Διαχρονίες και Ασυμφωνίες

 
Την προηγούμενη εβδομάδα είχα την ωραία ευκαιρία να κάνω έναν ιστορικό-αρχαιολγικό περίπατο με φίλες και φίλους, παλιούς συνυποτρόφους της Ακαδημίας Αθηνών, ξεκινώντας από τη μεγαλύτερη πύλη της αρχαίας Αθήνας, το Δίπυλο στον Κεραμεικό και ακολουθώντας νοητά την πορεία της αρχαίας επίσημης οδού, του λεγόμενου και Δρόμου, φτάσαμε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, 1,5 χιλιόμετρο περίπου στα δυτικά. Η ευρεία αυτή οδός, με πλάτος περίπου 40 μέτρων, γνωστή αρχικώς ως Ὁδὸς Κεραμεικοῦ, διέσχιζε τον ομώνυμο αρχαίο δήμο της Αθήνας και οδηγούσε σε ένα από τα τρία γυμνάσια της πόλης, στην περιοχή της Ακαδημίας. Εκεί το 387 ο Πλάτωνας ίδρυσε τη φιλοσοφική του σχολή, που οδήγησε στο να καταστεί  το όνομα της Ακαδημίας  συνώνυμο των ανώτερων πνευματικών ιδρυμάτων. 
Μέσα στο μικρό τμήμα της αρχαίας οδού που βρίσκεται εντός του ανεσκαμμένου αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα ορισμένων εντυπωσιακών ταφικών μνημείων, που είχαν ανεγερθεί δημοσία δαπάνη για τους πεσόντες σε πολεμικές επιχειρήσεις υπέρ της πόλης και για επιφανείς άνδρες του δημοσίου βίου. Αυτά συνέχιζαν και εκτός του χώρου, ευρισκόμενα εκατέρωθεν και πέριξ της οδού, μέχρι και την απόληξή της στην Ακαδημία. Αποτελούσαν το δημόσιο νεκροταφείο, το Δημόσιον Σῆμα, στο οποίο εκφωνούνταν και οι επιτάφιοι προς τιμή των πεσόντων, με γνωστότερο, φυσικά, τον λόγο του Περικλή για τους πεσόντες του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου που διασώζεται από τον Θουκυδίδη στις Ἱστορίες του (Β΄, 34-46). Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέπτεται την Αθήνα κατά τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., κατευθυνόμενος προς την Ακαδημία απαριθμεί πλήθος ταφικών μνημείων διασήμων ανδρών, ανάμεσα στα οποία του Περικλή και του ρήτορα Λυκούργου, η θέση του οποίου έχει εντοπιστεί, και πεσόντων σε πολέμους, από τους κλασικούς χρόνους και εξής (1, 29,2- 16).
Περπατώντας σε αυτό το άλλοτε «κάλλιστον προάστειον τῆς πόλεως», για να θυμηθώ και πάλι τον Θουκυδίδη (Β, 34,4), μπορούμε να δούμε σε μερικά σημεία των συγχρόνων οδών που βρίσκονται πάνω από τον αρχαίο Δρόμο, πολύ λίγα ψήγματα αυτής της οδού και ό,τι έχει απομείνει από τα ταφικά μνημεία. Χαρακτηριστική, σχετικά πρόσφατη περίπτωση είναι η αποκάλυψη ενός τμήματος ενός πολυανδρίου, ενός κοινού τάφου πολεμιστών από το πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., σε ένα σημείο της πεζοδρομημένης οδού Σαλαμίνος, όπου έχει διαμορφωθεί μία πλατεία που αποτελεί δημοφιλές σημείο συνάντησης σήμερα. 
Σε σημεία σαν και αυτά μέσα στον αστικό ιστό μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή η σχέση του ιστορικού παρελθόντος της πόλης με το παρόν, μία απτή αίσθηση  της διαχρονία της Αθήνας, για να δανειστώ έναν όρο της γλωσσολογίας. Αυτό, αν μη τι άλλο, είναι ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα για όλους όσους κατοικούν ή έστω επισκέπτονται το «κλεινὸν ἄστυ», που κατατάσσεται στις παλαιότερες πόλεις του κόσμου. 
Ταυτόχρονα, όμως, όλοι σχεδόν οι παριστάμενοι συνυπότροφοι, με ρώτησαν γιατί δεν έχει αναδειχθεί όλο αυτό το ιστορικό τμήμα της αρχαίας πόλης, αλλά παραμένει απογοητευτικά αποσπασματικό και μη εύκολα κατανοητό για τον μέσο περαστικό. Εδώ ερχόμαστε στην άλλη πτυχή που διέπει τη διαχρονία στην πόλη της Αθήνας και την πρόσληψή της, το ζήτημα της συνύπαρξης των αρχαιοτήτων με τη συνεχώς αναπτυσσόμενη σύγχρονη πόλη και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εύρεση και ανάδειξη τμημάτων των αρχαίων, αλλά και νεώτερων φάσεων του παρελθόντος της Αθήνας. 
Μια βασική ασυμφωνία μεταξύ των παρελθουσών φάσεων και του αναπτυσσόμενου συγχρόνου άστεως εκδηλώθηκε από τους πρώτους χρόνους μετά την Επανάσταση το 1821. Ήδη πριν την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους, οι  αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Schaubert το 1832 εκπόνησαν ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, το οποίο προέβλεπε πλατείες οδούς και άλλα στοιχεία ορθής ρυμοτομίας και οργάνωσης που στερήθηκε η Αθήνα στη συνέχεια. Επιπλέον, είχαν προνοήσει ώστε να παραμείνει ελεύθερο οικοδόμησης το τμήμα αυτού που σήμερα καλούμε ιστορικό κέντρο της Αθήνας, και να διενεργηθούν ανασκαφές για την ανάδειξη της αρχαίας πόλης. Τελικώς, όμως, μετά από αντιδράσεις των Αθηναίων, το σχέδιο αυτό ουδέποτε εφαρμόστηκε  και η Κυβέρνηση ανέθεσε στον Βαυαρό von Klenze, αρχιτέκτονα του βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Α΄, να το τροποποιήσει, μετριάζοντας τις δραστικές παρεμβάσεις στον υπάρχοντα αστικό ιστό της Αθήνας και, ανάμεσα σε άλλα, μειώνοντας και την έκταση της προβλεπόμενης αρχαιολογικής ζώνης. 
Ήδη από  τα πρώτα εκείνα χρόνια η δόμηση ή η διατήρηση των υφιστάμενων κτηρίων μέσα στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ερχόταν συνεχώς σε σύγκρουση με τις οποίες προσπάθειες για αρχαιολογικές έρευνες, που ούτως ή άλλως δυσχεραίνονταν από τη συνεχή έλλειψη επαρκών πόρων για απαλλοτριώσεις. Αυτό το φαινόμενο γιγαντώθηκε, φυσικά, κατά τους μεταπολεμικούς χρόνους. Η ανεξέλεγκτη έκρηξη της δόμησης με τη μέθοδο της αντιπαροχής, πολλές φορές χωρίς τη μελέτη αρχιτέκτονα, και η αυθαίρετη δόμηση που ολοένα αυξανόταν, μετέτρεψαν την Αθήνα σε μια απρόσωπη «μοντέρνα» πρωτεύουσα. Πάρα πολλά τμήματα της αρχαίας πόλης και του φυσικού της τοπίου έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί και μας είναι γνωστά μόνο από περιγραφές περιηγητών, παλαιά σχέδια ή φωτογραφίες και σύντομες, συνήθως, αναφορές των αρχαιολόγων κατά τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών.  
Παρόλα ταύτα, αν και πολλά έχουν χαθεί, υπάρχει ακόμα η δυνατότητα ανάδειξης της μοναδικής διαχρονίας που διαθέτει η Αθήνα μέσα από αυτά που διατηρούνται ή από αυτά που μπορούν να εντοπιστούν σε μελλοντικές έρευνες. Είναι κατανοητό, βέβαια, ότι αυτό αποτελεί ένα ιδιαιτέρως δύσκολο πεδίο της έρευνας, με πλείστες νομικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους, που καθιστούν αναγκαία τη συνεργασία πλήθους φορέων, περά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει την ευθύνη, αλλά και τον έλεγχο των ερευνών. Η διαχείριση και ανάδειξη των αρχαιοτήτων είναι μία απαραίτητη πτυχή της αρχαιολογικής  έρευνας σήμερα (σίγουρα όχι αυτόνομη επιστήμη, όπως καθ΄ υπερβολή άκουσα κάποτε να αποκαλείται), που συμβάλλει θετικά στην προστασία των μνημείων, αλλά και στη δημιουργική σύνδεσή τους με τον σύγχρονο αστικό περίγυρο. Σε αυτήν την κατεύθυνση, μπορούν να γίνουν πολλά, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα υπάρξουν και αποφασιστικές κινήσεις για την αντιμετώπιση χρονίων κακοδαιμονιών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, στις οποίες θα αναφερθώ σε μελλοντικό άρθρο. 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>