Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος: Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι δικηγόρος και Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
 
ΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΤΜΟΥ
 
Διάγραμμα
§ 1. Ιστορικό και δικαιικό πλαίσιο του ζητήματος 
Ι. Οι απόψεις της Ι. Μονής Πάτμου
ΙΙ. Οι απόψεις του Δημοσίου
§ 2. Νομολογιακές κατευθύνσεις επί του ζητήματος, πριν και μετά την εισαγωγή στην Πάτμο του Εθνικού Κτηματολογίου 
§ 3. Πορίσματα - Κριτικές παρατηρήσεις
 
§ 1. Ιστορικό και δικαιικό πλαίσιο του ζητήματος 
Ι. Οι απόψεις της Ι. Μονής Πάτμου
1. Ζήτημα διαχρονικά εκκρεμές, που έχει μέχρι σήμερα οδηγήσει σε αμήχανες ή αντιφατικές νομολογιακές κρίσεις, προκαλώντας μάλιστα ισχυρές εντάσεις στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας, συνιστά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της νήσου Πάτμου και των γύρω από αυτήν νησιών και νησίδων. Εδώ, σε θεμελιώδη παράμετρο – και δη κτηματολογικού χαρακτήρα, αφού η Πάτμος υπήρξε ένα από τα πρώτα μέρη της χώρας που κηρύχθηκε υπό καθεστώς κτηματογραφήσεως, στο πλαίσιο εφαρμογής του Εθνικού Κτηματολογίου - αναδεικνύεται ο διαχρονικός ισχυρισμός της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής1 Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου Πάτμου, ότι όχι μόνον ολόκληρο το εν λόγω νησί, αλλά και το σύνολο των μικρότερων νησιών και νησίδων που περιβάλλει την Πάτμο, περιήλθαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή της Μονής, ήδη από τη μεσοβυζαντινή περίοδο.2
Τούτο συνέβη, όπως υποστηρίζει η Μονή, δυνάμει τριών, κυρίως, χρυσόβουλλων βυζαντινών αυτοκρατόρων,3 και ειδικότερα: (α) του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (έτους 1088), έγγραφο ιδρυτικό της Μονής, με το οποίο επιπλέον δωρίθηκε στον κτήτορα αυτής μοναχό Χριστόδουλο Λατρηνό η κυριότητα σε ολόκληρο το νησί της Πάτμου,4 (β) Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1292) και (γ) Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (1329), με τους οποίους παραχωρήθηκαν στη Μονή οι παρακείμενοι στην Πάτμο νήσοι Αρκιοί, Λειψοί, Αγαθονήσι, Μαράθι (Μαράνθη), Στρογγυλή, Λέβιθα κ.ά.5
Η Μονή της Πάτμου υποστηρίζει6 ότι από το 1088 και εντεύθεν, νέμεται με τρόπο πάγιο και καλόπιστο, αδιάλειπτα και χωρίς δικαστικές ή εξώδικες αμφισβητήσεις, τα εδάφη των ανωτέρω νησιών, ασκώντας με διάνοια κυρίου όλες τις αρμόζουσες στα δικαιώματα αυτής διακατοχικές πράξεις.7 Θεωρεί λοιπόν ότι ασκεί επί αιώνες νόμιμα και αδιατάρακτα τα κυριαρχικά της δίκαια επί της ιδιοκτησίας της, χωρίς να θίγει τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, αφού ουδείς ήγειρε ποτέ αντίθετες αξιώσεις, μέχρι την εν έτει 1996 αιφνίδια και αβάσιμη προβολή αμφισβητήσεων εκ μέρους του δημοσίου. Ως προς την κτήση των εμπράγματων δικαιωμάτων της κατά τα προϊσχύσαντα δίκαια, η Μονή επικαλείται τη διαχρονικού και μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθ. 51 ΕισΝΑΚ, η οποία, ως γνωστόν, ανάγει την κτήση τους στο δίκαιο που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα.8
2. Οι κύριοι ισχυρισμοί της Μονής της Πάτμου, όπως εκτίθενται αναλυτικά στο πιο πάνω αγωγικό δικόγραφο, συνοψίζονται ως ακολούθως: 
(α) Η ενάγουσα Μονή ιδρύθηκε στην Πάτμο το έτος 1088, δυνάμει δωρητήριου χρυσοβούλλου του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1048 - 1118). Ιδρυτής της υπήρξε ο μοναχός Χριστόδουλος ο Λατρηνός, ο οποίος ανήγειρε και οργάνωσε τη Μονή, θεσπίζοντας κανονιστικά κείμενα9 αλλά και προκαλώντας την έκδοση ανάλογου περιεχομένου αυτοκρατορικών διατάξεων. Με σκοπό την οικονομική αυτοδυναμία της Μονής, δωρήθηκε στον ιδρυτή της το νησί της Πάτμου εξ ολοκλήρου, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής. Μεταγενέστερα και μέχρι το έτος 1292, παραχωρήθηκαν διαδοχικά στη Μονή, και με τον ίδιο νόμιμο τότε τρόπο, τα παρακείμενα στην Πάτμο νησιά Αρκιοί, Αγαθονήσι, Μαράθι και Στρογγυλή.10
(β) Έκτοτε η Μονή (11ο αι.), «με νόμιμο τίτλο νέμεται καλόπιστα, καρπούται, κατέχει, διαχειρίζεται και εν γένει προβαίνει σε όλες τις ενέργειες που αρμόζουν μόνον σε αδιαφιλονίκητο κύριο, νομέα και κάτοχο ακωλύτως κι αδιαλείπτως μέχρι σήμερα στα παραπάνω νησιά», χωρίς να θίγει τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, ούτε βεβαίως του αντίδικου Δημοσίου, το οποίο υπογραμμίζεται ότι ουδέποτε κατά το παρελθόν προέβαλε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της νησιωτικής ιδιοκτησίας της πατμιακής Μονής.
(γ) Η ανωτέρω μοναστηριακή περιουσία όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκε από τις επιγενόμενες αρχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του ιταλικού κράτους, αλλ’ αντίθετα αναγνωρίσθηκε με πολλαπλούς τρόπους από τους διαδοχικούς αυτούς κατακτητές των Δωδεκανήσων. Υπογραμμίζεται εν προκειμένω ότι η Πάτμος, όπως είναι ιστορικά γνωστό, όχι μόνον δεν κατακτήθηκε από τους τούρκους με πολεμικές επιχειρήσεις αλλ’ ούτε και εγκαταστάθηκε ποτέ μόνιμη τουρκική φρουρά στο νησί.11 Η Μονή διατήρησε ακόμη και τις εκτεταμένες μετοχιακές της κτήσεις: τούτο προκύπτει από το χρονολογικά τελευταίο βυζαντινό έγγραφο του μοναστηριακού αρχείου της Πάτμου, που αναφέρεται στο μετόχι της Λήμνου και εκδόθηκε περί το έτος 1448, σε συνδυασμό με άλλες έγγραφες πηγές, σχετικές με μετόχια στη Λέρο, τη Χίο και στην περιοχή του Στύλου της Κρήτης.12
Σύμφωνα πάντοτε με το αγωγικό δικόγραφο, το σύνολο των ανωτέρω νήσων, που είχαν κατά τα ιστορηθέντα περιέλθει στη Μονή της Πάτμου κατά τη βυζαντινή περίοδο, αποτελούσαν κατά τις προβλέψεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος ‘μούλκια’, εντάσσονταν δηλαδή νομικά στην κατηγορία των γαιών ‘πλήρους’ ή ‘καθαρής’ ιδιοκτησίας, οι οποίες ανήκαν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της  ίδιας της Μονής.13
(δ) Ανάλογη αδιατάρακτη νομή απολάμβανε η Μονή της Πάτμου επί της ιδιοκτησίας της και κατά την περίοδο της ιταλοκρατίας (1912-1947), υπό την ισχύ των διατάξεων των ιταλικών Αστικών Κωδίκων. Εξ αφορμής δικαστικής αμφισβητήσεως η οποία ηγέρθη από ιδιώτη της Πάτμου, η εκδοθείσα συναφώς τότε ΕφΔωδ 22/195514 αναγνώρισε τα μνημονευθέντα χρυσόβουλλα, καθώς και όσα άλλα συναφή οθωμανικά έγγραφα εκδόθηκαν αργότερα, ως ‘νόμιμους τίτλους βέβαιης χρονολογίας’, των οποίων μάλιστα δεν απαιτείτο μεταγραφή ή εγγραφή σε κτηματολόγια, σύμφωνα με το άρθ. 2137 ιταλΑΚ/1865, σε συνδυασμό προς το άρθ. 252 των μεταβατικών διατάξεων του ιταλΑΚ/1942.15
Κατά τους ταυτόσημους ισχυρισμούς της Μονής, συντρέχει υπέρ αυτής αδιαμφισβήτητη και καλόπιστη δεκαετής αδιάκοπη χρήση, νομή και κατοχή των άνω ακινήτων, από την έναρξη της ισχύος του ιταλΑΚ/1865 (ήτοι, από 1.1.1932: Κυβερνητικό Δ/γμα 200/1931), χωρίς να απαιτείται, όπως σημειώθηκε, η οριζόμενη απ’ το άρθρο 2137 ιταλΑΚ/1865 μεταγραφή των τίτλων, καθώς οι σχετικές με τις μεταγραπτέες πράξεις διατάξεις των άρθρων 1932 και 1942 του ίδιου ιταλΑΚ, δεν εφαρμόζονται επί εκείνων των πράξεων οι οποίες είχαν αποκτήσει βέβαιη χρονολογία πριν τεθεί σε ισχύ ο ιταλΑΚ/1865.16
(ε) Η Μονή της Πάτμου συνέχισε αδιάλειπτα και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου (1948) την άσκηση των δικαιωμάτων της στις ίδιες νήσους, χωρίς την παραμικρή όχληση από ιδιώτες ή το ελληνικό δημόσιο, ενεργώντας πληθώρα διακατοχικών πράξεων, όπως άλλωστε έπραττε απρόσκοπτα σε όλους τους προηγούμενους αιώνες (ενδεικτικά: οριοθέτηση, φύλαξη, εποπτεία, καλλιέργεια, κάρπωση και μεταβιβάσεις καλλιεργήσιμων ή λιβαδικών εκτάσεων). 
Στην ίδια αγωγή η Μονή υπογραμμίζει ότι όλες οι ενοχικές δικαιοπραξίες (εκμισθώσεις, αγρομισθώσεις, κτηνοτροφική εκμετάλλευση κλπ.) ή μεταβιβάσεις ακινήτων, οι οποίες έγιναν στα ίδια νησιά πριν και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, ως αδιαμφισβήτητο δικαιοπάροχο είχαν ανέκαθεν τη Μονή – ενέργειες οι οποίες εθεωρούντο από τους συναλλασσόμενους κατοίκους, τους τρίτους ή το Δημόσιο, ως νομικά πλήρως βάσιμες.
3. Η Μονή της Πάτμου ισχυρίζεται επιπλέον, ότι η ιδιοκτησία της προστατεύεται ρητά και από το ίδιο το ισχύον Σύνταγμα, το οποίο με τη διάταξη του άρθ. 18 § 8 ορίζει περί της προστασίας και του αναπαλλοτρίωτου της οικείας αγροτικής μοναστηριακής περιουσίας.17 Κατ’ αρχάς, όπως είναι πρόδηλο, η εν λόγω διάταξη αναγνωρίζει εμμέσως πλην σαφώς ότι η Μονή έχει τέτοιου μεγέθους αλλά και ανάλογης οικονομικής αξίας αγροτική περιουσία, ώστε αυτή να είναι και συνταγματικώς προστατευτέα, με ονομαστική μνεία του ίδιου του Συντάγματος – διαφορετικά η ερμηνευόμενη συνταγματική πρόβλεψη μένει δικαιοπολιτικά ανεξήγητη. Ωστόσο, ως προς τη συνταγματικά αναγνωριζόμενη αγροτική αυτή ιδιοκτησία – που ταυτίζεται με τις αγροτικές γαίες των προαναφερθέντων νησιών - η Μονή δεν διαθέτει άλλους τίτλους πέραν των πιο πάνω βυζαντινών και μεταγενέστερων ιστορικοδικαιικών εγγράφων. 
Συνεπώς, η διάταξη του άρθ. 18 § 8 Σ., κατοχυρώνοντας την αγροτική ακίνητη περιουσία της πατμιακής Μονής, και δη στον ύψιστο θεσμικό βαθμό, ήτοι αυτόν του Συντάγματος, αναγνωρίζει τους τίτλους αυτούς ως ισχύοντες και σήμερα.
4. Το Δημόσιο, σύμφωνα με τη Μονή της Πάτμου, παρά τα ανωτέρω νομικά δεδομένα και την επί δεκαετίες αντίθετη στάση του, προχώρησε στην έκδοση του άρθ. 17 Ν. 2443/1996, με την οποία για πρώτη φορά18 αμφισβήτησε ευθέως και σε πλήρη αντίθεση προς το ίδιο το Σύνταγμα τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα επί των νησιδίων Αρκιών, Μαραθίου και Αγαθονησίου, επιφυλάσσοντας στον εαυτό του «αυθαιρέτως και αντισυνταγματικώς το αποκλειστικό προνόμιο χορηγήσεως επ’ αυτών τίτλων κυριότητας».19 Και τούτο, παρά το γεγονός ότι στην εισηγητική έκθεση του ίδιου νόμου περιλαμβάνεται δήλωσή του ότι δεν αμφισβητεί τους τίτλους και τις κτήσεις της Μονής της Πάτμου. Με τον τρόπο αυτόν, το δημόσιο εκλαμβάνει εσφαλμένα ότι αποτελεί διάδοχο του προηγούμενου ιταλικού (που με την σειρά του διαδέχθηκε το οθωμανικό κράτος), αν και η μοναστηριακή αυτή ιδιοκτησία «ανάγεται σε χρόνους παλαιότερους της Αλώσεως», μη έχοντας ουδέποτε υποστεί τις όποιες ιδιοκτησιακές αλλαγές. Άλλωστε, το σύγχρονο ελληνικό κράτος «ως διάδοχο του βυζαντινού κράτους, κατ’ εξοχήν δεν δικαιούται ν’ αγνοεί τους χορηγηθέντες απ’ το Βυζάντιο τίτλους, ούτε την επί εννέα αιώνες ιστορία της περιοχής, διαγράφοντάς την με τροπολογία επί αταίριαστου νομοσχεδίου».
Στο πλαίσιο της ίδιας πολιτικής, το Δημόσιο προχώρησε στην έκδοση αμφισβητούμενης νομιμότητας και κύρους τίτλων ιδιοκτησίας (‘παραχωρητήριων πράξεων’) σε οικόπεδα στο Αγαθονήσι, από τον οικείο Περιφερειακό Διευθυντή.20
ΙΙ. Οι απόψεις του Δημοσίου
Αναλυτική έκθεση των απόψεων του Δημοσίου για το συζητούμενο ζήτημα περιέχεται, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες γνωμοδοτήσεις της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, οι οποίες έχουν εν πολλοίς ταυτόσημο περιεχόμενο: (i) υπ’ αριθ. ΔΚ 3418/28.2.2000, με θέμα: «Εξέλιξη στα Δωδεκάνησα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος», (ii) υπ’ αριθ. ΔΚ 2317/24.7.2000, «Σχετικά με την ισχύ τίτλων ‘Χρυσόβουλα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων’), (iii) υπ’ αριθ. ΔΚ 88/22.1.2001, με θέμα: «Ιδιοκτησιακό καθεστώς που διέπει την ‘Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού Πάτμου’». Οι νομικοί ισχυρισμοί των ανωτέρω δημόσιων κειμένων πρέπει να συσχετιστούν με τα επιχειρήματα της γνωμοδοτήσεως του ΝΣΚ 634/6.10.1998 (Νομικό Γραφείου Ρόδου προς την Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσων). Οι θέσεις του Δημοσίου μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: 
(α) Τα επικαλούμενα από τη Μονή της Πάτμου βυζαντινά έγγραφα για την υποστήριξη των ιδιοκτησιακών της αξιώσεων (χρυσόβουλλα, σιγίλλια κ.λπ.), έχουν πλέον σήμερα ιστορική και όχι νομική ισχύ. Τυχόν κυριότητα που είχε προσποριστεί στη Μονή επί γαιών ή νήσων με τέτοια έγγραφα από βυζαντινούς αυτοκράτορες ή άλλους αξιωματούχους, περιήλθε στο οθωμανικό κράτος αμέσως μετά την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και την κατάληψη της Πάτμου και των γύρω νησιών από τους τούρκους. Συνέχεια, η κυριότητα επί των αυτών γαιών περιήλθε διαδοχικά στο ιταλικό και ελληνικό τη Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα.
(β) Η αναγνώριση των χρυσοβούλλων ως τίτλων ιδιοκτησίας «μπορεί να γίνει … είτε με νομοθετική ρύθμιση, είτε, πιθανολογώντας και κατά περίπτωση (δηλαδή για κάθε ακίνητο ξεχωριστά) και από το Κεντρικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, μετά από σχετική περί τούτου γνωμοδότησή του».
(γ) Στα νησιά Κω και Λέρο, όπου υπάρχει Κτηματολόγιο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Μονή «μπόρεσε, σύμφωνα με τα ανέκαθεν κρατούντα ... κατά την κατάρτιση του Κτηματολογίου μεταξύ των ετών 1920 και 1924, ν’ αποδείξει ιδιοκτησία, τα ακίνητα ενεγράφησαν στο όνομά της».
(δ) Τα «φερόμενα ως ιδιοκτησία της Μονής νησιά γύρω από την Πάτμο, έχουν δια νόμου (άρθρο 18 Ν. 3800/1957) παραχωρηθεί από το Δημόσιο δωρεάν και κατά κυριότητα στο Δήμο Πάτμου, ενώ το ίδιο το Δημόσιο, ως ιδιοκτήτης, ασκεί κάθε είδους διαχειριστικές πράξεις (εκποιήσεις, παραχωρήσεις κυριότητας ακινήτων σε ιδιώτες κ.λπ.) σε διάφορα άλλα νησιά, φερόμενα, κατά τ’ ανωτέρω ως ιδιοκτησία της Μονής, όπως είναι οι Αρκιοί, το Αγαθονήσι, η Μαράθη κ.λπ. (βλ. άρθ. 5 Ν. 719/1977, άρθρο 35 Ν. 1473/1984 και άρθρο 17 Ν. 2443/1996) και τέλος στο νησί των Λειψών (πριν από αρκετά χρόνια), ελαχιστότατα μικροτεμάχια παραχωρήθηκαν σε κατοίκους του νησιού από την Ιερά Μονή Πάτμου».
(ε) Ως ιδιόκτητες γαίες της κατηγορίας ‘μούλκ’ (ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας), αναγνωρίζονται από το οθωμανικό δίκαιο προς όφελος των υπηκόων μόνον τα αστικά ακίνητα (οικόπεδα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα) και τα καρποφόρα δένδρα, που βρίσκονται σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά. Αντιθέτως, οι αγροτικές εκτάσεις ανήκουν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ), δηλαδή στην κυριότητα του οθωμανικού δημοσίου. 
Συνεπώς, οι αγροτικές τουλάχιστον εκτάσεις των ανωτέρω νήσων, περιλαμβάνονται στην τελευταία αυτή κατηγορία γαιών, οι οποίες περιήλθαν στο ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο των οθωμανικού και ιταλικού.
§ 2. Νομολογιακές κατευθύνσεις επί του ζητήματος, πριν και μετά την εισαγωγή στην Πάτμο του Εθνικού Κτηματολογίου
Τρεις ήταν - εξ όσων γνωρίζω - οι κύριες κατευθύνσεις τις οποίες ακολούθησε, πριν και μετά την εισαγωγή του Εθνικού Κτηματολογίου, η συναφής με το ανωτέρω σύνθετο ζήτημα νομολογία:
1. Κατά την πρώτη νομολογιακή κατεύθυνση, που έχει ως γενέθλιο απόφαση την αδημοσίευτη ΕφΔωδ 22/1955,21 οι γαίες της Πάτμου ‘είναι κτήματα καθαράς ιδιοκτησίας (μούλκ)’, επί των οποίων δεν εφαρμόσθηκε ο οθωμανικός νόμος περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856). Η ιδιοκτησία αυτή αναγνωρίσθηκε με την έκδοση σχετικών βερατίων από τις οθωμανικές αρχές, στο γενικότερο πλαίσιο αυτοδιοικητικών προνομίων τα οποία παραχωρήθηκαν προς την Εκκλησία, αρχικά από τον σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή (1432 - 1481) και ακολούθως από τους διαδόχους του.22 Το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι τα επικαλούμενα αυτοκρατορικά έγγραφα (βυζαντινά χρυσόβουλλα) αποτελούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας της Μονής, οι οποίοι, σε συνδυασμό με τους όρους της ιταλικής νομοθεσίας (10ετή νομή από 1.1.1932 και καλή πίστη: άρθ. 2137 ΙΑΚ/1865, σε συνδ. με άρθ. 252 μεταβατικών διατάξεων ΙΑΚ/1942, Κυβερνητικό Δ/γμα 200/1931), οδηγούν σε κτήση με τις προϋποθέσεις της τακτικής χρησικτησίας.23
Η επιγενόμενη ΑΠ 1135/1975,24 δεχόμενη ότι οι γαίες της Μονής Πάτμου είναι καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), έκρινε περαιτέρω ότι, για τον ίδιο λόγο, οι μεταβιβάσεις τους μπορούσαν να γίνουν ατύπως, ακόμη και με απλά ιδιωτικά έγγραφα.25  
Πλήρη υιοθέτηση του δικανικού σκεπτικού της ΕφΔωδ 22/1955, αλλά και με περαιτέρω εμπλουτισμό του, περιλαμβάνει το αιτιολογικό τής σχετικά πρόσφατης ΜονΠρΚω 145/2012 (Εκούσια Δικαιοδοσία, αδημ.),26 κατά την οποία: 
(α) Η γη της Πάτμου είναι κατηγορίας ‘μούλκ’, αφού το νησί δεν ήταν ‘δορυάλωτο’, ήτοι δεν περιήλθε με πολεμικά μέσα στους Τούρκους, όπως όμως αντίθετα συνέβη με τη Ρόδο και την Κω, νησιά που κατακτήθηκαν με τα όπλα από τους Ιωαννίτες ιππότες.
(β) Τα ακίνητα των μονών είναι μετά τις 12.9.1915 ανεπίδεκτα έκτακτης χρησικτησίας (αποσβεστικής παραγραφής), όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τις γνωστές διατάξεις του άρθ. 21 του Ν.Δ. της 22-4/16-5-1926. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και στην Πάτμο, δυνάμει του άρθ. 51 ΕισΝΑΚ. 
(γ) Πέραν του Β. Δ/τος της 31.12-10.1/1949, που εισήγαγε στα Δωδεκάνησα τη νομοθεσία περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων, εφαρμόζονται εδώ και οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938, δυνάμει των οποίων και οι μονές θεωρούνται αδιαλείπτως ως πλασματικοί νομείς των ακινήτων τους, άσχετα δηλ. από οποιαδήποτε αφαίρεση αυτής από τρίτους. 
(δ) Το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων είναι κατά την απόφαση σαφές: αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα, όλων ανεξαίρετα των Ιερών Μονών, χωρίς να κάνει καμία διάκριση σε ποια περιοχή ανήκουν και αν είναι ΝΠΙΔ ή ΝΠΔΔ, διότι το 1926 στην ελληνική επικράτεια υπήρχαν Ιερές Μονές τόσο της ελληνικής Εκκλησίας όσο και της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. «Αν λοιπόν ήθελε ο νομοθέτης να αποκλείσει από την παραπάνω προστασία τα ακίνητα κάποιας από τις κατηγορίες ιερών μονών ή να την περιορίσει μόνο στις ιερές μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα εκφραζόταν ανάλογα», καθώς «η γενικότητα της διατυπώσεως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ήθελε την προστασία κάθε ιεράς μονής που είναι νόμιμα συνεστημένη στην ελληνική επικράτεια».27
Με τις πιο πάνω σκέψεις, απορρίφθηκε τόσο η αίτηση ιδιώτη για διόρθωση της πρώτης εγγραφής - ο οποίος ισχυρίστηκε ότι απέκτησε το ακίνητο αρχικά με ‘άτυπη αγορά’ από τη Μονή της Πάτμου, επικουρικά δε με έκτακτη χρησικτησία - όσο και η κύρια παρέμβαση του Δημοσίου, που εμφανίσθηκε να αντιποιείται την κυριότητα του ακινήτου. Η απόφαση ολοκληρώνει το σκεπτικό της με ιστορική αναδρομή στη γένεση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Μονής, κρίνοντας ότι «οι χρυσόβουλλοι λόγοι αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας» επί της με χαρακτήρα ‘μούλκ’ ιδιοκτησίας αυτής - τίτλοι οι οποίοι μάλιστα δεν χρήζουν και μεταγραφής (ΕφΔωδ 22/1955).28
Όμοιες παραδοχές συναντούμε στην ΜονΠρΚω 776/2011 (εκούσια δικαιοδοσία, αδημ.),29 που όμως, με διαφορετική αιτιολογία, δέχθηκε τη συνδρομή έκτακτης χρησικτησίας υπέρ ιδιώτη επί ακινήτου της Μονής της Πάτμου. Η απόφαση έκρινε ότι το έτος 1978 η αιτούσα ‘αγόρασε ατύπως’ από τη Μονή, με πράξη του ηγουμενοσυμβουλίου αυτής, το επίδικο ακίνητο, το οποίο η δικαιοπάροχος Μονή «απέκτησε ... σε μείζονα έκταση, δυνάμει του χρυσόβουλου λόγου του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού του έτους 1088, με τον οποίο δωρίθηκε η Πάτμος στον ιδρυτή της Μονής όσιο Χριστόδουλο τον Λατρηνό, σε συνδυασμό με τον χρυσόβουλο λόγο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ του Παλαιολόγου, του έτους 1292, με τον οποίο χορηγήθηκε στην Ιερά Μονή η Πάτμος κατά την καθόλου δεσποτεία και κυριότητα» (σελ. 5 απόφασης, πρβλ. σ. 7: «ιδρύθηκε το έτος 1088 από τον κτήτορα μοναχό της ... προς τον οποίο ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός δώρησε, με τον από Αυγούστου 1088 χρυσόβουλλο λόγο του, ολόκληρη τη νήσο»).30
Στην ίδια νομολογιακή ακολουθία –αν και με αντιφατική τελική κρίση– εντάσσεται η ΜονΠρΚω 427/2012 (Τακτική Διαδικασία).31 Η απόφαση, υιοθετώντας αρχικά τις σκέψεις της ΜονΠρΚω 145/2012,32 αιφνιδιάζει ωστόσο στη συνέχεια, δεχόμενη ότι σε βάρος της Μονής συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, αρχής γενομένης από το έτος 1800: «Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του (ενάγοντος) το καλοκαίρι του έτους 1999 με άτυπη δωρεά από την γιαγιά του (...), η οποία το είχε αποκτήσει ως προικώο την δεκαετία του 1930 από την μητέρα της (...), στην οποία και ανήκε ως οικογενειακό ακίνητο η οικία, η οποία κτίστηκε προ του 1800. Ότι από τον άνω χρόνο που το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στη κατοχή του νέμεται αυτό συνεχώς και αδιάλειπτα με διάνοια κυρίου», παραβλέποντας ωστόσο ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο, ίσχυε στο νησί της Πάτμου το οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα, που όμως αγνοούσε το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας.
2. Η δεύτερη νομολογιακή άποψη – που εμφανίζεται μάλλον ως παραλλαγή της πρώτης – εκφέρεται πλήρως στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του Εθνικού Κτηματολογίου, εκπροσωπούμενη από τις ΜονΠρΚω 702/2007 (εκούσια δικαιοδοσία, αδημ.) και ΜονΠρΚω 773/2010 (τακτική διαδικασία, αδημ.). 
Η πρώτη, δέχθηκε τη συνδρομή έκτακτης χρησικτησίας υπέρ ιδιώτη σε ακίνητο της Πάτμου,33 αφού ο ανωτέρω επικαλέσθηκε κατ’ αρχάς ότι ήταν ατύπως ο αγοραστής του επίδικου, με ‘ιδιωτικό έγγραφο της δικαιοπαρόχου’ Μονής Πάτμου. Ο επικουρικός ισχυρισμός αφορούσε τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας, αρχής γενομένης από το 1978, σε συνδυασμό με νομή και αποδεδειγμένη αδιάλειπτη άσκηση εκ μέρους του ιδιώτη σωρείας διακατοχικών πράξεων.34 Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, η απόφαση διέταξε τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής.
Στην ίδια συνάφεια, έκτακτη χρησικτησία ιδιωτών σε βάρος ακινήτου, του οποίου ως ιδιοκτήτης στις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές είχε καταχωρηθεί η Μονή της Πάτμου, δέχθηκε και η ΜονΠρΚω 773/2010 (τακτική διαδικασία, αδημ.).35
Όπως είναι προφανές, σε αμφότερες τις υποθέσεις λογικό προαπαιτούμενο της δικανικής κρίσης είναι ότι απώτερος δικαιοπάροχος των αιτούντων/εναγόντων ήταν η Μονή της Πάτμου.
3. Τέλος, μία τρίτη ερμηνευτική θέση, διατυπώθηκε κατ’ αρχάς από την ΜονΠρΚω 972/2011.36 Στο πλαίσιο της υποθέσεως, ιδιώτης ζήτησε τη διόρθωση αρχικής εγγραφής των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Πάτμου, ως η αποκλειστική κυρία ενός οικοπέδου εντός του οικισμού Αρκιών της ομώνυμης νήσου. Με διαδοχικές ‘άτυπες δωρεές’ και με έκτακτη χρησικτησία, το ακίνητο είχε περιέλθει στην ενάγουσα με απώτατο δικαιοπάροχό της τον προπάππο της, που το είχε ήδη από το 1920, «αφού ανέκαθεν αποτελούσε οικογενειακή γη... διενεργώντας έκτοτε επ’ αυτού όλες τις σχετικές πράξεις νομής». Τόσο η ενάγουσα όσο και η Μονή της Πάτμου προέβησαν σε δηλώσεις στο Εθνικό Κτηματολόγιο (1997), με την τελευταία να επικαλείται ως τίτλο κτήσεώς της τα πιο πάνω αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, ως προς όλες τις ιδιοκτησίες για τις οποίες στη νήσο Αρκιοί δεν υπήρχαν μεταγεγραμμένοι τίτλοι. 
Η απόφαση δέχτηκε την αγωγή, διατάσσοντας τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, στην οποία το επίδικο εμφανίστηκε ως ιδιοκτησία της Μονής, με το πλήρως συνοπτικό και αφοριστικό ‘σκεπτικό’ ότι η καταχώριση «δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση, καθώς η εναγόμενη δεν έχει κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού, το οποίο ανήκει ... στην κυριότητα της ενάγουσας, η οποία αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας» (sic!).
Κατά τη γνώμη μας, πλήρως αναιτιολόγητες αποφάσεις, όπως οι πιο πάνω, που αγνοούν προκλητικά πλήθος ιστορικών και νομικών δεδομένων, μαρτυρούν μία προαξιολόγηση ιδεολογικής φύσεως εκ μέρους του δικαστή.
Τέλος, εν μέρει αποκλίνουσες από την ανωτέρω απόφαση και πάντως με ορισμένη αιτιολογία, ήταν οι κρίσεις της ΕφΔωδ 70/2013,37 η πρώτη –εξ όσων γνωρίζουμε– απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι γαίες της Πάτμου ανήκαν αρχικά στο οθωμανικό δημόσιο, μετέπειτα δε, και σε διαδοχή αυτού, στα ιταλικό και ελληνικό αντίστοιχα. Ειδικότερα, η ΕφΔωδ 70/2013, επικαλούμενη το άρθ. 51 ΕισΝΑΚ, ανάγει κατ’ αρχάς τη θεμελίωσή της στο οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα,38 δεχόμενη ότι ο εκκαλών είχε αποκτήσει στο επίδικο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ακολούθως μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας (άρθ. 9 § 1 εδ. α΄ Ν. 2100/1952).39 Το ακίνητο κρίθηκε ότι ήταν της κατηγορίας ‘μουλκ’, επί του οποίου ο ιδιώτης συμπλήρωσε κατά νόμο έκτακτη χρησικτησία. Ο πραγματικός ισχυρισμός του δημοσίου ότι το ακίνητο ήταν δάσος – άρα και ότι δεν μπορούσε επ’ αυτού να αποκτηθεί τεσσαρούφ – δεν αποδείχθηκε. Η απόφαση ουδεμία κρίση συμπεριέλαβε για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της επίδικης Μονής, κρίνοντας ότι τα ακίνητα της Πάτμου, που δεν αποτέλεσαν κατά το παρελθόν μούλκια ή ιδιωτικά με άλλον τρόπο, περιήλθαν ως εραζί εμιριγιέ στο ελληνικό δημόσιο, με την επιφύλαξη της απόσβεσης των πιο πάνω δικαιωμάτων του (Ν. 2100/1952).40
§ 3. Πορίσματα - Κριτικές παρατηρήσεις
1. Ανασκοπώντας το σκεπτικό της νομολογίας που μόλις παρακολουθήσαμε, συμπεραίνουμε ότι δύο είναι τα κρίσιμα στοιχεία, η αποδοχή ή μη των οποίων μάς οδηγεί σε διαφορετική ερμηνευτική κατεύθυνση: 
(α) ο προσδιορισμός της ειδικότερης κατηγορίας γαιών (εραζί-εμιριγιέ ή μούλκ), στην οποία ανήκε κατά το οθωμανικό δίκαιο η Πάτμος και τα γύρω από αυτήν νησιά, τα οποία εμφανίζονται να συνδέονται με κοινή ιστορική μοίρα μαζί της, και
(β) αν η ισχύς των διατάξεων των Ν.Δ. της 22-4/16-5-1926 και Α.Ν. 1539/1938 επεκτάθηκε και στα εν λόγω νησιά, με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στον κορμό της υπόλοιπης ελληνικής επικράτειας. 
2. Κατ’ αρχάς, από την ιστορική ανάλυση που προηγήθηκε, κατέστησαν προφανή τα εξής δεδομένα:  
2.1. Η Μονή της Πάτμου εμφανίζεται καθ’ όλη τη μακρότατη χρονική περίοδο, από την ίδρυσή της μέχρι την περιέλευση του νησιού υπό τους οθωμανούς (1088 – 1453), να είναι η πλήρης και αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του νησιωτικού συμπλέγματος που αποτελείται από την Πάτμο, τους Αρκιούς, τους Λειψούς, το Αγαθονήσι, το Μαράθι και τη Στρογγυλή. Τα δικαιώματά της απέκτησε με τα προαναφερθέντα επίσημα δωρητήρια έγγραφα του βυζαντινού κράτους. 
2.2. Ως αδιαμφισβήτητο πρέπει να θεωρείται το γεγονός ότι η Πάτμος και τα γύρω νησιά ανήκαν στις μη δορυάλωτες γαίες των Δωδεκανήσων, με τις γνωστές προνομιούχες νομικές συνέπειες: οι εν λόγω γαίες παρέμεναν στην ιδιοκτησία εκείνων οι οποίοι ασκούσαν και πριν την τουρκική κατάκτηση τότε (1453) τα σχετικά εμπράγματα δικαιώματα [ΑΠ 458/2016, https://www.areiospagos.gr].
2.3. Στην Πάτμο συμβόλαια μεταβίβασης ακινήτων –με επαχθή ή χαριστική αιτία– από τη Μονή προς ιδιώτες, ή μεταξύ των τελευταίων αυτών, συντάσσονταν ήδη από την περίοδο της τουρκοκρατίας.41 Εφόσον τα έγγραφα αυτά είναι συνταγμένα με τους νόμιμους τύπους, δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ούτε από τη Μονή, ούτε από το ελληνικό Δημόσιο.  Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη νομολογία, στα δικαιοπρακτικά έγγραφα ως απώτατος δικαιοπάροχος των γαιών, πριν ή μετά την προσάρτηση (1948), εμφανίζεται η ίδια η Μονή της Πάτμου – γεγονός που είχε καθιερωθεί να πιστοποιείται και από τη Δημογεροντία της Πάτμου.42
2.4. Κατά το άρθ. 51 ΕισΝΑΚ – με το οποίο εισάγεται η διαχρονική αρχή της μη αναδρομικής ισχύος του ΑΚ - η απόκτηση της κυριότητας ή όποιου άλλου εμπράγματος δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, «κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους». 
Κρίνεται, άρα, είτε κατά το βυζαντινό, είτε το οθωμανικό αλλ’ είτε και κατά το ιταλικό δίκαιο - ανάλογα με το χρόνο συντελέσεως των ‘πραγματικών γεγονότων’, ως όρων αποκτήσεως του επίμαχου δικαιώματος. Ζητήματα, συνεπώς, όπως η νομική σχέση μεταξύ δικαίου και πράγματος, ως αντικείμενου κυριότητας, καθώς και η όλη δικαιική λειτουργία των εμπράγματων δικαιωμάτων (κτήση, μετάθεση, αλλοίωση, κατάργηση κλπ), πρέπει μετά την εισαγωγή του ΑΚ να αξιολογούνται νομικά, όχι σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου, αλλά με παραπομπή στο παλαιότερο δίκαιο (βυζαντινορρωμαϊκό, οθωμανικό, Ιόνιος ή Κρητικός ΑΚ κ.λπ.), που ίσχυε κατά το χρόνο συντελέσεως των κρίσιμων δικαιοπαραγωγικών γεγονότων. 
Εν κατακλείδι: αν οι γενόμενες αυτοκρατορικές δωρεές θεωρούνταν ως έγκυροι και ισχυροί τίτλοι ιδιοκτησίας κατά το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο της περιόδου που αυτές εκδόθηκαν, ως πολιτειακές πράξεις, τότε, αποτελούν πράγματι τέτοιους και σήμερα – διαφορετικά η όποια αντίθετη απόφαση (δικαστική ή μη) παραβλέπει τη ρητή επιταγή του άρθ. 51 ΕισΝΑΚ, αντικαθιστώντας αυτήν από μία αυθαίρετη δικαιοπολιτική επιλογή, η ratio όμως της οποίας ευρίσκεται εκτός του χώρου του δικαίου. Όπως μάλιστα σημειώνεται, είναι αδιάφορο αν ο ΑΚ αγνοεί ορισμένα κατά το προγενέστερο δίκαιο εμπράγματα δικαιώματα και δεν επιτρέπει την ίδρυση ή την επανίδρυσή τους.43 Διαφορετικά, θα οδηγούμασταν στην - τουλάχιστον περίεργη - αποδοχή της θέσεως να αποτελούν μέρος της νομικής μας καθημερινότητας όροι όπως ‘τεσσαρούφ’, ‘ταπιά’, ‘χοτζέτια’, ‘μούλκια’, ‘εραζί εμιριγιέ’, κάτι που πράγματι συμβαίνει, να αρνούμαστε όμως ως τίτλους τις αυτοκρατορικές βυζαντινές δωρεές, όταν μάλιστα ο ίδιος ο ΑΚ δεν αποτελεί παρά πολιτιστική προέκταση του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Θέμα διαφορετικής τάξεως, όμως, αποτελεί η αναγνώριση ή διατήρηση των κτηθέντων αυτών εμπράγματων δικαιωμάτων και από την διάδοχη έννομη τάξη (οθωμανική, ενετική ή ιταλική).
2.5. Συναφώς, δεν πρέπει εντούτοις να παραβλέπεται και η διάταξη του άρθ. 53 ΕισΝΑΚ, με την οποία από 1.1.1949 επεκτάθηκε στα Δωδεκάνησα ο προστατευτικός θεσμός της πλασματικής νομής των δημόσιων και μοναστηριακών κτημάτων, όπως και το ανεπίδεκτο αυτών σε έκτακτη χρησικτησία.44 Εφαρμόζονται συνεπώς έκτοτε αναλόγως και στη Μονή της Πάτμου οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938, η δε Μονή θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως στη νομή της τα ακίνητά της (πλασματική νομή), ασχέτως προς οποιαδήποτε αφαίρεση αυτής από τρίτους. Υπενθυμίζεται ότι η κατάλυση της κυριότητας της Μονής με χρησικτησία δεν ήταν νομικά δυνατή κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, αφού το οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε τη χρησικτησία ως τρόπο κτήσεως κυριότητας.
2.6. Η διάταξη του άρθ. 18 § 8 του Συντάγματος, προστατεύει ειδικά την ‘αγροτική’ περιουσία της Μονής της Πάτμου: σε αυτό συνηγορεί όχι μόνον η γραμματική διατύπωσή της, αλλά και η λογική σε συνδυασμό με την τελεολογική ερμηνευτική μέθοδο, όπως τούτο προκύπτει μέσα από τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, κατά την ψήφιση της σχετικής διάταξης.45 Να υπογραμμιστεί ότι οι ιστορικοδικαιικοί τίτλοι που επικαλείται η Μονή, περιγράφουν και αφορούν ακριβώς αυτήν τη αγροτική – και όχι άλλη – περιουσία, στην οποία αγροτική περιουσία αναφέρεται και το συνταγματικό κείμενο.
Υπογραμμίζεται στο σημείο αυτό ότι το άρθ. 6 του Ν. 1700/1987 «Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας», που αφορούσε αποκλειστικά την αγροτική και δασολιβαδική μοναστηριακή περιουσία, εξαίρεσε από την εφαρμογή των διατάξεών του την περιουσία των Ι. Μονών οι οποίες εξαρτώνται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο - μεταξύ των οποίων ρητά αναφέρεται και η Μονή Ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου.
2.7. Αναφορικά με την ιδιότητα των μονών ως υποκειμένων δικαίου, ικανών όχι μόνον να αποκτούν νόμιμα δική τους περιουσία αλλά και να τη διαχειρίζονται αυτοτελώς, με ίδια διοικητικά και διαχειριστικά όργανα, περιοριζόμαστε εδώ να σημειώσουμε ότι ανέκαθεν η Μονή της Πάτμου, από την ίδρυσή της (1088) και μετά, λειτούργησε αδιάπτωτα ως μία ζωντανή και στιβαρή οικονομική και παραγωγική οντότητα: εκμίσθωνε την ακίνητη περιουσία της, προέβαινε σε αγοραπωλησίες, δώριζε και αποδεχόταν δωρεές. Ένα παράδειγμα, από τα πλείστα όσα: το έτος 1797 η Μονή της Πάτμου ενοικίαζε στον πρώην Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτο κτήματά της ευρισκόμενα στο νησί Αρκιοί – το μεγαλύτερο σε έκταση, μετά την Πάτμο.46
2.8. Τέλος, κάθε πειστική αμφισβήτηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της Μονής της Πάτμου, οφείλει να ανασκευάσει τον πάγιο ισχυρισμό της μονής, ότι είναι κυρία της περιουσίας της με τακτική χρησικτησία. Τούτο συνάγεται από τα άρθρα 686, 693, 710, 2105, 2106, 2135 και 2137 ιταλΑΚ/1865, σε συνδυασμό με το άρθρο 1158 του νέου ιταλΑΚ/1942,47 που αναγνωρίζουν ως πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας την τακτική (και έκτακτη) χρησικτησία. Η τακτική είναι 10ετής (και κατά το άρθρο 115948 του ιταλικού ΑΚ του έτους 1942), εφόσον υπάρχει νόμιμος τίτλος και καλή πίστη. Η έκτακτη είναι κατά μεν τον ιταλΑΚ/1865 30ετής, κατά δε τον ιταλΑΚ/1942 (άρθρο 1158) 20ετής, με μόνη προϋπόθεση τη νόμιμη κατοχή του ακινήτου. Η νομή είναι νόμιμη όταν είναι συνεχής, αδιάκοπος, ειρηνική, δημόσια, όχι αμφίβολη και ασκείται με την πεποίθηση (διάνοια) ότι ο νομέας έχει το πράγμα ως δικό του.49
-------------------------------------------------------------------------------------
1.Ως πατριαρχικές σταυροπηγιακές μονές θεωρούνται όσες υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη· βλ. Σ. Τρωιάνος, «Κανονικά δικαιώματα επί πατριαρχικών και σταυροπηγιακών μονών», ΚΗ’ Δημήτρια, Ζ’ Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Σταυροπηγιακές και Ενοριακές Μονές, Θεσσαλονίκη 1995, 115-124· Β. Φειδάς, «Σταυροπηγιακό δίκαιον και έκκλητον του Οικουμενικού Πατριαρχείου», ΚΗ’ Δημήτρια, Ζ’ Επιστημονικό Συμπόσιο, ‘Χριστιανική Θεσσαλονίκη’: Σταυροπηγιακές και Ενοριακές Μονές, ό.π., 43-52.
2.Υπογραμμίζεται ότι κατά τη διαδικασία κτηματογραφήσεως της Πάτμου και των γύρω από αυτήν νησιών (1998-199), η Μονή δήλωνε ότι είναι η αποκλειστική κυρία των άνω νησιών, διότι: «Ως γνωστόν, η Μονή από του έτους 1088 μ.Χ. δια σειράς αναμφισβητήτων τίτλων και εγγράφων και δια συνεχούς έκτοτε ανεπιλήπτου και αδιαταράκτου νομής, είναι ιδιοκτήτρια της νήσου Πάτμου και των πέριξ αυτής μεμονωμένων ή συγκροτημάτων μικροτέρων νήσων και νησίδων», υποβάλλοντας ενστάσεις και ζητώντας τη διόρθωση των αντίθετου περιεχομένου εγγραφών στο τοπικό Γραφείο Κτηματογραφήσεως.
3.Το χρυσόβουλλο ήταν επίσημο περγαμηνό έγγραφο, που έφερε εξαρτημένη χρυσή σφραγίδα με τη χρυσή βούλλα του αυτοκράτορα. Ανάλογα με τον τύπο της πανηγυρικότητας του περιεχομένου του, απαντά και ως ‘χρυσόβουλλος λόγος’, ‘χρυσόβουλλο σιγίλλιο’ ή ‘χρυσόβουλλος ορισμός’. Είχε κατά κανόνα προνομιακό περιεχόμενο, παρέχοντας δωρεές προς εκκλησιαστικούς οργανισμούς ή ισχυρά πρόσωπα της εποχής. Η αυτοκρατορική υπογραφή γινόταν με ειδικό πορφυρό μελάνι και ήταν καλλιγραφική. Το πρωτόκολλο του χρυσοβούλλου είχε εντυπωσιακή διακόσμηση και έφερε πλήρη χρονολόγηση. Μεγάλος αριθμός χρυσοβούλλων έχει διασωθεί στα αρχεία μονών, εντός και εκτός του Αγίου Όρους. Ιστορική και δικαιική εξέτασή των εγγράφων αυτών, βλ. σε: Ι. Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινή Διπλωματική, τόμ. Α’: Αυτοκρατορικά έγγραφα, ‘Βυζαντινά Κείμενα και Μελέται’, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1972, 233-251, έργο κλασικό, στο οποίο τυποποιούνται βάσει των εξωτερικών χαρακτηριστικών και του περιεχομένου τους οι ειδικότερες κατηγορίες των αυτοκρατορικών αυτών εγγράφων. Την επιστήμη έχει επανειλημμένως απασχολήσει η πρωτοτυπία ή ενδεχόμενη πλαστότητα του χρυσόβουλλου ή άλλων ανάλογων ιστορικών κειμένων, καθώς η νόθευση ή πλαστογραφία τέτοιων εγγράφων κάθε άλλο παρά φαινόμενο σπάνιο θεωρείτο κατά τη βυζαντινή περίοδο. Ως προς το ιδιαζούσης φύσεως αυτό ζήτημα, βλ. ιδίως: Σ. Τρωιάνος, «Περί του εγκλήματος της πλαστογραφίας εν τω βυζαντινώ δικαίω», ΕΕΒΣ 39-40 (1972-1973): Λειμών, Τιμητική προσφορά τω καθηγητή Νικολάω Τωμαδάκη, 181-200· Κ. Πιτσάκης, «Έγκλημα χωρίς τιμωρία; Τα πλαστά στη βυζαντινή ιστορία», στο συλλογικό έργο: Σ. Τρωιάνος (επιμ.), Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν, Αθήνα 1997, 337-381· Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, «Τα πλαστά έγγραφα στους μέσους χρόνους στο Βυζάντιο και στα Βαλκάνια. Κριτήρια πλαστότητας, στόχοι και τεχνικές», Εώα και Εσπέρια 7 (2007) 25-41· Παναγιώτης Μιχαηλάρης, «Εκκλησιαστικές πλαστογραφίες», Ο Ερανιστής 26 (2007) 59-77.
4.Ο εν λόγω χρυσόβουλλος λόγος φυλάσσεται σε ειδική θήκη στο μουσείο της Μονής και συνοδεύεται από ‘Πρακτικόν παραδόσεως της νήσου Πάτμου εις τον Χριστόδουλον’. Η σύνταξη των εγγράφων αυτών - η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται - και η διαδικασία παραδόσεως της Πάτμου στον Χριστόδουλο περατώθηκαν μετά το Μάρτιο του 1089. Κριτική και διπλωματική τους έκδοση βλ. στο μνημειώδες έργο της Έρας Βρανούση, Έγγραφα Πάτμου. 1. Αυτοκρατορικά, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 1980, 55-68 (στο οποίο τα σχετικά έγγραφα είναι διαιρεμένα σε γνήσια και ‘ύποπτα ή πεποιημένα’). Πρβλ. Μαρίας Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Βυζαντινά έγγραφα της Μονής Πάτμου, Β΄ Δημοσίων Λειτουργών, διπλωματική έκδοση, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήναι 1980.
5.Βρανούση, ό.π., 133-139, 146-150, αντίστοιχα. Από την πλουσιότατη ιστορική βιβλιογραφία, που είναι αφιερωμένη στο εμβληματικό για τον αιγαιακό χώρο και τον βυζαντινό πολιτισμό μοναστήρι της Πάτμου, προτείνονται οι τίτλοι: Ελένη Γλύκατζη-Ahrweiler, «Ιστορικό πλαίσιο», στον τόμο: Οι θησαυροί της Μονής Πάτμου, Εκδοτική Αθηνών, 1998, 12 επ.• Ελισσάβετ Ζαχαριάδου,  Συμβολή στην ιστορία του νοτιοανατολικού Αιγαίου, με αφορμή τα πατμιακά φιρμάνια των ετών 1454-1522, Βυζαντινά Σύμμεικτα, 1 (1966) 184-230• Χαρ. Παπαστάθης, «Το αναπαλλοτρίωτο υπέρ των πρεσβυγενών Πατριαρχείων, Συμβολή στη μελέτη του άρθρου 18 παρ. 8 του Συντάγματος», Νομοκανονικές Μελέτες, Αθήνα 2009, 41-55.
6.Έκθεση των απόψεων της Μονής της Πάτμου περιέχεται σε αγωγή της, με ημερομηνία 5.4.1999, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω κατά και του Δημοσίου. Εξ όσων γνωρίζω, η υπόθεση δεν έχει μέχρι σήμερα εκδικαστεί. Οι θέσεις του εισαγωγικού αυτού δικογράφου υιοθετούν τις δικανικές κρίσεις της ΕφΔωδ 22/1955 (αδημ., βλ. πιο κάτω). Συναφή και η δημοσιογραφική έρευνα των Ι. Μάνδρου / Δ. Μπρούσαλη, «Δικαστική διαμάχη για τις νησίδες. Αγωγή της Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου κατά του Δημοσίου», εφημ. ‘Το Βήμα’, 2.5.1999, σ. Α48.
7.Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συναφείς ισχυρισμοί της Μονής επιβεβαιώνονται και από έναν μεγάλο αριθμό δικαιοπρακτικών εγγράφων, που συντάχθηκαν σε διάφορα χρονικά σημεία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, μετά την έκδοση των αναφερθέντων χρυσοβούλλων, και τα οποία κείνται αποθησαυρισμένα στη βιβλιοθήκη και το αρχειοφυλάκειο της Μονής. Ενδεικτικά βλ: Έρας Βρανούση, «Πατμιακά Ε: Κεκυρωμένη συλλογή επισήμων εγγράφων της εν Πάτμω μονής εις ειλητόν του ΙΑ΄αιώνος», Σύμμεικτα ΚΒΕ, τόμ. Α΄, Αθήναι 1966, 95-119, και, «Ανέκδοτος κατάλογος εγγράφων της εν Πάτμω μονής (ΙΒ΄ - ΙΓ΄ αι.)», Σύμμεικτα ΚΒΕ (Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών), τόμ. Α΄, Αθήναι 1966, 137-162· Αθ. Κομίνης, Πατμιακή Βιβλιοθήκη, τόμ. Α΄, εν Αθήναις 1988, και, Πίνακες χρονολογημένων πατμιακών κωδίκων, εν Αθήναις 1968· Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Βυζαντινά έγγραφα της Μονής Πάτμου, Β΄ Δημοσίων Λειτουργών, ό.π.· Χρ. Φλωρεντή, Βραβείον της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου, έκδ. Εταιρείας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μελετών, Διπτύχων Παράφυλλα 1, Αθήναι 1980· Σπ. Ασδραχάς, Patmos entre l’ Adriatique et la Mediterrannee Orientale pendant la deuxieme moitie du XVIIIe siecle, d’ apres les registres de Pothitos Xenos, Παρίσι 1972· Charles Diehl, Το σκευοφυλάκιον και η βιβλιοθήκη της Πάτμου κατά τας αρχάς του ιγ΄ αιώνος, (κατά μετάφρασιν Σταύρου Ι. Τηλιακού), εν Αθήναις 1910· Δ. Καλλίμαχος, «Πατμιακής Βιβλιοθήκης Συμπλήρωμα», Εκκλησιαστικός Φάρος 10-17 (1912-1918)· Χρύσα Μαλτέζου, «Τα λατινικά έγγραφα του πατμιακού αρχείου», Σύμμεικτα ΚΒΕ 2 (1970) 349-378· Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου / Ι. Mircea, «Τα ρουμανικά έγγραφα του αρχείου της εν Πάτμω Μονής», Σύμμεικτα ΚΒΕ 2 (1970) 310-320· Ι. Σακκελίων, Πατμιακή Βιβλιοθήκη, ήτοι Αναγραφή των εν τη Βιβλιοθήκη της κατά την νήσον Πάτμον γεραράς και βασιλικής μονής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου τεθησαυρισμένων χειρογράφων τευχών, Αθήναι 1890· Απ. Στάϊκος, Η Βιβλιοθήκη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, Αθήνα 1995· Ι. Φλωρίδης, «Απογραφή των εν τη μονή της Πάτμου σωζομένων επισήμων εγγράφων», Πανδώρα 19 (1868-9) 339-343, 374-377, 436-438, 457-459, 20 (1870) 18-20, 46-48, 89-93.
8.Το άρθ. 51 ΕισΝΑΚ εισήχθη στα Δωδεκάνησα με το άρθ. 2 του Ν. 510/1947.
9.Βλ. Υποτύπωσις Οσίου Χριστοδούλου, έκδοση έκδοση Fr. Miklosich / Jos Muller, Acta et Diplomata  graeca medii aevi sacra et profana, Βιέννη, τ. VI, 63 επ. Όπως σημειώνει ο ίδιος: «Εδωρήθη δε μοι δια χρυσοβούλλου βασιλικού το τε νησίον η Πάτμος εξ ολοκλήρου, των δημοσιακών δικαίων καθάπαξ αποσπασθέν, και τα πλησιάζοντα τούτω νησίδια, οι Ναρκίοι και η Λειψώ, έτι τε και αυτά τα εν τη Λέρνω, α και προκατείχον, ως έφθην ειπών, δυο προάστεια, φημί δη το Παρθένιον και το Τεμένιον» (παράγρ. θ΄).
10.Ειδικότερα ως προς τους Λειψούς και το Αγαθονήσι, η Μονή ισχυρίζεται ότι η κυριότητά της επιβεβαιώνεται και από τα δύο ακόλουθα αυτοκρατορικά έγγραφα: (α) τον χρυσόβουλλο λόγο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου (1292), στον οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται: «επιχορηγεί γαρ τούτοις τον παρόντα χρυσόβουλλον λόγον αυτής, ως ητήσαντο, και δι’ αυτού προστάσσει τε και παρακελεύεται πάντα τα προσόντα τη τοιαύτη σεβασμία μονή και ες δεύρο παρ’ αυτής κατεχόμενα κατέχεσθαι εις το εξής παρ’ αυτής, ώσπερ δη και μέχρι του νυν, διατηρούμενα εις το παντελές ανενόχλητα τε και αδιάσειστα, προς δε και αναφαίρετα, ά δη και κατά μέρος έχουσιν ούτω. Η δηλωθείσα νήσος της Πάτμου κατά την καβάλου δεσποτείαν και κυριότητα, ως ευρίσκεται κατεχόμενη παρά των μοναχών. Τα περί αυτήν δύο νησίδια, το της Λειψούς και το Αγαθονήσιον», (β) τον χρυσόβουλλο λόγο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (1329), ο οποίος επικυρώνει τα ανωτέρω ως εξής: «Επεί οι ενασκούμενοι μοναχοί τη κατά την νήσον την Πάτμον σεβασμία μονή, τη εις όνομα τιμωμένη του εν αποστόλοις ηγαπημένου τω Σωτήρι Χριστώ παρθενίου Ιωάννου του Θεολόγου, ενεφάνισαν εις την βασιλείαν μου χρυσόβουλλον του αγίου μου αυθέντου και βασιλέως του πάππου μου, προστάσον και διοριζόμενον κατέχεσθαι παρά της κατ’ αυτούς τοιαύτης σεβασμίας μονής πάντα τα προσόντα αυτή και κατά μέρος εν αυτώ τω χρυσοβούλλω διαλαμβανόμενα, ανενοχλήτως και αδιασείστως και αναφαιρέτως και ανυποσπάστως, α δη και έχουσιν ούτω. Η δηλωθείσα νήσος Πάτμος κατά την καθόλου δεσποτείαν και κυριότητα, ως ευρίσκεται, κατεχομένη, παρ’ αυτών των μοναχών. Τα περί αυτήν δύο νησίδια, το της Λειψούς και το Αγαθονήσιον λεγόμενα…».
11.Κατά την ιστορικό Ελισσάβετ Ζαχαριάδου, το καλοκαίρι του 1453, λίγο μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, εκπρόσωποι της Μονής της Πάτμου μετέβησαν στην Αδριανούπολη, όπου και συναντήθηκαν με τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Εικάζεται βάσιμα ότι εκεί ρυθμίσθηκαν τα της υποταγής του νησιού, πιθανότατα με ευνοϊκούς όρους, τούς οποίους συχνά παραχωρούσαν οι Τούρκοι στις πόλεις και περιοχές που υποτάσσονταν αμαχητί, ιδιαίτερα μάλιστα στα ιερά καθιδρύματα. Η ενέργεια αυτή ως διόλου ασυνήθης μπορούσε να θεωρηθεί: πολλές αντιπροσωπείες από διάφορες χώρες, νησιά ή τοπικούς άρχοντες προσέρχονταν τότε στο σουλτάνο, δηλώνοντας υποταγή, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα να αντισταθούν στην κραταιά τουρκική πολεμική μηχανή. Η ίδια ιστορικός πιθανολογεί την έκδοση σχετικού σουλτανικού φιρμανίου, μεταξύ 25 Αυγούστου και 3 Σεπτεμβρίου του έτους 1454, έγγραφο με το οποίο εντέλλεται ο ‘Matyos’, ο οποίος ‘κρατεί τον φόρον του χωρίου (Koy) της Πάτμου’, να παραδώσει το φόρο, ανερχόμενο σε 40 φλωριά, στο δούλο του σουλτάνου Αλή, και μάλιστα αναδρομικά από 1ης Αυγούστου του έτους 1453. Ο Μatyos του τουρκικού φιρμανίου, μπορεί να ταυτισθεί με τον τότε καθηγούμενο της μονής Πάτμου Ματθαίο. Αναλυτικότερα βλ. Ελισσάβετ Ζαχαριάδου,  Συμβολή στην ιστορία του νοτιοανατολικού Αιγαίου (με αφορμή τα πατμαϊκά φιρμάνια των ετών 1454-1522), Σύμμεικτα ΚΒΕ 2 (1970 195-196. Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 14ου αι., ο στρατός του σουλτάνου Bαγιαζήτ Α΄ (1360-1403) έρχεται σε σύγκρουση με τους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, μετά από επιδρομές των οθωμανών στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου. Οι ενισχυμένες οχυρώσεις των Ιπποτών της Ρόδου άντεξαν μέχρι το 1522, όταν η πόλη κατακτήθηκε από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1494-1566), γνωστό και ως ‘Νομοθέτη’ (Κανουνί).
12.Πρβλ. Λ. Καλλιβρετάκης, Το μετόχι της Πάτμου στο Στύλο Αποκορώνου και η αυτοκρατορική λύσις του 1196, Πληθυσμοί και οικισμοί του ελληνικού χώρου: ιστορικά μελετήματα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα 2003, 91-132.
13.Για τη διάκριση των γαιών σύμφωνα με την οθωμανικό εμπράγματο δίκαιο, βλ. Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστική περιουσία και Εθνικό Κτηματολόγιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017, 44 επ.
14.Γ. Αποστολάκης, Οι αυτοκρατορικές δωρεές στην Ιερά Μονή Πάτμου και η νομική αξία των ‘χρυσοβούλλων λόγων’, Κατερίνη 2003, 201 επ.
15.Ο οποίος θυμίζουμε ότι διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι τις 28.10.1947.
16.Εν προκειμένω, πρβλ. ΕΔΔΑ Ιερές Μονές κατά Ελλάδος (9.12.1994/10/1993/405/483-484): το Δικαστήριο προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην κτήση κυριότητας με χρησικτησία, «διότι δεν υπάρχει κτηματολόγιο στην Ελλάδα και διότι ήταν αδύνατη η μεταγραφή τίτλων προ του 1856 και η μεταγραφή κληροδοσιών και κληρονομιών προ του 1946».
17.Άρθ. 18 § 8 Σ.: «8. Δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η αγροτική ιδιοκτησία των Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, των Bλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, με εξαίρεση τα μετόχια. Επίσης δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα των Πατριαρχείων Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, καθώς και της Ιεράς Μονής του Σινά».
18.Ο ισχυρισμός ωστόσο αυτός, δεν είναι χρονικά και πραγματικά ακριβής: η πρόθεση του Δημοσίου για μία τέτοια αμφισβήτηση εκδηλώνεται για πρώτη φορά με την ψήφιση του άρθ. 18 § 1, εδάφ. η΄ Ν. 3800/1957, διάταξη με την οποία παραχωρήθηκαν από το Δημόσιο στο Δήμο Πάτμου ‘δωρεάν κατά  πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής, αι χρησιμοποιούμεναι προς βόσκησιν ζώων και περιελθούσαι εις το Δημόσιον, δυνάμει των διατάξεων της παρ. 1 του ΧΙV Παραρτήματος της Συνθήκης Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και συνησπισμένων Δυνάμεων της Ιταλίας, κυρωθείσης δια Ν.Δ. 423/1947, νησίδες...: «1) Τραγονήσι, 2) Αγία Θέκλα, 3) Αγιογεωργονήσι - Σκλάβες, 4) Άνυδρος (άπασαι παρά την νήσον Πάτμον), 5) Κολόβολος, 6) Μακρονήσι, 7) Ψαθονήσι, 8) Τσούκα, 9) Τσουκάκι, 10) Αβάφτιστο, 11) Σμηνερονήσι, 12) Κομαρονήσι, 13) Εριφούσα, 14) Σπαλαθονήσι, 15) Αγρελούσα και 16) Μανώλη Νησιά (άπασαι παρά το συγκρότημα των νησίδων Αρκιών, αίτινες κατοικούνται)». Οι μικρότερα αυτά νησιά ανέκαθεν θεωρούνταν από τη μονή της Πάτμου ως ιδιοκτησία της, συμπεριλαμβανόμενα στο ευρύτερο νησιωτικό χώρο που περιβάλει την Πάτμο.
19.Ν. 2443/1996, ‘Τροποποίηση Τελωνειακού Κώδικα’ (ΦΕΚ Α΄ 265/3-12-1996), Άρθρ. 17 (‘Παραχωρήσεις ακινήτων του Δημοσίου’): «1. Ακίνητα του Δημοσίου, που κατέχονται αυθαίρετα προ του έτους 1980 στις νησίδες Αγαθονήσι, Αρκιοί, Μαράνθη, Μεγίστη, Ψέριμο και Σαρία του Νομού Δωδεκανήσου παραχωρούνται δωρεάν και κατά κυριότητα στους αυθαίρετους κατόχους τους κατά τη δημοσίευση του παρόντος με τους εξής όρους και προϋποθέσεις (...) ε. Η παραχώρηση γίνεται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφερείας Νοτίου Αιγαίου, κατόπιν γνώμης του αρμοδίου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή αποτελεί τίτλο κυριότητας που μεταγράφεται. (...) ζ. Παράβαση οποιουδήποτε από τους παραπάνω όρους και προϋποθέσεις συνεπάγεται την αυτοδίκαιη επάνοδο του ακινήτου στην κυριότητα του Δημοσίου».
20.Σύμφωνα με την ίδια αγωγή: «... πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Ιερά Μονή Πάτμου ουδέποτε εκώφευσε στην ανάγκη αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών κι αστέγων ή σε παραχωρήσεις εδαφών για εθνικούς σκοπούς και σκοπούς δημοσίας ωφέλειας και εξακολουθεί να είναι πάντοτε πρόθυμη αρωγός όποτε τούτο της ζητηθεί, δίχως ν’ αξιώνει ανταλλάγματα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στο προκείμενο για τα ως άνω παραχωρηθέντα. Πλην όμως δεν δικαιούται να συμπράξει σε ιστορικές και νομικές αυθαιρεσίες απεμπολώντας την ιστορία της. Ρητώς δηλώνεται ότι η παρούσα δεν έχει σκοπό την αφαίρεση των ως άνω προπεριγραφέντων γαιών από τους νυν κατόχους τους. Για λόγους όμως ιστορικούς, ηθικούς και νομικούς πρέπει δικαστικώς ν’ αναγνωρισθεί κι επιβεβαιωθεί (δια μία εισέτι φορά) η ισχύς και νομιμότητα των τίτλων κυριότητας της Μονής και η κυριότητα μας επί των επιδίκων ακινήτων που περιλαμβάνονται σε μείζονες εκτάσεις, που στα χέρια της Μονής διαφυλάχθηκαν ανά τους αιώνες προς όφελος της Πολιτείας, της Εκκλησίας και των κατοίκων των περιοχών».
21.Εκτενή παρουσίασή της βλ. σε Π. Θεοδωρόπουλος, Το ισχύον εν Δωδεκανήσω δίκαιον, Αθήνα 21981, (έκδοση επηυξημένη και βελτιωμένη), 173-174.
22.Ως προς το ζήτημα αυτό, βλ. ενδεικτικά: Κ. Άμαντος, «Οι προνομιακοί ορισμοί του Μουσουλμανισμού υπέρ των Χριστιανών», Ελληνικά 9 (1936) 103-166.
23.Η απόφαση εκδόθηκε επί αντιδικίας της Μονής με ιδιώτη, ο οποίος προέβαλε ιδία κυριότητα σε αγρό της Πάτμου. Ο ίδιος υποστήριξε ότι τον επίδικο αγρό είχε αγοράσει ο πατέρας του το 1914 από εκπροσώπους της Μονής, ισχυρισμός που όμως κρίθηκε ως αόριστος, αφού δεν προσδιόριζε ποιοι ήταν αυτοί, ώστε να ελεγχθεί και η νόμιμη εκπροσώπηση της μονής στην επικαλούμενη αγοραπωλησία. Αόριστος κρίθηκε και ο ισχυρισμός του ιδιώτη ότι έγινε κύριος του ακινήτου με τακτική χρησικτησία, ασκώντας νομή από το έτος 1935, αφού δεν προσκόμισε ορισμένο νόμιμο τίτλο.
24.ΝοΒ 24 (1976) 419-420 (επικύρωσε την ΕφΔωδ 73/1974).
25.Με το εξής αιτιολογικό: «Κατά τα άρθρα 167, 175, 181 και 185 του Οθωμανικού Κώδικος, αι μεταβιβάσεις των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας (μουλκίων), ως το επίδικον, δεν υπέκειντο εις διατυπώσεις, και συνεπώς επετρέπετο η απόδειξίς των και δι’ ιδιωτικών εγγράφων, άτινα απετέλουν νόμιμον τίτλον μεταβιβάσεως, καθ’ όσον τα μούλκια εξωμοιούντο προς τα κινητά και ουδεμία μεταγραφή της μεταβιβαστικής συμβάσεως απαιτείτο εις τα κτηματολογικά βιβλία, ως απητείτο επί μεταβιβάσεων βακουφικών και δημοσίων γαιών».
26.Εκδόθηκε μετά από αίτηση διορθώσεως ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου, ως ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’ (άρθ. 6 § 3 περ. α΄ Ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με άρθ. 2 § 2 Ν. 3481/2006).
27.Η μέχρι σήμερα μη δημοσίευση της ΜονΠρΚω 145/2012, όπως και ορισμένων επόμενων δικαστικών αποφάσεων, σε νομικά περιοδικά ή νομικούς ιστότοπους (websites), επιβάλλει την εδώ ad litteram παράθεση ουσιωδών τμημάτων του σκεπτικού τους.
28.Απόσπασμα: «Η νήσος Πάτμος περιήλθε στην ιδιοκτησία της Ιεράς Βασιλικής, Σταυροπηγιακής και Πατριαρχικής Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού, κατόπιν δωρεάς της προς τον μοναχό Χριστόδουλο, ιδρυτή της ανωτέρω μονής, με χρυσόβουλο, το έτος 1088, από τον αυτοκράτορα του βυζαντίου Αλέξιο Α’ τον Κομνηνό.... Στη συνέχεια, η κυριότητα της ανωτέρω μονής επί των δωρηθέντων κτημάτων αναγνωρίσθηκε και επετράπη η συνέχιση της ασκήσεως αυτής με τα προνόμια που παραχώρησε στην Εκκλησία ο Μωάμεθ ο Πορθητής και οι Σουλτάνοι, οι οποίοι με βεράτια που παραχωρούσαν στον Πατριάρχη αναγνώριζαν τα αρχικά παραχωρηθέντα προνόμια στην Εκκλησία. Αλλά και μετά την έκδοση του Χάττι-Χουμαγιούν του 1856 από την Υψηλή Πύλη, με το οποίο κηρύχθηκε μεταξύ άλλων και ο σεβασμός των προνομίων της Εκκλησίας, ακολούθησε η έκδοση βερατίων από τους σουλτάνους προς τους πατριάρχες, που αναγνώριζαν και τα υφιστάμενα δικαιώματα της Εκκλησίας επί της εκκλησιαστικής περιουσίας. Έτσι τα κτήματα της νήσου Πάτμου, που αρχικά είχαν δωριθεί από τους ανωτέρω αυτοκράτορες και παρέμειναν μετά την Άλωση στην κυριότητα της ανωτέρω μονής, είναι κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ)... αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των ιταλικών ΑΚ που εισήχθησαν μετά, η ανωτέρω μονή απέκτησε την κυριότητα των κατεχομένων από αυτήν κτημάτων. ... Σε κάθε όμως περίπτωση, γαίες φύσης εραζί-εμιριγιε ή αρζί μιρί, δηλαδή δημόσιες γαίες, όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.Χ.) μέχρι την ισχύ του Ν. 2100/1952 (26.4.1952) δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα, εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με ‘τη σπάθη και το δόρυ’. Στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, που δεν ήταν ‘δορυάλωτα’ δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνον δεν δήμευσε τη γη αλλά παραχώρησε και δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών, να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους... Να σημειωθεί δε ότι η νήσος Πάτμος δεν καταλήφθηκε ποτέ από τους οθωμανούς με πολεμικές επιχειρήσεις αλλά παραδόθηκε αυτοβούλως ... το ακίνητο αυτό δεν ανήκε ποτέ στην κατηγορία των εραζί εμιριέ αλλά είχε πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης παραχωρηθεί στην ιδιοκτησία της μονής, δεδομένου ότι οι χρυσόβουλλοι λόγοι αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας».
29.Προέβη σε διόρθωση ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου, ως ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’ (άρθ. 6 § 1-3 Ν. 2664/1998, όπως τροπ. με Ν. 3127/2003, 3481/2006 και 3559/2007). Η δίκη εχώρησε ερήμην της Μονής αλλά και του Δημοσίου.
30.Προς επίρρωση του σκεπτικού της η απόφαση παραπέμπει στο Βούλευμα του ΑΠ 64/2007 (Ε΄ Ποινικό Τμήμα, Νόμος), που επέβαλε ποινή καθείρξεως 7 ετών σε πρόσωπο εμπλεκόμενο σε παράνομες αγοραπωλησίες ακινήτων της μονής Πάτμου. Η υπόθεση αυτή απασχόλησε τη Δικαιοσύνη και την κοινή γνώμη επί πολλά έτη. Στον κατηγορούμενο είχε πρωτοδίκως αποδοθεί η υπεξαίρεση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ σε βάρος της περιουσίας της μονής, ως αντίτιμο πωλήσεων δεκάδων ακινήτων, με συμβολαιογραφικά έγγραφα ή και χωρίς. Η απόφαση δέχεται ευθέως την ύπαρξη μεγάλης ακίνητης περιουσίας της μονής στο νησί, αφού τα χρήματα των μεταβιβάσεων ανήκαν σε αυτή, ως ιδιοκτήτρια των μεταβιβασθέντων ακινήτων (: «Η ανδρώα Ιερά ... Μονή Πάτμου ιδρύθηκε το έτος 1088 από τον κτήτορα αυτής μοναχό όσιο Χριστόδουλο, προς τον οποίο ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός δώρησε, με τον από Αυγούστου 1088 Χρυσόβουλο λόγο του, ολόκληρη τη νήσο... Διεπομένη δε βάσει των περί Μοναχικών καθεστώτων οριζομένων υπό των θείων και Ιερών κανόνων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, υπάγεται υπό την πνευματικήν εποπτείαν του σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως»).
31.ΤΝΠ Νόμος. Στη δίκη δεν παρέστησαν η Μονή και το Δημόσιο – μολονότι εκλήθησαν.
32.Ad litteram: «Από τις 12.9.1915 και στο εξής, τα ακίνητα των Ι. Μονών δεν υπόκεινται σε χρησικτησία και γι’ αυτά εφαρμόζονται αναλόγως οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Α.Ν. 1539/1939 περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, η δε Ι. Μονή θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως στη νομή της τα ακίνητά της (πλασματική νομή), ασχέτως προς οποιαδήποτε αφαίρεση αυτής από τρίτους... με το Β.Δ. της 31/12-10/1 του έτους 1949 εισήχθη στα Δωδεκάνησα και η νομοθεσία περί διοίκησης, διαχείρισης και προστασίας δημοσίων κτημάτων. Επομένως, από την 1.1.1949 στα κτήματα των Ι. Μονών των Δωδεκανήσων (άρα και στα κτήματα της Ι. Μονής Πάτμου) εφαρμόζονται αναλόγως οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του ΑΝ 1539/1938 περί προστασίας των δημοσίων Κτημάτων, η δε Ι. Μονή θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως στη νομή της τα ακίνητά της (πλασματική νομή), ασχέτως προς οποιαδήποτε αφαίρεση αυτής από τρίτους. Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 21 του από 16.5.1926 Ν.Δ. ‘περί διοικητικής αποβολής...’, σύμφωνα με το οποίο τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου και των Ι. Μονών δεν υπόκεινται στο μέλλον σε καμία παραγραφή, είναι σαφής: Αναφέρεται σε όλα τα ακίνητα όλων ανεξαίρετα των ιερών μονών».
33.Ο Κτηματολογικός Δικαστής, εφαρμόζοντας τις γνωστές διατάξεις του άρθ. 6 §§ 1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998 (όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006), διέταξε τη διόρθωση της αρχικής κτηματολογικής εγγραφής του ακινήτου, το οποίο εμφανιζόταν με την ένδειξη ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’. Κατά την απόφαση: «Το ανωτέρω οικόπεδο περιήλθε στον αιτούντα το έτος 1978, με βάση άτυπη αγορά (με ιδιωτικό έγγραφο) από την άμεση δικαιοπάροχό του Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου και Ευαγγελιστού (αριθ. 152/21.11.1978 πράξη πώλησης οικοπέδου του ηγουμενοσυμβουλίου της εν λόγω Μονής)». 
34.Σημειώνεται ότι ο αιτών κατά την κτηματογράφηση της περιοχής Πάτμου υπέβαλε το έτος 1997 δήλωση ιδιοκτησίας για το επίδικο, αναφέροντας ως τίτλο κτήσης την ανωτέρω ιδιωτική πράξη πώλησης της μονής, που όμως, ως ιδιωτικό έγγραφο, δεν έγινε δεκτή.
35.Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι, από κληρονομία του αποβιώσαντος το 2003 πατέρα τους, περιήλθε σε αυτούς η συγκυριότητα ενός οικοπέδου στη Χώρα Πάτμου, χωρίς όμως μέχρι την ημέρα της δίκης να έχουν προβεί σε συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομίας. Όπως υποστήριξαν, ο θανών είχε αποκτήσει το κληρονομιαίο ακίνητο το έτος 1950 «με άτυπη δωρεά, νεμόμενος αυτό έκτοτε και αδιαλείπτως μέχρι τον θάνατό του, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στην φύση του πράγματος πράξεις νομής και διακατοχής». Εσφαλμένα συνεπώς, όπως υποστήριξαν, το ακίνητο καταχωρήθηκε κατά τις πρώτες εγγραφές ως ιδιοκτησία της εναγόμενης, αν και στο Δικαστήριο αποδείχτηκε ότι ο δικαιοπάροχός τους δήλωσε μεν το ένδικο ακίνητο κατά την διαδικασία των πρώτων και δεύτερων αναρτήσεων του Κτηματολογικού Πίνακα του Δήμου Πάτμου, «πλην όμως, επειδή δεν προσκόμισε τίτλο ή άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το δικαίωμα της κυριότητάς του, αυτό (ακίνητο) καταχωρήθηκε ως ανήκον στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης» Μονής Πάτμου. Η υπόθεση, ωστόσο, δικάστηκε ερήμην, αφού η Μονή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Υπογραμμίζεται ότι παρέμβαση στη δίκη δεν άσκησε ούτε το Δημόσιο.
36.ΤΝΠ Νόμος. Στη δίκη δεν παρέστησαν η Μονή της Πάτμου (αν και κλήθηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα να δικαστεί ερήμην), ούτε όμως και το Δημόσιο, που δεν άσκησε κύρια παρέμβαση.
37.ΤΝΠ Νόμος. Διέταξε διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου, εμφανιζόμενου στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές ως ‘αγνώστου ιδιοκτήτη’. Πρωτοδίκως άσκησε κύρια παρέμβαση το Δημόσιο, που ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία του.
38.Και ειδικότερα σε εκείνες του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856).
39.Όπως ήδη αναφέρθηκε, με το νομοθέτημα αυτό αποσβέστηκε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του ελληνικού Δημοσίου, ως σημερινού διαδόχου του οθωμανικού.
40.Πρβλ. ΑΠ 1814/2012, ΤΝΠ Νόμος.
41.Στην Πάτμο, τα ακίνητα αυτά είναι γνωστά και ως ‘ιδιοκτητικά’. Παραδείγματα τέτοιων εγγράφων καθώς και μία αναδρομική – αν και σε ορισμένο βαθμό αμέθοδη – εικόνα στην ακολουθούμενη ως προς το θέμα αυτό παλαιότερη πρακτική, βλ. σε Α. Καρδάση, Ιδιώτες και δημόσιο στα Δωδεκάνησα από τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, Η νήσος Πάτμος και το σύμπλεγμα των νήσων Αρκιών, όπου περιλαμβάνεται και η νήσος Μαράθι, Ρόδος 2013.
42.Ενδεικτικά: ΑΠ 1357/2014, ΤΝΠ Νόμος: «Το ακίνητο αυτό στους παλαιότατους χρόνους ανήκε στον ..., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του ... και σε αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του Ν. Κ. δυνάμει της από 19-8-1873 διαθήκης αυτού, στον δε τελευταίο είχε περιέλθει με αγορά από την Ιερά Μονή Πάτμου»• ΕφΔωδ 187/2009, ΤΝΠ Νόμος: «...στον δε τελευταίο είχε περιέλθει με αγορά από την Ιερά Μονή Πάτμου (υπ’ αριθ. 493/12.2.1919 πιστοποίηση της Δημογεροντίας Πάτμου)».
43.Μιχ. Καλλιμόπουλος, Εισαγωγικαί παρατηρήσεις εις τα εις τα άρθρα 49-71 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, Ερμηνεία του Αστικού Κώδικος (ΕρμΑΚ), τόμος VII, 1963, αριθ. 3 επ.
44.Άρθ. 53 ΕισΝΑΚ: «Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι ειδικοί νόμοι που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του σχετικά με την διοίκηση και προστασία γενικά των δημοσίων ή εκκλησιαστικών ή μοναστηριακών κτημάτων». ΑΠ 1265/2007, ΤΝΠ Νόμος: πλασματική νομή του δημοσίου στην περιουσία του και στα Δωδεκάνησα, κατά τον Α.Ν. 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 53 ΕισΝΑΚ• ΜονΠρΡόδ 55/2005, Νόμος: ο Α.Ν. 1539/1938 διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθ. 53 ΕισΝΑΚ, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στη Δωδεκάνησο με το άρθ. 1 Β.Δ. της 31.12.1948/10.1.1949• όμοια η ΕφΔωδ 192/2004, ΤΝΠ Νόμος.
45.Ε’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής επί του Συντάγματος 1975, Προεδρία: Κων. Ευστ. Παπακωνσταντίνου, σ. 855-857: 
«Κ. Τσάτσος: Εἶναι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ ... δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ... Καθὼς γνωρίζετε ὑπάρχουν ὡρισμέναι Σταυροπηγιακαὶ Μοναί, δηλαδὴ Μοναὶ ἀνήκουσαι καὶ ἐξαρτώμεναι ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον. Εἶναι ἡ Μονὴ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ Μονὴ τῆς Πάτμου καὶ ἡ Μονὴ Βλατάδων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην... Θὰ ἤθελα εἰς αὐτὰς νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἀναπαλλοτρίωτον τῆς ἐν Ἑλλάδι περιουσίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καὶ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων. ... Ἐκεῖ ἔχομεν τεραστίας σημασίας θησαυροὺς ἰσαξίους πρὸς τοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.... Τὸ αὐτὸ συντρέχει καὶ διὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι περιουσίαν τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων.
Ν. Αλαβάνος: «... Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι νὰ τεθῇ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις εἰς τὸ ἀναπαλλοτρίωτον καὶ ἡ περιουσία τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ. Διότι ὅλοι μας γνωρίζομεν καὶ τὴν ἱστορικὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν σπουδαιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ σήμερον ἡ Μονή, τὴν ἔλλειψιν τῶν πόρων της, τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς προσπαθείας ποὺ καταβάλλουν οἱ ἐκεῖ μοναχοί. Θὰ ἐπρότεινα ὅμως τὰ ἑξῆς: Ὡς εἶναι διατυπωμένη ἡ τροπολογία, ἐνδεχομένως δὲν προστατεύεται ἡ περιουσία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σινᾶ, τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Διότι ἡ παράγραφος 6 λέγει ὅτι δὲν ὑπόκειται σὲ ἀπαλλοτρίωσιν ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία τῶν Μονῶν ποὺ ἀναφέρονται. Ἐξ ὅσων ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἡ Μονὴ τοῦ Σινᾶ δὲν ἔχει ἀγροτικὴν περιουσίαν ἐν Ἑλλάδι. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάνωμεν τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: «Ἡ ἐν Ἑλλάδι περουσία ἥ τε ἀγροτικὴ ἥ τε ἀστική». Ἐὰν ὅμως πρόκειται περὶ ἀστικῆς περιουσίας δηλαδὴ περὶ περιουσίας ἡ ὁποία εὑρίσκεται μέσα εἰς τὴν Ἀθήνα ἢ μέσα εἰς τὸν Πειραιᾶ, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀπαλλοτριώσεως. ... Νὰ ἀποκλείσωμεν πᾶσαν ἄλλην αἰτίαν ἀπαλλοτριώσεως.
Α. Κατσαούνης: «... ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Σινᾶ ἐν ἀντιθέσει ἢ κατὰ διάφορον τρόπον πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἔχει προστατευτικὰς διεθνεῖς διατάξεις. Ἐπίσης, δὲν ἔχει Σταυροπηγιακὰς Μονὰς εἰς τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ ὑπαχθῇ ἕνα οἱοδήποτε ἀκίνητον ἢ Μετόχιον....».
46.Στέλιος Α. Παπαδόπουλος / Χρυσόστομος Φλωρεντής, Νεοελληνικό Αρχείο Ι. Μονής Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου. Κείμενα για την Τεχνική και την Τέχνη, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1990, 185.
47.Σχετικά με τη διατήρηση σε ισχύ των δύο αυτών ΑΚ, βλ. πιο πάνω.
48.Π. Θεοδωρόπουλος 444, παρ. 218.
49.ΑΠ 899/1981, ΝοΒ 30 (1982) 449.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------