων.

Το ΘΝΠ διαλύεται (άρθ. 10): (α) στις περιπτώσεις που προβλέπει ο κανονισμός του, (β) αν τα μέλη του μείνουν λιγότερα από 100, (γ) με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου αν το ζητήσει η διοίκηση του ΘΝΠ για οποιονδήποτε λόγο, (δ) αν το ζητήσει η εποπτεύουσα αρχή ή ο αρμόδιος εισαγγελέας στις εξής περιπτώσεις: (αα) αν δεν έχει τουλάχιστον έναν θρησκευτικό λειτουργό για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, (ββ) αν στην πραγματικότητα επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από αυτόν που ορίζει ο νόμος και (γγ) αν η λειτουργία του ΘΝΠ έχει καταστεί παράνομη ή ανήθικη ή αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να προβαίνει σε τακτικούς ή έκτακτους ελέγχους για τη διακρίβωση της νόμιμης λειτουργίας του ΘΝΠ. Αναστολή λειτουργίας του ΘΝΠ (άρθ. 11) επέρχεται μόνον εφόσον συντρέχουν λόγοι διάλυσής του ή κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης. Η διαδικασία προϋποθέτει αίτηση της εποπτεύουσας αρχής ή του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, και οδηγεί σε προσωρινή σφράγιση των εγκαταστάσεων με παράλληλη λήψη κατάλληλων ασφαλιστικών. Ωστόσο, η ισχύς της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες.

Ιδιάζουσας βαρύτητας είναι το άρθρο 12 Ν. 4301/2014 («Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο»), το οποίο παρουσιάζει ίσως, κατά τη γνώμη μας, τα περισσότερα προβληματικά σημεία. 

Ακούστε το: «1. Εκκλησία είναι η ένωση τουλάχιστον 3 ΘΝΠ της αυτής θρησκείας, η οποία έχει επισκοπική ή συνοδική ή άλλη κεντρική δομή, λειτουργεί βάσει του κανονισμού της και διοικείται από εκλεγμένα ή διορισμένα, ατομικά ή συλλογικά όργανα. Για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας και την εγγραφή της στο ειδικό βιβλίο, απαιτείται η κατάθεση κοινής αίτησης των θρησκευτικών νομικών προσώπων στο πρωτοδικείο της έδρας της Εκκλησίας, στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη, οι Ομολογίες πίστεως και των τριών θρησκευτικών προσώπων, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, η οποία αποτελείται απαραίτητα και από θρησκευτικούς λειτουργούς των μελών της και ο κανονισμός της. Οι διατάξεις που ισχύουν για τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις Εκκλησίες. Η επωνυμία της περιέχει οπωσδήποτε και την ένδειξη ‘‘Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο’’».

Ερχόμαστε τώρα στο εξόχως ενδιαφέρον άρθρο 13, που φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση νομικής προσωπικότητας της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας», και προβλέπει τα εξής:

«1. Αναγνωρίζονται ως ίδια ΝΠΙΔ, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς την τήρηση των διαδικασιών που ορίζονται στα άρθρα 3 και 12, έστω και αν δεν υφίστανται οι ελάχιστοι αριθμοί πιστών ή θρησκευτικών νομικών προσώπων που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα, ως Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου η «Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα» που εδρεύει στην Αθήνα και έχει ως ανώτατη αρχή την «Ιερά Σύνοδο της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.)» και ως ΘΝΠΙΔ οι θρησκευτικές κοινότητες (Επισκοπές, Ενορίες, Μονές) με τις κάτωθι επωνυμίες, οι οποίες είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την Καθολική Εκκλησία και των οποίων η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία διέπεται από το κανονικό δίκαιό της»:

Ακολουθεί ένας μακρύς κατάλογος που περιλαμβάνει περί τα 240 τέτοια ex lege αναγνωριζόμενα ως ΝΠΙΔ της Καθολικής Εκκλησίας, τα οποία είναι διαρθρωμένα στις εξής ευρύτερες οργανωτικές ενότητες της Καθολικής Εκκλησίας Ελλάδος: 

  1. Καθολική Αρχιεπισκοπή Νάξου, Τήνου, Άνδρου, Μυκόνου
  2. Καθολική Αρχιεπισκοπή Κερκύρας, Ζακύνθου, Κεφαλληνίας
  3. Αρχιεπισκοπή Καθολικών Αθηνών
  4. Καθολική Αρχιεπισκοπή Ρόδου
  5. Καθολική Επισκοπή Σύρου
  6. Στην Καθολική Επισκοπή Θήρας
  7. Στην Καθολική Επισκοπή Κρήτης
  8. Στην Καθολική Επισκοπή Χίου
  9. Στο Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης
  10. Για την Ελληνική Καθολική Εξαρχία
  11. Για την Εξαρχία των εν Ελλάδι Αρμενίων Καθολικών.

Έκπληκτος, λοιπόν, συναντά κανείς στον μακρύ αυτόν περιπτωσιολογικό κατάλογο, που εκτείνεται σε αρκετές σελίδες της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, εκτός από τους μεγαλύτερους οργανωτικούς σχηματισμούς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα (Αρχιεπισκοπές, Μητροπόλεις ή Εξαρχίες), που ως γνωστόν έχουν να επιδείξουν μία μακρά ιστορική παρουσία και αδιαμφισβήτητη συνεχή κοινωνική προσφορά στη χώρα και τους Καθολικούς πιστούς, ένα επιπλέον ατέρμονο πλήθος από ναούς, ναΐδρια, παρεκκλήσια, εξωκκλήσια ή μικρές μονές του Αιγαίου και άλλων νησιών ή περιοχών, στα οποία είναι πολύ αμφίβολο αν αντιστοιχούν έστω και λίγοι ενορίτες πιστοί, αν βεβαίως υπάρχει έστω η απαραίτητη στελέχωση με εκκλησιαστικό προσωπικό.

Διαβάζουμε λοιπόν για την άνευ ετέρου αναγνώριση ως ΝΠΙΔ ενδεικτικά και των εξής Καθολικών καθιδρυμάτων, χωρίς να πληρούνται έστω και κατ’ ελάχιστον οι νόμιμες προϋποθέσεις του Ν. 4301//2014, των οποίων όμως η συνδρομή επικρέμαται κατά αυστηρό τρόπο για όλες τις υπόλοιπες θρησκευτικές μειονότητες: 

  • του Μοναστηριακού Ναού του Αγίου Αντωνίου Παδούης, στο Κάστρο της Νάξου.
  • του Ναού της Παναγίας του Ροδαρίου, στην Ξινάρα Τήνου.
  • του Ναού Παναγία η Πονεμένη, στη Χώρα Τήνου.
  • του Ναού Παναγίας του Καρμήλου, στην Ποταμιά Τήνου, χωριό στο οποίο επίσης αναγνωρίζεται Ναός και εδώ άλλης Παναγίας Πονεμένης αλλά και Ναός Κυρίας (ή Κιουράς) των Αγγέλων.
  • στο Κέχρο πάλι της Τήνου, θεωρείται πλέον ως ΝΠΙΔ χωρίς έλεγχο άλλων προϋποθέσεων, ο Ναός της Παναγίας της Ξεσκλαβώστρας. Στο Κέχρο, ακόμη, αναγνωρίζονται ως αυτοτελή ΝΠΙΔ μία σειρά ναών, με την ονομαστική παράθεση των οποίων δεν θα σάς κουράσω, αλλά που είναι προφανές ότι θυμίζουν μάλλον αιγαιοπελαγίτικα εξωκκλήσια ή ερημοκκλήσια, γραφικά μεν, αλλά εξωκκλήσια και τίποτε σημαντικότερο.

Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, όλοι αυτοί οι ναοί, ναΐσκοι ή ναΐδρια, επί λέξει «εγγράφονται αυτόματα στο οικείο βιβλίο θρησκευτικών νομικών προσώπων. Συστατική πράξη και κανονισμός υπογεγραμμένος από τα μέλη των νομικών προσώπων υποβάλλονται, μόνον εφόσον υπάρχουν». Από την καταληκτική αυτή φράση, της διάταξης είναι προφανές ότι ο ίδιος ο νομοθέτης πολύ αμφιβάλλει για το αν υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.

Η επιλεκτικά ευνοϊκή όμως αυτή μεταχείριση συνεχίζεται και από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία: «Αναγνωρίζονται ως ίδια θρησκευτικά ή εκκλησιαστικά ΝΠΙΔ, χωρίς την προηγούμενη τήρηση των διαδικασιών που ορίζονται στα άρθρα 3 και 12, έστω και αν δεν υφίστανται οι ελάχιστοι αριθμοί πιστών ή ΘΝΠ, που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα, οι κάτωθι θρησκευτικές κοινότητες».

Εδώ ο κατάλογος των ευνοημένων περιλαμβάνει:

(1) Την Αγγλικανική Εκκλησία, που εδρεύει στην Αθήνα.

(2) Την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, με έδρα στην Αθήνα.

(3) Την Αιγυπτιακή Κοπτορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και μία σειρά ενοριών της.

(4) Την Μητρόπολη των Ορθοδόξων Αρμενίων Ελλάδος στην Αθήνα και ως θρησκευτικά νομικά πρόσωπα 9 ενορίες της.

(5) Την Ευαγγελική Εκκλησία Γερμανόγλωσσων στην Αθήνα καθώς και μία σειρά άλλων Ευαγγελικών Εκκλησιών με τις ενορίες τους ως ΘΝΠ, σε διάφορες ελληνικές πόλεις.

(6) Την Χριστιανική Ασσυριακή Εκκλησία, με έδρα στο Αιγάλεω Αττικής, κ.α.

Ακολουθεί το άρθρο 14, που προβλέπει ότι στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τηρείται ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα νομικά πρόσωπα του παρόντος νόμου, η δικαστική απόφαση που έκανε δεκτή την αίτηση, η συστατική πράξη, η Ομολογία πίστεως και ο κανονισμός τους. Επίσης, τηρείται ηλεκτρονικό μητρώο των θρησκευτικών λειτουργών που τελούν ιερολογίες με αστικές συνέπειες είτε αυτοί ανήκουν σε θρησκευτική κοινότητα οργανωμένη καθ’ οποιονδήποτε νομικό τύπο είτε ανήκουν σε κοινότητα χωρίς νομική προσωπικότητα. 

Σύμφωνα με την παρ. 2, το μητρώο θρησκευτικών λειτουργών συνιστά για τα κατά τόπον αρμόδια ληξιαρχεία και για τις πράξεις που εγγράφουν στα βιβλία τους, επίσημη πηγή πληροφόρησης της ιδιότητας του θρησκευτικού λειτουργού και είναι ελευθέρως προσβάσιμο από αυτά μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο άμεσος έλεγχος της συνδρομής της ιδιότητας αυτής στα πρόσωπα που συντάσσουν τη σχετική πράξη κατ’ άρθρο 1367 ΑΚ.

Ολοκληρώνουμε με το άρθρο 16, που υπό τον τίτλο «Διατήρηση ειδικότερων νομικών καθεστώτων», ορίζει ότι οι οι διατάξεις του Ν. 4301/2014 δεν εφαρμόζονται για την κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος και τα ομόδοξα Πατριαρχεία, για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση τόσο των Ισραηλιτικών όσο και των Μουσουλμανικών Κοινοτήτων.

Ολοκληρώνουμε με τις ενστάσεις μας, που θα παρακαλούσαμε να αποτελέσουν την αφορμή ενός γόνιμου διαλόγου

[1]. Ποιό είναι το συνταγματικό έρεισμα ενός νόμου, ο οποίος εισάγει την έννοια της «αναγνωρισμένης», πλέον, και στενά επιτηρούμενης από το κράτος θρησκείας, υπό το σύνολο των δεδομένων που πρέπει να υποβληθούν προς έγκριση στο Υπουργείο, όταν όμως το άρθρο 13 Σ, μιλάει απλώς για «γνωστή» και όχι «αναγνωρισμένη» θρησκεία; 

Δεν παραβιάζουν οι διατάξεις του Ν. 4301/2014 το φιλελεύθερο γράμμα και πνεύμα του άρθ. 13 Σ., όταν αυτό για να παράσχει την προστασία του αρκείται – και ορθώς – στη συνδρομή των εμπειρικών δεδομένων τού να έχει μία οποιαδήποτε θρησκευτική κοινότητα απλώς φανερά δόγματα και μη κρυφή λατρεία, όπως ερμηνεύει η νομολογία του ΣτΕ; Δεν αποτελεί υπερβολικό περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας να απαιτείται η λήψη ορισμένης κρατικής άδειας/εγκρίσεως περί αναγνωρίσεως κάποιας θρησκείας, κάτι μέχρι σήμερα παντελώς άγνωστο στη χώρα μας2;  

Με άλλη διατύπωση, δεν θα έπρεπε εδώ να προηγηθεί συνταγματική αναθεώρηση; 

[2]. Γιατί να χρειάζονται 300 τουλάχιστον πιστοί για να ιδρυθεί ένα ΘΝΠ ή και 900 για να συσταθεί ένα Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο, όταν μπορούν οι εν λόγω κοινότητες να ιδρύσουν μία αστική εταιρεία με δύο ή τρία μέλη ή και σωματείο με 20 υπογραφές; Τι κομίζει εν προκειμένω ως προς τη θρησκευτική ελευθερία ο Ν 4301/2014; Και τι προσφέρει στον τομέα της ελευθερίας της λατρείας το ίδιο νομοθέτημα, όταν με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ είχε κριθεί ότι αρκούν 8 ή και 5 πιστοί για να ιδρυθεί ένας ευκτήριος οίκος;

[3]. Και ακόμη: ποιος είναι αυτός ο «ικανός αριθμός φυσικών προσώπων» ή η «ορισμένη γεωγραφική περιοχή», αόριστες έννοιες που επιπόλαια χρησιμοποιεί το άρθρο 1; Υπάρχει κάποια ένδειξη ότι η περιοχή αυτή είναι ο Δήμος ή η Περιφέρεια;  Από πουθενά...

[4]. Δεν παραβιάζεται η αρχή της θρησκευτικής ισότητας όταν αναιτιολόγητα ασήμαντοι ναοί ορισμένης Εκκλησίας ή ορισμένες θρησκευτικές ή εκκλησιαστικές κοινότητες αναγνωρίζονται άνευ ετέρου ως ΝΠΙΔ και δεν αυτοακυρώνεται ο ίδιος Νόμος όταν με απαρέγκλιτο τρόπο απαιτεί την τήρηση των προϋποθέσεων του τάσσει (λ.χ. για 300 ή και 900 υπογραφές) στην περίπτωση ολιγομελέστερων θρησκευτικών μειονοτήτων; Ποιος προδικάζει ότι οι ολιγομελείς θρησκευτικές κοινότητες δεν δικαιούνται ανάλογης νομικής μεταχειρίσεως;

[5]. Δεν συνιστά ευθεία και αδικαιολόγητη επέμβαση του νομοθέτη στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοδιοίκηση των θρησκευτικών κοινοτήτων, το να προβλέπεται ρητά ο τρόπος διοίκησής τους, αφού τις υποχρεώνει να έχουν Γενική Συνέλευση (άρθ. 8), στοιχείο άγνωστο σε πολλές από αυτές; ΚΑΙ

[6]. Συνάδει ο ορισμός της έννοιας της θρησκευτικής κοινότητας του άρθ. 1 με την ΕΣΔΑ, όταν περιορίζει αδικαιολόγητα το δικαίωμα συλλογικής άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας στους κατοίκους «ορισμένης γεωγραφικής περιοχής»;

 

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

ΜονΠρΠειρ 2457/2015 (Εκούσια Δικαιοδοσία): Δεκτή η από 15.3.2015 αίτηση 300 μελών τού υπό σύσταση θρησκευτικού νομικού προσώπου με την επωνυμία «Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς και Σαλαμίνος της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο». Διατάσσεται 1) η δημοσίευση ... της Ομολογίας Πίστεως και της Περίληψης του Κανονισμού του υπό σύσταση θρησκευτικού νομικού προσώπου... με έδρα ...  Δήμο Πειραιά, με τα ουσιώδη στοιχεία του και 2) η εγγραφή του νομικού αυτού προσώπου στο Βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων, το οποίο τηρείται στο Δικαστήριο αυτό.

ΜονΠρΘηβών 165/2015(Εκούσια Δικαιοδοσία): Θρησκευτικό ΝΠ «Ιερά Μητρόπολις Αττικής και Βοιωτίας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Γ.Ο.Χ.) της Ελλάδος», εδρεύει στον Καθεδρικό Ναό Αγίων Πάντων, Δήμου Θηβαίων. Σύσταση - αναγνώριση. Εγγραφή στο ειδικό δημόσιο βιβλίο θρησκευτικών νομικών προσώπων. Διαδικασία. Δικονομικά θέματα. Πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αιτούντος.

 

-------------------------------------------------------------------

1.   Εισήγηση στην πρόσφατη Συνάντηση του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημοσίου Δικαίου των Νομικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης (Πορταριά Πηλίου, 15-16 Απριλίου 2016). Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνονται στην κ. Ελένη Παλιούρα, ασκ. Δικηγόρο, για το γόνιμο διάλογο που είχαμε πάνω σε ουσιώδη σημεία του κειμένου και που οδήγησε σε σημαντικές βελτιώσεις, πριν την εκφώνησή του. Διευκρινίζεται ότι το Πρόγραμμα της Συνάντησης δημοσιεύεται σε άλλο σημείο της ιστοσελίδας. Στη συγκεκριμένη συνεδρία, που είχε ως γενικό τίτλο: «Θρησκευτική ελευθερία: Επίκαιρες όψεις ενός κλασικού ατομικού δικαιώματος», προήδρευσαν οι Γιάννης Δρόσος, Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών και Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης. 

2. ΣτΕ 310/1997, ΔιΔικ 9 (1997) 906, ΣτΕ 493/1997, ΔιΔικ 9 (1997) 664-665: η έννοια της γνωστής θρησκείας δεν προϋποθέτει έγκριση ή οποιαδήποτε αναγνώριση με πολιτειακή ή εκκλησιαστική πράξη.