Τυπικό του μεγάλου δομέστικου της Δύσης Γρηγόριου Πακουριανού για την Ιερά Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Πετριτζονίτισσας {Μέρος Α}

2016-08-24 01:37

Γρηγόριος Πακουριανός - Λίγα βιογραφικά στοιχεία

Ο Γρηγόριος Πακουριανός ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους στρατιωτικούς του Βυζαντίου κατά τον 11ο αιώνα. Ήταν γιος του Γεωργιανού Δούκα Πακουριανού (Bakurian) της περιοχής της Ταόχης (γεωργιανά: Τάο) (σήμερα στην Ανατολική Τουρκία κοντά στα σύνορα με Γεωργία και Αρμενία), η οποία το 1001 προσαρτήθηκε από το Βυζάντιο (Μέση Βυζαντινή περίοδος). Έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία και επειδή η οικογενειακή περιουσία μοιράστηκε στις πολλές αδελφές του αναγκάστηκε, μαζί με τον αδελφό του Mάγιστρο Απάσιο, να εγκαταλείψει την πατρίδα του, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη στον αδερφό του. Τέθηκε, λοιπόν, στην υπηρεσία των Βυζαντινών και διακρίθηκε ως διοικητής στρατευμάτων για τις πολεμικές του αρετές. Έτσι, ανέλαβε κατά καιρούς το αξίωμα του δούκα στην Τραπεζούντα, στην Θεοδοσιούπολη, στο Κάρς, στα Σμολενά και τέλος, το 1081, έγινε Μέγας Δομέστικος της Δύσης. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. αμείφθηκε για τις υπηρεσίες του με πολλά κτήματα, κυρίως στη Θράκη και στη Μακεδονία, επίσης απέκτησε σημαντική περιουσία, όταν κληρονόμησε τον αδελφό του Απάσιο, που είχε γίνει μάγιστρος (ανώτατο πολιτειακό αξίωμα) και διετέλεσε διοικητής Αντιοχείας. Επίσης, συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξιο Α' Κομνηνό, ώστε μετά την ανάρρηση του τελευταίου στον αυτοκρατορικό θρόνο (στην οποία είχε συνεργήσει και ο ίδιος ως στρατιωτικός διοικητής) έλαβε νέους τίτλους και αξιώματα. Αγωνίστηκε μαζί με τον Αλέξιο για την αντιμετώπιση των επιδρομών των Νορμανδών, των Κομάνων και των Πετσενέγκων. Σκοτώθηκε σε αρκετά μεγάλη ηλικία, το 1086, πολεμώντας κατά των Πετσενέγκων υπέρ της ακεραιότητας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, που την είχε υπηρετήσει σε όλη του τη ζωή. Το 1081 σε έκταση που του είχε παραχωρηθεί από τον αυτοκράτορα κοντά στη σημερινή Στενήμαχο (πόλη νοτιοκεντρικής Βουλγαρίας) ίδρυσε Μοναστήρι τιμώμενο στην Κοίμηση της Θεοτόκου (Μπάτσκοβο), το οποίο προίκισε με σημαντική περιουσία και για την καλύτερη λειτουργία του συνέταξε τυπικό (το οποίο έχει εκδοθεί στον 42ο τόμο του Revue des Etudes Byzantines, το 1984). Το μοναστήρι αυτό λειτουργεί ακόμη: Της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία ίδρυσε ο Μέγας Δομέστικος της Δύσεως Γρηγόριος Πακουριανός πλησίον της Πετριτζού τον 11ο αιώνα.

 

Σήμερα η Μονή

Το δεύτερο μεγαλύτερο βουλγαρικό μοναστήρι, το μοναστήρι Μπάτσκοβο, βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Chepelare (επίσης γνωστή στους ντόπιους ως Chaya), περίπου 10χλμ νότια της πόλης της Assenovgrad (Στενήμαχος), στην ευρύτερη περιοχή της Φιλιππούπολης. 

Από όλες τις πλευρές, το μοναστήρι περιβάλλεται από τους λόφους του βουνού Ροδόπη. Η μονή ιδρύθηκε το 1083 από τον Βυζαντινό στρατιωτικό διοικητή, γεωργιανής καταγωγής, Grigorii Bakuriani και τον αδελφό του Abazii. Ωστόσο, μόνο η διώροφη με κόκαλα, κρύπτη, που βρίσκεται περίπου 300 μ., στα ανατολικά της σημερινής, έχει διασωθεί από εκείνη την εποχή. Στο οστεοφυλάκιο διασώζονται μερικές εξαιρετικές τοιχογραφίες του 11ου-12ου αιώνα, οι οποίες συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο πολύτιμων έργων τέχνης του ορθόδοξου πολιτισμού.

Κατά την εποχή του δεύτερου βουλγαρικού κράτους, το μοναστήρι ήταν υπό την προστασία του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνδρου, πορτρέτο του οποίου μπορεί να δει κανείς ακόμη στην αψίδα του νάρθηκα του οστεοφυλακίου. Στο τέλος του 11ου αιώνα, στο μοναστήρι ιδρύεται Εκκλησιαστική Σχολή. Ένα σημαντικό γεγονός για την ιστορία της μονής, είναι ότι μετά την κατάκτηση της Βουλγαρίας από τους οθωμανούς, κατά το τέλος του 14ου αιώνα, ο βούλγαρος Πατριάρχης, Ευθύμιος, στάλθηκε εξόριστος στο μοναστήρι. Ωστόσο, η εξορία δεν αποθάρρυνε τον Πατριάρχη και ο ίδιος, μαζί με τους δασκάλους της σχολής, ανέπτυξε μια ενεργό θρησκευτική και πολιτιστική δραστηριότητα πίσω από τα τείχη του μοναστηριού, που είχε αντίκτυπο σε όλη την περιοχή.

Παρ' όλο που το μοναστήρι του Bachkovo επέζησε από το πρώτο πραξικόπημα της οθωμανικής εισβολής, δεν κατόρθωσε να γλιτώσει αργότερα, μιας και, όπως και τα υπόλοιπα μοναστήρια, υπέστη την καταστροφική μανία των Τούρκων. Οι ζημιές ωστόσο αποκαταστάθηκαν προς το τέλος του 15ου αιώνα και η σημερινή τραπεζαρία ανακατασκευάστηκε το 1601, ενώ το σημερινό καθολικό που είναι αφιερωμένο στην Παναγία ολοκληρώθηκε το 1604. Οι τοιχογραφίες της τραπεζαρίας, που ολοκληρώθηκαν το 1603 από κάποιο άγνωστο καλλιτέχνη, είναι γνωστές για την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική τους αξία.

Ο ναός, από την άλλη πλευρά, μπορεί να υπερηφανεύεται επίσης για τις όμορφες τοιχογραφίες του, αλλά αυτό που κυρίως προκαλεί θαυμασμό στους επισκέπτες είναι η εξαιρετική εικόνα της Θεοτόκου. Μια μεγάλη ουρά προσκυνητών που επιθυμούν να προσευχηθούν στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, ξεκινά πολύ συχνά έξω από την είσοδο του ναού

Εκτός από την κύρια εκκλησία, το συγκρότημα διαθέτει επίσης δύο μικρότερα παρεκκλήσια: το ένα τιμάται στους Αρχαγγέλους (13ος - 14ος αιώνας) και βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της εσωτερικής αυλής (δίπλα από τον κυρίωςναό) και το άλλο , είναι χτισμένο προς τιμήν του Αγίου Νικολάου (1834-1837). Το παρεκκλήσι του Αγίου Νικόλαου βρίσκεται στη νότια πλευρά της αυλής, και αξίζει να το επισκεφθεί κανείς για τις, πολύ καλά διατηρημένες τοιχογραφίες του διάσημου καλλιτέχνη Zahari Zograf (συμπεριλαμβανομένης και της προσωπογραφίας του καλλιτέχνη) που περατώθηκαν το 1841. Το μοναστήρι έχει δικό του μουσείο που διαθέτει θρησκευτικά κειμήλια από διάφορες εποχές.

Η επιμονή στα μεγάλα χρηματικά ποσά που βρίσκονταν στη διάθεση τόσο του ίδιου του Γρηγορίου, όσο και του αδελφού του, Απασίου. Ο Γρηγόριος σε αυτό εμπλέκει την αφήγηση για την δική του περιουσία με την περιουσία του αδελφού του, η διανομή της οποίας ορίστηκε σε διαθήκη του (ἐτύπωσεν), η οποία επίσης προέβλεπε τη διανομή χρημάτων στους πτωχούς (ὑπὲρ ψυχικῆς αὐτοῦ σωτηρίας). Απαριθμείται ο πλούτος των δύο αδελφών κατά είδος (κτήματα, χρήματα, πολύτιμα σκεύη, ενδύματα, διάφορα είδη και ζώα - πρὸς δὲ καὶ τετραπόδων), διατύπωση που ακολουθεί τα πατερικά πρότυπα. Η αφθονία θεμελιώνει τον πλούτο (πλούσιος ἦν καὶ παντοίων εἰδῶν ἀδιάλειπτος). Για το διάστημα της απουσίας του στην Ανατολή πάντως ο Γρηγόριος άφησε την διοίκηση των κτημάτων του στον αδελφό του, περιορίζοντας έτσι την εκμετάλλευσή τους εντός της οικογένειάς του. Τα χρηματικά αποθέματα που ο Γρηγόριος είχε εμπιστευτεί στον αδελφό του αποτελούνταν από νομίσματα διαφορετικής περιεκτικότητας σε χρυσό, από την εποχή του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού ως την βασιλεία του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1028-1078). 

{Η βιβλιογραφία θα παρατεθεί στο β και τελευταίο μέρος}

 

Γράφει ο Αλεβίζος Χρήστος - μέλος της συντακτικής ομάδας