Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β' Μέρος}

της Ραφαέλλας Σταυριδάκη

Για τη σπουδαιότητα της Μονής ως πνευματικού κέντρου αρκετοί ερευνητές επικαλούνταιτην διάταξη του τυπικού, που αναφέρεται στην ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίου (Κεφ. λα΄ «Περί των νεογνών παιδίων, εν οις οφείλουσι διάγειν και ανατρέφεσθαι και τα ιερά γράμματα εκπαιδεύεσθαι»: «Μαθητευθήτωσαν δε εκ των ειρημένων παίδων παρά τω δηλωθέντι γηραιώ ιερεί παίδες τον αριθμόν εξ, λαμβάνοντες από της μεγάλης μονής τας διατροφάς αυτών και τα παντοία ενδύματα κατά το αρμόδιον, και έστωσαν εκείσε, έως ου τελείως μαθώσι και φθάσωσιν εις τάξιν ιερατείας»). Όπως, όμως, προκύπτει από τη διατύπωση του τυπικού και τα συμπεράσματα της σύγχρονης έρευνας, πρόθεση του Πακουριανού δεν ήταν η δημιουργία μίας ιερατικής σχολής, αλλά ενός εκπαιδευτηρίου που προετοίμαζε τους μελλοντικούς ιερείς και μοναχούς, με αποκλειστικό σκοπό τη μελλοντική στελέχωση και την κάλυψη των αναγκών της Μονής. Η Μονή, επίσης, διέθετε Γηροκομείο και Βιβλιοθήκη, γεγονός που την καθιστούσε σημαντικό κέντρο κοινωνικής μέριμνας για την ευρύτερη περιοχή. 
Τον 13ο αιώνα οι Βυζαντινοί Ιβηριανοί Μοναχοί έχασαν την κυριότητα του Μοναστηριού (παρά τις προθέσεις του ιδρυτή του), αλλά οι παραδόσεις τους διατηρήθηκαν μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα και σώζεται μέχρι σήμερα ένα Αρμενικό Ευαγγέλιο του 10ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το Μοναστήρι τέθηκε υπό την προστασία του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ, όπως αποδεικνύεται από μια εικόνα του στις αψίδες του νάρθηκα του οστεοφυλακίου. Πιστεύεται ότι ο ιδρυτής της Φιλολογικής Σχολής του Τάρνοβο και τελευταίος πατριάρχης της μεσαιωνικής Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριάρχης Ευθύμιος εξορίσθηκε από τους Τούρκους και εργάσθηκε στη σχολή του μοναστηριού στις αρχές του 15ου αιώνα.
Αν και το μοναστήρι επέζησε των πρώτων κυμάτων της Τουρκικής εισβολής στα Βουλγαρικά εδάφη, αργότερα λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, αλλά ανακαινίστηκε προς το τέλος του 15ου αιώνα. Η τραπεζαρία, της οποίας οι τοιχογραφίες από ανώνυμο ζωγράφο έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία, ανακατασκευάσθηκε το 1601 και η Εκκλησία της Παναγίας, που σώζεται ακόμη, ολοκληρώθηκε το 1604. Το Μοναστήρι του Μπάτσκοβο υπήρξε, επίσης, η τελευταία κατοικία του Πατριάρχη Ευθύμιου (1330–1404), του Έξαρχου Στεφάνου Α΄(1878-1957) και του Πατριάρχη Κυρίλλου (1901–1971).
Το μόνο τμήμα που έχει διασωθεί από το αρχικό κτίριο του μοναστηριού είναι το οστεοφυλάκιο, που έχει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και παλιές τοιχογραφίες και βρίσκεται 300 μέτρα από το σύγχρονο μοναστηριακό συγκρότημα. Το κτίριο έχει δύο ορόφους, από τους οποίους μόνο ο ένας φαίνεται από τα νότια. Από αρχιτεκτονική άποψη το σχέδιό του φαίνεται ξένο προς τις τοπικές παραδόσεις. Θυμίζει Συριοπαλαιστινιακούς νεκροθαλάμους, με τους δύο ορόφους του ταυτόσημου σχεδιασμού. Κάθε όροφος έχει ένα νάρθηκα, ένα ενιαίο κλίτος και μια αψίδα. Το ισόγειο προορίζεται για κρύπτη και έχει 14 θέσεις ταφής. Η αψίδα στον άνω όροφο, την κυρίως εκκλησία (γνωστή ως Εκκλησία της Αγίας Τριάδας), είναι ημικυκλική στο εσωτερικό και πενταγωνική στο εξωτερικό με 3 ανοίγματα που αφήνουν λίγο φως να περνά στο ιερό. Το κτίριο είναι θολωτό. Το οστεοφυλάκιο είναι ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο κατασκευής του, αποτελώντας ένα μείγμα Αρμενικής, Γεωργιανής και Βυζαντινής κατασκευαστικής παράδοσης. 
Το Καθολικό της Παρθένου Μαρίας (χρονολογούμενο από το 1604) είναι το μέρος, όπου φυλάσσεται μια πολύτιμη εικόνα της Παρθένου Μαρίας από το 1310 (προερχόμενη από τη Γεωργία). Σύμφωνα με θρύλο η εικόνα είναι θαυματουργή, προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές. Αυτή η εκκλησία χτίστηκε στη θέση της παλιότερης εκκλησίας του μοναστηριού, που καταστράφηκε από τους Τούρκους. Το κτίριο έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα στην αρχική του μορφή της τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο με τρεις πενταγωνικές αψίδες. Ένας επάργυρος σταυρός πάνω στον τρούλο φέρει την επιγραφή "Πάντα νίκα !" στα Γεωργιανά. Οι τοιχογραφίες στον ευρύχωρο νάρθηκα ζωγραφίστηκαν το 1643 και απεικονίζουν σε φυσικό μέγεθος τον Γκεόργκι και το γιο του Κονσταντίν, υψηλόβαθμους προύχοντες στην Κωνσταντινούπολη και δωρητές του ναού. Οι νωπογραφίες στον κυρίως ναό ζωγραφίστηκαν πολύ αργότερα, το 1850, από το Γιόαν Μος (Μόσκο). Οι δύο κεντρικές εικόνες στο εικονοστάσι, της Αγίας Παρθένου και του Ιησού Χριστού, χρονολογούνται με ακρίβεια (1793). Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, ο επισκοπικός θρόνος και άλλα σχετικά χρονολογούνται από το 18ο αιώνα.