Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι δικηγόρος και Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ ΚΑΙ «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ»
Με αφορμή τη ΣτΕ 686/2011
 
1. Έννομο συμφέρον (ε.σ.) ως προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση ακυρωτικού ελέγχου, συντρέχει όταν η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη ή παράλειψη επιφέρει υλική ή/και ηθική βλάβη στο προσφεύγον φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Το τελευταίο βλάπτεται όταν συνδέεται με την επίδικη πράξη με μία ειδική έννομη σχέση. Όπως διευκρινίζεται (Β. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ, Αίτηση ακυρώσεως, Αθήνα 1998, σ. 185) «ηθικό είναι το ε.σ. όταν συνδέεται με την ηθική υπόσταση του προσβάλλοντος τη διοικητική πράξη διοικουμένου»· βλ. και Σ. ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αθήναι 1973, σ. 311 επ., ιδιαίτερα σ. 313 επ., όπου επισημαίνεται ότι: «η νομολογία του ΣτΕ αντιμετώπισεν την προστασίαν του ηθικού συμφέροντος μετ’ ιδιαιτέρας ευρύτητος»). 
2. Είναι ευνόητο ότι στις εκκλησιαστικής φύσεως υποθέσεις, το ε.σ. είναι συχνά ηθικό. Ειδικότερα, η νομολογία του ΣτΕ έχει αποδεχθεί από μακρού και επανειλημμένως τη συνδρομή ηθικού ε.σ. σε περιπτώσεις που εμφάνιζαν ευθεία αναλογία με την πιο πάνω ΣτΕ 686/2011, όπως ενδεικτικώς ήταν: η ΟλΣτΕ 936/1938 (ηθικό ε.σ. απλών χριστιανών προς ακύρωση της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, ως υπαγομένων στην «πνευματικήν και εκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν του»)· ΟλΣτΕ 894/1979 (ηθικό έ.σ. ενοριτών χριστιανών κατά της εκλογής Μητροπολίτη, «ως έχοντες ηθικόν ε.σ. όπως ο διαποιμαίνων αυτούς Ιεράρχης αναδεικνύεται κατά νόμιμον τρόπον»)· ΟλΣτΕ 3608/1980, που με επίκληση μάλιστα εκκλησιολογικών επιχειρημάτων, νομολόγησε ότι μεταξύ του ενορίτη και του επισκόπου του «υπάρχει ιδιαίτερος και στενός πνευματικός δεσμός, ώστε ο ενορίτης να μη λογίζεται ως απλούς αποδέκτης των υπηρεσιών του εν λόγω ιεράρχου, αλλ’ ως αναγκαίος και απαραίτητος παράγων εν τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, συμπράττων μετά του ιεράρχου εις την τέλεσιν της θείας λατρείας, η οποία κατοχυρούται συνταγματικώς (άρθ. 13 Σ.)». Ανάλογες ήταν, μεταξύ άλλων, και οι κρίσεις των: ΣτΕ 707/1983, ΟλΣτΕ 511/1983, ΟλΣτΕ 1571/1985 κ.λπ.
3. Όταν, συνεπώς, το ΣτΕ έχει παγίως και από μακρού νομολογήσει ως άνω, τότε δυσχερώς καθίσταται αντιληπτό γιατί στην υπό κρίση περίπτωση αρκέστηκε σε μία τόσο strictu sensu ερμηνεία ως προς τη συνδρομή του ε.σ., όταν μάλιστα είναι γνωστό ότι η εκκλησιαστική-πνευματική σχέση του ηγουμένου μίας μονής και των μοναχών της είναι πολύ στενότερη και ουσιαστικότερη από εκείνη μεταξύ ενός ιεράρχη και των πιστών της οικείας μητρόπολης, ώστε να δικαιολογεί ευθέως τη συνδρομή ηθικού ε.σ. από την πλευρά των μοναχών. Άλλωστε, στην αίτηση ακυρώσεως οι μοναχοί επικαλέστηκαν προς θεμελίωση του ε.σ. αυτών το γεγονός ότι ανήκουν «στην ίδια ευχαριστιακή κοινότητα υπό την πνευματική καθοδήγηση» του ηγουμένου τους.
4. Τέλος, δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να σχολιάσω τη σκοπιμότητα που πραγματικά εξυπηρετεί η επιβολή, από την πλευρά της διοικούσας Εκκλησίας, της λεγόμενης «πνευματικής ποινής του επιτιμίου της ακοινωνησίας». Την ποινή αυτή αντιμετώπισε ως παρεμπίπτον ζήτημα η σχολιαζόμενη ΣτΕ 686/2011, χωρίς όμως και να εισέλθει στην ουσία του ζητήματος. Είναι λοιπόν γνωστό, ότι σειρά παλαιότερων αποφάσεων έκριναν ότι το επιτίμιο της ακοινωνησίας δεν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο και ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους λειτουργούς της. Επιβάλλεται από την Εκκλησία ως πνευματικό οργανισμό κατ’ εφαρμογή ιερών κανόνων πνευματικής φύσεως και, συνεπώς, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, ώστε να υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 2976-2991/1996, 615-616/2004, 685-688/2001 κ.ά.). 
5. Όσοι ζούμε την εκκλησιαστική πραγματικότητα από κοντά, έχουμε δυστυχώς διαπιστώσει ότι η ανωτέρω νομολογιακή γραμμή παρείχε – άθελά της, ίσως - μέχρι σήμερα την απαραίτητη «νόμιμη» κάλυψη στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του εκκλησιαστικού οργανισμού, να επιβάλουν επί δικαίους και αδίκους το διαβόητο (δήθεν «πνευματικό») «επιτίμιο ακοινωνησίας», προκειμένου να εκφοβίσουν ή σιωπήσουν μη αρεστές φωνές. Και τούτο, βεβαίως, εκ  του ασφαλούς, διότι γνωρίζουν ότι τυχόν προσφυγή του αδικούμενου στο Συμβούλιο της Επικρατείας θα έχει την πιο πάνω κατάληξη. Απορούμε ωστόσο γιατί τόσο η σχολιαζόμενη ΣτΕ 686/2011, όσο και ανωτέρω αναφερθείσες, ουδέποτε προβληματίστηκαν δημιουργικά από το σκεπτικό της μειοψηφούσας - σαφώς όμως υποψιασμένης ως προς το τι τελικώς διακυβεύεται για τα δικαιώματα των πολιτών - γνώμης της ΣτΕ 2154/1988 [Αρμ. 42 (1988) 1052 επ. & ΝοΒ 46 36 (1988) 976 επ.), της πρώτης απόφασης του Ανώτατου Ακυρωτικού σχετικά με τη συνταγματικότητα της περίεργης αυτής εκκλησιαστικής ποινής.
Κατά τη θαρραλέα εκείνη γνώμη, η εκτελεστότητα μίας προσβαλλόμενης πράξης πρέπει κατ’ αρχάς να κρίνεται ενόψει του συνόλου του περιεχομένου της. Για το λόγο αυτό, όταν τα «πνευματικά εκκλησιαστικά επιτίμια» αποδοκιμάζουν ατομικά δικαιώματα των πολιτών, έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το ίδιο το Συντ., διότι κωλύουν την άσκηση δικαιωμάτων που αυτό παρέχει στον πολίτη. Τέτοια συνιστά η περίπτωση που το επιτίμιο απαγορεύει στον πολίτη την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (άρθρ. 5 § 1 Σ.) και το δικαίωμά του να συμμετέχει στη δημόσια ζωή, αναλαμβάνοντας δημόσιες θέσεις ή αξιώματα. Έτσι όμως, το αποτέλεσμα που παράγει η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι πια επιτίμιο πνευματικής φύσης. Εδώ, κατά τη μειοψηφία της ΣτΕ 2154/1988, «η πράξη εισβάλλει στο χώρο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Παραβιάζει ευθέως το Σύνταγμα και καμιά πράξη της Εκκλησίας που παραβιάζει το Σύνταγμα της Πολιτείας δεν μπορεί να θεωρηθεί πράξη πνευματική και ανέλεγκτη». Επιπλέον «το άρθρο 25 § 1 Σ. ορίζει ότι όλα τα όργανα του κράτους, άρα και τα δικαιοδοτικά, έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Η ακυρωτική απόφαση τούτο ακριβώς το αποτέλεσμα θα είχε: την άρση της προσβολής που ο αιτών έχει υποστεί στην προσωπικότητά του καθώς και την άρση του εμποδίου που η προσβαλλόμενη πράξη έχει θέσει στη λειτουργία του Συντάγματος και του νόμου. Η αντίθεση, λοιπόν, της προσβαλλόμενης πράξης στο Σύνταγμα αναιρεί τον πνευματικό χαρακτήρα του επιτιμίου, που θα έπρεπε να θεωρηθεί πράξη εκτελεστή (και βέβαια μη νόμιμη), η δε κρινόμενη αίτηση έπρεπε να θεωρηθεί παραδεκτή».
6. Και κάτι τελευταίο: ας μη λησμονούμε την κριτική που έχει επανειλημμένως ασκηθεί σχετικά με την απροκάλυπτη αντισυνταγματικότητα των λεγόμενων εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Πρόκειται για τα ειδικά όργανα της Εκκλησίας, που ιδρύθηκαν με το Ν. 5383/1932 «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», για την εκδίκαση των παραπτωμάτων των κληρικών ή μοναχών και την επιβολή των σχετικών ποινών. Σε αυτά ανήκουν τα Επισκοπικά Δικαστήρια, τα Συνοδικά Δικαστήρια, τα Δικαστήρια για τους Αρχιερείς και τους Συνοδικούς. Τα εν λόγω «δικαστήρια» ελάχιστα ανταποκρίνονται στις θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπει το Σύνταγμα, ώστε να διασφαλίζονται η αμερόληπτη απονομή της δικαιοσύνης και τα δικαιώματα των κατηγορουμένων κληρικών [βλ. εκτενέστερα: Δ. ΛΑΖΑΡΙΜΟΣ, «Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια δεν είναι δικαστήρια», ΝοΒ 8 (1960) 1257-1259· Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Εκκλησιαστικά δικαστήρια: ζητήματα αντισυνταγματικότη-τας και προοπτικές», Σύναξη τεύχ. 90, Απρίλιος-Ιούνιος 2004, 75-80·  Γ. ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ, «Η δημοσιότητα της δίκης και τα ανθρώπινα δικαιώματα στα εκκλησιαστικά δικαστήρια», ΝοΒ 47 (1999) 1661 επ.].
 
 
Αριθμός 686/2011
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2010, με την εξής σύνθεση: Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Ποταμιάς, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας, Σύμβουλοι, Κ. Πισπιρίγκος, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός. 
Για να δικάσει την από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτηση: των : 1) ................ του ......, Αρχιμανδρίτου, Ιερομονάχου και Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 2) ....... (κατά κόσμον ....) ..... του ...., Αρχιμανδρίτου, Ιερομονάχου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 3) Ιερώνυμου (κατά κόσμον .....).... του ...., Αρχιμανδρίτου, Ιερομονάχου και μέλους της Ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήτρος Ναυπάκτου, 4) ....... (κατά κόσμον ....) .... του ....., Αρχιμανδρίτου, Ιερομονάχου και μέλους του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 5) ..... (κατά κόσμον .....) .... του ......, Αρχιμανδρίτου, Ιερομονάχου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 6) ........ (κατά κόσμον ........) ..... του ........, Μοναχού της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 7) ........ (κατά κόσμον .......) ...... του ......, Μοναχού της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου και 9) ........ (κατά κόσμον .........) ........ του ......., Μοναχού της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, εγκαταβιούντων στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, με έδρα την Αγία Τριάδα της πρώην κοινότητας Σκάλας Ναυπάκτου, οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Νικ. Αντωνιάδη (Α.Μ. 17494), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, κατά της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία παρέστη με το δικηγόρο ... (Α.Μ. 17428), που τον διόρισε με απόσπασμα πρακτικού της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της. 
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν : 1) η υπ’ αριθ. 9/2006 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Συνοδικού για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος και 2) η υπ’ αριθ. 26/2005 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Κ. Πισπιρίγκου. 
[...] Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθ. 26/2005 πράξεως του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, με την οποία επεβλήθη στον πρώτο αιτούντα, ιερομόναχο, η ποινή της εκπτώσεως από τη θέση του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναυπάκτου λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων του και β) της υπ’ αριθ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, με την οποία απορρίφθηκε «έφεση» του πρώτου αιτούντος κατά της πρώτης προσβαλλομένης πράξεως και επικυρώθηκε η επιβληθείσα με την ως άνω πράξη πειθαρχική ποινή. 
Επειδή, τα «εκκλησιαστικά δικαστήρια» είναι πειθαρχικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, τα οποία ιδρύθηκαν για τη διατήρηση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας και την τιμωρία των κληρικών και μοναχών που υποπίπτουν σε παραπτώματα. Κατά την άσκηση της πειθαρχικής αρμοδιότητάς τους τα «εκκλησιαστικά δικαστήρια» επιβάλλουν ποινές, εκ των οποίων άλλες μεν έχουν πνευματική μόνο φύση, άλλες δε επηρεάζουν αμέσως την υπηρεσιακή σχέση του κληρικού ή του μοναχού καθώς και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή τη σχέση. Στη δεύτερη περίπτωση οι πράξεις των «εκκλησιαστικών δικαστηρίων» υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις (ΣτΕ 825/1988 Ολομ. κ.α.). Ειδικότερα, η πράξη «εκκλησιαστικού δικαστηρίου», με την οποία επιβάλλεται σε ιερομόναχο η ποινή της εκπτώσεως από κατεχόμενη θέση ηγουμένου Ιεράς Μονής, υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ως πράξη που συνεπάγεται στέρηση αρμοδιότητας διοικήσεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 4 και 39 παρ. 4 και 5 του ν. 590/1977 (Α` 146) κάθε Ιερά Μονή είναι, ως προς τις νομικές σχέσεις της, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που διοικείται από ηγουμενοσυμβούλιο, του οποίου προΐσταται ο ηγούμενος. 
Επειδή, η υπ’ αριθ. 26/2005 πράξη του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αίτηση ακυρώσεως, διότι ενσωματώθηκε στην επί της «εφέσεως» (που έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής) εκδοθείσα υπ’ αριθ. 9/2006 πράξη του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, η οποία είναι εκτελεστή διοικητική πράξη σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. 
Επειδή, οι λοιποί, πλην του πρώτου, αιτούντες επικαλούνται προς θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως την ιδιότητά τους ως μελών της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου και την συνύπαρξή τους «στην ίδια ευχαριστιακή κοινότητα υπό την πνευματική καθοδήγηση» του πρώτου αιτούντος. Ο δεύτερος και ο τρίτος εξ αυτών επικαλούνται και την ιδιότητά τους ως μελών του ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής. Με τις ιδιότητες, όμως, αυτές δεν θεμελιώνεται άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως. Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθ` ο μέρος ασκείται από τους λοιπούς, πλην του πρώτου, αιτούντες. 
Επειδή, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης υπ’ αριθ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, με την οποία επικυρώθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η επιβληθείσα στον πρώτο αιτούντα πειθαρχική ποινή της εκπτώσεως από την θέση του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, η Αδελφότητα της Ιεράς Μονής επανεξέλεξε τον πρώτο αιτούντα ως ηγούμενό της. Όπως, όμως, έγινε δεκτό με την από 4.9.2007 πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ασκεί κάθε εκκλησιαστική - διοικητική εξουσία κατά τους ιερούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις και τους νόμους κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (βλ. άρθρο 9 παρ.2 του ν. 590/ 1977), η ως άνω επανεκλογή του πρώτου αιτούντος στη θέση του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου έγινε «… όλως αντικανονικώς και προκλητικώς …κατά παράβασιν των κανόνων της Εκκλησίας…» και για το λόγο αυτό επεβλήθη, με την ίδια πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στον πρώτο αιτούντα και σε άλλα τρία μέλη της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής, τα οποία συνέπραξαν για την επανεκλογή του, η πνευματική ποινή του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Με την ίδια πράξη η Διαρκής Ιερά Σύνοδος «εντέλλεται τη Μοναστική Αδελφότητι … όπως προβή εις την εκλογήν νέου Ηγουμενοσυμβουλίου». Γνωστοποιώντας δε αυτή την πράξη της και απευθυνόμενη στον πρώτο αιτούντα και στα ως άνω τρία μέλη της Αδελφότητας η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Κατά την περίοδον ταύτην του επιτιμίου, στερείσθε της δυνατότητος ίνα τελήτε την Θείαν Λειτουργίαν και οιανδήποτε ιεροπραξίαν και τελετήν και μετέχητε του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας … Η εν τοις πράγμασι μετάνοια υμών θέλει αποκαταστήσει υμάς εις την Κοινωνίαν μετά του πληρώματος της καθ` όλου Ορθοδόξου Εκκλησίας» (βλ. το υπ’ αριθ. 3519/1921 /6.9.2007 έγγραφο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου). 
Επειδή, μέχρι το χρόνο της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είχε άρει την πνευματική ποινή του επιτιμίου της ακοινωνησίας, την οποία επέβαλε με την από 4.9.2007 πράξη της. Εξ άλλου, η αίτηση ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε από τον πρώτο αιτούντα και τα ως άνω τρία μέλη της Αδελφότητας κατά της πράξεως αυτής, ήδη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ’ αριθ. 685/2011 απόφαση του Δικαστηρίου. 
Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 ορίζεται ότι : «4. Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις … αι Μοναί … είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου …». Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ.1, 4 και 5 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής : «1. Η Ιερά Μονή είναι θρησκευτικόν καθίδρυμα δια την άσκησιν των εν αυτή εγκαταβιούντων ανδρών ή γυναικών, συμφώνως προς τας μοναχικάς επαγγελίας και τους περί μοναχικού βίου ιερούς κανόνας και παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 2. … 3. … 4. Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους … 5. Ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου … εκλέγονται … υπό της μοναχικής αδελφότητος … Η Δ.Ι.Σ. δύναται δι` ητιολογημένης αποφάσεως … να εγκρίνει την διενέργειαν νέας εκλογής προς ανάδειξιν Ηγουμένου». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο ηγούμενος Ιεράς Μονής της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει το καθήκον α) της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου θρησκευτικού καθιδρύματος κατά τους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και β) της διοικήσεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά τους νόμους του Κράτους. Η κτήση και η διατήρηση της θέσεως του ηγουμένου, για την άσκηση του διττού αυτού καθήκοντος, προϋποθέτει την εκκλησιολογική ικανότητά του να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα, η οποία όμως παύει να υφίσταται σε περίπτωση κατά την οποία αυτός καθίσταται ακοινώνητος λόγω επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας σε βάρος του, που έχει ως συνέπεια την αδυναμία του να τελεί θεία λειτουργία και κάθε άλλη ιεροπραξία και να μετέχει του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας (πρβλ. ΣτΕ 2979/1996 Ολομ.). Εν προκειμένω, το άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον του πρώτου αιτούντος για την ακύρωση της υπ’ αριθ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς (και, συναφώς, για την ανάκτηση της θέσεως του ηγουμένου, από την οποία εξέπεσε δυνάμει αυτής της πράξεως), το οποίο ήταν πρόδηλο κατά το χρόνο της εκδόσεως της πράξεως αυτής και το χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, δεν υφίσταται και κατά το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τον οποίο ο ίδιος στερείται εκκλησιολογικής ικανότητας ασκήσεως πνευματικών καθηκόντων ηγουμένου Ιεράς Μονής λόγω διατηρήσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, του επιτιμίου της ακοινωνησίας που επεβλήθη σε βάρος του με την από 4.9.2007 πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Συνεπώς, δεδομένου ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του εκάστοτε αιτούντος και κατά το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και καθ` ο μέρος ασκείται από τον πρώτο αιτούντα. Αν και κατά τη γνώμη του Προέδρου του Τμήματος Αντιπροέδρου Γ. Σταυρόπουλου και της Συμβούλου Π. Καρλή, ο πρώτος αιτών παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση της υπ` αριθμ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, παρά την αδυναμία του να ασκεί κατά τον παρόντα χρόνο καθήκοντα ηγουμένου Ιεράς Μονής λόγω της ακοινωνησίας του σύμφωνα με τα εκτεθέντα, διότι πάντως έχει ηθικό έννομο συμφέρον να αμφισβητεί τη νομιμότητα της έκπτωσής του από τη θέση του ηγουμένου λόγω κατάγνωσης πειθαρχικών παραπτωμάτων σε βάρος του από το εκκλησιαστικό δικαστήριο. 
Επειδή, σύμφωνα με την γνώμη που επεκράτησε, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη στο σύνολό της. 
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
 

Νέα

Ζ΄ Διεθνές Επιστημονικό...
Συνέντευξη - Αφιέρωμα
Με αφορμή το άρθρο μου για τη...
Περί θρησκευτικών κοινοτήτων
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου:...
Οι Θρησκείες στην εποχή του...
Βιντεοσκοπημένη έκδοση του...
Η χρήση της μαντίλας από τις...
Θρησκευτικές κοινότητες:...
Άρθρο 13: Παρελθόν, Παρόν και...
<< 1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>