«Πεντηκοστὴν ἐορτάζομεν»: από την βαβελική ετερονομία, στην αγαθοποιό Χάρη

 
Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· 
ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ
οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, 
ἀλλ᾿ ἕξειτὸ φῶς τῆς ζωῆς
(Ιω. 8:12, από το Ευαγγελικό ανάγνωσμα 
της εορτής της Πεντηκοστής)
 
 
1. Βιβλική θεμελίωση και αφετηρία
H Πεντηκοστή, ή εορτή των Εβδομάδων, αποτελούσε μια από τις τρεις μεγάλες προσκυνηματικές εορτές του αρχαίου Ισραήλ μαζί με τηνεορτή των Αζύμων και την εορτή της Σκηνοπηγίας. Ακολουθούσε πενήντα ημέρες μετά την εορτή των Αζύμων. Το περιεχόμενο της εορτής σχετίζεται με την ανάμνηση της παράδοσης του Νόμου από τον Θεό στον Μωυσή, ηγέτη των ενωμένων δώδεκα φυλών του Ισραήλ, στο όρος Σινά «ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον» (Εξ. 33:11). Κυρίως συνδεόταν η εορτή των Εβδομάδων με το θερισμό και πιο συγκεκριμένα με το θερισμό του σιταριού (Εξ. 34:22). Γύρω από την Τορά (Νόμος του Μωυσέως), συσπειρώθηκαν οι ενωμένες φυλές του Ισραήλ. Απαλλαγμένες από τη δουλεία της Αιγύπτου, σταδιακά κατέκτησαν τη γη της Επαγγελίας. Την περίοδο της Βασιλείας των Δαυίδ και Σολομώντα, το βασίλειο του Ισραήλ θα φθάσει στο αποκορύφωμα της ισχύος του με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, ενώ τότε κτίζεται ο περίφημος ναός του Σολομώντα ή πρώτος ναός.
---------
Η χριστιανική Πεντηκοστή, διαγράφει τη δική της πορεία μέσα στη βιβλική ιστορία. Στη θέση της εορτής των Αζύμων, ευρίσκουμε τον κενό τάφο του Ιησού. Αντί της ανάμνησης της παράδοσης του Νόμου του Μωυσή στο φλεγόμενο από τη θεία παρουσία Σινά, δεικνύεται το καινό πολίτευμα της βασιλείας των Ουρανών, το οποίο ακούει στο όνομα «Χάρις και Ἀλήθεια» (Ιω. 1:17). Εορτάζεται η εκπλήρωση της επαγγελίας του ανεστημένου Κυρίου, ο οποίος, αφού είπε στους μαθητές του ότι το Ευαγγέλιό πρέπει και πρόκειται να κηρυχθεί σε όλη την κτίση με αφετηρία την Ιερουσαλήμ, πρόσθεσε:
«καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει ῾Ιερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους» (Λκ. 24:49).
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων (2:1-11), ο Λουκάς εξιστορεί τον είσοδο του Παράκλητου Πνεύματος, του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδας στη ζωή της χριστιανικής Εκκλησίας:
Εν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι• καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαν το λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν• γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. ἐξίσταν το δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους• οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήν ην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
Ένα από τα κύρια συμβάντα του γεγονότος της Πεντηκοστής, αναφέρει ο Λουκάς, είναι ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος εν είδει πύρινων γλωσσών συνοδεύθηκε με το χάρισμα της γλωσσολαλίας,  το οποίο οδήγησε στην αποκατάσταση της ενότητας της ανθρωπότητας σε επίπεδο γλωσσικής κατανοήσεως και επικοινωνίας. Στη θέση τέλος των θερισμένων σιτηρών, έχουμε τον πνευματικό «θερισμό» τριών περίπου χιλιάδων ψυχών, οι οποίες δέχονται το κήρυγμα μετανοίας του Πέτρου και αποτελούν τα ιεραποστολικά πρωτόλεια στη μερίδα των σωζομένων. 
 
2. Ενότητα, ετερονομία και αγαθοποιΐα
Στη μακρά βιβλική ιστορία καταγράφονται επανειλημμένα κινήματα ενότητας. Πολλές όμως από τις ενώσεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν προς δοξαν Θεού, όπως εκείνες οι οποίες εορτάζονται κατά την ιουδαϊκή και τη χριστιανική Πεντηκοστή, αλλά υπό την επίδραση μιας άλλης δύναμης. Έλαβαν σάρκα και οστά υπό την επιρροή και την αιχμαλωσία ενός «νόμου ἑτέρου», όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί ο Παύλος, ο οποίος διαρκώς ανταγωνίζεται με και αντιστρατεύεται στον Νόμο του Θεού από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης μέχρι και τα ανώτατα κλιμάκια των κυβερνήσεων και των δικαιοταξιών αυτού του κόσμου (Ρωμ. 7:23). Ο έτερος αυτός νόμος είχε και έχει τα δικά του ενωτικά καλέσματα.
-----------------
Η πρώτη ετερόνομη πανανθρώπινη ένωση καταγράφεται στη βιβλική ιστορία πως έγινε με αφορμή τη σαρκική ηδονή. Η επιμιξία που ακολούθησε μεταξύ των ὑιώντοῦΘεοῦκαι των θυγατέρων τῶν ἀνθρώπων, όπως σχετικά διηγείται η Γένεση, οδήγησε σε μια ανθρωπότητα ασύλληπτης κακίας και πονηρίας, που χρειάστηκε ένας παγκόσμιος κατακλυσμός για να την εξαλείψει και να αποπλύνει τα ανομήματά της από το πρόσωπο της Γης  (Γεν. 6-8). 
--------------------
Η δεύτερη ετερόνομη ένωση έγινε για να κτιστεί η πόλη και ο πύργος που θα έφθανε μέχρι τον ουρανό, φωστήρας μέγας στο στερέωμα της αυτόφωτης ανθρωπότητας, πριν η τελευταία διασπαρείστα πέρατα της γης. Εξωβιβλικές πηγές (Ιώσηππος, Ταλμούδ), αποδίδουν στον Νεβρώδ, μια από της πρώτες βασιλικές προσωπικότητες της Μεσοποταμίας, την πρωτοβουλία του όλου εγχειρήματος. Ασφαλέστερο εξ απόψεως βιβλικής ιστορίας είναι να αποδώσουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της οικοδόμησης της πόλης και του πύργου της Συγχύσεως (Βαβέλ), όπως έκτοτε χαρακτηριστικά ονομάστηκε, σε συλλογικό κυβερνητικό σχήμα, το οποίο πιθανότατα απαρτιζόταν από τους γενάρχες και τους επικεφαλής της μετακατακλυσμιαίας ανθρωπότητας, όπως οι τελευταίοι καταγράφονται στον λεγόμενο Πίνακα των Εθνών (Γεν. 10-11). Για την κατασκευή αξιοποιήθηκαν νέα, για την εποχή, υλικά και τεχνολογία, ενώ το όλο εγχείρημα υπήρξε καρπός, σύμφωνα με το συγγραφέα της Γενέσεως, της ιδέας ότι, με όχημα την ενότητα, η ανθρωπότητα θα μπορούσε να βρει η ίδια το δρόμο της προς τη δύναμη, τη δικαιοσύνη και τη δόξα. Αυτή τη φορά, ήταν η ετερονομία της φιλοδοξίας. Το εγχείρημα όμως δεν ευοδώθηκε. Η πόλη και ο πύργος της Συγχύσεως έμειναν, τελικά, και εγκαταλείφθηκαν ημιτελείς. Με τη σύγχυση των γλωσσών, η δικαιοσύνη του Θεού απέτρεψε τη φιλόδοξη όσο και νεαρά ανθρωπότητα από να καταχραστεί την ενότητα, και ιδιαίτερα τη γλωσσική ενότητα, ως κεφάλαιο αυτοδυναμίας και μεγαλομανίας (Γεν. 11).
------------------------
Μια τρίτη παγκόσμια ετερόνομη ένωση, κατά πολύ μεγαλύτερη των προηγουμένων, περιγράφεται γλαφυρά στο προφητικό βιβλίο του Δανιήλ. Πρόκειται για το όνειρο του Ναβουχοδονόσορα, βασιλέα της Βαβυλώνας και καταστροφέας της Ιερουσαλήμ. Στο πρώτο στιγμιότυπο του ονείρου, παρουσιάζεται ένα τεράστιο και φοβερό άγαλμα. Το κεφάλι του αγάλματος ήταν από χρυσάφι, το στήθος και οι βραχίονες από ασήμι, η κοιλιά και οι μηροί από χαλκό, οι κνήμες από σίδερο, και τα πόδια από σίδερο και πηλό. Έπειτα, μια πέτρα αποσπάσθηκε από ένα παρακείμενο βουνό και χτύπησε τα πόδια του αγάλματος. Το άγαλμα έγινε θρύψαλα που τα πήρε ο άνεμος. Η πέτρα όμως έγινε μεγάλο βουνό που γέμισε τη γη. Ο Δανιήλ ερμηνεύει το όνειρο αποκαλύπτωντας στον Χαλδαίο ηγεμόνα ότι. Το χρυσό κεφάλι συμβολίζει τη βασιλεία των Βαβυλωνίων (1830 π.Χ.-1531 π.Χ., 626 π.Χ.-539 π.Χ.) (Δαν. 2:38). Το ασημένιο τμήμα, την Μηδο-περσική αυτοκρατορία (550 π.Χ. -330 π.Χ.) (Πρβλ. Δαν. 5:26-31). Το χάλκινο, την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα Ελληνιστικά Βασίλεια, στα οποία η τελευταία διασπάστηκεμετά τον πρόωρο θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη (336 π.Χ. -323 π.Χ., 323 π.Χ. - 31 π.Χ.) (Πρβλ. Δαν. 8:20-21, 10:20-11:14). Οι σιδερένιες κνήμες, την κραταιά Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (509 π.Χ. - ). Το κράμα σιδήρου και πηλού του πέμπτου και τελευταίου μέρους του αγάλματος, συμβολίζει, αποκαλύπτει ο Δανιήλ, ένα διαιρεμένο βασίλειο. Η ταυτότητα του πέμπτου και τελευταίου ετερόνομου αυτού βασιλείου αποτελεί, μέχρι στιγμής, ζήτημα θεολογούμενο επιδεκτικό πληθώρας ερμηνειών και αναγνώσεων. Ακροθιγώς θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι η χρονική περίοδος εντός της οποίας αναμένεται η εμφάνιση αυτού του διαιρεμένου βασιλείου εκτείνεται από την πρώτη διαίρεση της Ρώμης από μονοκρατορία σε τετραρχία (με εισηγητή τον Διοκλητιανό, 286 π.Χ.), διέρχεται μέσα από τις διάφορες εκδοχές και αναφάνειες του δυτικού ρωμαϊκού κράτους (καταλύθηκε το 476 μ.Χ. από τους Γότθους και εκ δευτέρου το 1805 μ.Χ. από το Μεγάλο Ναπολέοντα) και της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (καταλύθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας και το 1435 μ.Χ. από τους Οθωμανούς Τούρκους), και καταφθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Εκείνο ωστόσο το οποίο είναι σαφές στην ερμηνεία του Δανιήλ, είναι ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του πέμπου βασιλείου, ο «λίθος ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Μτ. 21:42) θα συντρίψει οριστικά και τελεσίδικα την ετερονομία και την ετεροδημιουργίατων βασιλέων της γης και θα εγκαθιδρύσει βασιλεία θείας δικαιοσύνης η οποία δεν θα έχει τέλος. Στο ίδιο πνεύμα με το προειρημένο όνειρο εντάσσεται και το όνειρο που είδε ο ίδιος ο Δανιήλ με τα τέσσερα θηρία τα οποία είδε να ανεβαίνουν εκ της θαλάσσης της μεγάλης και τα οποία αντιστοιχούν στα τέσσερα πρώτα στοιχεία του αγάλματος (Δαν. 7:1-14).
Οι δικαιοταξίες των προαναφερθέντων κρατικών μορφωμάτων αποκαλούνται εξ απόψεως χριστιανικής θεολογίας ετερόνομες, στο βαθμό που υφίστανται και λειτουργούν με αφετηρία και επίκεντρο τον ανθρώπινο και όχι το θείο παράγοντα. Η ετερονομία αυτού του είδους διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική ετερονομία αναφέρεται στη ρύθμιση θεμάτων τα οποία ο ετερόνομος νομοθέτης θεωρεί ως κατεξοχήν ίδιες υποθέσεις, για παράδειγμα, το καθεστώς λειτουργίας του δημοσίου τομέα. Εξωτερική ετερονομία παρατηρείται εκεί που ο νομοθέτης αποπειράται να ρυθμίσει δικαιϊκά οντότητες με δραστηριότητα μεν εντός, ταυτότητα δε εκτός της ετερόνομης δικαιοδοσίας του. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και η περίπτωση της Εκκλησίας η οποία ανά τον κόσμο ενδύεται διαφορετική νομική μορφή, η ίδια όμως πάντοτε και πανταχού αποκαλύπτει εαυτή ως σώμα Χριστού, λαός του Θεού, βασιλεία «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιω. 18:36), ως οργανισμός θεοΐδρυτος, θεοσκέπαστος και θεοφρούρητος σε όλες του τις εκφάνσεις. Σημαντικό τμήμα του Κανονικού και του Εκκλησιαστικού Δικαίου αφιερώνεται στην απόπειρα εξισορροπημένης ρύθμισης της αμφίδρομης όσο και αμφιλεγόμενης συχνά, αυτής σχέσης Εκκλησίας και Κόσμου, καθώς και μεγάλο ανάπτυγμα της παγκόσμιας ιστορίας, εκκλησιαστικής και πολιτικής.
 
3. Ενότητα, Χάρις και αγαθοποιΐα
Δύο χιλιετίες σχεδόν μετά την πρώτη Πεντηκοστή της, Η Εκκλησία του Χριστού παραμένει εδραία στη διδασκαλία της ότι αποτελεί ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη «ὁδὸν ζωῆς». Τον δρόμο της μπορούν να βαδίσουν όλες και όλοι οι άνθρωποι ενωμένοι χωρίς διακρίσεις και διαχωρισμούς ως τέκνα και λαός Θεού ηγαπημένος.
Η Εκκλησία του Χριστού, επίσης από θεολογικής απόψεως, αποτελεί αυτοδύναμη και παγκόσμια δικαιοταξία. Ο Νόμος της Χάριτος που διέπει την εκκλησιαστική ζωή φανερώνεται μέσα από τέσσερα δικαϊκά στοιχεία, τις ιερές εντολές, τους ιερούς κανόνες, τους θεοσεβείς νόμους και τους διακριτικούς/ψυχωφελείς λόγους. Οι εντολές εμπεριέχονται στο σύνολό τους στον Κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής με έμφαση, φυσικά, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Οι Ιεροί Κανόνες αποτελούν καρπό των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων καθώς και Πατέρων της Εκκλησίας. Οι θεοσεβείς νόμοι αναφέρονται σε νομική παραγωγή ηγετών, στο βαθμό που οι τελευταίοι νομοθετούν και ενεργούν ωςεπίσκοποι των «έξω» και ως «οὐκ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν» (Ρωμ. 13:3). Οι διακριτικοί λόγοι τέλος έχουν προαιρετικό και προσωπικό, κυρίως, χαρακτήρα και απευθύνονται από ηγιασμένα μέλη της χριστιανικής κοινότητας (Πνευματικούς ή/και χαρισματούχους Γέροντες) προς καθένα ο οποίος τους υπέβαλε το αίτημα «εἰπέ μοι λόγονινα σωθώ».
Είναι μέσα από αυτό το σύστημα της Χάριτος που διαπορθμεύονται η αγάπη και η χαρά, η ειρήνη και η μακροθυμία, η χρηστότητα και η αγαθωσύνη, η πραότητα και η εγκράτεια, η πίστη και η ελπίδα και σύνολο το πλήρωμα των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, σε όλη την οικουμένη.