Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου ΑΠΘ

 Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι δικηγόρος και Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
 
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ & ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Το νομικό κύρος των τίτλων ιδιοκτησίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων στην προοπτική του Εθνικού Κτηματολογίου* 
 
 
 Στη μνήμη του π. Κασσιανού,
Μοναχού της Ι. Μονής Παρακλήτου 
Ωρωπού Αττικής 
 
Δ ι ά γ ρ α μ μ α
Ι. Εισαγωγικά
ΙΙ. Θεμελιώδεις αρχές και ορισμοί του Εθνικού Κτηματολογίου
A. Νομοθετικό πλαίσιο, φορείς και στάδια κτηματογράφησης 
B. Γενικές αρχές του κτηματολογικού δικαίου 
ΙΙΙ. Κτηματολογικό δίκαιο και τίτλοι εκκλησιαστικής περιουσίας 
Α. Οι προβλέψεις του άρθ. 12 Ν. 2664/1998
Β. ‘Ιστορικοδικαιικοί τίτλοι’ επί της εκκλησιαστικής περιουσίας: προϋποθέσεις του νομικού κύρους κατά τη νομολογία
Γ. Εκ του νόμου (ex lege) τίτλοι ιδιοκτησίας επί της εκκλησιαστικής περιουσίας
1. Η νεοπαγής διάταξη του άρθ. 51 § 7  Ν. 4301/2014
2. Η συμβολαιογραφική δήλωση του άρθ. 7 § 1 Ν. 3800/1957 και η έκθεση απογραφής του άρθ. 47 § 3 εδ. β ΚΧΕΕ (Ν. 590/1977)
ΙV. Η δασική ιδιοκτησία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων
Α.  Εισαγωγικοί προβληματισμοί. Μια ‘χαρτογράφηση’ της εκκλησιαστικής δασικής ιδιοκτησίας
Β. Τίτλοι ιδιοκτησίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων: τεκμήρια κυριότητας, δασικές δικαιοταξίες και κτηματολογικό δίκαιο
1. Παλαιό Βασίλειο της Ελλάδος. Μοναστηριακά δάση και τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου (ΒΔ της 17.11/1.12.1836, ‘περί ιδιωτικών δασών’). Τίτλοι ιδιοκτησίας επί δασών κατά το οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα
2. Θεσσαλία και νομός Άρτας
3. Επτάνησα
4. Νέες Χώρες (Ήπειρος, Μακεδονία και Θράκη)
V. Καταληκτικά πορίσματα
 
 
Ι. Εισαγωγικά
1. Η ένταξη διαρκώς νέων περιοχών της χώρας υπό καθεστώς κτηματογραφήσεως και η σταδιακή επέκταση του θεσμού του Εθνικού Κτηματολογίου στην ελληνική επικράτεια, είναι πλέον γεγονός ότι δοκιμάζουν τις αντοχές, πλην άλλων, και του νομικού καθεστώτος της εκκλησιαστικής περιουσίας,1 εν όψει των ενεργειών και διαδικασιών (εξώδικων ή δικαστικών) που το κτηματολογικό δίκαιο προβλέπει για την κατοχύρωση των εμπράγματων δικαιωμάτων (και) των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων.
Στην πραγματικότητα, η ίδια η Εκκλησία της Ελλάδος ως νομικός οργανισμός2 ευρίσκεται απέναντι σε μία από τις μεγαλύτερες θεσμικές προκλήσεις της νεότερης ιστορίας της, καλούμενη να ανταποκριθεί στο αίτημα της οριστικής πλέον διασφαλίσεως των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων σε ακίνητα της ελληνικής επικράτειας – δικαιώματα που μέχρι σήμερα είτε θεωρούνταν δικά της κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, είτε διεκδικούνταν από το δημόσιο ή τρίτους ιδιώτες, συχνά μάλιστα με μακροχρόνιες δικαστικές αντιπαραθέσεις. Άλλωστε, οι οικονομικές εξελίξεις που προηγήθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες στο χώρο των κτηματικών συναλλαγών, και οι οποίες επέβαλαν για λόγους δημοσίου συμφέροντος την εισαγωγή του Εθνικού Κτηματολογίου, είχαν με ορατό τρόπο οδηγήσει ήδη σε έναν βαθμιαίο εκσυγχρονισμό του τρόπου διοικήσεως και διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας.
2. Στο πλαίσιο λοιπόν του Εθνικού Κτηματολογίου θα λάβει στο εξής χώρα η αμετάκλητη κρίση για την ύπαρξη και έκταση της ισχύος των τίτλων ιδιοκτησίας που επικαλούνται τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ως προς ακίνητά τους. Το γεγονός αυτό – όπως απέδειξε σειρά σημαντικών δικαστικών αποφάσεων – δείχνει να αναδεικνύεται σε μείζον διακύβευμα για τη νομική κατοχύρωση της εκκλησιαστικής περιουσίας. 
Σύμφωνα με το κτηματολογικό δίκαιο, η κτήση και περαιτέρω διάθεση εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων, προϋποθέτει αναγκαίως την καταχώρισή τους στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, ως όρο του ενεργού των μελλοντικών δικαιοπραξιών, για την επέλευση έννομων αποτελεσμάτων. Για τον ίδιο λόγο, η πλήρης κατοχύρωση της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά τις διαδικασίες που προβλέπει το Εθνικό Κτηματολόγιο – χωρίς μάλιστα ένδικες αμφισβητήσεις, κυρίως από το Δημόσιο ή τους ΟΤΑ, όπως συνηθίζεται μέχρι σήμερα – συνιστά απαραίτητο όρο για τη μελλοντική της αξιοποίηση, και δη σε περιόδους σοβαρής οικονομικής κρίσεως.
3. Εν όψει των ανωτέρω εξελίξεων αλλά και μίας σειράς σημαντικών δικών,4 οι οποίες ήλκυσαν το ενδιαφέρον όχι μόνον των νομικών, αλλά και της ευρύτερης κοινής γνώμης κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, φέρνοντας στο προσκήνιο το ιστορικό βάθος της εκκλησιαστικής έγγειας ιδιοκτησίας, ο προαναφερθείς παλαιότερος επιστημονικός ορισμός (υποσημ. 1), θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί, πλέον, με τον εξής ευρύτερο τρόπο: Ως εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία νοείται εν γένει η περιουσία (αστικού, αγροτικού, δασικού ή λιβαδικού χαρακτήρα) κάθε επιμέρους εκκλησιαστικού ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ και η οποία περιλαμβάνει κάθε μορφή εμπράγματων δικαιωμάτων, αξιώσεων ή εννόμων σχέσεων επί ακινήτων, η γέννηση των οποίων ανάγεται είτε σε γαιοκτητικά καθεστώτα που προηγήθηκαν της ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους είτε μετά την ίδρυση του τελευταίου (1830).
ΙΙ. Θεμελιώδεις αρχές και ορισμοί του Εθνικού Κτηματολογίου
A. Νομοθετικό πλαίσιο, φορείς και στάδια κτηματογράφησης 
1. Η ανάγκη συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου αναγνωρίσθηκε κατ’ αρχάς ρητά με τη διάταξη του άρθ. 24 § 2 εδ. γ΄ Σ., που όρισε ότι η σχετική πρωτοβουλία συνιστά ‘υποχρέωση του Κράτους’. Υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής αποτέλεσε η ψήφιση των δύο βασικών κτηματολογικών N. 2308/1995, ‘Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου – Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές’, και Ν. 2664/1998, ‘Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις’, που ισχύουν σήμερα μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, με πιο πρόσφατες σημαντικές αυτές τις οποίες εισήγαγε ο Ν. 4361/2016.5 Με το πλέγμα των εν λόγω διατάξεων αντικαθίσταται προοδευτικά το απαρχαιωμένο, πλέον, προσωποκεντρικό σύστημα των βιβλίων μεταγραφών των εμπράγματων δικαιωμάτων, όπως λειτουργούσε στα τοπικά υποθηκοφυλακεία, από το κτηματοκεντρικό σύστημα του κτηματολογίου (ή των ‘κτηματικών βιβλίων’), τα οποία τηρούνται από τα κατά τόπους Κτηματολογικά Γραφεία.
Ως στρατηγικό πλεονέκτημα του συστήματος του κτηματολογίου, θεωρείται η επίτευξη όχι απλώς τυπικής δημοσιότητας – όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, ανεπαρκώς μάλιστα, υπό τη λειτουργία του συστήματος των βιβλίων μεταγραφών και υποθηκών – αλλά και μείζονος ουσιαστικής δημοσιότητας των καταχωρούμενων στα κτηματικά βιβλία εμπράγματων δικαιωμάτων, για την προστασία των καλόπιστα συναλλασσόμενων τρίτων.
2. Ως Εθνικό Κτηματολόγιο (ΕΚ) ορίζεται το κτηματοκεντρικό σύστημα καταγραφής και οργάνωσης της έγγειας ιδιοκτησίας, με περιεχόμενο νομικές, τεχνικές ή άλλες πρόσθετες πληροφορίες, αναφορικά με τα ακίνητα των φυσικών και νομικών προσώπων της ελληνικής επικράτειας.6 Ο θεσμός του ΕΚ λειτουργεί υπό την ευθύνη και εγγύηση του Δημοσίου, σε εφαρμογή της ισχύουσας κτηματολογικής νομοθεσίας.7 Η πληρότητα των καταχωρούμενων στα κτηματικά βιβλία πληροφοριών, προϋποθέτει επιμελή σύνταξη και διαρκή ενημέρωση των σχετικών κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων.
Το ΕΚ επιτυγχάνει τους σκοπούς του, εφόσον καταγράφει μεθοδικά την ιδιωτική και δημόσια ακίνητη περιουσία, ώστε να συνάγεται με νομική και τοπογραφική ακρίβεια το σύνολο των εμπράγματων δικαιωμάτων - συμπεριλαμβανομένης της χρησικτησίας. Τελικός στόχος είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου και αυτοματοποιημένου αρχείου/τράπεζας δεδομένων ακίνητης ιδιοκτησίας, που να παρέχει δημοσιότητα των αποθησαυρισμένων στοιχείων του και, το σημαντικότερο, αυξημένες πλέον εγγυήσεις για την ασφάλεια των συναλλαγών, έχοντας καταγράψει με πληρότητα τις πράξεις σύστασης, μεταβίβασης, αλλοίωσης, επιβάρυνσης ή κατάργησης των δικαιωμάτων επί ακινήτων.
3. Αρμόδιος φορέας υλοποίησης του ΕΚ είναι σήμερα το ΝΠΙΔ υπό την επωνυμία ‘Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση Α.Ε.’ (ΕΚΧΑ Α.Ε.),8 με αντικείμενο εργασιών τη μελέτη, σύνταξη και λειτουργία του ΕΚ, τη γεωδαιτική χαρτογράφηση της χώρας, την απογραφή και χαρτογράφηση των φυσικών διαθεσίμων της, τη δημιουργία και τήρηση ψηφιακών γεωχωρικών δεδομένων αλλά και δεδομένων περιβάλλοντος.9  
Ως όργανα της ΕΚΧΑ Α.Ε. λειτουργούν: 
(α) Τα κατά τόπους Γραφεία Κτηματογραφήσεως, με αρμοδιότητα αφενός μεν την κτηματογράφηση μίας περιοχής, ήτοι την καταγραφή των εμπράγματων ή όποιων άλλων εγγραπτέων δικαιωμάτων, τα οποία δηλώνουν μέσα σε ορισμένη προθεσμία τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ακίνητα της κτηματογραφούμενης περιοχής, αφετέρου δε την απεικόνισή τους σε κτηματολογικά διαγράμματα, μετά από έλεγχο νομιμότητας και τεχνική / τοπογραφική επεξεργασία.10
(β) Τα τοπικά Κτηματολογικά Γραφεία, που αρχίζουν να λειτουργούν υπό καθεστώς Κτηματολογίου μετά το πέρας της διαδικασίας κτηματογραφήσεως. Επιπλέον, μετά την έναρξη της λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου, παύει η νομοθετημένη δραστηριότητα του τοπικού Υποθηκοφυλακείου, που εξακολουθεί πλέον να υφίσταται ως αρμόδιο μόνον για την τήρηση του αρχείου του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου. 
Κεντρικό όργανο του Κτηματολογικού Γραφείου αποτελεί ο οικείος Προϊστάμενος, δημόσιος λειτουργός στον οποίο αναγνωρίζεται μία σειρά από ευρείες αρμοδιότητες. Οι σημαντικότερες από αυτές, αφορούν τον έλεγχο νομιμότητας των προς καταχώριση πράξεων και των εγγραπτέων στο ΕΚ δικαιωμάτων – έλεγχος που καθιστά ενδεχόμενη και την αιτιολογημένη άρνηση του Προϊσταμένου να προβεί σε καταχώριση.11
4. Η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου υλοποιείται, όπως κατέστη αντιληπτό, σε δύο κύριες φάσεις: το αρχικό μεταβατικό στάδιο της κτηματογραφήσεως, και το επόμενο της λειτουργίας του κτηματολογικού γραφείου. 
Ειδικότερα, η έναρξη του πρώτου σταδίου κηρύσσεται με τη δημοσίευση στην ΕτΚ σχετικής αποφάσεως που εκδίδει ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οριοθετώντας παράλληλα την υπό κτηματογράφηση περιοχή. Με την απόφαση, καλούνται εντός ορισμένης προθεσμίας τα ενδιαφερόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε υποβολή δηλώσεων εγγραπτέων δικαιωμάτων (‘δηλώσεις ιδιοκτησίας’), ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα που επικαλούνται σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής. Κάθε δήλωση περιέχει ανά ακίνητο περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά της νομικής αιτίας κτήσεώς του.12 Αν το δικαίωμα περιήλθε στον δηλούντα δυνάμει περισσότερων τίτλων (δωρεά, γονική παροχή και πώληση), συνυποβάλλονται όλοι οι τίτλοι· αν ένα ακίνητο ανήκει σε περισσότερους, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποβάλλει δήλωση για το δικό του δικαίωμα στο ακίνητο.13
Η φάση αυτή ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση υπουργικής απόφασης για την περαίωση της κτηματογράφησης, η οποία ταυτόχρονα ορίζει και την επίσημη έναρξη ισχύος του ΕΚ στην μόλις κτηματογραφηθείσα περιοχή  (άρθ. 1 επ. Ν. 2308/1995). Με την έναρξη λειτουργίας του τοπικού Κτηματολογικού Γραφείου, παύει η δραστηριότητα του αντίστοιχου υποθηκοφυλακείου, σκοπός του οποίου ήταν η υποστήριξη του παλαιού συστήματος των υποθηκών και μεταγραφών.
B. Γενικές αρχές του κτηματολογικού δικαίου 
Το κομβικής σημασίας άρθ. 2 Ν. 2664/1998 εισάγει τις ακόλουθες κανονιστικές αρχές, οι οποίες έχουν γενική εφαρμογή σε όλο το εύρος του κτηματολογικού δικαίου:
(α) Αρχή της κτηματοκεντρικής οργάνωσης των κτηματολογικών πληροφοριών, που υπαγορεύει τη σύνταξη, τήρηση και διαρκή ενημέρωση κτηματολογικών διαγραμμάτων (2 § 1 Ν. 2664/1998). Ως επίκεντρο του συνόλου των κτηματολογικών εγγραφών τίθεται το εξειδικευμένο νομικό και τοπογραφικό καθεστώς κάθε ακινήτου, που ταυτοποιείται υπό ορισμένο ΚΑΕΚ (Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου), και όχι πλέον ενός προσώπου, όπως προέβλεπε το παλαιότερο καθεστώς του συστήματος των μεταγραφών.
(β) Αρχή του ελέγχου της νομιμότητας των τίτλων και λοιπών αναγκαίων στοιχείων για την αποδοχή της αίτησης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία (2 § 2 Ν. 2664/1998). Έλεγχοι νομιμότητας προβλέπονται σε όλα τα στάδια της κτηματολογικής διαδικασίας, και έχουν εξωδικαστικό ή/και δικαστικό χαρακτήρα, με τον τελευταίο να ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων (6 § 2 εδ. α΄ Ν. 2664/1998).14
(γ) Αρχή της χρονικής προτεραιότητας των κτηματολογικών εγγραφών, που επιτάσσει τη διασφάλιση της τάξης τους, ανάλογα με το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, της χρονικής εκδόσεως δύο ή περισσότερων δικαστικών ή άλλων αποφάσεων σε βάρος του εγγεγραμμένου προσώπου κ.ό.κ.
(δ - ε) Αρχές της δημοσιότητας και της διασφάλισης της δημόσιας πίστης (2 § 4-5 Ν. 2664/1998). Κατ’ αρχάς, η αρχή της δημοσιότητας επιβάλλει την καταχώριση στα βιβλία του ΕΚ των τίτλων ιδιοκτησίας, των εμπραγμάτων δικαιωμάτων και λοιπών συναφών εννόμων σχέσεων. Το γεγονός αυτό εξυπηρετεί την ασφάλεια των εμπράγματων συναλλαγών σε επίπεδο τόσο τυπικό, όσο και ουσιαστικό – και δη με αρκούντως αρτιότερο τρόπο σε σχέση, όπως ήδη σημειώθηκε, με το σύστημα των βιβλίων των μεταγραφών. Ο κτηματοκεντρικός χαρακτήρας του περιεχομένου των βιβλίων του κτηματολογίου παρέχει μείζονες εγγυήσεις διασφαλίσεως της ουσιαστικής, ιδίως, δημοσιότητας, γεγονός που αντικειμενικά θεωρείται ως το καταστατικό πλεονέκτημα του συστήματος του κτηματολογίου.15
Ειδικότερα, οι εγγραφές στα βιβλία του κτηματολογίου εξοπλίζονται με δημόσια πίστη και τεκμήριο ακρίβειας, στοιχεία που λειτουργούν προστατευτικά για τον κάθε καλόπιστα συναλλασσόμενο τρίτο. Με διαφορετική διατύπωση, ο τελευταίος αποκτά το ακίνητο υπό τα στοιχεία που αναγράφονται στα κτηματολογικά διαγράμματα, έστω και αν στο σχετικό συμβόλαιο εμφιλοχώρησε σφάλμα λ.χ. ως προς την περιγραφή του ακινήτου. Προκειμένου να επιτευχθεί ο ανωτέρω στρατηγικός στόχος της δημόσιας πίστης των κτηματολογικών εγγραφών, η αρχή της δημοσιότητας πρέπει να ικανοποιείται τόσο στην τυπική, όσο και στην ουσιαστική της μορφή. Ως τυπική δημοσιότητα νοείται η πρόβλεψη μίας διαδικασίας ανοικτής πληροφορήσεως αναφορικά με τις υπάρχουσες εμπράγματες σχέσεις επί ακινήτων, ενώ ως ουσιαστική, η καθιέρωση ενός συστήματος ασφαλούς προστασίας της εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων τρίτων προσώπων, εν όψει της ανωτέρω πληροφορήσεως. 
(στ) Αρχή της καταλληλότητας (2 § 6 Ν. 2664/1998) του ΕΚ, ως συστήματος δεκτικού καταχώρισης όχι μόνον εμπράγματων δικαιωμάτων, αλλά και πρόσθετων πληροφοριών, πρόσφορων στη συνολική εξυπηρέτηση του θεσμού, και μάλιστα σε οποιονδήποτε χρόνο στο μέλλον (αρχή του ανοικτού κτηματολογίου). Υπό την έννοια αυτή, το ΕΚ θα πρέπει να είναι τεχνικώς κατάλληλο να καταχωρεί και αξιοποιεί νεότερες χωροταξικές και πολεοδομικές πληροφορίες ή γεωχωρικά δεδομένα.
ΙΙΙ. Κτηματολογικό δίκαιο και τίτλοι εκκλησιαστικής περιουσίας 
Α. Οι προβλέψεις του άρθ. 12 Ν. 2664/1998
Από το σύνολο των ρυθμίσεων του κτηματολογικού δικαίου, ιδιαίτερο βάρος, αναφορικά με την εκκλησιαστική περιουσία πρέπει να αποδοθεί στο άρθ. 12 Ν. 2664/1998. Οι διατάξεις του περιλαμβάνουν έναν λεπτομερή κατάλογο των δικαιωμάτων τα οποία δηλώνονται αρχικά κατά την κτηματογράφηση, και τα οποία αργότερα, κατά το στάδιο λειτουργίας του τοπικού Κτηματολογικού Γραφείου, θα καταχωριστούν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. Από τις εν λόγω εγγραπτέες στο ΕΚ πράξεις, αμεσότερα ενδιαφέρουν το υπό πραγμάτευση θέμα μας:
(α) Οι πάσης φύσεως εν ζωή (επαχθείς ή χαριστικές) δικαιοπραξίες και οι αιτία θανάτου δωρεές, με τις οποίες συνιστάται, μεταβιβάζεται, τροποποιείται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ορισμένου εκκλησιαστικού ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ (ΑΚ 119 επ.).
(β) Κάθε πολιτειακή πράξη με την οποία συνιστάται, μεταβιβάζεται, τροποποιείται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ορισμένου εκκλησιαστικού ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ (ενδεικτικά: άρθ. 51 § 7 Ν. 4301/2014), καθώς και οι κάθε είδους παραχωρήσεις του Δημοσίου, με τις οποίες μεταβιβάζεται κυριότητα ή συνιστάται περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο.
(γ) Η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ιδίως μάλιστα οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο που έχει αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η σχετική αγωγή έχει ασκηθεί από το χρησιδεσπόσαντα και στρέφεται κατά του φερόμενου στα κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχου (ΑΚ 1192 § 1, αριθ. 5).
(δ) Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για εμπράγματικη δικαιοπραξία σε ακίνητο (ΑΚ 1192 § 1, αριθ. 4).
(ε) Εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων με αιτία κτήσης την κληρονομική διαδοχή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου. Τα κληρονομιαία δικαιώματα μπορούν να δηλώνονται διαζευκτικά:
(i) Πριν από τη σύνταξη και μεταγραφή της πράξης αποδοχής κληρoνομίας ή άλλης ισοδύναμης με αυτήν πράξης. Στην περίπτωση αυτή, το εγγραπτέο δικαίωμα καταχωρίζεται μεν στους κτηματολογικούς πίνακες της ανάρτησης, καθώς επίσης και στις πρώτες εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, ο δικαιούχος όμως δεν μπορεί να επιχειρήσει εγκύρως καμία πράξη ασκήσεώς του πριν από την πλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων 1193 επ. ΑΚ.
(ii) Με πράξη αποδοχής κληρονομίας ή κληροδοσίας (συμβολαιογραφική πράξη / δικαστική έκθεση ενώπιον του γραμματέα δικαστηρίου: ΑΚ 1193).
(iii) Με κληρονομητήριο (1195 ΑΚ).
(iv) Κατά μία γνώμη, αμέσως εκ του νόμου (ex lege) και χωρίς σύνταξη πράξεων όπως οι ανωτέρω, με επίκληση των ειδικών και εξαιρετικών διατάξεων του κληρονομικού δικαίου των μοναχών, μοναζουσών ή ιερομονάχων που είναι εγγεγραμμένοι/ες σε μοναχολόγια των μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος (ιδίως άρθ. 4, 18-19 επ. Ν. ΓΥΙΔ’/1909, ‘περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και διοικήσεως Μοναστηρίων’).16
Β. ‘Ιστορικοδικαιικοί τίτλοι’ επί της εκκλησιαστικής περιουσίας: προϋποθέσεις του νομικού κύρους κατά τη νομολογία
1. Εν όψει των ανωτέρω προβλέψεων, τίθεται μία σειρά από ακανθώδη ερωτήματα σχετικά με τα εμπράγματα δικαιώματα που πρέπει να δηλώσουν τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα στο Εθνικό Κτηματολόγιο, ώστε να τα εντάξουν ομαλά σε αυτό, επιτυγχάνοντας την πλήρη νομική αναγνώριση και διασφάλισή τους, ιδίως μάλιστα ως προς τυχόν αμφιλεγόμενες νομικές αιτίες κτήσεώς τους. 
Πιο συγκεκριμένα, τα προβλήματα εμφανίζονται ως μάλλον μηδαμινά, όταν οι τίτλοι είναι σύγχρονοι και συντεταγμένοι με δημόσιο έγγραφο – πολιτειακό ή συμβολαιογραφικό, εφόσον μάλιστα αυτό έτυχε και της απαιτούμενης μεταγραφής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο. Σοβαρά, ωστόσο, νομικά ερωτήματα ανακύπτουν οσάκις τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δηλώνουν φορείς περιουσιακών δικαιωμάτων που θεμελιώνονται σε ‘ιστορικο-δικαιικούς’, όπως λέγονται, τίτλους ιδιοκτησίας, δεδομένου του, εν μέρει, εκκρεμούς ακόμη ζητήματος περί της πλήρους αναγνωρίσεως της νομικής ισχύος τους στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξης. 
Πρόκειται για δικαιικής φύσεως έγγραφα με περιουσιακό περιεχόμενο και αναφορές, τα οποία εκδόθηκαν από πολιτειακές ή εκκλησιαστικές αρχές κατά τη λειτουργία παλαιότερων γαιοκτητικών καθεστώτων στο σημερινό ελλαδικό χώρο. Συνήθη τέτοια έγγραφα αποτελούν τα βυζαντινά χρυσόβουλλα,17 τα αυτοκρατορικά και πατριαρχικά σιγίλλια ή προστάγματα,18 τα οθωμανικά φιρμάνια,19 τα ταπιά20 τα χοτζέτια21 ή τα βακουφικά αφιερωτήρια,22 ακόμη και τα βενετικά διατάγματα23  ια την παραχώρηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων σε γαίες ή ακίνητα των Επτανήσων.
2. Προβάλλεται συχνά η απορία, για ποιον λόγο δικαιοκτητικά έγγραφα των πιο πάνω τύπων καθίστανται συχνά αντικείμενο επικλήσεως εκ μέρους εκκλησιαστικών νομικών προσώπων σε δίκες στις οποίες αμφισβητούνται, κατά κανόνα εκ μέρους του Δημοσίου, τα εμπράγματα δικαιώματά τους. 
Η απάντηση είναι απλή: ο εκκλησιαστικός οργανισμός συστήθηκε πολλούς αιώνες πριν την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830), εμφανίζοντας αδιάκοπη κατά το μακρότατο αυτό χρονικό διάστημα οργανωτική, διοικητική και οικονομική λειτουργία. Κατά τη διάρκεια των 2000 περίπου ετών που μεσολάβησαν, η Εκκλησία απέκτησε και διατήρησε τη δική της περιουσία, παρά τις όποιες κατά καιρούς θεσμικές ή πραγματικές αντιξοότητες. Ένας λοιπόν ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός τίτλων ιδιοκτησίας, υπό τις ανωτέρω ετερόκλητες ονομασίες, που μάς ξενίζουν ασφαλώς σήμερα, εκδόθηκε νόμιμα υπέρ εκκλησιαστικών οργανισμών, κατά τις περιόδους της ισχύος διαφορετικών, ξενικών ή μη, γαιοκτητικών δικαίων. 
Αναμφίβολα, τα δικαιικά αυτά έγγραφα δεν μπορούν να αγνοηθούν ή να λησμονηθούν από τους κατονομαζόμενους ως δικαιούχους εκκλησιαστικούς φορείς τους. Και τούτο διότι - ανεξάρτητα από το όποιο σημερινό νομικό τους κύρος - αποτελούν σε κάθε περίπτωση μαρτυρίες αυτοσυνειδησίας και συγκρότησης της ιστορικής ταυτότητας των κατόχων τους εκκλησιαστικών φορέων. 
Ζήτημα ωστόσο διαφορετικής τάξεως, που αφορά πλέον το σύγχρονο δίκαιο, είναι υπό ποιους όρους οι ιστορικοδικαιικές αυτές έγγραφες πηγές και μαρτυρίες μπορούν να οδηγήσουν σε πλήρη απόδειξη της κτήσεως εμπράγματων δικαιωμάτων με τις απαιτήσεις που προβάλλει, πλέον, το νεοελληνικό δίκαιο, και να αποτελέσουν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας υπό το ισχύον ιδιωτικό δίκαιο.
Έτσι, βυζαντινά ή μεταβυζαντινά δικαιοκτητικού περιεχομένου έγγραφα, τα οποία σώζονται στα πλούσια, κατά κανόνα, μοναστηριακά αρχεία, έχουν επανειλημμένως έως και πολύ πρόσφατα καταστεί αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης, το νομικό τους δε κύρος αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο αμετάκλητης κρίσης στο πλαίσιο του Εθνικού Κτηματολογίου. Η εκδοθείσα μέχρι σήμερα σχετική νομολογία, εμφανίζεται να εντάσσει την αποδεικτική δύναμη τέτοιων εγγράφων σε μία διαβαθμισμένη κλίμακα, αξιολογώντας αυτά από απλές ‘ενδείξεις’ ή ‘τεκμήρια’ υπάρξεως του δικαιώματος στο διαφιλονικούμενο ακίνητο κατά την χρονική, τουλάχιστον, περίοδο εκδόσεώς τους, έως και ‘πλήρεις αποδείξεις’, κατά τις πιο πρόσφατες ιστορικές εποχές. Στην τελευταία περίπτωση, τούτο κυρίως συμβαίνει με τίτλους που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος (λ.χ. ταπιά ή χοτζέτια), όπως ιδίως αυτό ίσχυσε μέχρι το 1912-1913 στις λεγόμενες Νέες Χώρες. 
3. Πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί η κομβική σημασία που αναγνωρίζεται στα άρθ. 51, 53 και 57 ΕισΝΑΚ για τη διαχρονική ισχύ των εμπράγματων δικαιωμάτων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. Ο δικαιοπολιτικός στόχος των μεταβατικών αυτών διατάξεων, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική τους ανάγνωση, είναι διττός: 
Πρώτον, η αναγνώριση της νομικής συνέχειας καθώς και η ομαλή ένταξη στο θεσμικό τοπίο που ακολούθησε την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946), όσων εμπράγματων δικαιωμάτων είχαν αποκτηθεί κατά το προηγούμενο αλλά και το απώτερο χρονικό διάστημα, όταν στην ελληνική επικράτεια εφαρμόστηκαν όχι μόνον το βυζαντινορωμαϊκό (1821 - 22.2.1946), αλλά και ξενικά δίκαια ως προς την έγγεια ιδιοκτησία (όπως το οθωμανικό, ιταλικό και τυχόν άλλα).24
Δεύτερον, η εξακολούθηση της ισχύος του συνόλου εκείνων των ειδικών διατάξεων, που είχαν εκδοθεί μέχρι και τις 22.2.1946, έχοντας ως ρυθμιστικό αντικείμενο τη διοίκηση και νομική προστασία «γενικά των δημοσίων ή εκκλησιαστικών ή μοναστηριακών κτημάτων».25
4. Από την συναφή νομολογία, κρίνουμε σκόπιμο να μνημονεύσουμε εδώ δειγματοληπτικά τις αποφάσεις: 
4.1. ΑΠ 1298/200726 η οποία, επικαλούμενη τις διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (ήτοι, χριστιανικού έτους 1858), νομολόγησε ότι μονή θεμελιώνει το δικαίωμα κυριότητάς της επί της οικείας περιουσίας με προσκόμιση ταπίου, ως νόμιμου οθωμανικού τίτλου, ή με απόσπασμα από το ‘Αυτοκρατορικό Οθωμανικό Κτηματολόγιο’ (Defterhane, Δεφτέρχανε), η εγγραφή στο οποίο αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας.27 Υπογραμμίζεται ότι τα εν λόγω βιβλία ήταν πλήρως και λεπτομερώς ενημερωμένα ως προς τα κτηματολογικά δικαιώματα των υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας της εποχής τους.28
4.2. ΕφΘεσ 68/1971,29 κατά την οποία: (α) τα εμπράγματα δικαιώματα επί της εκκλησιαστικής περιουσίας που αποκτήθηκαν υπό την ισχύ του οθωμανικού αστικού δικαίου, διατηρήθηκαν και μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας, (β) τα πατριαρχικά σιγίλλια, σε συνδυασμό με τα παραχωρηθέντα από τους οθωμανούς σουλτάνους προνόμια στις μονές και τα πατριαρχεία, ‘αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας συνδυαζόμενα και προς άλλα στοιχεία, ήτοι νομήν ή διακατοχικάς πράξεις και αν δεν έχωσι καταχωρηθεί εις τα εν Κωνσταντινουπόλει βιβλία του αυτοκρατορικού κτηματολογίου ... εισαχθέν βραδύτερον επί σουλτάνου Σουλεϊμάν του Νομοθέτου κατά τα έτη 1520-1566’. 
Είναι νομίζω προφανές, ότι εδώ, με τη χρήση των όρων ‘διακατοχικές πράξεις’ και ‘νομή’, η νομολογία εμφανίζεται αμήχανη και διστακτική απέναντι στο ζήτημα του νομικού κύρους ιστορικών εγγράφων, όπως τα ανωτέρω, υπαινισσόμενη επικουρική εφαρμογή των όρων συνδρομής της χρησικτησίας, ως σύγχρονου και ασφαλέστερου τίτλου κυριότητος.
4.3. ΕφΚρ 330/1999 (αδημ.), η οποία ευρισκόμενη εγγύτατα προς την κρίση της απόφασης που μόλις είδαμε, έκρινε ότι τα βεράτια και τα πατριαρχικά σιγίλλια, εφόσον συνδυάζονται και με άλλα στοιχεία, αποτελούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία του Οθωμανικού Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου.
Νομίζω λοιπόν ότι η έλλειψη μίας τέτοιας εγγραφής στα βιβλία του οθωμανικού αυτοκρατορικού κτηματολογίου δεν επέτρεψε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Εφετείου Θράκης 197/201530 να αναγνωρίσει και τα βυζαντινά χρυσόβουλα της Ι. Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους ως έγκυρους και σήμερα τίτλους ιδιοκτησίας. Και τούτο διότι, όπως διαπιστώσαμε, η εγγραφή στα βιβλία του Οθωμανικού Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου αποτελεί πλέον παγίως κατά τη νομολογία, προϋπόθεση sine qua non, εν είδει απαραίτητου ενδιάμεσου συνδετικού κρίκου, για την αναδρομική αναγνώριση και των χρονικά απώτερων βυζαντινών ιδιοκτησιακών εγγράφων.
4.4. ΜονΠρΛιβαδειάς 35/1996,31 που ασχολήθηκε με την αμφισβήτηση εκ μέρους ιδιωτών των ιδιοκτησιακών τίτλων τους οποίους επικαλείτο μονή της Βοιωτίας για την απόδειξη των εμπράγματων δικαιωμάτων της σε δασολιβαδική έκταση. Κατά το δικαστήριο, η μονή διακατείχε και νεμόταν πράγματι με διάνοια κυρίας, νόμιμους τίτλους και καλή πίστη, συνεχώς και φανερά, επί 250 και πλέον έτη (από το έτος 1753 και μετά) την ανωτέρω έκταση. Η δικαστική απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στη μονή κατά παραχώρηση από το οθωμανικό κράτος, δυνάμει του αρχικού οθωμανικού τίτλου κυριότητας (τεμεσούκ), που χορηγήθηκε από την αρμόδια οθωμανική αρχή το 1753, τίτλος κυριότητας ο οποίος ακολούθως επικυρώθηκε από το οθωμανικό ιεροδικείο Λιβαδειάς, με χοτζέτι του έτους  1764). Από το έτος 1753 και χωρίς διακοπή, η μονή διακατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίας, νόμιμους τίτλους και καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, ασκώντας αδιάκοπα διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα τρίτο ή το ελληνικό Δημόσιο. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η ΜονΠρΛειβαδιάς 35/1996 νομολόγησε ότι η διάδικη μονή κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης, αφενός μεν με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, δηλαδή με την παραχώρηση από το οθωμανικό κράτος των προαναφερθέντων νομότυπων τίτλων κυριότητας, αφετέρου δε πρωτοτύπως, και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, αφού η μονή ασκούσε πράξεις νομής στην έκταση από το έτος 1753. 
4.5. ΜονΠρΖακύνθου 97/2015,32 που έκρινε ότι η επίδικη έκταση ανήκει σήμερα στην μονή Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου, δυνάμει ενός Διατάγματος το οποίο εκδόθηκε από τον Δόγη της Βενετίας στις 25.9.1783, μετά από απόφαση της Ενετικής Γερουσίας αλλά και γνωμοδότηση του Consultori in Jure (Νομικού Συμβουλίου της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας). Το εν λόγω Διάταγμα καταχωρίστηκε επανειλημμένως από τους τότε αρμόδιους υπαλλήλους – μετά και τη διενέργεια ανάλογων ελέγχων εκ μέρους των Δημόσιων Εφόρων της Βενετίας – στα οικεία Δημόσια Κτηματολογικά Βιβλία της Βενετικής Διοίκησης στην Κέρκυρα.
4.6. Από την ανάγνωση λοιπόν της ενδεικτικής αυτής ακολουθίας δικαστικών αποφάσεων, προκύπτει η προφανής προτίμηση της νομολογίας να συνδυάζονται τα βυζαντινά ή μεταγενέστερα ιστορικο-δικαιικά ιδιοκτησιακά έγγραφα με πρόσθετα νομικά ή πραγματολογικά στοιχεία - όπως είναι η μακροχρόνια νομή ή η αδιαμφισβήτητη διακατοχή - ώστε να θεμελιώνεται κατά ασφαλέστερο τρόπο τίτλος με τα προσόντα της χρησικτησίας. 
Γ. Εκ του νόμου (ex lege) τίτλοι ιδιοκτησίας επί της εκκλησιαστικής περιουσίας
1. Η νεοπαγής διάταξη του άρθ. 51 § 7  Ν. 4301/2014
Ειπώθηκε ότι, σύμφωνα με το άρθ. 12 Ν. 2664/1998, εγγραπτέες στα βιβλία του ΕΚ είναι και οι κάθε είδους πολιτειακές πράξεις με τις οποίες το Δημόσιο αναγνωρίζει ορισμένο εμπράγματο δικαίωμα στα ακίνητα εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. Ως γνωστόν, μέχρι το έτος 1988 η διοίκηση μεγάλου μέρους της μοναστηριακής περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανήκε στον Οργανισμό Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας, ένα ΝΠΔΔ ιδρυμένο με το Ν. 4684/1930, όπως το εν λόγω νομοθέτημα κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 22.9.1931. Με το άρθ. 8 § 1 του Ν. 4684/1930, η μοναστηριακή περιουσία διακρίθηκε στη ‘διατηρητέα’, η οποία παρέμεινε στην κυριότητα και διαχείριση των μονών, και την ‘εκποιητέα’. Ο διαχωρισμός της περιουσίας κάθε μονής επήλθε με Διάταγμα που εκδόθηκε εφάπαξ.33  
Είναι άλλωστε γνωστή η μεγάλη αναγκαστική απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας, που υλοποιήθηκε με Σύμβαση μεταξύ του Δημοσίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 26.9.1952, συμπληρωμένη με ιδιαίτερους Πίνακες συγκεκριμένων κτημάτων που θα περιέρχονταν στο Δημόσιο, όσο και εκείνων που θα παρέμεναν στην κυριότητα των μονών. Τα τελευταία καταλογογραφούνταν ανά μονή και κατά τοποθεσία, είδος και έκταση στον Πίνακα Γ΄ της Συμβάσεως.34
Νομικό επακόλουθο του γεγονότος αυτού, ήταν η ex lege - ήτοι η αυθεντική και με το κύρος του πολιτειακού νομοθέτη - αναγνώριση της κυριότητας των μονών επί όσων κτημάτων τους περιελήφθησαν στον Πίνακα Γ΄ της Συμβάσεως, αποκτώντας πλέον ως τίτλο κυριότητας τα σχετικά Διατάγματα.
Νομολογιακή εφαρμογή των ανωτέρω νομικών πράξεων, αποτέλεσαν οι αποφάσεις ΠολΠρΤρικάλων 1/2002 και ΑΠ 1338/2010. Το σκεπτικό τους κατέστη πιο πρόσφατα θετό δίκαιο, με την § 7 του άρθ. 51 Ν. 4301/2014, διάταξη κατά την οποία: 
Τα εκδοθέντα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 8 § 2 του Ν. 4684/1930, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ της 14/22.4.1931, διαχωριστικά διατάγματα και οι Πίνακες Α-Ε της Σύμβασης της 18.9.1952 (ΒΔ της 26.9.1952), όπως  τροποποιήθηκε με την από 27.12.1968 Σύμβαση, συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία’. 
Η ρύθμιση αυτή, έχει νομίζουμε βαρύνουσα θεσμική σημασία για την ασφαλή απόδειξη μεγάλου αριθμού εμπράγματων δικαιωμάτων, ως προς την εκκλησιαστική έγγεια ιδιοκτησία. Μία επιφύλαξη, ωστόσο, μπορεί να διατυπωθεί ως προς τη συνταγματικότητα της οριζόμενης ευχέρειας περί μη καταχώρισης των σχετικών πράξεων στα κτηματολογικά βιβλία. Και τούτο, διότι η εν λόγω πρόβλεψη αντίκειται ευθέως στην αρχή της δημοσιότητας των εμπράγματων δικαιωμάτων και της ασφάλειας του δικαίου - αρχές τις οποίες καλείται πρωτίστως να υπηρετήσει ο θεσμός του Εθνικού Κτηματολογίου.
2. Η συμβολαιογραφική δήλωση του άρθ. 7 § 1 Ν. 3800/1957 και η έκθεση απογραφής του άρθ. 47 § 3 ΚΧΕΕ (Ν. 590/1977)
Τέλος, αξιοσημείωτη νομοθετική μεταρρύθμιση, εν όψει της ανάγκης δηλώσεως εγγραπτέων εμπράγματων δικαιωμάτων εκ μέρους Ι. Ναών στο Εθνικό Κτηματολόγιο, συνιστά η διάταξη του άρθ. 47 § 3 ΚΧΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την § 1, εδ. 8 β΄ του άρθ. 68 Ν. 4235/2014, προβλέποντας πλέον τη σύνταξη και μεταγραφή σχετικής ‘εκθέσεως απογραφής’, ως παράλληλου τίτλου κτήσεως με τη συμβολαιογραφική δήλωση που προέβλεπε από παλαιότερα το άρθ. 7 παρ. 1 Ν. 3800/1957.35
ΙV. Η δασική ιδιοκτησία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων
Α.  Εισαγωγικοί προβληματισμοί. Μια ‘χαρτογράφηση’ της εκκλησιαστικής δασικής ιδιοκτησίας
1. Αρχής ήδη γενομένης από την πρώτη δεκαετία μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830), κανένα άλλο πεδίο δικαστικών αντιπαραθέσεων μεταξύ του Δημοσίου και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της ελληνικής επικράτειας δεν γνώρισε μέχρι σήμερα τις μακροχρόνιες, περίπλοκες και, όχι σπάνια, οξείες αντιδικίες οι οποίες παρατηρήθηκαν με επίκεντρο το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών, δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων διάφορων περιοχών της χώρας.36  
Το γεγονός μπορεί να αποδοθεί σε μία σειρά εντοπισμένων αιτιών, όπως κυρίως είναι η μακραίωνη παράλληλη ιδιότητα αμφοτέρων των εν λόγω θεσμών ως ισχυρών δασικών γαιοκτημόνων,37 αλλά και η συγκεχυμένη κατάσταση που ανέκυψε μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό, αναφορικά με το νομικό καθεστώς των δασών της χώρας, ιδίως ως προς την εγκυρότητα των επικαλούμενων από το Δημόσιο ή την Εκκλησία τίτλων δασικής ιδιοκτησίας.
Απόρροια του εν πολλοίς αμφιλεγόμενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δασών της χώρας, αποτελεί και το περίφημο ζήτημα του χαρακτηρισμού μεγάλου μέρους εξ αυτών ως ‘διακατεχόμενων’ από τοπικά εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα – μία αμιγώς ελληνική ιδιοτυπία, που προέκυψε όχι από ιστορικούς λόγους, όπως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά από μία αμήχανη και κοντόθωρη κρατική δασική πολιτική, που το μόνον που κατάφερε σε βάθος χρόνου, ήταν να καταστεί πρόξενος ανασφάλειας δικαίου στο χώρο της δασικής ιδιοκτησίας. 
Μία πρώτη προσέγγιση στο σύνολο των εκκρεμών ακόμη θεμάτων που συνδέονται με την εκκλησιαστική δασική ιδιοκτησία, επιχειρείται στις ακόλουθες σελίδες.
2. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα της ελληνικής επικράτειας φέρονται συνολικά ως ιδιοκτήτες ή ‘διακάτοχοι’ περίπου 367.040 στρεμμάτων δασικών εκτάσεων.38 Κατ’ άλλους υπολογισμούς, η γενικότερη δασική ιδιοκτησία της Εκκλησίας υπερβαίνει τα 600.000 στρέμματα.39 Οι επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια των πιο πάνω στοιχείων θα πρέπει να θεωρούνται αναπόφευκτες, δεδομένης και της μη υπάρξεως νεότερης καταγραφής ή έστω επιβεβαίωσής τους από εγκυρότερες πηγές. 
Το γεγονός όμως αυτό - ήτοι, οι σημαντικές αποκλίσεις που εμφανίζουν τα ανωτέρω δειγματοληπτικά στοιχεία, από πηγές ποικίλης προέλευσης αλλά και διαβαθμισμένης αξιοπιστίας, ελλείψει άλλων έγκυρων και επίσημων δεδομένων – αναδεικνύει ως μέγιστη την αναγκαιότητα ολοκλήρωσης του ΕΚ και την καθοριστική συμβολή που αναμένεται αυτό να έχει στην ασφάλεια των κτηματικών συναλλαγών, εν προκειμένω στον τομέα της, ούτως ή άλλως εκτεταμένης αλλά και νομικά αμφιλεγόμενης, εκκλησιαστικής δασικής ιδιοκτησίας.
3. Σε κάθε ωστόσο περίπτωση, είναι γνωστό από πλήθος νομολογιακών στοιχείων ότι μεγάλο μέρος των εκκλησιαστικών αυτών εν γένει δασικού χαρακτήρα εκτάσεων βρίσκεται στην:  
Αττική, Βοιωτία και Εύβοια (Βάρη, Βούλα, Άγιος Ανδρέας Νέας Μάκρης, υπώρειες Πάρνηθας, ευρύτερη περιοχή Κοκκιναρά Πεντέλης, περιοχή Καρέα του Υμηττού, περιαστική περιοχή του Πειραιά, Οινόη, Φυλή, Σκούρτα Βοιωτίας, Μαντούδι, Κύμη κ.ά.),40  
Φωκίδα (ιδίως δάσος Μονής Προφήτη Ηλία Χρισσού Παρνασσίδας) και Φθιώτιδα (κυρίως δάσος της Μονής Αγάθωνος στην περιφέρεια Υπάτης), 
Πελοπόννησο, ήτοι Ν. Κορινθίας,41 Ν. Αχαΐας (περιοχές Στροφυλιάς, Μετοχίου και Μελισσίων), Ν. Ηλείας (δάσος Σκαφιδιάς), Ν. Μεσσηνίας (Αγ. Σωτήρας Μοναστηρίου), Ν. Λακωνίας (Βασσάρα και Πριτσιώτικο Γυθείου, Ν. Αρκαδίας (δασικές εκτάσεις Μονών Παλαιοπαναγιάς και Ορθοκωστά), Ν. Αργολίδας (δασική περιοχή Θερμησίας),
 Χαλκιδική, στην οποία μεγάλες δασικές ή δασολιβαδικές εκτάσεις ανήκουν σε πολυάριθμα μετόχια Μονών του Αγίου Όρους,42  
 Κεντρική Μακεδονία και Θεσσαλία (Μονές Μετεώρων, Ζάρκου, Βυτουμά, Μονή Κορώνης, Πέτρας και Σπηλιάς Αγράφων),43
 Ήπειρο (δάση Μονών Κάτω Παναγιάς Άρτας, Βελλάς Ιωαννίνων, Μόλιστας Κονίτσης),44
ενώ ιδιοκτήτες σημαντικών δασικών εκτάσεων είναι εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (ναοί και μονές) που κείνται στη Θράκη,45 στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και σε διάφορα νησιά.46
4. Πρέπει εξ αρχής να υπογραμμιστεί, ότι το νομικό περιεχόμενο κάθε συγκεκριμένης δασικής ιδιοκτησίας της χώρας μας, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το θεσμοθετημένο γαιοκτητικό καθεστώς της οικείας περιοχής. Και τούτο διότι, ως γνωστόν, η χρονικά σταδιακή απελευθέρωση και προσάρτηση νέων γεωγραφικών διαμερισμάτων (όπως η Θεσσαλία, οι Νέες Χώρες, η Κρήτη, τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα) στα εδάφη του αρχικά ελεύθερου νεοελληνικού κράτους (‘Παλαιό Βασίλειο’), οδήγησε κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα στη διαμόρφωση πλειόνων ιδιογενών καθεστώτων έγγειας ιδιοκτησίας, τοπικού χαρακτήρα. Στο πλαίσιο εφαρμογής του καθενός από αυτά, προβλέπεται ακόμη και σήμερα η συνδρομή διαφορετικών - κατά το μάλλον ή ήττον - όρων σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων, ειδικώς επί των δασών ή δασογενών εκτάσεων.47  
Στο ίδιο πλαίσιο προβληματισμού, σε θεμελιώδεις παράγοντες για την απόδειξη τέτοιων δικαιωμάτων αναδεικνύονται, πρώτον, το εύρος της ιδιοκτησίας η οποία περιήλθε, βάσει διεθνών συνθηκών, στο ελληνικό δημόσιο ως διάδοχο του αντίστοιχου οθωμανικού48 και δεύτερον, η νομική αναγνώριση των εμπράγματων δικαιωμάτων που ιδιώτες ή διάφοροι εκκλησιαστικοί φορείς είχαν αποκτήσει σε δάση, ήδη υπό την ισχύ του οθωμανικού εμπράγματου δικαίου. Η γνώση, συνεπώς, των θεμελιωδών κανόνων του τελευταίου κρίνεται ως απαραίτητη για την ορθή ερμηνεία των διατάξεων ειδικά της εκκλησιαστικής δασικής ιδιοκτησίας, καθώς ένας σεβαστός αριθμός μονών ή ναών από όλα σχεδόν τα σημεία της ελληνικής επικράτειας επικαλείται, όπως ακροθιγώς σημειώθηκε, συναφή δικαιώματα, κεκτημένα ήδη από τη μεταβυζαντινή, αν όχι και από παλαιότερη, χρονική περίοδο.
Τέλος, αναφορικά με την ερμηνεία του δαιδαλώδους πλέγματος νομοθετικών διατάξεων οι οποίες συναρθρώνουν ό,τι αποκαλούμε σήμερα ‘δασικό δίκαιο’, είναι ενδεδειγμένο να εξαρθεί η διαπλαστική συμβολή μίας πολύχυμης νομολογίας, από δικαστήρια όλων των βαθμίδων και από κάθε σχεδόν νομό της χώρας. Συνεπώς, το δασικό δίκαιο – εκτός από τοπικό, δικαιοσυγκριτικό και εξαιρετικά σύνθετο – είναι ορθό να χαρακτηρίζεται και ως νομολογιακά διαπλασμένο, εφόσον πρέπει σήμερα να θεωρείται απλώς αδύνατη η ερμηνεία των ρυθμίσεών του, χωρίς τη μελέτη της εξόχως πλούσιας αν και συχνά αντιφατικής σχετικής νομολογίας.  
5. Τα κομβικής σημασίας για το δασικό δίκαιο πιο πάνω δεδομένα – κυρίως η εκτεταμένη δημόσια και εκκλησιαστική ιδιοκτησία και η ιστορική διαμόρφωση τοπικών sui generis δασικών δικαίων – αποτυπώνονται με ενάργεια ακόμη και σε νομοθετήματα με γενική, κατ’ αρχάς, εφαρμογή ως προς τα δάση όλης της χώρας, όπως είναι οι ‘δασικοί κώδικες’. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαία η διάκριση μεταξύ των γενικής ισχύος δασικών ρυθμίσεων, από εκείνες που θεσπίστηκαν προκειμένου να εφαρμοστούν ειδικά ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών ορισμένης γεωγραφικής περιφέρειας. 
Διάκριση η οποία μάς υποχρεώνει να προσεγγίσουμε το καθεστώς της εκκλησιαστικής δασικής ιδιοκτησίας ως μίας κατηγορίας lex specialis κανόνων δικαίου, η εφαρμογή των οποίων προκρίνεται έναντι των γενικώς ισχυόντων, λόγω της αρχής της ειδικότητας.49 Με διαφορετική διατύπωση, οι διατάξεις του γενικού δασικού δικαίου καλούνται σε (συμπληρωματική) εφαρμογή μόνον εφόσον το δασικό δίκαιο ορισμένης περιοχής δεν προβλέπει ειδικά ως προς το ερμηνευτέο ζήτημα. 
6. Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Δημοσίου και Εκκλησίας έχουν ήδη αρχίσει να απασχολούν σε σημαντικό βαθμό το κατά τόπους εφαρμοζόμενο κτηματολογικό δίκαιο. Η συχνότητά τους όμως αναμένεται να αυξηθεί με γεωμετρικό ρυθμό κατά τα επόμενα χρόνια, σε άμεση συνάρτηση με τη χωρική επέκταση του θεσμού του ΕΚ, στο πλαίσιο του οποίου θα πρέπει και να επιλυθούν τα συναφή χρόνια προβλήματα. 
Τούτο άλλωστε προκύπτει και από το γεγονός της σχεδόν παράλληλης έκδοσης των Ν. 3127/2003, ‘Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις’ και Ν. 3208/2003, ‘προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων’, στους οποίους παρατηρείται η συμπερίληψη διατάξεων με κοινό στόχο την ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων στο δασικό χώρο και την εκκαθάριση ιδιοκτησιακών εκκρεμοτήτων μεταξύ Δημοσίου και φυσικών ή νομικών προσώπων επί δασών, με αναγνώριση δικαιωμάτων των τελευταίων, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόοδος του Εθνικού Κτηματολογίου.50 Το ίδιο γεγονός πρέπει με τη σειρά του να αντικρισθεί τόσο υπό το φως της προηγηθείσας αναθεώρησης των άρθ. 24 και 117 Σ., που περιέλαβε την πρόβλεψη κατάρτισης δασολογίου, όσο και εν όψει της εκτεταμένης τροποποίησης του παλαιότερου Ν. 998/1979, ‘περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας’, από τον πιο πάνω 3208/2003.
Β. Τίτλοι ιδιοκτησίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων: τεκμήρια κυριότητας, δασικές δικαιοταξίες και κτηματολογικό δίκαιο
1. Παλαιό Βασίλειο της Ελλάδος. Μοναστηριακά δάση και τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου (ΒΔ της 17.11/1.12.1836, ‘περί ιδιωτικών δασών’). Τίτλοι ιδιοκτησίας επί δασών κατά το οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα
1.1. Όπως ήδη εκτέθηκε, ένας σημαντικός αριθμός από όσα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ιδρύθηκαν κατά τη βυζαντινή ή μεταβυζαντινή περίοδο - κυρίως μονές και ναοί - εμφανίζονται έκτοτε και μέχρι σήμερα να νέμονται ή διακατέχουν δασώδεις περιοχές, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Σε σχετικές δίκες, η προβολή της μακροχρόνιας ή και μακραίωνης αυτής άσκησης νομής και διακατοχικών πράξεων, συχνά συνδυάζεται με την επίκληση μίας ποικιλίας αποθησαυρισμένων στα μοναστηριακά αρχεία ιστορικών εγγράφων με δικαιοπρακτικό ή γενικότερο νομικό περιεχόμενο, με σκοπό τη θεμελίωση της νόμιμης κτήσης εμπράγματων δικαιωμάτων (και) σε δασική ιδιοκτησία.
Νομικά ερωτήματα ως προς την εγκυρότητα και την έκταση της ισχύος εγγράφων όπως τα ανωτέρω, απασχόλησαν σχεδόν αμέσως τις αρχές του νεοσύστατου (1830) ελληνικού κράτους - και απολύτως δικαιολογημένα, καθώς αφορούσαν δικαιώματα προβαλλόμενα στο 50% περίπου της τότε ελεύθερης επικράτειας. Το γεγονός ώθησε να τεθεί από τη κυβέρνηση ως άμεση δικαιοπολιτική προτεραιότητα, ο έλεγχος κάθε σχετικά προσαγόμενης γραπτής μαρτυρίας, για την επιβολή μίας τάξης ως προς το συγκεχυμένο καθεστώς της δασικής ιδιοκτησίας. 
1.2. Λίγα μόλις έτη μετά την αναγνώριση της ανεξαρτησίας (1830, Πρωτόκολλο του Λονδίνου), δημοσιεύεται το Β.Δ. της 17.11/1.12.1836, ‘περί ιδιωτικών δασών’,51 που προέβλεπε μεταξύ άλλων και ότι: 
(α) ως ‘ιδιωτικά δάση’ θεωρούνται μόνον όσα αποδεικνυόταν με έγγραφα, συντεταγμένα από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές και κατά τους νόμιμους τύπους, ότι αποτελούσαν πριν την απελευθέρωση  ‘πλήρεις’ ιδιωτικές ιδιοκτησίες (άρθ. 1 εδ. α΄). Σε περίπτωση, ωστόσο, που τέτοια έγγραφα ‘εκ περιστάσεως ... εχάθησαν από την αρχήν του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου’, προβλεπόταν η δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη με τη χρήση κάθε ‘ένδικου μέσου’ για τη απόδειξη των σχετικών ιδιωτικών δικαιωμάτων (άρθ. 1 εδ. γ΄).
(β) Αξιώσεις δήμων και μονών για δασικές ιδιοκτησίες τους, εφόσον θεμελιώνονταν ‘μόνον εις πολυχρόνιον και αδιάλειπτον δικαίωμα ελευθέρας ξυλεύσεως, προερχόμενον από την ανέκαθεν αμελημένην διοίκησιν των δασών’, χωρίς όμως και να στηρίζονται σε νόμιμα έγγραφα με ρητό ιδιοκτησιακό περιεχόμενο, δεν αναγνωριζόταν ότι θεμελίωναν τίτλο ιδιοκτησίας, τα δε δάση θεωρούντο ‘αναντιρρήτως ως δημόσια’. Εάν όμως ‘υπήρχον έγγραφα αποδεικνύοντα τωόντι την ιδιοκτησίαν ενός τοιούτου δάσους και εχάθησαν εκ περιστάσεως’, τότε ‘ο απαιτών αυτό δήμος ή το μοναστήριον’ μπορούσαν να αποδείξουν τα σχετικά δικαιώματα ‘μόνον κατά το άρθ. 390 ΠολΔικ’ (άρθ. 2).
(γ) Εντός ενός έτους από τη δημοσίευση του β. δ/τος – προθεσμίας με ανατρεπτικό χαρακτήρα - όφειλαν οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες των ανωτέρω δασών να παρουσιάσουν ενώπιον της Γραμματείας των Οικονομικών τους ‘νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των’.52 Η εξέτασή τους οδηγούσε, αναλόγως, σε αναγνώριση ή απόρριψη της εγκυρότητας των προσαχθέντων εγγράφων και, περαιτέρω, του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας. Στην πρώτη περίπτωση αποδιδόταν η κατοχή στους ιδιοκτήτες, ενώ στη δεύτερη το ζήτημα μπορούσε να ακολουθήσει τη δικαστική οδό, όπως ήδη σημειώθηκε (άρθ. 3 εδ. α΄). Με την πάροδο της ετήσιας προθεσμίας, τα δάση τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν ως ιδιωτικά μετά την πιο πάνω διαδικασία, θεωρούνταν ως ‘αδιαφιλονίκητα εθνικά, και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα’ (άρθ. 3 εδ. β΄).
(δ) Ακόμη όμως και όσα δάση κρίνονταν ως ιδιωτικά είτε στο πλαίσιο της διαγνωστικής αυτής διοικητικής διαδικασίας είτε μετά από δικαστική απόφαση, θα υπάγονταν στο εξής υπό κρατική ‘επιτήρησιν’ και μία σειρά άλλων περιορισμών, προφανώς για λόγους δημόσιου συμφέροντος που σχετίζονταν με την κρατική προστασία του συνόλου των δασών, εθνικών ή ιδιωτικών (άρθ. 4 επ.).
1.3. Όπως κατ’ αρχάς συνάγεται από τον ίδιο τον τίτλο του ερμηνευόμενου νομοθετήματος (‘περί ιδιωτικών δασών’), αντικειμενικός δικαιοπολιτικός του στόχος ήταν η παροχή της δυνατότητας σε ιδιώτες φυσικά ή νομικά πρόσωπα - κυρίως δήμους, κοινότητες, μονές ή ιδρύματα – να κατοχυρώσουν το συναφές δικαίωμα κυριότητάς τους, προκειμένου να επέλθει διαχωρισμός και οριοθέτηση των ιδιωτικών από τα δημόσια (‘εθνικά’) δάση. Προς τον σκοπό αυτό, οι διατάξεις του καθιέρωσαν ένα τεκμήριο δικαιώματος κυριότητος υπέρ του Δημοσίου, με νομικό έρεισμα την - δυνάμει των γνωστών διεθνών συνθηκών - υποκατάσταση του τουρκικού κράτους από το αντίστοιχο ελληνικό. 
Η νομολογιακή εφαρμογή του β.δ. κατέδειξε ότι το εν λόγω τεκμήριο απέβη τελικά το σημαντικότερο νομικό θεμέλιο ως προς το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου σε δάση. Η διαχρονική αξία του ίδιου νομοθετήματος αναδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και από τη διάταξη του άρθ. 10 § 1 περ. Ι, εδ. α΄ Ν. 3208/2003, σύμφωνα με την οποία: «1. Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις που: Ι. Αναγνωρίστηκαν: α) Με τη διαδικασία του νόμου από 17/29.11.1836 ‘περί ιδιωτικών δασών’ (ΦΕΚ 69/1.12.1836), β) Με τις διατάξεις του Ν. ΑΧΝ΄/14.1.1888, ‘περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών’ (ΦΕΚ 20/21.1.1888), όπως τροποποιήθηκε με το Ν. ΒΛΠΖ΄/12.7.1903 (ΦΕΚ 160 Α΄)... Ωσαύτως θεωρούνται έγκυρα και ισχυρά τα παραχωρητήρια που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή: α) Του ν. 26 Μαΐου 1835 (ΦΕΚ 2) και του Διατάγματος 13/25.11.1836 (ΦΕΚ 67)...».53  
1.4. Ωστόσο, ακόμη και αν μέσα στην προβλεπόμενη ενιαύσια προθεσμία οι ενδιαφερόμενες μονές δεν εύρισκαν ικανοποίηση των αξιώσεών τους, είτε διότι τα προσαχθέντα εκ μέρους τους έγγραφα δεν πληρούσαν τους όρους εγκυρότητας κατά την αρμόδια Γραμματεία των Οικονομικών, είτε διότι τέτοια έγγραφα ‘εχάθησαν εκ περιστάσεως’, απέμενε πάντοτε στις μονές η δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη, καθώς, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, το παραγόμενο από τις διατάξεις του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836, ‘περί ιδιωτικών δασών’ τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου, ήταν δικαστικά μαχητό, εφόσον αποδεικνυόταν η συνδρομή των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του τότε ισχύοντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι η άσκηση καλόπιστης νομής και διακατοχικών πράξεων στο δάσος επί 30 τουλάχιστον έτη, με απώτατο χρονικό σημείο συμπληρώσεώς της την 11.9.1915.54  
Άλλωστε, στα μοναστηριακά αυτά δάση η νομολογία είχε αποδώσει την προσωνυμία ‘διακατεχόμενα’ – έναν μεταβατικού χαρακτήρα νεολογισμό, ο οποίος ωστόσο από πλευράς περιεχομένου θεωρήθηκε ταυτόσημος με τη νομή.55 Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την χρονικά μεταγενέστερη καθιέρωση της ‘πλασματικής νομής’, ως θεσμού προστασίας τόσο των δημόσιων όσο και των μοναστηριακών κτημάτων, επέτρεψε στις μονές να αποκτήσουν τελικά την κυριότητα διακατεχόμενων δασών χρησιδεσπόζοντας υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις αυτά, έστω και χωρίς τήρηση των όρων του Β.Δ. της 17/29-11-1836.  Όπως έχει μάλιστα συναφώς κριθεί, η ύπαρξη ταπίου, χοτζετίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος καθώς και η υποβολή τους χωρίς αποτέλεσμα στη διαδικασία του άρθ. 3 του Β.Δ. της 17/29.11.1836, δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο καλής πίστης, αλλά αξιολογείται κατά περίπτωση για κρίση περί της ανεπίληπτης συνείδησης του νομέα.56
1.5. Αναφορικά με τη χωρική έκταση εφαρμογής του ίδιου Β.Δ., παρατηρείται διάσταση μεταξύ θεωρίας και νομολογίας: η πρώτη δέχεται ορθά ότι η ισχύς του περιορίζεται στα όρια του παλαιού Βασιλείου, χωρίς να επεκταθεί στις μεταγενέστερα προσαρτημένες περιοχές (Θεσσαλία, Νέες Χώρες κ.ο.κ.).57 Εν τούτοις, σημαντικό μέρος της νομολογίας προέβη σε εφαρμογή των διατάξεων του β.δ. του 1836 επί δασών και των περιοχών αυτών, χωρίς όμως και να αιτιολογεί συγκεκριμένα τη συγκεκριμένη κρίση της.58
2. Θεσσαλία και νομός Άρτας
2.1. Ως προς την τύχη των εμπράγματων δικαιωμάτων επί δασών που είχαν αποκτηθεί από ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, υπό το κράτος του προγενέστερου οθωμανικού δικαίου, εφαρμόζεται στις ανωτέρω περιοχές η διεθνής συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 20.7./2.7.1881, ‘περί διαρρυθμίσεως των ελληνο-τουρκικών συνόρων’.59 Με το άρθρο 4 αυτής ορίσθηκε ειδικότερα ότι: ‘Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει αναγνωρίσει εν ταις παραχωρουμέναις χώραις το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειμώνων, νομών (γρασιδοτόπων Kechlak), δασών και παντός είδους γαιών, ή ακινήτων, κατεχομένων υπό ιδιωτών ή κοινοτήτων, δυνάμει φιρμανιών, χοδζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων, ή δυνάμει των οθωμανικών νόμων’.60 Τα δημόσια δάση για τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν ιδιωτικά δικαιώματα με την προσκόμιση τίτλων, όπως αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, περιήλθαν στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του οθωμανικού. 
2.2. Ακόμη όμως και αν δεν προσάγονταν στις αρμόδιες αρχές οθωμανικοί τίτλοι όπως οι πιο πάνω, το γεγονός ότι ήδη από το 1881-1882 εισήχθη στην ελεύθερη πλέον Θεσσαλία η νομοθεσία που ίσχυε τότε στο παλαιό Βασίλειο, κατέστησε καθόλα εφικτή την απόκτηση κυριότητας και από εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα σε δάση, με την επίκληση ως επικουρικού νόμιμου τίτλου την έκτακτη χρησικτησία, κατά τις προϋποθέσεις που έτασσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Στη συνέχεια παραθέτουμε έναν κατάλογο από τις πιο σημαντικές δικαστικές αποφάσεις για την αναγνώριση δασικής ιδιοκτησίας σε εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, οι οποίες έλαβαν υπόψη τους όχι μόνον οθωμανικά δικαιοκτητικά έγγραφα, κατά τις προβλέψεις της ανωτέρω Συνθήκης, αλλά και τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της χρησικτησίας: 
ΕφΛάρισας 509/2008 και ΕφΛάρισας 228/2007: Ι. Μονή Αγ. Στεφάνου Μετεώρων, δασικές εκτάσεις στην ορεινή περιοχή Κρανιάς Αχελώου ή Ασπροποτάμου Ν. Τρικάλων.
ΑΠ 1799/2006: Ι. Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων, δασική έκταση στην κτηματική περιφέρεια της τέως κοινότητας Ζάρκου Τρικάλων).
ΕφΛάρισας 541/2003: Ι. Μονή Ιωάννου Θεολόγου Τρικάλων, δασική και λιβαδική έκταση στην περιοχή Ζάρκο Ν. Τρικάλων (επικύρωσε την ΜονΠρΤρικάλων 173/1998).
ΠολΠρΤρικάλων 1/2002: Ι. Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων, μοναστηριακό δάσος ‘Πάδι’, στην κτηματική περιφέρεια Κονισκού και Γερακαρίου Ν. Τρικάλων.
ΠολΠρΤρικάλων 182/2001: Ι. Μονή Κορμπόβου, δάσος στην περιφέρεια Παληοκάστρου και Λαγκαδιάς Ν. Τρικάλων.
ΠολΠρΤρικάλων 112/1999: Ι. Μονή Μεγάλου Μετεώρου, δάσος στην περιοχή Λογγά Καλαμπάκας.
3. Επτάνησα
Το ζήτημα της ύπαρξης δημόσιων και εκκλησιαστικών (δασικού και μη χαρακτήρα) κτημάτων στα Επτάνησα - στα οποία ανέκαθεν συμπεριλαμβάνονταν τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα - επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα με αφορμή την προσπάθεια ένταξης σημαντικής αξίας εκτάσεων στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ). Είναι αξιοσημείωτο ότι - παρά την κρατούσα αντίθετη άποψη61 - από την εποχή ήδη της προσάρτησης των Επτανήσων στην υπόλοιπη ελληνική επικράτεια (1864) και μέχρι σήμερα, παραμένει εκκρεμές το ερώτημα σχετικά με την πραγματική έκταση της περιουσίας που περιήλθε τελικά στο ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του ενετικού, σε διάκριση από αυτήν που παραχωρήθηκε με ειδικά νομοθετήματα στους ΟΤΑ των νησιών ή είχε ήδη αποκτηθεί από φυσικά ή (εκκλησιαστικά και μη) νομικά πρόσωπα με διάφορους τίτλους, συμπεριλαμβανομένης και της έκτακτης χρησικτησίας.62
Ειδικά ως προς τη δασική εκκλησιαστική περιουσία, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αποφάσεις:
(α) ΠολΠρΚέρκυρας 68/2004, Νόμος, σχετικά με δασολιβαδική έκταση της Ι. Μονής Μαγουλάδων Κέρκυρας, στη θέση Μαρτινέγκου του Δήμου Εσπερίων,
(β) ΜονΠρΖακύνθου 97/2015,63 ως προς δασολιβαδική έκταση της Ι. Μονής Αγίου Γεωργίου των Κρημνών, της περιοχής Βολιμών Ζακύνθου.
(γ) Διάταγμα της 7.12.1932, ‘περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ι. Μονής Φανερωμένης Λευκάδος’.64
4. Νέες Χώρες (Ήπειρος, Μακεδονία και Θράκη)
4.1. Λίγο μετά τη στρατιωτική απελευθέρωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας, τίθεται σε ισχύ ο Ν. 147/1914, ‘περί της εν ταις προσαρτωμέναις [νέαις] χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως’.65 Με το άρθ. 2 § 4 του νόμου αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ οι ρυθμίσεις του παλαιότερου οθωμανικού εμπράγματου δικαίου και ιδίως: (α) ο οθωμανικός νόμος ‘περί γαιών’ της 7ης Ραμαζάν 1274 (οθΝπΓ, χριστιανικού έτους 1856), (β) ο νόμος ‘περί ταπίων’ (1857), (γ) οθωμανικός Αστικός Κώδικας (1869), (δ) ο νόμος ‘περί δασών’ (1869), και (ε) οι οδηγίες για την ‘εξέλεγξη’ των τίτλων των δασών του Υπουργείου Δικαιοσύνης (1875).66 Κατά τη συνδυαστική εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, τα δάση και οι δασικές εν γένει εκτάσεις αποτελούσαν δημόσιες γαίες, επί των οποίων όμως ήταν δυνατή η παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων, με απόφαση του οθωμανικού κράτους. Αν τέτοια δικαιώματα δεν είχαν παραχωρηθεί, τότε τα δάση και οι όμοιες εκτάσεις περιέρχονταν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους, ως διαδόχου του τουρκικού.
Ειδικότερα, κατά το άρθ. 3 οθΝπΓ, ‘δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμερινοί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι’, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο τουρκικό δημόσιο. Παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων στις εν λόγω δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριγιέ) γινόταν με χορήγηση από το κράτος ‘ταπίου’, ως έγγραφου τίτλου, που έφερε το μονόγραμμα (τουγρά) του σουλτάνου. Με το έγγραφο αυτό παρεχόταν δικαίωμα όχι πλήρους κυριότητας αλλά ‘διηνεκούς εξουσιάσεως’ (τεσσαρούφ), με αντικείμενο την αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.67  
Εξαίρεση του κανόνα αυτού, αποτέλεσε το άρθρο 78 οθΝπΓ, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες επί 10 έτη, χωρίς όμως δικαστική αμφισβήτηση από το δημόσιο, τότε αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και δίδεται σ’ αυτόν δωρεάν νέος τίτλος. Η ρήτρα αυτή, προϋποθέτοντας καλλιέργεια, δεν εφαρμόζεται σε δάση ή βοσκότοπους, η εξουσίαση των οποίων προϋποθέτει την έκδοση ταπίου.68
Υπογραμμίζεται ότι – όπως παγίως δέχεται η νομολογία - με το άρθ. 2 Δ/γματος 2468/1917 της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917), καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των οθωμανικών δημοσίων γαιών, το δε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο. Ωστόσο, με τα άρθρα 101-104 Δ/τος της 11/12.11.1929, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου. Έτσι, αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, έγιναν καθ’ ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.69  
Διευκρινίζεται ότι ακίνητα της κατηγορίας των δημοσίων γαιών δεν χρησιδεσπόζονταν, καθώς, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 οθωμΑΚ, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας.70 Άλλωστε χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο δεν θεμελιωνόταν επί των εκτάσεων αυτών, διότι μέχρι τις 11.9.1915 δεν μπορούσε να συμπληρωθεί η απαιτούμενη 30ετής - και δη καλόπιστη - νομή.
4.2. Εν όψει των ανωτέρω δεδομένων, από σειρά δικαστικών αποφάσεων με αντικείμενο την κυριότητα επί δασικών εκτάσεων μονών της Μακεδονίας, εξάγονται τα ακόλουθα πορίσματα:71
(α) Ως τίτλοι ιδιοκτησίας αναγνωρίζονται πλήν άλλων και: (i) τα οθωμανικά ταπία, εφόσον εκδόθηκαν από το Αυτοκρατορικό Θησαυροφυλάκειο Βακουφίων, (ii) οι αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας (1922-1925), (iii) το Β.Δ. της 26.9/8.10.1952, ‘περί κυρώσεως της από 18.9.1952 Συμβάσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και του Δημοσίου περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών’.
(β) Στο Δημόσιο παρέμενε η κυριότητα των γαιών επί των οποίων δεν ασκείτο από ιδιώτη διαρκής εξουσίαση βάσει ταπίου κατά την 20.5.1917 ή, προκειμένου περί αγρών, καλλιέργεια αυτών επί 10 έτη τουλάχιστον πριν την ημερομηνία αυτή χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. 
(γ) Σε ακίνητο που είχε περιέλθει στο Δημόσιο με την προσάρτηση των Νέων Χωρών, μπορούσε να ασκηθεί νομή χρησικτησίας μόνο κατά το διάστημα από το έτος 1914 έως 11.9.1915, που όμως δεν αρκούσε για την κτήση της κυριότητας. Άλλωστε, από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο στα ακίνητα τέλειας ιδιοκτησίας όσο και στις δημόσιες γαίες.
(δ) Ιδιαίτερες κατηγορίες γαιών κατά το οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα αποτελούσαν, πλην άλλων, οι μοναστηριακές και οι δημόσιες. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 122 του οθωμανικού νόμου ‘περί γαιών’ της 7ης Ραμαζάν 1274 (1858), στις πρώτες ανήκαν (§ 1) οι ανέκαθεν ‘προσαρτημένες’ στις Ι. Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας, αρκεί η ‘προσάρτησή’ τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (Defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας. Στην περίπτωση αυτή οι γαίες δεν εξουσιάζονταν με ταπί και ως προς αυτές δεν εφαρμόζονταν οι κοινές διατάξεις του οθΝπΓαιών. Κατά την § 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν ‘προσαρτήματα’ των Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί), όχι απ’ ευθείας στο όνομα της Μονής αλλά με το όνομα του εκπροσώπου της μοναχού (άρθ. 2 Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 9 Ν. 262/1914). 
(ε) Το οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, λόγος για τον οποίο, πλην άλλων, και οι μονές δεν αναγνωρίζονταν επί τουρκοκρατίας ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ωστόσο, με το άρθ. 3 § 6 Ν. 2508/1920, ‘περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν τοις Νέαις Χώραις από τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων’, αναγνωρίσθηκε εξ υπαρχής η πιο πάνω ικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων (νομικών προσώπων) να αποκτούν κυριότητα. Ωστόσο, η αναδρομική αυτή κτήση της κυριότητας δεν επερχόταν αμέσως για τα καθιδρύματα, αλλά μετά από τήρη¬ση σειράς διατυπώσεων που αναφέρονται στον ίδιο νόμο, όπως ήταν η συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων και η αναγνώριση της με απόφαση των επιτροπών του άρθ. 11 Ν. 2508/1920.72
(στ) Τα επικαλούμενα βυζαντινά γαιοκτητικά έγγραφα (χρυσόβουλλα, μολυβδόβουλλα, αυτοκρατορικά προστάγματα κ.λπ.) από μόνα τους δεν προσπορίζουν κυριότητα στις αναφερόμενες μονές, αν μάλιστα δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής στη δασική έκταση, καθώς τα σχετικά έγγραφα (φιρμάνια, χοτζέτια, σιγίλια κ.λπ.) δεν δύνανται να υπαχθούν στην έννοια του ταπίου ή να αντικαταστήσουν τους όρους συνδρομής του άρθ. 122 οθΝπΓαιών. Ειδικά τα χοτζέτια, ήταν συμβόλαια που εκδίδονταν από τον τούρκο ιεροδικαστή (καδή) για την επικύρωση μεταβίβασης ακινήτου μεταξύ ιδιωτών, αποτελώντας τίτλους επί αγρού, και όχι επί δασικής έκτασης.
----------------------------------------------------------------------------------------------
* Υική ευγνωμοσύνη οφείλουμε προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερώνυμο και τους Αρχιερείς Μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, για την πρωτοβουλία διοργανώσεως τής τόσο ενδιαφέρουσας και με επίκαιρη θεματική Ημερίδας της 4.2.2017. Θερμές ευχαριστίες απευθύνω προς τον αγαπητό συνάδελφο κ. Θεόδωρο Παπαγεωργίου, Δικηγόρο, υπ. ΔΝ, Ειδικό Νομικό Σύμβουλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, για την εξαιρετικά τιμητική πρόσκλησή του να συμβάλλω από κοινού με εκλεκτούς συναδέλφους στην Ημερίδα. Διευκρινίζεται, ότι το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία πρώτη παρουσίαση πορισμάτων από την υπό εκπόνηση μονογραφία μου, με γενικό τίτλο: Εκκλησιαστική Περιουσία και Εθνικό Κτηματολόγιο. Νομοθετικές, θεωρητικές και νομολογιακές προϋποθέσεις ένταξης της ακίνητης περιουσίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
** Πίνακας των εν χρήσει συντομογραφιών παρατίθεται στην τελευταία σελίδα του παρόντος.
1.Με τον όρο ‘εκκλησιαστική περιουσία’ νοείται γενικά η κινητή και ακίνητη περιουσία (αστικού, αγροτικού, δασικού ή λιβαδικού χαρακτήρα) που ανήκει στα επιμέρους εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου. Ως διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας αυτής, θεωρείται το νομικό πλαίσιο με το οποίο καθορίζονται τα αρμόδια όργανα και η διαδικασία για τη διακυβέρνηση και αξιοποίησή της. Στην παρούσα μελέτη το ενδιαφέρον μας εστιάζει – όπως είναι εύλογο – στην ακίνητη περιουσία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, η ένταξη και μόνον της οποίας προβλέπεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
2.Άρθ. 1 § 4 Ν. 590/1977, ‘Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος’ (ΦΕΚ Α' 146, ΚΧΕΕ): ‘Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι Ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου’: Σπ. Τρωιάνος / Κ. Παπαγεωργίου, Θρησκευτική Νομοθεσία. Ειδική Νομοθεσία – Βιβλιογραφία - Νομολογία, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2009, 199.
3.Συναφείς οι διατάξεις των άρθ. 45-48 ΚΧΕΕ, με τις οποίες εισάγεται ένα γενικό ρυθμιστικό πλαίσιο ως προς τη διοίκηση και διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, παρέχονται δε νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις στην Εκκλησία προς έκδοση από την ίδια Κανονισμών, με ειδικότερο σχετικό περιεχόμενο. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο εμπλουτίστηκε και εξειδικεύτηκε τα τελευταία έτη, με πολλαπλές νομοθετικές τροποποιήσεις, προσθήκες ή αντικαταστάσεις διατάξεων, που εκσυγχρονίζουν ορισμένως το εκκλησιαστικό περιουσιακό δίκαιο, καθιστώντας αυτό πιο ευέλικτο στις πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις. Ενδεικτικά, σημειώνεται εδώ ότι: 
(α) Τα νομικά πρόσωπα του άρθ. 1 § 4 ΚΧΕΕ μπορούν να συστήνουν εταιρείες κάθε νομικής μορφής (μονοπρόσωπες ή μη), με αποκλειστικό σκοπό την υποστήριξη του θρησκευτικού, μορφωτικού, πολιτιστικού και φιλανθρωπικού τους έργου (άρθρα 68 § 1, εδ. 7 Ν. 4235/2014 και 55 § 3 Ν. 4386/2016, που τροποποίησαν εν μέρει διατάξεις του άρθ. 46 Ν. 590/1977). 
(β) Με το άρθ. 68 § 1 εδ. 9 Ν. 4235/2014, προστέθηκε στο άρθ. 47 ΚΧΕΕ η § 5, που επιτρέπει τη σύσταση ‘δικαιώματος επιφάνειας’ στα ακίνητα των εκκλησιαστικών ΝΠΔΔ, με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 18-26 Ν. 3986/2011, βλ. Θεόδωρος Παπαγεωργίου, ‘Οι μεταβολές του Ν. 4235/2014 στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977)’, ΝΚ 1/2014, 57-74, εδώ 68 επ. Διευκρινίζεται ότι ‘επιφάνεια’ είναι το εμπράγματο δικαίωμα φυσικού ή νομικού προσώπου να κατασκευάζει κτίσμα σε έδαφος κτήματος που δεν του ανήκει, και να ασκεί στο κτίσμα τις εξουσίες που παρέχει το δικαίωμα της κυριότητας. Ως γνωστόν, με διατάξεις του Ν. 3986/2011 (άρθρα 18-26) επανεισήχθη, κατ’ αρχάς ως προς τα δημόσια κτήματα, ο θεσμός της επιφάνειας του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αναλυτικότερα βλ. Ευ. Περάκης, ‘Η μερική (επαν)εισαγωγή του εμπράγματου δικαιώματος της επιφάνειας (Ν. 3986/2011)’, EφΑΔ 8-9/2012, 652 επ.
(γ) Παρασχέθηκε η νομική δυνατότητα συστάσεως ‘Ανώνυμης Εταιρείας Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας’, με τη συμμετοχή του Δημοσίου και της Αρχιεπισκοπής, για την αξιοποίηση ακινήτων της Αρχιεπισκοπής ή άλλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων (άρθ. 83 επ. Ν. 4182/2013).
(δ) Τα ακίνητα των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος υπήχθησαν στις διατάξεις περί στρατηγικών επενδύσεων των ιδιωτών (άρθ. 5 § 4 Ν. 4164/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 70 Ν. 4155/2013).
(ε) Τέλος, προβλέφθηκε η δυνατότητα μακροχρόνιας μίσθωσης εκκλησιαστικών ακινήτων για τουριστικούς σκοπούς, υπό τις προϋποθέσεις των άρθ. 6 § 17 εδ. δ΄ Ν. 2160/1993, 29 § Ν. 3498/2006 και 23 Ν. 4179/2013.
4.Ενδεικτικά: ΠολΠρΧαλκιδικής 52/2015 και ΕφΘράκης 197/2015 (αμφότερες βλ. σε Νόμος), σχετικά με τους βυζαντινούς και οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας των μονών. Αναλυτικότερα βλ. στη συνέχεια του κειμένου. 
5.Ερμηνευτική ανάλυση των διατάξεών τους, βλ. ιδίως στα εξής έργα (παρατίθενται κατ’ αλφαβητική σειρά): Δ. Αργυρίου, Το δίκαιο του κτηματολογίου. Θεωρία, νομολογία, υποδείγματα, Αθήνα 32013· Δ. Αργυρίου, ‘Το στάδιο της κτηματογράφησης κατά τη φάση της μετάβασης από το σύστημα των μεταγραφών και υποθηκών στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου’, ΕφΑΔ 7/2008, 759 επ.· Γ. Διαμαντόπουλος, Η δίκη των αντιρρήσεων ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή, Θεσσαλονίκη 2015· Γ. Διαμαντόπουλος, Κώδικας Κτηματολογίου. ‘Κωδικοποίηση’ νομοθεσίας για το Εθνικό Κτηματολόγιο & τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκη 2017· Φ. Δωρής, ‘Βασικές επιλογές νομοθετικής επιλογής στο σχέδιο νόμου για το Εθνικό Κτηματολόγιο’, Το Κτηματολόγιο: Πρακτικά 3ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ένωσης Αστικολόγων, Αθήνα 2001, 27-40· Κ. Εμμανουηλίδου, ‘Η συμβολή του κτηματολογικού δικαστή στη διαμόρφωση του κτηματολογικού δικαίου’, ΕΝοΒΕ 70/2014, 38-67· Γ. Καρύμπαλη-Τσίπτσιου, ‘Κτηματολόγιο και κληρονομική διαδοχή’, ΕΝοΒΕ 70/2014, 19-36· Λ. Κιτσαράς, Οι πρώτες εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο. Νομική φύση, έλεγχος νομιμότητας και δημόσια πίστη. Ερμηνευτική προσέγγιση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998, Αθήνα 2001· Λ. Κιτσαράς, ‘Σκέψεις επί του δικαιώματος πρόσβασης στα τηρούμενα στο κτηματολόγιο στοιχεία’, ΧρΙΔ 2 (2002) 374 επ.· Λ. Κιτσαράς, ‘Η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στη διαδικασία κτηματογράφησης του Ν. 2308/1995 για τη σύνταξη Εθνικού Κτηματολογίου και στη διαδικασία ‘κτηματογράφησης’ για τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης του άρθρου 12 Ν. 1337/1983. Παρατηρήσεις σε γνωμοδότηση του ΝΣΚ’, ΔΕΕ 2002, 856 επ.· Λ. Κιτσαράς, Η ατελής κυριότητα. Η επίδραση του χρόνου στην κυριότητα και η προστασία της με την condictio possessionis, Αθήνα 2013· Π. Μαντή, Ο έλεγχος της νομιμότητας των υποκείμενων σε δημοσιότητα πράξεων από τα υποθηκοφυλακεία και τα κτηματολογικά γραφεία, Αθήνα 2006· K. Παπαγεωργίου, ‘Δασικό κτηματολόγιο και Εκκλησία. Η δασική ιδιοκτησία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της ελληνικής επικράτειας, ενόψει του Εθνικού Κτηματολογίου’, σε: Γ. Διαμαντόπουλος (επιμ.), Δάση, Δασικοί Χάρτες, Δασολόγιο & Κτηματολόγιο. Θεωρητική - νομολογιακή - συμβολαιογραφική προσέγγιση, Θεσσαλονίκη 2017, 127-156· Μ. Τσιλιγγερίδου, Ένδικη προστασία για ακίνητο φερόμενο ως ‘άγνωστου’ ιδιοκτήτη, Θεσσαλονίκη 2015· Ζ. Τσολακίδης, ‘Διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών χωρίς δικαστική απόφαση’, D 2007/174-193· Ζ. Τσολακίδης, ‘Το αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας των πρώτων εγγραφών στο Εθνικό Κτηματολόγιο’, ΧρΙΔ 12 (2012) 10-18· Ζ. Τσολακίδης, «Αίτηση διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών με ένδειξη ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’», Αναμνηστικός Τόμος Στυλιανού Κουσούλη, Αθήνα 2012, 635-656· Ζ. Τσολακίδης, Η δημοσιότητα των πράξεων και των δικαιωμάτων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, Αθήνα 2013· Ζ. Τσολακίδης, ‘Παρατηρήσεις στο Ν. 4164/2013’, ΕφΑΔ 2013, 609 επ.· Κ. Χριστοδούλου, Δίκαιο Κτηματολογίου. Σημειώσεις, τόμ. Ι, Αθήνα 2013.
6.Πρβλ. τον τυποποιημένο στη διάταξη του άρθ. 1 Ν. 2664/1998 ορισμό.
7.Το Κτηματολογικό Δίκαιο συντίθεται από διατάξεις του δημόσιου και του ιδιωτικού δικαίου, που έχουν χαρακτήρα ουσιαστικό ή δικονομικό. Ανάλογο φαινόμενο παρατηρείται, ως γνωστόν, και στον γενικότερο κλάδο του εμπράγματου δικαίου, ως του συνόλου των κανόνων του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου δικαίου, που ρυθμίζει τις εμπράγματες σχέσεις, δηλαδή τις σχέσεις των προσώπων προς τα πράγματα. Τέλος, οι διατάξεις του κτηματολογικού δικαίου έχουν κατά βάση χαρακτήρα αναγκαστικό και αυστηρό.
8.Όπως δυνάμει του Ν. 4164/2013 μετονομάσθηκε η πρώην εταιρία ‘Κτηματολόγιο Α.Ε.’. Η ΕΚΧΑ Α.Ε., αν και εποπτεύεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ενώ με το Ν. 3899/2010 εντάχθηκε στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3429/2005, ‘Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί ΔΕΚΟ’.
9.Διευκρινίζεται ότι, μετά από προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού, είναι δυνατή η ανάθεση αρμοδιοτήτων κτηματογραφήσεως και σε ιδιώτες αναδόχους του σχετικού έργου (άρθ. 2 § 3 Ν. 2308/1995).
10.Με άλλη διατύπωση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής συλλέγονται, επεξεργάζονται και καταγράφονται εμπράγματα και άλλα εγγραπτέα στο κτηματολόγιο δικαιώματα ή πληροφοριακά στοιχεία ανά ακίνητο, με σκοπό την ακριβέστερη δυνατή απεικόνιση των γεωτεμαχίων στο κτηματολογικό διάγραμμα. Κατά την καταγραφή ενός εμπράγματου δικαιώματος καταχωρούνται επιπλέον και μια σειρά νομικών πληροφοριών (ληξιαρχικά στοιχεία και στοιχεία ταυτότητας του δικαιούχου, τρόπος απόκτησης του δικαιώματος, στοιχεία της πράξης με την οποία έχει αποκτηθεί το δικαίωμα κ.λπ.).
11.Κατά τη μάλλον κρατούσα σε θεωρία και νομολογία γνώμη, η φύση των αναγνωριζόμενων από το νόμο αρμοδιοτήτων επιτρέπει το χαρακτηρισμό του προϊσταμένου του κτηματολογικών γραφείου ως ενός ‘οιονεί δικαστικού οργάνου’, Κιτσαράς, Οι πρώτες εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο, 130, 151. Ήδη όμως υποστηρίζεται και η άποψη ότι πρόκειται για εξωδικαστικό κτηματολογικό όργανο, που εκδίδει μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα πράξεις, υποκείμενες περαιτέρω σε έλεγχο από τις δικαστικές αρχές: Διαμαντόπουλος, Η δίκη των αντιρρήσεων ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή, 45, 76-77, 81· πρβλ. ΜονΠρΘεσ  9762/2008, Αρμ. 63  (2009) 1360, ΜονΠρΘεσ 33750/2007, Νόμος.
12.Ως ‘αιτία κτήσεως’ νοείται κάθε νόμιμος τρόπος κτήσεως δικαιώματος, με οποιονδήποτε νόμιμο τίτλο (εμπράγματη δικαιοπραξία, κληρονομική διαδοχή, χρησικτησία, παραχωρητήριο κ.ά.). Σημειωτέον ότι ο νόμος αρκείται στην αναφορά της αιτίας, χωρίς να απαιτεί πλήρη απόδειξη της ύπαρξης και του κύρους της: Κιτσαράς, Οι πρώτες εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο, 123.
13.Υπογραμμίζεται ότι η άρτια και αποτελεσματική περαιτέρω λειτουργία του κτηματολογίου, προϋποθέτει την ενδελεχή περαίωση της εναρκτήριας φάσης της κτηματογράφησης: Διαμαντόπουλος, Η δίκη των αντιρρήσεων ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή, 1 επ.· Ι. Σπυριδάκης, «Καλόπιστη κτήση κυριότητας ακινήτου από μη κύριο», ΝοΒ 50 (2002) 261-273.
14.Ειδικότερα, οι νομικοί του Γραφείου Κτηματογράφησης διενεργούν έναν πρώτο έλεγχο νομιμότητας των υποβαλλόμενων κατά την αρχική αυτή φάση στοιχείων περί εμπράγματων δικαιωμάτων (άρθ. 3α, εδ. α΄ & β΄ Ν. 2308/1998). Στο πλαίσιο του ίδιου ελέγχου, εξετάζεται κατά βάση αν ο προσκομιζόμενος τίτλος είναι ‘πρόσφορος’ για την κτήση του δηλούμενου δικαιώματος. Αν υποβληθούν δηλώσεις αντίθετες, ο έλεγχος νομιμότητας επεκτείνεται και στους απώτερους τίτλους, ώστε να διαπιστωθεί ποιο από τα δικαιώματα θα καταχωρισθεί στα κτηματολογικά διαγράμματα και στους κτηματολογικούς πίνακες. Πιο ενδελεχής έλεγχος νομιμότητας διενεργείται σε κάθε αίτηση με τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά, από τον Προϊστάμενο του λειτουργούντος Κτηματολογικού Γραφείου, ο οποίος δικαιούται ακόμη και να αρνηθεί την καταχώρισή τους (16 § 1 Ν. 2664/1998). Ο έλεγχος αυτός αφορά ‘ιδίως’: α) αν το Κτηματολογικό Γραφείο είναι διαδικαστικά αρμόδιο κατά τόπο, β) αν το δικαίωμα στο οποίο αφορά η αίτηση και η πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων των οποίων ο νόμος επιτάσσει την καταχώριση, γ) αν για την πράξη της οποίας ζητείται η καταχώρηση συντρέχουν όλες οι  απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων της, δ) αν για την πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση συνυποβάλλονται με την αίτηση, με πληρότητα και ακρίβεια, τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 δικαιολογητικά, ε) αν το πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε εκποίηση ή του οποίου δικαίωμα επιδιώκεται να επιβαρυνθεί ή δεσμευτεί, αναγράφεται στο Κτηματολογικό βιβλίο ως δικαιούχος, στ) αν ο εμφανιζόμενος κατά την υποβολή της αιτήσεως ως πληρεξούσιος, νόμιμος αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος νομικού προσώπου, νομιμοποιείται να προβεί στη ζητούμενη καταχώριση. Τυχόν άρνηση (‘αντιρρήσεις’) του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου να προβεί σε καταχώριση εγγραπτέας πράξης, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Διευκρινίζεται, ότι, σε σύγκριση με τους πιο πάνω αλλεπάλληλους ελέγχους των υποβαλλόμενων τίτλων ιδιοκτησίας ή άλλων συναφών εγγράφων, ο γνωστός έλεγχος νομιμότητας που διενεργείτο μέχρι σήμερα στα υποθηκοφυλακεία για τη μεταγραφή, εγγραφή ή σημείωση ορισμένης συμβολαιογραφικής ή μη πράξεως, πρέπει να θεωρείται ατελέστατος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ελλιπή προστασία των συναλλασσόμενων οι οποίοι στηρίζονται στις εν λόγω εγγραφές. Και είναι η διαφορά αυτή ένα συγκριτικό πλεονέκτημα μέγιστης σημασίας μεταξύ του παλαιότερου συστήματος του βιβλίου μεταγραφών και του νέου συστήματος των κτηματολογικών βιβλίων.
15.Υπενθυμίζεται ότι η δημοσιότητα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων απορρέει από τον απόλυτο χαρακτήρα τους και επιτρέπει να αντιτάσσονται αυτά έναντι πάντων: αντί άλλων, Χριστοδούλου, ό.π., 2. 
16.ΦΕΚ Α΄ 270. Πρβλ. Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη ²2017, 272 επ. Από την πιο πρόσφατη νομολογία, βλ. ιδίως: ΕφΑθ 4833/2006, ΧρΙΔ 7 (2007) 330-332• ΕφΑθ 2605/2003, ΕλλΔνη 45 (2004) 1081-1083• ΜονΠρΚαρδίτσας 438/1999, Αρμ. 54 (2000) 785-787• ΑΠ 150/1994, ΕλλΔνη 36 (1995) 854-855• ΣτΕ 2041/1993, ΔιΔικ 6 (1994) 1267• ΣτΕ 549/1991, ΔιΔικ 4 (1992) 747• ΜονΠρΤρίπολης 292/1987, ΕλλΔνη 29 (1988) 1249-1252• ΕφΑθ 2291/1986, Χρ. 26 (1987) 139-140• ΕφΠειραιώς 307/1984, ΠειρΝ 6 (1984) 51-57• ΕφΘεσ 1356/1982, Αρμ. 37 (1983) 21-23• ΕφΑθ 90/1954, ΝοΒ 2 (1954) 376-378.
17.Το χρυσόβουλλο ήταν επίσημο περγαμηνό έγγραφο, που έφερε εξαρτημένη χρυσή σφραγίδα με τη χρυσή βούλλα του βυζαντινού αυτοκράτορα. Ανάλογα με τον τύπο της πανηγυρικότητας του περιεχομένου του, απαντά και ως ‘χρυσόβουλλος λόγος’, ‘χρυσόβουλλο σιγίλλιο’ ή ‘χρυσόβουλλος ορισμός’. Είχε κατά κανόνα προνομιακό περιεχόμενο, παρέχοντας δωρεές προς εκκλησιαστικούς οργανισμούς ή ισχυρά πρόσωπα της εποχής. Η αυτοκρατορική υπογραφή γινόταν με ειδικό πορφυρό μελάνι και ήταν καλλιγραφική. Το πρωτόκολλο του χρυσοβούλλου είχε εντυπωσιακή διακόσμηση και έφερε πλήρη χρονολόγηση. Μεγάλος αριθμός χρυσοβούλλων έχει διασωθεί στα αρχεία μονών, εντός και εκτός του Αγίου Όρους. Ιστορική και δικαιική εξέτασή των εγγράφων αυτών, βλ. σε: Ι. Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινή Διπλωματική, τόμ. Α΄: Αυτοκρατορικά έγγραφα, ‘Βυζαντινά Κείμενα και Μελέται’, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1972, 233-251, έργο κλασικό, στο οποίο τυποποιούνται βάσει των εξωτερικών χαρακτηριστικών και του περιεχομένου τους οι ειδικότερες κατηγορίες των αυτοκρατορικών αυτών εγγράφων. Πρβλ. Ελ. Παπαγιάννη, Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου, τόμ. Ι: Ενοχικό δίκαιο - Εμπράγματο δίκαιο, Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte, Athener Reihe, Αθήνα 1992, 57 επ., με πλούσιες πηγές. Την επιστήμη έχει επανειλημμένως απασχολήσει η πρωτοτυπία ή ενδεχόμενη πλαστότητα του χρυσόβουλλου ή άλλων ανάλογων ιστορικών κειμένων, καθώς η νόθευση ή πλαστογραφία τέτοιων εγγράφων κάθε άλλο παρά φαινόμενο σπάνιο θεωρείτο κατά τη βυζαντινή περίοδο. Ως προς το ιδιαζούσης φύσεως αυτό ζήτημα, βλ. ιδίως: Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, ‘Τα πλαστά έγγραφα στους μέσους χρόνους στο Βυζάντιο και στα Βαλκάνια. Κριτήρια πλαστότητας, στόχοι και τεχνικές’, Εώα και Εσπέρια 7 (2007) 25-41· Παν. Μιχαηλάρης, ‘Εκκλησιαστικές πλαστογραφίες’, Ο Ερανιστής 26 (2007) 59-77· Σ. Τρωιάνος, ‘Περί του εγκλήματος της πλαστογραφίας εν τω βυζαντινώ δικαίω», ΕΕΒΣ 39-40 (1972-1973): Λειμών, Τιμητική προσφορά τω καθηγητή Νικολάω Τωμαδάκη, 181-200· Κ. Πιτσάκης, ‘Έγκλημα χωρίς τιμωρία; Τα πλαστά στη βυζαντινή ιστορία’, στο συλλογικό έργο: Σ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν, Αθήνα 1997, 337-381.
18.Βλ. Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινή Διπλωματική, ό.π., 222 επ., 227 επ., passim.
19.Το φιρμάνι (ferman) ήταν αυτοκρατορικό διάταγμα, που έφερε στην κορυφή της πρώτης σελίδας το μονόγραμμα του σουλτάνου (τούγρα, tuğra). Αποτελούσε έκφραση της υψηλής σουλτανικής βούλησης – διατυπωμένης, μάλιστα, με ρητορικότητα και μεγαλοπρέπεια – έχοντας συχνά κανονιστικό περιεχόμενο ιδιοκτησιακού χαρακτήρα. Στην τελευταία περίπτωση, με φιρμάνια παραχωρούνταν προς ιδιώτες γαίες καθιερωμένες σε κοινή χρήση ή μετατρεπόταν μία κατηγορία δικαιωμάτων σε άλλη.
20.Το ‘ταπί’ (tapü, tapu senedi) ήταν χειρόγραφο πιστοποιητικό που έφερε στην αρχή το αυτοκρατορικό μονόγραμμα (σουλτανική τούγρα, tuğra) και με το οποίο παραχωρείτο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ: ήτοι, χρήσης και κάρπωσης) ορισμένης γαίας. Το περιεχόμενο του ταπίου αντιστοιχούσε σε εγγραφή καταχωρημένη στο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο (Ντεφτέρχανε), Παλαιό ή Νεότερο (περί αυτών, βλ. πιο κάτω). Με το ταπί ο εξουσιαστής-κάτοχος ορισμένης γαίας αποδείκνυε το δικαίωμά του περί εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί συγκεκριμένης γαίας – δικαίωμα που υπό την νεοελληνική νομοθεσία αναγνωρίσθηκε αργότερα ως πλήρους κυριότητας. Τις διατυπώσεις για τη σύνταξη ταπίων ρύθμιζε ο Οθωμανικός Νόμος περί Ταπίων (1859). Η ελληνική νομολογία – η οποία, σημειωτέον, είναι πλουσιότατη ως προς το ζήτημα των οθωμανικών τίτλων ιδιοκτησίας - παγίως αναγνωρίζει τα ταπιά ως τον βασικότερο οθωμανικό τίτλο ιδιοκτησίας, ο οποίος ενσωματώνει δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή αποδεικνύει μεταβίβασή του. Από την πιο πρόσφατη νομολογία, βλ.: ΑΠ 225/2016• ΑΠ 358/2016• ΑΠ 80/2015• ΑΠ 81/2015• ΑΠ 449/2015• ΑΠ 467/2015• ΜονΠρΚαβ 1708/2006, Αρμ. 64 (2010) 1659 επ., με παρατ. Χ. Παπαστάθη· ΕφΘεσ 1897/1975, ΝοΒ 24 (1976) 871· ΑΠ 369/1971, ΝοΒ 19 (1971) 994.
21.Τα χοτζέτια (hüccet), ήτοι αποφάσεις των μουσουλμανικών ιεροδικείων, με σύνηθες αντικείμενο την δικαστική αναγνώριση ή επικύρωση αγοραπωλησιών ιδιόκτητων γαιών ή ακινήτων. Τα χοτζέτια συντάσσονταν παρουσία μαρτύρων ενώπιον του ιεροδίκη (καδής, kadi) και καταχωρούνταν στους κτηματολογικούς ιεροδικαστικούς κώδικες. Περισσότερα βλ. σε Αντ. Καλλικλής, Το οθωμανικόν δίκαιον εν Ελλάδι, Αθήναι 1931, 77 επ. Περιγραφή των κτηματολογικών κωδίκων δίνει ο γνωστός τουρκολόγος Βασ. Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας (1430-1912), Θεσσαλονίκη 1983, 8 επ. Πρόσθεσε τη μονογραφία του Κ. Καμπουρίδη, Η νεότερη Ελλάδα μέσα από οθωμανικές αρχειακές πηγές. Οικονομία, θεσμοί και κοινωνία στη Θεσσαλία του 17ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 2009, 20-29· Ν. Ελευθεριάδης, ‘Κύρος και γνησιότης τίτλων τουρκικού κτηματολογίου. Αποδεικτική δύναμις’, Δνη 1928-1929, 405 επ. Από την πιο πρόσφατη νομολογία βλ.: ΑΠ 573/2015• ΑΠ 1330/2015• ΕφΝαυπλίου 319/2015• ΠολΠρΧαλκιδικής 52/2015• ΑΠ 625/2014• ΑΠ 710/2014• ΕφΘεσ 1600/2005.
22.Με τα βακουφικά αφιερωτήρια (βακφ-ναμέ, wakf) συνιστώνταν οι βακουφικές ή αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe): επρόκειτο για όσες γαίες ή ακίνητα ήταν, σύμφωνα με τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, αφιερωμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών, κοινωφελών και ευρύτερα ευαγών σκοπών. Βλ. Ν. Ελευθεριάδης, Η ακίνητος ιδιοκτησία εν Τουρκία, Αθήναι 1903, 25 επ., 31-43• Β. Μουταφτσίεβα, Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος-16ος αιώνες), Αθήνα 1990, 133 επ. (‘Το βακούφι’)• Καμπουρίδης, ό.π., 245-255. Από τη νομολογία, βλ.: ΑΠ 305/2015• ΑΠ 573/2015• ΑΠ 1443/2015• ΠολΠρΧαλκιδικής 52/2015• ΑΠ 1377/2014• ΑΠ 1036/2004. Σημειώνεται ότι παρεμφερή κατηγορία ακινήτων συνιστούσαν, υπό το κράτος του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τα res sacra, ήτοι τα αφιερωμένα σε θρησκευτικό σκοπό πράγματα, που θεωρούνταν ως εκτός συναλλαγής. Τη ρωμαϊκή αυτή νομική παράδοση συνεχίζει σήμερα το άρθ. 966 ΑΚ (βλ. πιο κάτω).
23.Ενδεικτικώς: ΑΠ 195/1980, ΠολΠρΛευκάδας 20/2012, ΕφΔυτικής Στερεάς Ελλάδας 156/2014 και ΑΠ 476/2016 (ως προς τη Λευκάδα)· ΜονΠρΖακύνθου 97/2015, ΕφΑΔ 8-9/2015, 762-769, με παρ. Κ. Παπαγεωργίου (ως προς τη Ζάκυνθο).
24.Η γενικότητα στη διατύπωση των ΕισΝΑΚ 51, 53 και 57 επιτρέπει, νομίζουμε, το συμπέρασμα ότι οι διατάξεις τους αναγνωρίζουν το κύρος ακόμη και εμπράγματων σχέσεων που είτε αγνοούσε ο ΑΚ, είτε δεν επέτρεπε την ίδρυση ή επανίδρυσή τους από την έναρξη της εφαρμογής του: Μιχ. Καλλιμόπουλος, ‘Εισαγωγικαί παρατηρήσεις εις άρθρα 49-71 ΕισΝΑΚ’, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, τόμ. VII, ημίτομος Α΄, Αθήναι 1963.
25.Τα άρθρα 51 και 53 ΕισΝΑΚ γνώρισαν πλούσια και διαχρονικά αδιάπτωτη νομολογιακή εφαρμογή αναφορικά με τα δικαιώματα ενός μεγάλου αριθμού εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, που επικαλούνται απόκτηση σεβαστού μέρους της περιουσίας τους (πολύ) πριν την εισαγωγή του ΑΚ. Ειδικότερα, βλ. ως προς την περιουσία των ναών: ΑΠ 475/2016· ΑΠ 458/2016· ΑΠ 612/2014, Νόμος· ΕφΛάρισας 141/2013, Δικογρ. 2014/156· ΠολΠρΧίου 46/2013, Νόμος· ΠολΠρΛευκάδας 20/2012, Νόμος· ΜονΠρΑθ 6878/2011, Νόμος· ΕφΛάρισας 845/2003, ΕλλΔνη 46 (2004) 917, με σχόλ. Γ. Αποστολάκη· ΕφΛάρισας 608/2002, Δικογρ. 2002/495· ΠολΠρΣύρου 88/2000, ΑρχΝ 53 (2002) 494. Ως προς την περιουσία των μονών: ΕφΘράκης 197/2015, Νόμος· ΜονΠρΚω 427/2012, Νόμος· ΜονΠρΠειραιά 837/2012, Νόμος· ΑΠ 1145/2011, Νόμος· ΠολΠρΑθ 231/2011, Νόμος· ΑΠ 1733/2010, Νόμος· ΑΠ 840/2010, Νόμος· ΑΠ 1338/2010, Νόμος· ΑΠ 1416/2010, Νόμος· ΑΠ 815/2009, ΕλλΔνη 53 (2011) 1064· ΠολΠρΣάμου 25/2009, ΑρχΝ 60 (2009) 454· ΠολΠρΙωαννίνων 137/2008, Αρμ. 64 (2010) 50· ΑΠ 1799/2006, ΧρΙΔ 7 (2007) 328· ΕφΠατρών 108/2006, ΑχΝομ 2007/146· ΑΠ 777/2001, Νόμος· ΕφΑθ 938/1998, ΕλλΔνη 40 (1998) 1654· ΑΠ 1550/1998, ΕΕΝ 67 (2000) 219· ΜονΠρΒόλου 463/1996, ΝοΒ 45 (1997) 819· ΠολΠρΘεσ 25442/1995, Αρμ. 50 (1996) 844. Από τη βιβλιογραφία βλ.: Απ. Γεωργιάδης, ‘Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων’, ΧρΙΔ 12 (2012) 481 επ.· Μιχ. Σταθόπουλος, ‘Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας. Οι συμβάσεις ανταλλαγής’, ΝοΒ 57 (2009) 19 επ.· Κ. Μπέης, ‘Στο περιθώριο των δικών της Μονής Βατοπεδίου και του Ελληνικού Δημοσίου. Τρείς σημαντικές διαστάσεις της προβληματικής’, Δ 40 (2009) 101· Γ. Νάκος, ‘Το πρόβλημα της λειτουργικής εφαρμογής της οθωμανικής γαιοκτητικής  νομοθεσίας στα πλαίσια του ισχύοντος ελληνικού δικαίου’, Αρμ. 46 (1992) 415 επ.· Γ. Νάκος, ‘Προϋποθέσεις ισχύος του οθωμανικού γαιοκτητικού καθεστώτος στις Νέες Χώρες, μετά το 1912-1913 μέχρι σήμερα’, ΕλλΔνη 32 (1990) 945.
26.ΝοΒ 56 (2008) 619 επ,• βλ. και ΠολΠρΧαλκιδικ 52/2015, ΠερΔικ 19 (2015) 456-479 και Νόμος• ΠολΠρΑθ 231/2011, Νόμος.
27.To πρώτο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο (Defterhane) ή ‘Παλαιό Κτηματολόγιο’ περιείχε επιμελή απογραφή των κτημάτων της αυτοκρατορίας. Άρχισε να συντάσσεται επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1530), συνεχίστηκε από τον Σελήμ Β΄(1566-1574), ολοκληρώθηκε επί Μουράτ του Γ΄ (1574-1595) και επικυρώθηκε από τον σουλτάνο Αχμέτ τον Α΄ (1614). Με διατάξεις του έτους 1859, συντάχθηκε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη το ‘Νέο Κεντρικό Κτηματολόγιο’, στο πλαίσιο μίας διαδικασίας επικαιροποιήσεως των αρχικών κτηματολογικών εγγραφών, κατά την οποία τα παλαιότερα ταπιά αντικαταστάθηκαν με νεότερα. Αντίγραφα των εκδιδόμενων ταπίων φυλάσσονταν τόσο στα τοπικά κτηματολογικά γραφεία, όσο και στο πιο πάνω Κεντρικό Κτηματολόγιο της Κωνσταντινούπολης. Αναλυτικότερα βλ.: Δ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Βόλος 1912, 53 επ., passim• Ν. Πανταζόπουλος, ‘Κοινοτικός βίος εις την Θετταλομαγνησίαν επί τουρκοκρατίας’, ΕπΕπετΣχΝΟΕ ΑΠΘ, τόμ. ΙΘ΄, Αντιχάρισμα στον Νικόλαο Ι. Πανταζόπουλο, τεύχ. Γ΄, Θεσσαλονίκη 1986, 358-359• Ευ. Μπαλτά / Mustafa Oguz (έκδοση, μετάφραση, σχολιασμός), Το Οθωμανικό Κτηματολόγιο Ρεθύμνου - Tapu Tahrir 822, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών 98, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007• Κ. Καμπουρίδης, Η Λέσβος τον 16ο αιώνα. Οικονομία και πληθυσμός. Το οθωμανικό κατάστιχο απογραφής του 1548, Θεσσαλονίκη 2016• Α. Μουταφτσίεβα, Αγροτικές σχέσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία (15ος-16ος αι.), Αθήνα 1990, 87 επ.
28.Α. Αθανασούλας, ‘Κτηματολογικόν σύστημα εν ταις νέαις ελληνικαίς χώραις’, Θ. ΚΔ, 351 επ.
29.Αρμ. 25 (1971) 491.
30.Νόμος.
31.ΑρχΝ 48 (1997) 536-546.
32.ΕφΑΔ 8/9/2015, 762 επ. Η αντιδικία αφορούσε την κυριότητα σε έκταση 15.000 περίπου στρεμμάτων, που ευρίσκεται γύρω από την ονομαστή παραλία ‘Ναυάγιο Ζακύνθου’.
33.Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π.,304 επ.
34.Υπογραμμίζεται, ότι με το άρθρο 10 § 1 περ. ι΄ Ν. 3208/2003, ‘Κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων’, ορίσθηκε ότι: ‘Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις που: Ι. Αναγνωρίστηκαν: … ι) Με τις διατάξεις … του Ν.Δ. 2185/1952 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων», σε ό,τι αφορά τις δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις…’, ήτοι το Διάταγμα στο οποίο περιέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την σύναψη και κύρωση της πιο πάνω Συμβάσεως μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας.
35.Ν. 3800/1957, άρθ. 7 § 1: ‘Κτήματα των Ιερών Ναών της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, τελούντα υπό την νομήν και κατοχήν τούτων από της απελευθερώσεως του Ελληνικού Κράτους και δια τα οποία δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος της μεταβιβάσεως ταύτης, λόγω αδυναμίας κτήσεως τοιούτου κατά το επί Τουρκοκρατίας υφιστάμενον καθεστώς, θεωρούνται ως περιελθόντα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος εις τους Ναούς τούτους από της κτήσεώς των. Η τυπική αύτη τακτοποίησις του δικαιώματος κυριότητος επί των κτημάτων του προηγουμένου εδαφίου, συντελείται δια μεταγραφής εις τα βιβλία των μεταγραφών του εγγράφου της συναινέσεως του εμφανιζομένου ως κυρίου των κτημάτων ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων τούτου, συντασσομένου ενώπιον συμβολαιογράφου’.
36.Με τη χρήση του όρου ‘δασική ιδιοκτησία’ νοείται η αναγνώριση - στο ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο του Εθνικού Κτηματολογίου - του Δημοσίου καθώς και των φυσικών ή νομικών προσώπων, ως φορέων δικαιωμάτων κυριότητας επί δασών ή εν γένει δασικού χαρακτήρα εκτάσεων. Η διαζευκτική χρήση των όρων ‘δάσος’ ή ‘δασική έκταση’, καθίσταται αναγκαία από την παρατηρούμενη διαχρονική αμφιθυμία του νομοθέτη να αποσαφηνίσει, επιτέλους, με ακρίβεια αλλά και δικαιοπολιτική σταθερότητα το περιεχόμενο των σχετικών όρων. Από τη συναφή βιβλιογραφία, βλ. ιδίως: Αθ. Παπαθανασόπουλος, Δίκαιο των δασικών οικοσυστημάτων, Αθήνα 2014∙ Αθ. Παπαθανασόπουλος, ‘Η έννοια του ‘δάσους’ στο πλαίσιο εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Μία νέα προσέγγιση στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου’, ΠερΔικ 18 (2014) 411-414∙ Ι. Παπαγιάννης, Η δασική ιδιοκτησία, Αθήνα 2011∙ Ι. Μακρής, Δασικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 2010∙ Κ. Βολτής, ‘Δάση δημόσια και χρησικτησία’, ΝοΒ 45 (1997) 161-181∙ Β. Παπαχρήστου, Αντιδικίες Δημοσίου – ιδιωτών επί των δασών – δασικών εκτάσεων, Αθήνα 1994∙ Γ. Καραγιάννης, ‘Νομικά προβλήματα από τη δασική νομοθεσία. Έννοια των όρων ‘διακατεχόμενα’, ‘τεκμήρια’, ΝοΒ 26 (1978) 1133-1139.
37.Ακόμη και σήμερα η Εκκλησία θεωρείται ο τρίτος μεγαλύτερος δασικός ιδιοκτήτης, μετά το Δημόσιο και τους ΟΤΑ. Το γεγονός αντανακλάται σε ρητές αναφορές σειράς διατάξεων του θετού δικαίου, όπως ενδεικτικά είναι: το άρθ. 2, ‘Δάση Μονών’ (προβολή αξιώσεων Δήμων και Μονών περί της ιδιοκτησίας δάσους έναντι του Δημοσίου) του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836, ‘περί ιδιωτικών δασών’• από το Ν.Δ. 86/1969, ‘Δασικός Κώδιξ’, τα άρθρα 58 § 2 (προστασία δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών, μοναστηριακών ή ανηκόντων σε ιδρύματα δασών από παράνομες πράξεις νομής, εκχέρσωσης, υλοτομίας, σποράς κ.λπ.), 34 § 2β (Παραχώρηση 1/5 μεριδίου του Δημοσίου επί δασών των Ι. Μονών του Αγίου Όρους στην περιφέρεια της Μακεδονίας), 60 §§ 1, 2 (απαγόρευση κατάτμησης δασικής ιδιοκτησίας των μονών), 61 §§ 1 (πρωτόκολλο και διαδικασία διοικητικής αποβολής κατά του επιχειρούντος εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών και μοναστηριακών δασών), 118: διοίκηση και διαχείριση δασών διαλελυμένων μονών, 134 § 3: (μίσθωση δημοσίων, κοινοτικών, μοναστηριακών και συνεταιρικών δασών), 146 § 1: (δασοπολιτική επιτήρηση του Κράτους σε δάση που ανήκουν σε δήμους, κοινότητες, μονές, τον Οργανισμό Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας), 148: (εκποίηση μοναστηριακών δασών). Πρβλ. ακόμη το άρθ. 53 (‘περί εξελέγξεως υλοτομιών και δασικών προϊόντων των δημοσίων, κοινοτικών, μοναστηριακών δασών) του Π.Δ. της 19-5-1928, ‘περί διαχειρίσεως δασών & δασικών προϊόντων’.
38.Θ. Τσούμας / Δ. Τασιούλας, Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα, έκδ. Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1986, 91 επ., έρευνα κατά την οποία, από την εν γένει αγροτική γη της χώρας, ανήκουν στο Δημόσιο 43.598.000 στρέμματα, σε ΟΤΑ 15.553.200, στην Εκκλησία 1.292.300 και στους Συνεταιρισμούς 1.098.400 στρέμματα. Ειδικότερα, από το σύνολο των 1.282.300 στρεμμάτων αγροτικής ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και τα 169.900 καλλιεργήσιμη γη. Ανάλογα στατιστικά στοιχεία δημοσίευσε και το περιοδικό ‘Εκκλησία’ (τεύχ. Απριλίου 1987, 254-255).
39.Αναλυτικούς ανά νομό σχετικούς πίνακες, βλ. στην εφημ. ‘Ελευθεροτυπία’ της 8.5.1999 (Ένθετο: ‘Εκκλησιαστική Περιουσία’), όπου και διάκριση της αγροτικής εκκλησιαστικής περιουσίας σε γαίες ‘αναγνωρισμένες’ και ‘διακατεχόμενες’. Επικαλούμενη  η εν λόγω έρευνα ‘πηγές του Υπουργείου Γεωργίας’, κατανέμει την στρεμματική έγγεια ιδιοκτησία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της χώρας ως εξής: «Σύνολο Αναγνωρισμένων Εκτάσεων: Δάσος 276.880 - Δασική έκταση 69.550 - Χορτολιβαδική έκταση 86.450. Σύνολο: 432.880. Σύνολο Διακατεχομένων Εκτάσεων: Δάσος 218.910 - Δασική έκταση 88.020 - Χορτολιβαδική έκταση 115.920. Σύνολο: 422.850».
40.Ενδεικτική νομολογία με αντικείμενο δασικές ιδιοκτησίες εκκλησιαστικών νομικών προσώπων: ΑΠ 1477/2014, ΑΠ 947/2013, ΣτΕ 2452/2012, ΑΠ 1145/2011, ΑΠ 815/2009, ΕφΑθ 7318/2008 (: Μονή Πετράκη)· ΑΠ 277/2015, ΕφΠειραιά 254/2013, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ 1439/2011, ΑΠ 1733/2010, ΕφΑθ 5279/2008 (: Μονή Πεντέλης)· Δγμα περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας των Ι. Μονών Πετράκη Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Πεντέλης και Οσίου Λουκά Βοιωτίας (ΦΕΚ Α’ 39/1933)· ΜονΠρΑθ 6878/2011 (: Μονή Μαζίου Μεγάρων)· ΕφΑθ 3223/2008 (: Μονή Οσίου Μελετίου Κιθαιρώνος)· ΠολΠρΛιβαδειάς 69/1992 (: Μονή Ιερουσαλήμ).
41.ΕφΝαυπλ 417/2004 & ΝΣΚ 295/1998 (: Μονή Μαψού Κορινθίας).
42.ΠολΠρΧαλκιδικής 52/2015 (: Μονή Ξενοφώντος)· ΑΠ 1056/2013, ΠολΠρΧαλκιδικής 45/2006, ΕφΘεσ 1600/2005 και ΠολΠρΧαλκιδικής 191/2002 (: Μονή Κουτλουμουσίου)· ΠολΠρΧαλκιδικής 23/2012, 2/2012, 42/1995 (: Μονή Δοχειαρίου)· ΠολΠρΧαλκιδικής 74/2010 (: Μονή Διονυσίου Αγ. Όρους)· ΠολΠρΧαλκιδικής 132/2008 (: Μονή Ξενοφώντος Αγ. Όρους)· ΑΠ 1298/2007 (: Μονή Κωνσταμονίτου)· ΑΠ 777/2001 (: Μονή Ιβήρων). Πρβλ. ΕφΘράκης 197/2015 (: Μονή Βατοπαιδίου Αγ. Όρους), που αφορά όμως σε δασολιβαδική παραλίμνια έκταση του Ν. Ξάνθης.
43.ΑΠ 473/2015, ΑΠ 1709/2010, ΕφΘεσ 1216/2006, ΑΠ 1293/2007, (: Μονή Αγ. Διονυσίου Ολύμπου)· ΕφΛάρισας 509/2008, ΕφΛάρισας 228/2007 (: Μονή Αγ. Στεφάνου Μετεώρων)· ΑΠ 1799/2006 (: Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων)· ΕφΛάρισας 541/2003 (: Μονή Ζάρκου Ν. Τρικάλων)· ΠολΠρΤρικάλων 1/2002 (: Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων)· ΠολΠρΤρικάλων 182/2001 (: Μονή Κορμπόβου Ν. Τρικάλων)· ΠολΠρΤρικάλων 112/1999 (: Μονή Μεγάλου Μετεώρου)· ΑΠ 1338/2010 (: Μονή Γκούρας Τρικάλων).
44.ΠολΠρΆρτας 32/2014 (: Μονή Κάτω Παναγιάς Άρτας)· ΑΠ 382/2014 (: Ναός Αγ. Γεωργίου Κόνιτσας)· ΕφΙωαννίνων 162/2005 (: Μονή Βελλάς Ιωαννίνων).
45.ΕφΘράκης 197/2015, ΝΣΚ 312/2009 (: Μονή Βατοπαιδίου Αγ. Όρους).
46.ΑΠ 458/2016 (: Μονή Πανορμίτη, Σύμη Δωδεκανήσου)· ΜονΠρΖακύνθου 97/2015 (: Μονή Αγ. Γεωργίου των Κρημνών, Ζακύνθου)· ΠολΠρΚέρκυρας 68/2004 (: Μονή Υψηλής Θεοτόκου Κέρκυρας).
47.Έτσι, το νομικό καθεστώς της δασικής ιδιοκτησίας είναι διαφορετικό μεταξύ των γεωγραφικών διαμερισμάτων του παλαιού ‘Βασιλείου της Ελλάδος’ (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Σποράδες και Κυκλάδες), της Θεσσαλίας και του Ν. Άρτας, των Επτανήσων, των Νέων Χωρών (λοιπής Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης), των νήσων του Βόρειου Αιγαίου, της Κρήτης ή των Δωδεκανήσων. Περιπτωσιολογία βλ., εκτός από τα γενικά έργα που αναφέρονται στην πρώτη υποσημείωση, και σε: Θ. Δρίκος, Οι πωλήσεις των οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής (1830-1831), Αθήνα 1994• Γ. Μητραβέλλα, Τα ιδιωτικά δάση και τα δάση της Περαχώρας, Αθήνα 1972• Α. Γεωργιάδης, ‘Το ιδιοκτησιακό των Μανιατών: Τα κτήματα στη Μάνη και το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου’, Μάνη 40, 2006 [πρβλ. ΜονΠρΚαλαμάτας 246/2015, Συμβολαιογραφική Επιθεώρηση 30 (2016-2017) 269-277 και ΕφΚαλαμάτας 176/2008, ΧρΙΔ 9 (2009) 821-822: ιδιοκτησιακό καθεστώς των γαιών στη Μάνη]• Λ. Κιτσαράς, ‘Δημόσια κτήματα. Κυκλάδες. Εμβέλεια των κανόνων που εισάγουν καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης των εμπράγματων αξιώσεων του Δημοσίου με τη θέσπιση ‘τεκμηρίων κυριότητας’ υπέρ αυτού. Διαδικασία ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων και Ανταλλαξίμων Κτημάτων’, ΧρΙΔ 3 (2003) 747-759• Αθ. Παπαθανασόπουλος, ‘Ιδιοκτησία γαιών στις Κυκλάδες μετά την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου’, ΠερΔικ 2/2015, 201• Ε. Λάμπρου, ‘Δημιουργία ή μη τεκμηρίου κυριότητος υπέρ μονής, ασκούσης άνευ διαμφισβητήσεως επί αιώνας πράξεις νομής και διακατοχής επί δασοσκεπούς εκτάσεως, μη εχούσης ουδέν έγγραφον κυριότητος’, Αρμ. 29 (1975) 634-636• Λ. Κοτσίρης, ‘Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών και βοσκοτόπων της νήσου Σκύρου και το περιεχόμενο του εν Σκύρω ισχύοντος δικαιώματος χορτονομής’, Αρμ. 37 (1983) 12 επ.
48.Αντί πολλών, βλ. το έγκυρο έργο του Γιώργου Καριψιάδη, Η Ελλάδα ως διάδοχο κράτος. Θέματα διαδοχής κρατών κατά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την ένωση των Επτανήσων, Αθήνα 2000, passim.
49.Για τον ερμηνευτικό κανόνα ‘lex specialis derogat legi generali’ (ο ειδικότερος νόμος κατισχύει του γενικότερου), βλ.: Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα 2006, 139-140· Π. Σούρλας, Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου. Justi atque injusti scientia, Αθήνα 1995, 171· Κ. Βαβούσκος, ‘Ο κανών ‘lex posterior generalis non derogat legi priori speciali’  και η επ’ αυτού θέσις της επιστήμης και της συγχρόνου νομολογίας’, Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Γ. Λιτζερόπουλο, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολή ΝΟΠΕ, Τμήμα Νομικής-, τόμ. Α’, Αθήνα 1985, 47-67.
50.Αντιπαράβαλε λ.χ. τις διατάξεις του άρθ. 4 Ν. 3127/2003, με εκείνες του άρθ. 10 Ν. 3208/2003.
51.ΦΕΚ 69. Από τη νομολογία, βλ. ενδεικτικά: ΑΠ 1906/2006, ΧρΙΔ 7 (2007) 325-327· ΑΠ 1359/2002, ΝοΒ 51 (2003) 450-451, με σημ. Ι. Σ(πυριδάκη)· ΕφΘεσ 2515/1997, Αρμ. 52 (1998) 305-308. Στο εν λόγω Β.Δ. αναγνωριζόταν ‘ισχύς νόμου’ με το άρθ. 3Ε του Διατάγματος της 23.4/5.5.1836, ‘περί των κυβερνητικών εργασιών’ (ΦΕΚ 18/4.5.1836).
52.Η έρευνα των προσαγόμενων εγγράφων διενεργείτο από ειδική τριμελή επιτροπή, που συστάθηκε το 1842. Αναλυτικότερα ως προς τις διαδικασίες αυτές, βλ. Αθ. Παπαθανασόπουλος, ‘Η ισχύς των οθωμανικών ιδιωτικών τίτλων ιδιοκτησίας επί των δασών σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου’, https://dasarxeio.com/2017/01/18/1950-4.
53.Ενδεικτικά: ΕφΘεσ 71/2009, Αρμ. 64 (2010) 1515-1518.
54.Γαλάτεια Καλουτά, ‘Οι δημόσιες γαίες του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών και τα δημόσια δάση. Δυνατότητα νομής και χρησικτησίας επ’ αυτών’, ΕφΑΔ 6/2016, 461-470. Ενδεικτικά βλ.: ΕΔΔΑ Ιερές Μονές κατά Ελλάδος (10/1993/405/483-484/9.12.1994): Πρώτο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ. Δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας των μονών που προσέφυγαν. Το ΕΔΔΑ προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην κτήση κυριότητας με χρησικτησία, ως επικουρικό τρόπο απόδειξης της μοναστηριακής περιουσίας, ιδίως όταν οι βυζαντινοί ή οθωμανικοί τίτλοι κυριότητας δεν υπάρχουν ή έχουν καταστραφεί, εν όψει του γεγονότος ότι δεν υπήρχε κτηματολόγιο στην Ελλάδα και ήταν αδύνατη η μεταγραφή τίτλων προ του 1856 ή η μετα¬γραφή κληροδοσιών και κληρoνoμιών προ του 1946• ΑΠ 1477/2014, https://www.areiospagos.gr• ΑΠ 573 /2015• ΑΠ 266/2010• ΜονΠρΛάρισας 779/2010, ΧρΙΔ 11 (2011) 107-110• ΑΠ 1359/2002, ΝοΒ 51 (2003) 450• ΑΠ 1404/1998, ΕλλΔνη 40 (1998) 85.
55.Γ. Καραγιάννης, ‘Νομικά προβλήματα από τη δασική νομοθεσία. Έννοια των όρων ‘διακατεχόμενα’, ‘τεκμήρια’, ΝοΒ 26 (1978) 1133 επ. Χαρακτηριστικές οι εννοιολογικές αποσαφηνίσεις της ΑΠ 85/2003, ΧρΙΔ 3 (2003) 431 επ., κατά την οποία ως προσωρινώς ‘διακατεχόμενα’ από ιδιώτες, δήμους-κοινότητες ή μοναστήρια, χαρακτηρίζονται τα δάση αν υποβλήθηκαν απ’ αυτούς αρμοδίως και εμπροθέσμως οι τίτλοι του Β.Δ. του 1836, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου ακόμη, είτε κρίθηκαν μη νόμιμοι ή άκυροι και, συνεπεία τούτου, εκκρεμεί η διαφορά στα δικαστήρια ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια. Κατά την ίδια απόφαση, ο διακάτοχος είναι νομέας και όχι απλός κάτοχος του διαφιλονικουμένου δάσους, διότι οι διατάξεις του πιο πάνω Β.Δ. (1836) πρέπει να ερμηνευθούν σε συσχετισμό και με τις σχετικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που αναφέρονται στη διακατοχή συνήθως υπό την έννοια της νομής και του άρθ. 22 Ν. της 21-6/10-7-1837, ‘περί διακρίσεως κτημάτων’, νομοθέτημα στο οποίο η διακατοχή καθιερώνεται ως εμπράγματο δικαίωμα, αντίστοιχο με εκείνο της νομής του ΑΚ. Σημειώνεται ότι ο όρος ‘διακατεχόμενα δάση’ περιέχεται και στους δασικούς κώδικες (Ν. 4173/1929: άρθρα 62, 93, 105, 107, 108, 131 - Α.Ν. 2204/1940: άρθ. 5 - Ν.Δ. 86/1969: άρθρα 156, 163 - Ν. 998/1979: άρθ. 7) υπό άλλη ή υπό ασαφή συχνά έννοια. Πρβλ. ΑΠ 1477/2014: ‘ο διακάτοχος αντιστοιχεί, ως όρος, στον κατά το ΑΚ νομέα’• ΑΠ 573 / 2015• ΝΣΚ 400/1996: ως διακατεχόμενα δάση χαρακτηρίζονται εκείνα για τα οποία, κατά την διαδικασία του άρθ. 3 β.δ. της 17/29.11.1836 υπεβλήθησαν τίτλοι προς αναγνώριση και, επειδή κρίθηκαν ανεπαρκείς ή πλημμελείς, το ζήτημα της κυριότητας παραπέμφθηκε προς τελειωτική επίλυση στα δικαστήρια, η δε διακατοχή παρέμεινε αναφαίρετη σε όποιον βρισκόταν. Η κατά τις διατάξεις αυτές διακατοχή έχει την φύση και τον χαρακτήρα της νομής. Μεταγενέστερες διατάξεις δεν προσδιορίζουν επακριβώς την έννοια των διακατεχομένων δασών. Η διοίκηση όμως, έχει χαρακτηρίσει ως διακατεχόμενα και δάση για τα οποία δεν υπεβλήθησαν διόλου τίτλοι και έπρεπε να θεωρούνται ως αδιαφιλονίκητα εθνικά, αλλά και δάση μη δημόσια, των οποίων αμφισβητείται η διακατοχή μεταξύ ιδιωτών. Το ζήτημα δεν έχει ριζικώς και οριστικώς επιλυθεί και γι’ αυτό, λόγω των προβλημάτων τα οποία δημιουργεί, πρέπει να αντιμετωπισθεί με νομοθετική ρύθμιση, μετά ενδελεχή μελέτη.
56.ΑΠ 1477/2014, ό.π., σχετικά με αξιώσεις κυριότητας και νομής της Μονής Ασωμάτων Πετράκη σε μέρος δασοκτήματος της περιοχής Σταμάτας-Διονύσου Αττικής, με έρεισμα συμβολαιογραφικά έγγραφα αγοραπωλησιών των ετών 1852 και 1893. Στην υπόθεση διαπιστώθηκε δικαστικά η συνδρομή ασκήσεως καλόπιστης νομής εκ μέρους των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της Μονής. Η ίδια απόφαση σημειώνει: ‘Το συνταχθέν για την αγοραπωλησία αυτή έγγραφο συμβόλαιο, κατά τους οθωμανικούς τύπους (χοτζέτι), έχει απολεσθεί, πλην, όμως, προκύπτει η σύνταξη του από: (1) την υπ’ αριθ. …/1834 έγγραφη δήλωση του Κ.Ζ. που έχει κατατεθεί στην υπ’ αριθ. …/1858 πράξη του συμβ/φου Αθηνών Α.Β. (2) το από 20-10-1830 αντίγραφο πρωτοκόλλου καταθέσεων μαρτυριών περί των του ανωτέρω κτήματος, εξαχθέν από το βιβλίο πρακτικών της Εξεταστικής Επιτροπής επί των Πωλήσεων Τουρκικών Κτημάτων, που έχει κατατεθεί στο Αρχείο του Υπουργείου Οικονομικών και μνημονεύεται ως επιδειχθέν στον αγοραστή στο υπ’ αριθ. …/1872 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Σ.Τ., (3) το από 12.12.1830 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως του δασοκτήματος, που μνημονεύεται στο ίδιο συμβόλαιο, (4) το από 10ης της σελήνης Τζεμαζιούλ Εββέλ του οθωμανικού έτους 1246 χοτζέτιο, που μνημονεύεται ομοίως και (5) την υπ’ αριθ. …/1842 απόφαση επικυρώσεως αγοραπωλησίας της Εξεταστικής Επιτροπής επί των Πωλήσεων Οθωμανικών Ιδιοκτησιών του άρθρου 3 του Β.Δ. της 17/29.11.1836 περί ιδιωτικών δασών, που μνημονεύεται ομοίως και ήδη προσκομίζεται. Ο Α.Λ. από το 1830 μέχρι το θάνατο του το 1850 ασκούσε όλες τις προαναφερθείσες πράξεις νομής στο ανωτέρω δασόκτημα, είτε ο ίδιος είτε μέσω του πληρεξουσίου του Κ. Ζ., με καλή πίστη, που δικαιολογείτο από το γεγονός ότι με την τελευταία απόφαση το Ελληνικό Δημόσιο είχε αναγνωρίσει το επίμαχο ως ιδιωτικό δάσος που ανήκε στον ίδιο, έκτοτε δε καμία σχετική αμφισβήτηση δεν είχε εγείρει. Την εν λόγω νομή ο Α. Λ. ουδέποτε απώλεσε έστω και πρόσκαιρα’.
57.Ευ. Κουρουσόπουλος, Δασική ιδιοκτησία και διαχείριση, Αθήνα, 1978, 23, 111, 203-204• ομοίως οι Νάκος, Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών (1821-1912), 167, και Ι. Παπαγιάννης, Η δασική ιδιοκτησία, σελ. xix. Το Β.Δ. της 17/29.11.1836 καταργήθηκε με το άρθ. 5 § 6 του Ν. 2939/1922, ‘περί κωδικοποιήσεως των περί δασών νόμων και περί τροποποιήσεως ορισμένων διατάξεων αυτών’ (ΦΕΚ Α΄ 131/30-7-1922, όπου εκ παραδρομής αναγράφεται ως ‘το από 17 Νοεμβρίου 1853 Β. Διάταγμα’).
58.Ενδεικτικά: ΜονΠρΛάρισας 94/2006 (Θεσσαλία, Ν. Λαρίσης)• ΑΠ 2192/2013 (Καλαμπάκα)• ΕιρΧανίων 519/2013• ΕιρΧανίων 520/2013• ΜονΠρΛάρισας 779/2010 (Τύρναβος)• ΑΠ 289/2016 (Πρέβεζα)• ΑΠ 929/2015 (Επτάνησα)• ΑΠ 384/2014 (Θεσσαλία)• ΑΠ 390/2014 (Πολύχρονο Χαλκιδικής)• ΑΠ 2173/2014 (Καλαμπάκα)•  ΕφΛάρισας 139/2014, Δικογρ. 2015/163 (Αλόννησος). 
59.Η συνθήκη, που καθόρισε τη νέα οριοθετική γραμμή μεταξύ των δύο Βασιλείων της Ελλάδος και της Τουρκίας, επικυρώθηκε με το Ν. ϠΛΖ΄ της 11.3.1882 (ΦΕΚ 14/13.3.1882, Νάκος, Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών, 217-459, ιδίως 235-236· Ευ. Κωφός, ‘Η Συνθήκη για την εκχώρηση της Θεσσαλίας και η προσάρτησή της’, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΓ΄, 364-365.
60.Νομολογιακή εφαρμογή, βλ. σε: ΕφΛάρισας 168/2007, ΑΠ 299/2004, ΑΠ 708/2002. 
61.Αντί πολλών, Δ. Παπαστερίου, Δασικό δίκαιο και Εθνικό Κτηματολόγιο, Θεσσαλονίκη 2017, 1165.
62.Για το όλο ζήτημα, βλ. ήδη Κ. Παπαγεωργίου, ‘Δημόσια κτήματα και εκκλησιαστική περιουσία στη Λευκάδα’, ΘΠΔΔ 1/2017, 9.
63.ΕφΑΔ 8-9/2015, 762-772, με παρατ. Κ. Παπαγεωργίου.
64.ΦΕΚ Α΄ 233/3.8.1933.
65.Διευκρινίζεται ότι με τη Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας της 14.11.1913 (κυρώθηκε με το Ν. 4213/1914), αφενός μεν αναγνωρίστηκε το ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του οθωμανικού, πλην άλλων, και στις δασικές εκτάσεις κυριότητας του τελευταίου, αφετέρου όμως αναγνωρίστηκαν και τα δικαιώματα ιδιωτών που είχαν αποκτηθεί σε δάση μέχρι την απελευθέρωση των Νέων Χωρών. Βλ. Γ. Νάκος, ‘Το νέο σύστημα δικαίου στη Μακεδονία μετά και κατά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών από τον οθωμανικό ζυγό’, ΕΚΕΙΕΔ 46 (2016) 275-364, ιδίως 297-298 (για τη δασική νομοθεσία που εισήγαγε στις Νέες Χώρες ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Ρακτιβάν), 328-329 (σχετικά με τη διάσωση των αρχείων του οθωμανικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης) και 355-357 (για τους δικαιοπολιτικούς στόχους του Ν. 147/1914)· Ίδιος, ‘Δικαιικοί μεταβολισμοί της ιδιοκτησίας στις Νέες Χώρες, μετά την ένταξή τους στην ελληνική επικράτεια’, ΕλλΔνη 30 (1989) 930-939.
66.Καλουτά, ‘Οι δημόσιες γαίες του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών και τα δημόσια δάση. Δυνατότητα νομής και χρησικτησίας επ’ αυτών’, ό.π. Από την παλαιότερη βιβλιογραφία, βλ. ιδίως: Α. Γαζής, ‘Γαίαι δημόσιαι Νέων Χωρών, κατηγορίας εραζί εμιριγιέ κατά οθωμανικόν δίκαιον’, ΝοΒ 18 (1970) 271-277· Α. Καλλικλής, Το οθωμανικόν δίκαιον εν Ελλάδι, 1931.
67.Όλως ενδεικτικώς: ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 900/2002, ΑΠ 748/1978, ΑΠ 661/1975· Ευ. Δωρής, Τα Δημόσια Κτήματα, τόμ. Α’, Αθήνα 1980, 407- 408.
68.ΟλΑΠ 609/1963, ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1777/2007, ΑΠ 439/2005, ΑΠ 155/2002, ΑΠ 900/2002, ΑΠ 315/2002, ΑΠ 523/2000, ΑΠ 746/1999· Δωρής, ό.π., 409.
69.ΑΠ 1292/2011, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 155/2002, ΑΠ 315/2002, ΑΠ 1303/2000, ΑΠ 523/2000, ΑΠ 582/1998, ΑΠ 1231/1996, ΑΠ 909/1980.
70.Ενδεικτικά: ΑΠ 1792/1983, ΑΠ 1053/1982.
71.ΕφΘρακ 197/2015· ΠολΠρΧαλκιδικής 52/2015· ΑΠ 473/2015, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 1293/2007· ΠολΠρΧαλκιδικής 74/2010· ΠολΠρΧαλκιδικής 132/2008· ΕφΘεσ 1600/2005· ΑΠ 777/2001.
72.ΟλΑΠ 1741/1980, ΑΠ 1293/2007.
--------------------------------------------------------------------------
Συντομογραφίες Περιοδικών
Αρμ Αρμενόπουλος
ΑρχΝ Αρχείο Νομολογίας
ΑχΝομ Αχαϊκή Νομολογία
Δ Δίκη
ΔΕΕ   Δίκαιο Επιχειρήσεων & Εταιρειών
ΔιΔικ Διοικητική Δίκη
Δικογρ Δικογραφία
Δνη Δικαιοσύνη
D Digesta
ΕΕΒΣ Επιστημονική Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών
ΕΕΝ Εφημερίς Ελλήνων Νομικών
ΕΕΕυρΔ Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου
ΕΚΕΙΕΔ Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου
ΕλλΔνη Ελληνική Δικαιοσύνη
ΕΝοΒΕ Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος
ΕπΕπετ Επιστημονική Επετηρίδα
ΕπΕπετΣχΝΟΕ ΑΠΘ Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
ΕφΑΔ Εφαρμογές Αστικού Δικαίου
Θ Θέμις
ΘΠΔΔ Θεωρία & Πράξη Διοικητικού Δικαίου
ΝΚ Νομοκανονικά
ΝοΒ Νομικό Βήμα
Νόμος Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ‘Νόμος’
ΠειρΝ Πειραϊκή Νομολογία
ΠερΔικ Περιβάλλον και Δίκαιο
ΤοΣ Το Σύνταγμα
Χρ Χριστιανός
ΧρΙΔ Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου
 
Γενικές Συντομογραφίες
αδημ. αδημοσίευτος, η, ο
Αθ Αθήνας
αιτιολ. έκθ. αιτιολογική έκθεση
ΑΚ Αστικός Κώδικας
ΑΝ αναγκαστικός νόμος
ανωτ. ανωτέρω
ΑΠ Άρειος Πάγος
αριθ. αριθμός
άρθ. άρθρο
ΒΔ βασιλικό διάταγμα
βλ. βλέπε
Ε. Εκκλησία
εδ. εδάφιο
ΕισΝΑΚ Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα
έκδ. έκδοση
ΕΚ Εθνικό Κτηματολόγιο
ΕΚΧΑ Α.Ε. Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση Ανώνυμη Εταιρεία
ενδεικτ. ενδεικτικά
ΕρμΑΚ Ερμηνεία Αστικού Κώδικα  
Εφ Εφετείο
Θεσ Θεσσαλονίκης
Ι. Ιερός, Ιερά
ΙΣΙ Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας
ΚΑΕΚ Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου
Καν. Κανονισμός Ιεράς Συνόδου
κατωτ. κατωτέρω
ΚΒΕ Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών
ΚΧΕΕ Ν. 590/1977, «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος»
Μον Μονομελές
Ν Νόμος
ΝΔ νομοθετικό διάταγμα
ΝΠΔΔ Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
ΝΠΙΔ Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου
ΝΣΚ Νομικό Συμβούλιο Κράτους
ΟΔΔΕΠ Οργανισμός Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας
Ολ Ολομέλεια
ό.π. όπου παραπάνω
παρ. παράγραφος
παρατ. παρατήρηση, παρατηρήσεις
ΠΔ προεδρικό διάταγμα
Πλημ Πλημμελειοδικείο
Πολ Πολυμελές
Πρ Πρωτοδικείο
πρβλ. παράβαλε
Σ Σύνταγμα
σημ. σημείωση, σημείωμα
ΣτΕ Συμβούλιο της Επικρατείας
σχετ. σχετικά 
ΤΝΠ Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών
τόμ. τόμος
ΥΑ υπουργική απόφαση
ΦΕΚ Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως
 
Ιστοσελίδες:
www.valsamon.com: Διαδικτυακή Επιθεώρηση Ορθόδοξου Κανονικού και Ελληνικού Εκκλησιαστικού Δικαίου 
https://dasarxeio.com/2017/01/18/1950-4
https://www.areiospagos.gr