Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος: Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι δικηγόρος και Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
 
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ
Με αφορμή την ΣτΕ 502/2011 (Τμήμα Δ΄)
1. Ο προβληματισμός του ΣτΕ ως προς τη νομική φύση των μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως αποτυπώνεται στην ιδιαιτέρως σημαντική απόφαση 502/2011 του Δ΄ Τμήματος, δεν πρέπει να μάς ξενίζει ούτε να θεωρείται καινοφανής. Και τούτο διότι, εδώ και δεκαετίες, έχουν εκφρασθεί σοβαρές επιφυλάξεις από τη θεωρία αλλά και τη νομολογία, σχετικά με το κατά πόσον μπορούν πράγματι οι μονές να θεωρούνται «φορείς δημόσιας εξουσίας», λόγω της ex lege ιδιότητας που φέρουν ως νπδδ. Η όποια απάντηση στο κομβικό αυτό ερώτημα θεμελιώνει ή όχι, αναλόγως, και την υπαγωγή στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ των πράξεων που εκδίδουν οι μονές, ως εκτελεστών διοικητικών (σε καταφατική περίπτωση), ή απλώς ως ιδιωτικών (σε αρνητικό ενδεχόμενο). Επειδή, λοιπόν, το ζήτημα είναι ανοικτό από μακρού χρόνου, στις σελίδες που ακολουθούν επιχειρείται μία αναδρομή που θα μάς βοηθήσει, όπως ελπίζουμε, να τοποθετηθούμε με εποπτικότερο τρόπο. Για την ενότητα της πραγμάτευσης του θέματος, ας θυμίσουμε εδώ ότι, αν ως σημαντικότερες ωφέλειες της υπάρξεως νομικής προσωπικότητας θεωρούνται η αναγνώριση δικαιοπρακτικής ικανότητας και ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η απόκτηση περιουσίας και η ανάληψη υποχρεώσεων στο όνομα του ίδιου του νομικού προσώπου, καθώς και η ικανότητα συνάψεως συμβάσεων, περαιτέρω, κύριες επιπλέον συνέπειες της προσκτήσεως νομικής προσωπικότητας δημοσίου δικαίου αποτελούν η έκδοση - στο πλαίσιο ασκήσεως δημόσιας εξουσίας – εκτελεστών διοικητικών πράξεων (που ελέγχονται ακυρωτικά από τα διοικητικά δικαστήρια), η ευμενέστερη κατά κανόνα φορολογική μεταχείριση αλλά και η υπαγωγή της οικονομικής διαχείρισης των νπδδ, ως δημοσίων υπολόγων, στους αυστηρότερους κανόνες δημοσιονομικού ελέγχου του Δημοσίου Λογιστικού (που διενεργείται, κατά περίπτωση, από τους Επιθεωρητές Δημοσίων Διαχειρίσεων του Υπουργείου Οικονομικών, το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, κατά τις διατάξεις κυρίως του Ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις»). Συνεπώς, αν η αναγνώριση απλής νομικής προσωπικότητας σε ένα θρησκευτικό οργανισμό καθιστά αυτόν υποκείμενο δικαίου, διευκολύνοντας τη λειτουργικότερη νομική, κοινωνική και οικονομική του ένταξη στη συναλλακτική πραγματικότητα, η επιπλέον απονομή σ’ αυτόν της ιδιότητας του νπδδ, επάγεται πολύ σημαντικότερες συνέπειες. Ας παρακολουθήσουμε όμως τα πράγματα στη διαχρονική τους εξέλιξη.
2. Όπως γίνεται αποδεκτό από τους ιστορικούς του δικαίου, αν και το ρωμαϊκό (ή βυζαντινορωμαϊκό) δίκαιο δεν είχε καταλήξει σε μία σαφή αποκρυστάλλωση της γενικής έννοιας της νομικής προσωπικότητας (όπως συνέβη με πιο ολοκληρωμένο τρόπο στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών ηπειρωτικών δικαίων του 19ου αιώνα και μετά), εν τούτοις διέκρινε ευκρινώς τις χριστιανικές εκκλησίες από τα μέλη τους, αναγνωρίζοντας σε αυτές τη δυνατότητα να αποτελούν ιδιαίτερα υποκείμενα δικαίου και να διαχειρίζονται τη δική τους περιουσία. Ανάλογη, όμως, νομική μεταχείριση επιφυλάχθηκε στη συνέχεια και για τις μονές, οι οποίες αντιμετωπίζονταν από σειρά αυτοκρατορικών Νεαρών – της ιουστινιάνειας, ήδη, περιόδου - ως αφιερωμένα στο Θεό αυθύπαρκτα σύνολα προσώπων και πραγμάτων, με νομική φύση που έκλινε μάλλον προς το ίδρυμα [για το θέμα, αντί της ιδιαιτέρως πλούσιας ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας, βλ. Γ. Πετρόπουλος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή ²2008, § 53, σ. 468 επ., όπου επισημαίνεται ότι τα «αγαθοεργά ιδρύματα» ή «ευαγείς οίκοι» (όπως ήταν οι εκκλησίες, οι μονές, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα) αποτελούσαν «νομικά πρόσωπα», ως περιουσιακές ολότητες αφιερωμένες σε ορισμένο ευαγή σκοπό (pia causa)]. 
3. Η εισαγωγή της εφαρμογής του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου στη νεότερη Ελλάδα, η οποία επιτεύχθηκε αρχικώς με απόφαση της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου (1822) και αργότερα με την έκδοση του Διατάγματος της 23.2/7.3.1835 της βαυαρικής Αντιβασιλείας [που προέβλεπε ότι: «Οι πολιτικοί νόμοι των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων οι περιεχόμενοι εις την Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου θέλουν ισχύει μεχρισού δημοσιευθή ο πολιτικός κώδηξ του οποίου την σύνταξιν διετάξαμεν», βλ. Σ. Τρωιάνος – Ι. Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, Ιστορία Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη ⁴2010, σ. 243 επ.], οδήγησε - mutatis mutandis – την ελληνική θεωρία και νομολογία της περιόδου σε ανάλογες παραδοχές ως προς τη νομική φύση των ναών («χριστιανικών εκκλησιών») αλλά και των μονών [από τα θεωρητικά έργα των επιφανών νομομαθών της εποχής, βλ. ιδίως: Π. Παπαρρηγόπουλος, Το εν Ελλάδι ισχύον Αστικόν Δίκαιον, Βιβλίον Α΄, Β΄ και Γ΄, περιέχοντα τας Γενικάς Αρχάς, Αθήνησι ³1889, ιδίως σ. 295 επ., όπου μεταξύ των «παρά τοις ρωμαίοις και βυζαντινοίς» νομικών προσώπων αναφέρονται και τα λεγόμενα «ευσεβή ιδρύματα» (pia corpora), δηλ. οι εκκλησίες, οι ιερές μονές, τα ορφανοτροφεία κλπ.. Ομοίως: Π. Καλλιγάς, Σύστημα Ρωμαϊκού Δικαίου καθ’ά εν Ελλάδι πολιτεύεται, τόμ. Α΄, Αθήνησι 1878, σ. 307 επ., Κεφάλαιον Γ΄, «Περί νομικών προσώπων», ιδίως σ. 310· Β. Οικονομίδης, Στοιχεία του Αστυκού (sic) Δικαίου. Βιβλίον Πρώτον, Γενικαί Αρχαί, εν Αθήναις ²1893, φωτοαναστ. έκδ. υπό Αντ. Σάκκουλα, σειρά: Κλασική Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα-Κομοτηνή 1987, σ. 97 επ.· Α. Κρασσάς, Σύστημα Αστικού Δικαίου, τόμ. Α΄, Γενικαί Διδασκαλίαι, εν Αθήναις ²1904, § 96: «Νομικών προσώπων είδη», σ. 267 επ.].
4. Πέραν των ανωτέρω, ως δεδομένη εκλάμβανε τη νομική προσωπικότητα των μονών σειρά νομοθετημάτων της ίδιας περιόδου, όπως ήταν: (α) το ΒΔ της 25.9/7.10.1833, «Περί των εν τω Βασιλείω Μοναστηρίων», έργο του λαμπρού νομομαθούς G.-L. von Maurer, μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα, κατ’ εφαρμογή του οποίου διαλύθηκαν (εννοείται: ως νομικά πρόσωπα) όσες μονές της ελληνικής επικράτειας δεν αριθμούσαν στη δύναμή τους άνω των 6 μοναχών [βλ. ενδεικτικώς: Σ. Τρωιάνος-Χ. Δημακοπούλου, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), Αθήνα-Κομοτηνή 1999, σ. 75 επ., ιδίως σ. 81-82], (β) το ΒΔ της 1/13 Δεκεμβρίου 1834, «Περί σχηματισμού του Εκκλησιαστικού Ταμείου και οδηγίαι της υπηρεσίας αυτού», που υπήγαγε τη διαχείριση της περιουσίας των ανωτέρω «διαλελυμένων» μονών στο κρατικής εποπτείας «Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο», με σκοπό του τελευταίου τη διάθεση των εισοδημάτων της μοναστηριακής περιουσίας για εκκλησιαστικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς (Τρωιάνος-Δημακοπούλου, ό.π., σ. 90), και (γ) το ΒΔ της 28.7/15.9.1858, «Κανονισμός περί των Μοναστηρίων», διατάξεις του οποίου ισχύουν μέχρι σήμερα (Σ. Τρωιάνος-Κ. Παπαγεωργίου, Θρησκευτική Νομοθεσία, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2009, σ. 553 επ.).
5. Η νομολογία, από την πλευρά της, κινούμενη στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο, αναγνώριζε παγίως στις μονές τη νομική δυνατότητα να διοικούν οι ίδιες τις (περιουσιακής, κυρίως, φύσεως) υποθέσεις τους, με αποφάσεις των διοικητικών τους οργάνων. Κυριότερο από αυτά ήταν το οικείο «μοναστηριακό συμβούλιο», αποτελούμενο από τον ηγούμενο, ως πρόεδρο, με μέλη τους ηγουμενοσυμβούλους [ενδεικτικώς: ΑΠ 90/1891, Θέμ. Γ΄, σ. 98 - ΑΠ 106/1898, Θέμ. Θ΄, σ. 483 - ΑΠ 193/1904, Θέμ. ΙΣΤ΄, σ. 529 - ΑΠ 72/1905, Θέμ. ΙΣΤ΄, σ. 645 (: ποινική ευθύνη των μελών του ηγουμενοσυμβουλίου, ως διοικητών της μοναστηριακής περιουσίας) - ΑΠ 195/1907, Θέμ. ΙΘ΄, σ. 137 (: ανταλλαγή ακινήτων μεταξύ μονών) κ.λπ.· από τη νομολογία του ΣτΕ (θυμίζουμε ότι ιδρύθηκε το 1929), βλ. ενδεικτικώς τις αποφάσεις: 1093/1936, 334/1938, 386/1942, 1222/1953 (ΑρχΝ 1954, σ. 39: συγχώνευση μικρών μονών και τύχη της ρευστοποιητέας περιουσίας τους), ΣτΕ 387/1954 (ΕΕΝ 1954, σ. 779: περιουσία διαλελυμένων μονών), 404/1965 (ΝοΒ 1965, σ. 899: εκποίηση δασών μονών).
6. Κατά τον 20ό αιώνα, και με σειρά διαδοχικών νομοθετημάτων, πολυάριθμες οργανωτικές υποδιαιρέσεις της Εκκλησίας αναγνωρίστηκαν ρητώς ως νπδδ: αρχικώς οι ενοριακοί ναοί (άρθ. 2 Ν.Δ. της 27/28-12-1923, «Περί Ενοριακών Ναών και Εφημερίων», ρύθμιση που επανελήφθη στα επόμενα σχετικά με τους ενοριακούς ναούς νομοθετήματα) και ακολούθως η Αρχιεπισκοπή Αθηνών και κάθε Μητρόπολη, με διατάξεις των αλλεπάλληλων Καταστατικών Χαρτών της Εκκλησίας (άρθρα 13 Ν. 5187/1931 και Ν. 5438/1932, άρθ. 55 ΑΝ 2170/1940, άρθ. 59 Ν. 671/1943, βλ. αυτούς σε Βαρνάβα Τζωρτζάτου, Μητροπολίτου Κίτρους, Η Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος από της συστάσεως του Ελληνικού Βασιλείου, εν Αθήναις 1967).
7. Είναι εντούτοις αξιοσημείωτο, ότι μόλις το έτος 1969 οι μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος χαρακτηρίσθηκαν ρητά ως νπδδ, με το άρθ. 1 § 4 ΝΔ 126/1969 (δηλ. του προϊσχύσαντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος). Την ίδια ρύθμιση επανέλαβε το άρθρ. 1 § 4 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη Ν. 590/1977, που όρισε, μεν, ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι Ενορίαι μετά των Ενοριακών Ναών, αι Μοναί … είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου», προσθέτοντας, ωστόσο, στην πιο πάνω διάταξη την αξιοπρόσεκτη - από πλευράς κανονιστικής αλλά και εκκλησιολογικής σημασίας - φράση: «Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις...» (Τρωιάνος-Παπαγεωργίου, Θρησκευτική Νομοθεσία, ό.π., σ. 199 επ.).
8. Aς υπομνησθεί συναφώς εδώ, ότι ως νπδδ έχουν χαρακτηρισθεί και οι Ισραηλιτικές Κοινότητες της ελληνικής επικράτειας (άρθ. 1 Ν. 2456/1920, «περί Ισραηλιτικών Κοινοτήτων»), ενώ, κατά μερίδα της θεωρίας, ανάλογη ιδιότητα φέρουν και οι ελληνικές Προτεσταντικές Εκκλησίες [Κωνσταντίνος Βαβούσκος, «Περί της νομικής προσωπικότητος της εν Ελλάδι Εκκλησίας των Διαμαρτυρομένων», ΕπιστΕπετΣχΝΟΕΘεσ, τ. 13 (Α΄ 1966-1969) 421-499· πρβλ. γνμδ. ίδιου σε Αρμ. 26 (1972) 725-729· contra: ΣτΕ 1558/1974].
9. Ωστόσο, σοβαρές επιφυλάξεις είχαν προ πολλού διατυπωθεί στη θεωρία, αναφορικά με τη συμβατότητα του θρησκευτικού χαρακτήρα των ανωτέρω νπ, αφενός μεν προς τη φύση των υπόλοιπων εν γένει νπδδ, αφετέρου δε προς την παρεχόμενη δυνατότητα ασκήσεως πραγματικής δημόσιας εξουσίας, που, δίκην προνομίου, αναγνωρίζεται σε αυτά. Πιο συγκεκριμένα, λίγα μόλις χρόνια μετά την ψήφιση του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη, ο Αντιπρόεδρος του ΣτΕ ε.τ. Αν. Μαρίνος, στη λαμπρή μονογραφία του με τον τίτλο Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1984 (σ. 31 επ.), διετύπωνε το ερώτημα αν όντως ακριβολογεί ο νομοθέτης όταν χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως νομικό πρόσωπο, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί «ανθρώπινον κατασκεύασμα... πεπερασμένον κατά χρόνον και περιωρισμένον κατά τόπον», σε αντίθεση προς τη φύση της Εκκλησίας, ως ευχαριστιακής-μεταφυσικής κοινότητας. Πολύ όμως περισσότερο, πώς είναι δυνατό - συνέχιζε ο ίδιος σ. - να ανατίθεται η αρμοδιότητα ασκήσεως «δημοσίας εξουσίας δηλαδή εξουσίας κοσμικής... γενικώς επί των διοικουμένων», που προσιδιάζει στα νπδδ, και στους εκκλησιαστικούς οργανισμούς, των οποίων εντούτοις η όποια άσκηση εξουσίας περιορίζεται αποκλειστικώς στα μέλη τους, και μάλιστα με την ιδιότητα αυτών όχι ως πολιτών, αλλ’ απλώς ως πιστών, στο πλαίσιο της εφαρμογής των ι. κανόνων; Ορθότερη συνεπώς στάση, κατά τον Α. Μαρίνο, θα ήταν να θεωρηθεί η Εκκλησία ως «εν ιδιόρρυθμον νομικόν πρόσωπον, το οποίον ο νόμος χαρακτηρίζει και ως δημοσίου δικαίου». Άλλωστε, η ερμηνευτική αυτή κατεύθυνση ευρίσκει σαφές έρεισμα στον εύγλωττο υπαινιγμό της διάταξης του άρθ. 1 § 4 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη (Ν. 590/1977), κατά την οποία η Εκκλησία και οι κυριότερες οργανωτικές της υποδιαιρέσεις είναι νπδδ, μόνον «κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις...». Η διατύπωση αυτή του νόμου δεν σημαίνει λοιπόν, κατά τον Α. Μαρίνο, ότι η Εκκλησία ασκεί δημόσια εξουσία – αφού η μόνη εξουσία που της επιτρέπεται είναι η «πνευματική», η οποία προβλέπεται από τους ι. κανόνες και αφορά τα μέλη της ως πιστούς – αλλά έχει την έννοια ότι οι εκκλησιαστικές αρχές αποτελούν νπδδ κατά τις νομικές τους σχέσεις μόνον «οσάκις εφαρμόζουν διατάξεις της κειμένης πολιτειακής διοικητικής νομοθεσίας» (όπως τούτο συμβαίνει, για παράδειγμα, σε ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης των κληρικών ή λαϊκών υπαλλήλων της). Η διάκριση όμως αυτή άγει αναπότρεπτα στο συμπέρασμα ότι η Εκκλησία έχει «διφυή χαρακτήρα» (σ. 149), αφενός μεν διότι αποτελεί πνευματικό οργανισμό, με σκοπό την τέλεση πράξεων που αφορούν το δόγμα και τη λατρεία, και αφετέρου διότι, ως χαρακτηριζόμενο από το νόμο νπδδ, καλείται απλώς να εφαρμόσει διατάξεις της πολιτειακής νομοθεσίας (χωρίς όμως αυτό και να οδηγεί στην άσκηση πραγματικής δημόσιας εξουσίας). Εντούτοις, η τελευταία αυτή διαπίστωση δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη τη δικαιοδοσία του ΣτΕ: εφόσον, λοιπόν, πράξεις της Εκκλησίας δεν έχουν πνευματικό χαρακτήρα αλλά εκπορεύονται από την ιδιότητά της ως νπδδ και έχουν εκδοθεί σε εφαρμογή της κειμένης πολιτειακής νομοθεσίας, υπάγονται στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ. Αντιθέτως, από τον έλεγχο αυτόν εκφεύγουν όσες εκκλησιαστικές πράξεις αφορούν το δόγμα και τη λατρεία έχοντας, ως εκ τούτου, πνευματικό χαρακτήρα (Μαρίνος, ό.π.).
10. Η ανωτέρω θεωρητική κατασκευή-διάκριση, που ήγε στη θεώρηση των εκκλησιαστικών οργανισμών ως μάλλον «διφυών» νπ, επέδρασε σημαντικά στη σχετική θεωρία του διοικητικού και εκκλησιαστικού δικαίου [βλ. Επαμ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα ¹³2011, § 476· Π. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή ⁵2004, σ. 747· Σ. Λύτρας, Η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Νομική θεώρηση, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 188 επ.]. Ωστόσο, μία ανάλογου ερμηνευτικού περιεχομένου στάση είχε ήδη από μακρού χρόνου καθιερωθεί στη νομολογία του ΣτΕ, στα πλαίσια της γνωστής διάκρισης των ι. κανόνων σε διοικητικού και δογματικού χαρακτήρα και της αναλόγως θεμελιώσεως (ή μη) της σχετικής δικαιοδοσίας του Ανώτατου Ακυρωτικού επί εκκλησιαστικών πράξεων [ενδεικτικώς: Κ. Παπαγεωργίου, «Πορίσματα από την εκκλησιαστική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας του έτους 1987», ΕπΕπετΑρμ. 17 (1996) 31 επ.]. 
11. Η θεωρητική θεμελίωση του διφυούς χαρακτήρα των εκκλησιαστικών νπ, συνέδραμε περαιτέρω σημαντικά στην αποκρυστάλλωση της αμέσως πιο πάνω διακρίσεως των πράξεων των εκκλησιαστικών αρχών σε «εκτελεστές» (που είχαν διοικητική φύση και εκδίδονταν σε εφαρμογή της πολιτειακής νομοθεσίας) και σε «μη εκτελεστές» (εφόσον είχαν πνευματικό χαρακτήρα και συνδέονταν με την εφαρμογή των ι. κανόνων). 
12. Ως προς τις μονές, ειδικότερα, το άρθ. 39 § 1 Ν. 590/1977, ορίζει ότι: «Η Ι. Μονή είναι θρησκευτικόν καθίδρυμα δια την άσκησιν των εν αυτή εγκαταβιούντων ανδρών ή γυναικών, συμφώνως προς τας μοναχικάς επαγγελίας και τους περί μοναχικού βίου ι. κανόνας και παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Αναλυτικότερο περιεχόμενο έχουν σχετικώς οι διατάξεις του άρθ. 1 εδάφ. α΄-β΄ του Κανονισμού 39/1972 της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, «Περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων» (ΕτΚ Α’ 103), που προβλέπουν ότι: «Η Ι. Μονή είναι πνευματικόν ίδρυμα προσευχής και εργασίας, εις ο εγκαταβιοί μία Ορθόδοξος Χριστιανική Αδελφότης ανδρών ή γυναικών αφιερωμένων εις τον Θεόν και υπεσχημένων να διέλθωσι την ζωήν αυτών εν αγνεία, ακτημοσύνη και υπακοή προς τον Ηγούμενον και την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν της Ελλάδος., β) Σκοπός εκάστης Ι. Μονής, συμφώνως προς τας παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι η εν κοινοβιακή πολιτεία αδιάλειπτος του εν Τριάδι Θεού δοξολογία, η δια λειτουργικών και κατ’ ιδίαν προ¬σευχών, δια συνεχούς κατά Θεόν ασκήσεως και εν αγίαις διακονίαις νέκρωσις των παθών των εν αυτή ασκουμένων και η υπ’ αυτών τελεία βίωσις της κατά Θεόν εν Χριστώ Ιησού μυστικής ζωής, οδηγούσης εις ψυχικήν αυτών σωτηρίαν και θέωσιν».
13. Και μόνον η ανάγνωση των ανωτέρω διατάξεων, καθιστά αμέσως προφανή την ύπαρξη σοβαρής αντινομίας μεταξύ 
- αφενός μεν της πραγματικής εκκλησιολογικής φύσεως των μονών, ως νπ που δεν επιδιώκουν απλώς «πνευματικούς» σκοπούς (όπως συμβαίνει με τις μητροπόλεις ή τους ναούς) αλλά έχουν και έναν ιδιάζοντα ασκητικό και μάλιστα αναχωρητικό -  αναφορικά με όσους εκκλησιαστικούς οργανισμούς δραστηριοποιούνται μέσα στον κόσμο - χαρακτήρα, και
- αφετέρου του στοιχείου της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, που χαρακτηρίζει εν γένει τα νπδδ. 
Ορθώς, λοιπόν, η πλειοψηφία του Δικαστηρίου αμφιβάλλει για το κατά πόσον μία μονή μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας δημόσιας ή πολιτειακής εξουσίας (και δη ασκούμενης επί τρίτων, πέραν δηλ. των μελών της μοναστικής αδελφότητας), όταν οι σχετικές διατάξεις εμφανίζουν τα μοναστικά καθιδρύματα ως οργανισμούς εξω-κοσμικούς, με κύριους σκοπούς των μελών τους την προσευχή, την «ψυχικήν σωτηρίαν και θέωσιν» αυτών.  Από την άλλη ωστόσο πλευρά, στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ υπάγεται – όπως ορθώς υποστηρίζει ο Α. Μαρίνος -  και κάθε πράξη ενός εκκλησιαστικού νπδδ (στην περίπτωση, εδώ, των μονών) η οποία δεν έχει εκδοθεί σε εφαρμογή των ι. κανόνων αλλά της κείμενης πολιτειακής νομοθεσίας.
14. Είναι αξιοπρόσεκτο, ότι πλειοψηφία και μειοψηφία της σχολιαζόμενης απόφασης εμφανίζονται σαφώς επηρεασμένες από τις θεωρητικές απόψεις που προπαρατέθηκαν, και οι οποίες καταλήγουν να υπογραμμίζουν τον «διφυή» χαρακτήρα των εκκλησιαστικών νπ. Εν προκειμένω, ας μην παραβλέπεται ότι, συναφώς με τη νομική φύση των μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη κρίνει ότι αυτές εντάσσονται στην ευρεία σφαίρα των μη κυβερνητικών οργανισμών, δεδομένου ότι ευρίσκονται εκτός της σφαίρας δράσεως του Κράτους, δεν τελούν υπό τον πολιτειακό έλεγχο και απολαύουν πλήρους ανεξαρτησίας [Υπόθεση Ι. Μονές κατά Ελλάδος απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1994 (10/1993/405/483-484), ΝοΒ 44 (1996) 287 επ., συστηματική παρουσίαση της υποθέσεως βλ. σε Γ. Αποστολάκης, Ι. Μονές κατά Ελληνικού Δημοσίου, Τρίκαλα-Αθήνα 2002]. Για να εξαχθούν τα δέοντα συμπεράσματα, ας σημειωθεί εδώ ότι τα ακριβώς αντίθετα υποστήριζε στην εν λόγω δίκη το ελληνικό Κράτος!
15. Παρά τα ανωτέρω, νομίζουμε πως το γεγονός ότι οι μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος χαρακτηρίζονται από το νόμο ρητώς ως νπδδ, έστω «κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις», αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση του σχετικού ακυρωτικού ελέγχου του ΣτΕ, επί όσων πράξεών τους εκδίδονται σε εφαρμογή της πολιτειακής νομοθεσίας. Μία αναθεώρηση, ενδεχομένως, της επίμαχης ρυθμίσεως της § 4 του άρθ. 1 Ν. 590/1977 προς την ερμηνευτική κατεύθυνση της ανωτέρω αποφάσεως του ΕυρΔΑΔ, και σε συνεργασία ασφαλώς με τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς της Εκκλησίας, φρονούμε ότι θα μπορούσε να δώσει μία ικανοποιητικότερη, σε σχέση με την παρούσα, λύση. Άλλωστε, προβληματισμός ειδικώς ως προς τη νομική φύση των μονών υπήρχε από πολύ παλιά και από την πλευρά της Εκκλησίας, όπως αποκαλύπτει η χρονικώς πολύ βραδύτερη (μόλις το έτος 1969) πρόσδοση σε αυτές νομικής προσωπικότητας δημοσίου δικαίου. 
16. Τέλος, ας προστεθεί ότι δεν χαρακτηρίζονται από το νόμο ως νπδδ οι μονές του Αγίου Όρους [ΟλΣτΕ 2629/1988, ΝοΒ 1989, 818 επ.· contra: Π. Ανθυμίδης, «Το ζήτημα της νομικής προσωπικότητας των μονών του Αγίου Όρους», ΘΠΔΔ 4/2010, 383 επ.], της Εκκλησίας της Κρήτης [Κ. Παπαγεωργίου, Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης: θεσμοί και διοικητική οργάνωση κατά τον Καταστατικό της Νόμο (Ν. 4149/1961), Χανιά 2001, σ. 116 επ.], όπως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου [ΜΠρΘεσ 13441/1997 και ΜονΠρΘεσ 4482/1998, Αρμ. 52 (1998) 308 επ. και 934 επ. αντιστοίχως].
 
Αριθμός 502/2011
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
[...] Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία, μετά την διαγραφή της από το πινάκιο του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου και την δικάσιμο της 19.4.2007, εισάγεται προς εκδίκαση στο, αρμόδιο για την εκδίκαση της χρονολογικώς προηγουμένης από τις προσβαλλόμενες πράξεις (άρθρο 14 παρ. 7 π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8), Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητείται η ακύρωση: 
α) της πράξεως 3/9.3.2003 της Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Μεγάλου Σπηλαίου, με την οποία αποφασίσθηκε η εγγραφή στο Μοναχολόγιο της Μονής, του Αρχιμανδρίτου ΙΚ, και 
β) της πράξεως 55/15.3.2003 του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή ο εν λόγω Αρχιμανδρίτης ΙΚ διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής με τριετή θητεία. 
Επειδή, στο άρθρο 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει». Περαιτέρω, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος προβλέπονται τα ακόλουθα: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου». Στο δε άρθρο 45 παρ.1 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα εξής: «Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου». 
Επειδή, ο Ν. 590/1977 («Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», Α΄ 146), ορίζει στο άρθρο 1, μεταξύ των άλλων, τα εξής: «1. Η Εκκλησία της Ελλάδος, ούσα θείον καθίδρυμα έχουσα κεφαλήν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, είναι αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στοιχούσα τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τηρούσα απαρασαλεύτως, ως και πάσαι αι λοιπαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, τα δόγματα, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις. 2. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αυτοκέφαλος, αυτοδιοικείται δε, εν τω πλαισίω των περί θρησκείας άρθρων του Συντάγματος, δια των εν ενεργεία Μητροπολιτών αυτής. 4. Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι Ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου...». Κατά το άρθρο 4 του νόμου η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας (Ι.Σ.Ι., η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 590/1977, αποτελεί την Ανώτατη Εκκλησιαστική Αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος) «αποφαίνεται επί παντός ζητήματος αφορώντος εις την Εκκλησίαν [και] ειδικώτερον: δ) Αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της Εκκλησίας. ε) Εκδίδει κανονιστικάς αποφάσεις περί της οργανώσεως και εσωτερικής διοικήσεως της Εκκλησίας, κατά τα ειδικώτερον εν τω παρόντι διαλαμβανόμενα, δημοσιευομένας διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. στ) Ασκεί την ανωτάτην εποπτείαν και τον έλεγχον επί των πράξεων της Δ.Ι.Σ., των Αρχιερέων, των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως και των επί μέρους Εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων, κατά τας κειμένας διατάξεις». Ειδικώς περί των ιερών μονών προνοεί το άρθρο 39 του νόμου, το οποίο ορίζει, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: «1. Η Ιερά Μονή είναι θρησκευτικόν καθίδρυμα διά την άσκησιν των εν αυτή εγκαταβιούντων ανδρών ή γυναικών, συμφώνως προς τας μοναχικάς επαγγελίας και τους περί μοναχικού βίου ιερούς Κανόνας και παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 2. Εν τη Εκκλησία της Ελλάδος λειτουργούν Ιεραί Μοναί, τελούσαι υπό την πνευματικήν εποπτείαν του επιχωρίου Αρχιερέως, και Συνοδικαί Σταυροπηγιακαί Ιεραί Μοναί, τελούσαι υπό την πνευματικήν εποπτείαν της Δ.Ι.Σ. 3. Η ίδρυσις νέων και η διάλυσις ή συγχώνευσις υφισταμένων Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος συντελείται διά Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου, μετά σύμφωνον γνώμην του επιχωρίου Αρχιερέως και έγκρισιν της Δ.Ι.Σ., προτάσει του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων… 4. Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους, δι’ εσωτερικού κανονισμού, δημοσιευομένου διά του Δελτίου «Εκκλησία». 5. Ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου, ων ο αριθμός ορίζεται αναλόγως του αριθμού των μοναχών εκάστης Μονής υπό του εσωτερικού κανονισμού αυτής, εκλέγονται, εάν αύτη έχη 5 τουλάχιστον εγκαταβιούντας μοναχούς, υπό της μοναχικής αδελφότητος, άλλως ορίζονται υπό του επιχωρίου Αρχιερέως. Ο ουτωσί εκλεγείς Ηγούμενος είναι ισόβιος, επιφυλασσομένων των διατάξεων του νόμου περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Η Δ.Ι.Σ. δύναται δι’ ητιολογημένης αποφάσεως τη προτάσει του οικείου Αρχιερέως ή της Μοναστικής Αδελφότητος να εγκρίνη την διενέργειαν νέας εκλογής προς ανάδειξιν Ηγουμένου. 6. Ο Μητροπολίτης ασκεί επί των Ιερών Μονών της επαρχίας αυτού την κατά τους ιερούς κανόνας πνευματικήν εποπτείαν διά την κανονικήν μνημόνευσιν του ονόματος αυτού εν ταις ιεραίς Ακολουθίαις, την χειροθεσίαν του Ηγουμένου, την έγκρισιν της κουράς των μοναχών, την ανάκρισιν των κανονικών παραπτωμάτων, την μέριμναν διά την κατά τους ιερούς κανόνας λειτουργίαν της Μονής και τον έλεγχον της νομιμότητος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής». 
Επειδή, εξάλλου, κατ’ επίκληση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν. 590/1977, εγκρίθηκε, με την απόφαση 138/27.6.1986 του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής, και δημοσιεύθηκε στο Επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος («ΕΚΚΛΗΣΙΑ», Παράρτημα του υπ’ αριθμ. 13 της περιόδου 1/15 Ιουλίου 1986 τεύχους, σελ. 27 επομ.) ο Εσωτερικός Κανονισμός της Ιεράς Μονής Μεγάλου Σπηλαίου. Στο άρθρο 1β΄ του Κανονισμού ορίζεται ότι η Μονή τελεί υπό την πνευματική εποπτεία του εκάστοτε Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και είναι, ως προς τις νομικές της σχέσεις, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Σκοπός της Μονής, κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού, είναι « η υπό των αδελφών αυτής επιδίωξις της κατά Χριστόν τελειώσεως ως και η εν Κοινοβιακή ζωή και Πολιτεία αδιάλειπτος λατρεία του εν Τριάδι προσκυνουμένου Θεού, μετά και της επικλήσεως της μεσιτείας της Υπεραγίας Θεοτόκου υπέρ σωτηρίας του κόσμου, της Οποίας η Ιερά Εικών αποτεθησαύρισται εν τη καθ’ ημάς ιερά Μονή διά φοβεράς Αποκαλύψεως». Κατά τον Κανονισμό (άρθρο 6), όργανα διοικήσεως της Μονής είναι: α) ο Ηγούμενος β) το Ηγουμενοσυμβούλιον, γ) η Ιερά Σύναξις της Αδελφότητος. Τις αρμοδιότητες του Ηγουμένου κατά την άσκηση των καθηκόντων του («πνευματικών τε και διοικητικών») ορίζει το άρθρο 8 του Κανονισμού, το οποίο ειδικότερα προβλέπει τα εξής: «Ο Ηγούμενος … α) Προτείνει εις το Ηγουμενοσυμβούλιον την πρόσληψιν Δοκίμων και την κουράν Μοναχών, εις δε την Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος την εις την Ιερωσύνην προσαγωγήν αδελφών της Μονής. β) Καθορίζει τα Διακονήματα εκάστου αδελφού εντός και εκτός της Μονής. γ) Παρέχει εις τους αδελφούς άδειαν απουσίας εκ της Μονής μέχρι 10 ημερών, διά την μετακίνησιν αυτών εντός των ορίων της Μητροπόλεως. δ) Εκπροσωπεί την Ιεράν Μονήν ενώπιον πάσης Αρχής και παντός Δικαστηρίου του κοινού Δικαίου, και υπογράφει πάντα τα έγγραφα αυτής … ε) Επιβάλλει εις τυχόν παρεκτρεπομένους αδελφούς ελαφράς ποινάς. στ) Συγκαλεί το Ηγουμενοσυμβούλιον και την Σύναξιν της Αδελφότητος και προεδρεύει αυτών. ζ) Μεριμνά περί της νοσηλείας των ασθενούντων ή αναθέτει ταύτην εις τινα των αδελφών, κατάλληλον όντα διά το έργον τούτο. η) Ο Ηγούμενος προΐσταται των Συνεδριών του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος και διευθύνει τας συνεδρίας αυτών…». Το αυτό άρθρο 8 ορίζει περαιτέρω ότι ο Ηγούμενος «καθίσταται δι’ εκλογής, εάν εν τη Μονή εγκαταβιούν τουλάχιστον 5 αδελφοί, άλλως δε διά διορισμού υπό του Μητροπολίτου. Ο ουτωσί καταστάς Ηγούμενος είναι ισόβιος». Την διαδικασία εκλογής του Ηγουμένου από τα μέλη της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος της Μονής ρυθμίζει το άρθρο 9 του Κανονισμού, που ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «ε) Εν απολύτω ανάγκη και εφ’ όσον δεν υπάρχουν Πρεσβύτεροι κατά βαθμόν Ιερωσύνης εν τη Αδελφότητι ή δεν δέχονται να αναδειχθώσιν εις το αξίωμα του Ηγουμένου, ή δεν κρίνονται κατάλληλοι, ως Ηγούμενος δύναται να ορισθή τις εκ των Αδελφών της Μονής Ιερομονάχων ή Μοναχών υπό του Μητροπολίτου, αλλά μόνον επί τριετεί θητεία». Περαιτέρω, προβλέπεται ότι το Ηγουμενοσυμβούλιο (το οποίο συγκροτείται από τον Ηγούμενο ως Πρόεδρο και από δύο αδελφούς της Μονής ως μέλη, άρθρο 12) τηρεί το Μητρώο των Μελών της Αδελφότητος («Μοναχολόγιον», άρθρο 15). Οι αρμοδιότητες του Ηγουμενοσυμβουλίου καθορίζονται με το άρθρο 13, ενώ, τέλος, εν σχέσει προς το τρίτο όργανο διοικήσεως της Μονής, την «Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος» ορίζονται στο μεν άρθρο 23, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Την Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος συγκροτούν άπαντες οι Κληρικοί και οι Μοναχοί Αδελφοί της Μονής πλην των Δοκίμων… Το δικαίωμα συμμετοχής εις την Ιεράν Σύναξιν της Αδελφότητος μετά ψήφου και πάντων των λοιπών δικαιωμάτων αποκτούν … οι εκ μεταγραφής εξ ετέρας Μονής Κληρικοί και Μοναχοί άμα τη εγγραφή αυτών εις το Μοναχολόγιον της Ιεράς Μονής». Στο δε άρθρο 24 του Κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα: «Η Ιερά Σύναξις της Αδελφότητος, εκτός των διά του παρόντος Κανονισμού καθοριζομένων αρμοδιοτήτων αυτής, έχει επί πλέον και τας εξής αρμοδιότητας: α) Αποφασίζει κυριάρχως, επί τη προτάσει του Ηγουμένου, διά τας χειροτονίας των Αδελφών, β) Αποφασίζει περί των Μετοχίων της Μονής και περί του τρόπου λειτουργίας αυτών». 
Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο αιτών, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, απηλλάγη από τα καθήκοντά του με την απόφαση 46/12.1.2002 του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Με την ίδια πράξη την Ηγουμενία της Μονής ανέλαβε προσωρινώς, μέχρι την ανάδειξη νέου Ηγουμενοσυμβουλίου, ο Μητροπολίτης και αποφασίσθηκε ο διορισμός Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως για την συλλογική διοίκηση της Μονής και την διαχείριση της περιουσίας της «προς άρσιν του ανακύψαντος αδιεξόδου», επηκολούθησε δε η 49/26.5.2002 πράξη συγκροτήσεως και διορισμού της Προσωρινής Επιτροπής. Οι ενέργειες του Μητροπολίτου ετέθησαν υπ’ όψιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η οποία, με απόφαση που ελήφθη στις 7.2.2003, έκρινε ότι η παύση του αιτούντος από τα καθήκοντα του Ηγουμένου είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της Μονής, ότι η κατ’ οικονομίαν επιβληθείσα προσωρινή λύση του διορισμού Διοικητικής Επιτροπής, λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Μονή, θεωρείται ως κατ΄ οικονομίαν ανεκτή και ότι πρέπει ο Μητροπολίτης να διορίσει προσωρινό Ηγούμενο με τριετή θητεία, προκειμένου να συγκροτηθεί κανονικό Ηγουμενοσυμβούλιο, όταν τακτοποιηθούν τα σοβαρά και τρέχοντα ζητήματα της Μονής. Ακολούθως με την προσβαλλόμενη 3/9.3.2003 πράξη της ανωτέρω Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως αποφασίσθηκε η εγγραφή στο Μοναχολόγιο της Μονής του Αρχιμανδρίτου ΙΚ, ο οποίος, με την δεύτερη προσβαλλόμενη 55/15.3.2003 απόφαση του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής αρχικώς επί τριετεί θητεία, εξακολούθησε δε να ασκεί τα καθήκοντα του Ηγουμένου και μετά την πάροδο της τριετίας δυνάμει της από 6.6.2006 σχετικής πράξεως του Μητροπολίτου. 
Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 34, 36, 3769/2009 κ.ά.), αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παραδεκτώς από την άποψη αυτή προσβαλλόμενες με αίτηση ακυρώσεως, οι πράξεις των εκκλησιαστικών αρχών οι οποίες αφορούν την οργάνωση και διοίκηση των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και προβλέπεται η έκδοσή τους από πολιτειακό νόμο (και όχι από τους ιερούς κανόνες). Περαιτέρω, οι ιερές μονές αποτελούν, κατά τις νομικές τους σχέσεις, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977), ο οποίος περιλαμβάνει στο άρθρο 39 διατάξεις σχετικές με την οργάνωση, λειτουργία και διοίκησή τους. Ειδικότερα, στην μεν παράγραφο 4 προβλέπεται ότι τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου των Μοναχών και τα της διοικήσεως εκάστης Μονής καθορίζονται από το Ηγουμενοσυμβούλιο με εσωτερικό κανονισμό δημοσιευόμενο διά του Δελτίου «Εκκλησία», ενώ στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η εκλογή του Ηγουμένου και των μελών του Ηγουμενοσυμβουλίου από την μοναχική αδελφότητα, ο ορισμός τους από τον επιχώριο Αρχιερέα στην περίπτωση που η μονή δεν έχει πέντε τουλάχιστον «εγκαταβιούντας μοναχούς» και η αρμοδιότητα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να εγκρίνει την διενέργεια νέας εκλογής προς ανάδειξη Ηγουμένου. 
Κατά την γνώμη, όμως, του Προέδρου του Τμήματος Αντιπροέδρου Μιχ. Βροντάκη και του Συμβούλου Ηρ. Τσακόπουλου, με την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου, στην περίπτωση της ένδικης αμφισβητήσεως πράξεων των οργάνων της Εκκλησίας που εκδίδονται κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων και αφορούν την οργάνωση και διοίκηση ιερής μονής, κρίσιμα στοιχεία για τον καθορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου, ενόψει των οριζομένων, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενες σκέψεις, στο Σύνταγμα (άρθρα 94 παρ. 1, 2 και 95 παρ. 1 περ. α΄) και το νόμο (άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989), είναι η ιδιάζουσα φύση και ο χαρακτήρας των μονών ως ιδιαίτερης φύσεως νομικών προσώπων. Πράγματι, κατά την γνώμη αυτή, οι ιερές μονές χαρακτηρίζονται μεν ρητώς από τον νόμο ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά τις νομικές τους σχέσεις (άρθρο 1 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και, ειδικώς για την καθ’ ης η αίτηση ακυρώσεως Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, άρθρο 1β΄ του Εσωτερικού Κανονισμού), δεν συνιστούν, όμως, φορείς ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας. Και τούτο διότι με τις διατάξεις που παρατίθενται στις προηγούμενες σκέψεις και αφορούν τα «διοικητικά» καθήκοντα και τις συναφείς αρμοδιότητες των οργάνων διοικήσεως των ιερών μονών (και ειδικότερα του Ηγουμένου, του Ηγουμενοσυμβουλίου και της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος των Μοναχών της καθ’ ής η αίτηση Μονής) παρέχεται στα όργανα αυτά εξουσία αντίστοιχη με την αναγνωριζόμενη στα όργανα διοικήσεως των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, εξουσία δηλαδή ρυθμίσεως των εσωτερικών σχέσεων της Μονής και της Αδελφότητος των Μοναχών, όχι όμως και η δυνατότητα εκδόσεως μονομερών πράξεων δεσμευτικών για τρίτους εν σχέσει με την Μονή και την Αδελφότητα των Μοναχών (που αποτελεί και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας). Η φύση και έκταση των αρμοδιοτήτων των οργάνων διοικήσεως των μονών συμπορεύεται και με τον κατά το νόμο σκοπό τους, εφόσον έχουν προεχόντως τον χαρακτήρα θρησκευτικών καθιδρυμάτων προοριζομένων για την άσκηση σύμφωνα με τις μοναχικές επαγγελίες και τους σχετικούς με τον μοναχικό βίο Ιερούς Κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και δεν επιδιώκεται με την ίδρυση και λειτουργία τους σκοπός πολιτειακού ενδιαφέροντος αναγόμενος σε έργα κυριαρχικής ή συναλλακτικής διοικήσεως. Ενόψει τούτων, οι ιερές μονές δεν αποτελούν τμήμα της δημοσίας διοικήσεως υπό την οργανική έννοια, ούτε συνιστούν «πολιτειακό δίκαιο», κατά τα προεκτεθέντα, οι εσωτερικοί κανονισμοί που εκδίδονται κατ’ επίκληση του άρθρου 39 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως εκ τούτου, πράξεις, όπως οι προσβαλλόμενες, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού της καθ’ ής η αίτηση Ιεράς Μονής Μεγάλου Σπηλαίου και αφορούν την οργάνωση και διοίκησή της, δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και του άρθρου 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989, αλλά αναπτύσσουν τα αποτελέσματά τους στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και ανήκουν, επομένως, κατ’ αρχήν, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Απαραδέκτως, συνεπώς, προσβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
O Σύμβουλος Αντ. Σταθάκης υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη, με την οποία συντάχθηκε ο Πάρεδρος Ηλ. Μάζος: 
Η ρύθμιση της οργάνωσης και της διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά κατ’ εξοχήν έργο δημόσιας εξουσίας και γίνεται με τυπικό νόμο ή με κανονιστική πράξη (κατ’ εξουσιοδότηση νόμου) και, στην περίπτωση εξατομικευμένων ρυθμίσεων (όπως ο διορισμός του οργάνου διοίκησης), με ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις, από την ένδικη αμφισβήτηση των οποίων γεννώνται ακυρωτικές διοικητικές διαφορές. Εξάλλου, οι ιερές μονές χαρακτηρίζονται ρητώς από τον νόμο, όπως ήδη αναφέρθηκε ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τον χαρακτήρα δε αυτόν δεν δύναται να αναιρέσει η επιδίωξη, με την ίδρυση και λειτουργία τους, θρησκευτικών σκοπών (πρβλ. ΣτΕ 3554/1991). Ειδικώς, πάντως, στην περίπτωση των ιερών μονών, αλλά και των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, έχει κριθεί, ενόψει της φύσεώς τους ως διφυών νομικών προσώπων, ότι για να θεωρηθούν εκτελεστές κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989 οι πράξεις των οργάνων τους, πρέπει η έκδοσή τους να προβλέπεται από διάταξη «πολιτειακού νόμου» και όχι από τους Ιερούς Κανόνες. Νοούνται δε ως «πολιτειακοί νόμοι» οι τυπικοί νόμοι και οι εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότησή τους κανονιστικές πράξεις της Διοικήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες, πράξη 3/9.3.2003 της Προσωρινής Επιτροπής Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της καθ’ ής η αίτηση Ιεράς Μονής, αποφασίσθηκε η εγγραφή στο Μοναχολόγιο του Αρχιμανδρίτου ΙΚ. Ασκείται δε με την πράξη αυτή, με την οποία ο εν λόγω Αρχιμανδρίτης καθίσταται μέλος της Ιεράς Συνάξεως της Αδελφότητος της Μονής, αρμοδιότητα προβλεπομένη από «πολιτειακό νόμο», και ειδικότερα τον Εσωτερικό Κανονισμό της Μονής (άρθρο 15), κανονιστική πράξη εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν. 590/1977 (πρβλ. ΣτΕ 33/2009, 946/1999, σημειωτέον ότι εν προκειμένω εξέδωσε την πράξη η Προσωρινή Επιτροπή Διοικήσεως και Διαχειρίσεως ως κατ΄ οικονομίαν αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη). Αλλά και η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση 55/15.3.2003 του Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, με την οποία ο ανωτέρω Αρχιμανδρίτης ΙΚ διορίσθηκε Ηγούμενος της Μονής έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση διατάξεων «πολιτειακών νόμων» και ειδικότερα του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρο 29 παρ. 1, κατά την οποία διάταξη ο Μητροπολίτης ασκεί εντός της περιφερείας της Μητροπόλεώς του την εξουσία που προβλέπεται από τους Ιερούς Κανόνες, τις Εκκλησιαστικές διατάξεις και τους νόμους εν γένει της Πολιτείας, καθώς επίσης και άρθρο 39 παρ. 2 και 5 οι οποίες ρυθμίσεις παρατίθενται ανωτέρω) και του Εσωτερικού Κανονισμού (άρθρα 4 περί του περιεχομένου της «Κανονικής δικαιοδοσίας» του Μητροπολίτου, υπό την οποία τελεί η Μονή, και 9 εδαφ. ε΄ που παρατίθεται στην πέμπτη σκέψη). Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προσβαλλόμενες πράξεις αποτελούν, σύμφωνα και με την νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 334/1938, 2403/1965, 688/1967, 2714/1984, 3145/1998,1952/2000, 1924/2003, 34, 36, 3769/2009, 644/2010), εκτελεστές διοικητικές πράξεις παραδεκτώς προσβαλλόμενες, από την άποψη αυτή, με την κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
[...] Απέχει να αποφανθεί οριστικώς. Παραπέμπει το εκτιθέμενο στο σκεπτικό ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια.