Το περιουσιακό καθεστώς των μοναχών του Αγίου Όρους

2018-01-08 20:04
 
Ι. Εισαγωγικά. Ιστορική αποκρυστάλλωση της ισχύουσας 
συνταγματικής και καταστατικής νομοθεσίας του Αγίου Όρους
Σύμφωνα με το άρθρ. 105 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος,1 η προσωπική και περιουσιακή κατάσταση των μοναχών του Αγίου Όρους διέπεται από ένα ειδικό τοπικό καθεστώς, το οποίο ρυθμίζεται λεπτομερέστερα από τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους (έτος ψήφισης: 1924, σύνολο άρθρων 188· εφεξής: Κ.Χ.Α.Ο.) και το κυρωτικό του Ν.Δ. (1926, σύνολο άρθρων 44· εφεξής: Ν.Δ./1926).2  
Το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς δεν συνιστά πρωτογενές δημιούργημα του σύγχρονου πολιτειακού νομοθέτη, καθώς διαμορφώθηκε διαχρονικά, με τη βαθμιαία παραχώρηση σειράς θεσμικών προνομίων από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από τα πρώτα ήδη χρόνια οργάνωσης του μοναχικού βίου στον Άθω (9ος αιώνας).3 Κατ’ αποτέλεσμα, με την απελευθέρωση της Μακεδονίας και του Αγίου Όρους από τον τουρκικό ζυγό (1912), στην αθωνική χερσόνησο είχε ήδη από αιώνες πριν θεσμικά αποκρυσταλλωθεί ένα προνομιακό δίκαιο αυτοδιοικήσεως,4 που λίγο αργότερα γνώρισε και συνταγματική κατοχύρωση. 
Το αγιορειτικό δίκαιο, ως lex specialis, με αυξημένη τυπική δύναμη των διατάξεών του,5 κατισχύει σε περίπτωση συγκρούσεώς του με την κοινή νομοθεσία. Με άλλη διατύπωση, η εφαρμογή της τελευταίας προϋποθέτει ότι δεν υφίσταται διάταξη του αγιορειτικού δικαίου, που να ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο αντικείμενο  (αρχή της επικουρικότητας).6
 
ΙΙ. Το κανονιστικό πλαίσιο του άρθ. 101 ΚΧΑΟ
Το ισχύον περιουσιακό καθεστώς των αγιορειτών μοναχών, ρυθμίζεται από το άρθ. 101 ΚΧΑΟ, που έχει ad litteram ως εξής:
Η ακίνητος περιουσία παντός μοναχού αγιορείτου περιέρχεται εις την μονήν αυτού εφ’ όσον ούτος προ της κουράς αυτού εξεχώρησε ταύτην εγγράφως εις αυτήν. Πάσα δε περιουσία κτηθείσα υπό μοναχού τινος μετά την κουράν του περιέρχεται εις την οικείαν αυτού μονήν οπουδήποτε και αν ήθελεν αποβιώσει ούτος άνευ απολυτηρίου της μονής του. Δια τα χρέη των μοναχών ουδαμώς ευθύνεται η μονή αυτών, εφ’ όσον ταύτα συνήφθησαν άνευ εγγράφου αδείας αυτής. Οι αδελφοί των κοινοβίων δεν δύνανται να έχωσιν ιδίαν περιουσίαν.
Λόγω της αυξημένης τυπικής ισχύος των διατάξεων συνολικά του ΚΧΑΟ, (και) το άρθ. 101 μπορεί να τροποποιηθεί μόνον με την διαδικασία που ορίζει το άρθ. 105 § 3 Συντ.7 Για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται επίκληση του άρθ. 99 ΕισΝΑΚ, για τη διατήρηση σε ισχύ του άρθ. 101 Κ.Χ.Α.Ο.8 Συμπερασματικά, οποιαδήποτε διάταξη νόμου ψηφίζεται από τη Βουλή και έρχεται σε αντίθεση με τον Κ.Χ.Α.Ο, υποχωρεί έναντι του τελευταίου.9  
Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι η νομοτεχνική κακοτεχνία του άρθ. 101 ΚΧΑΟ, έχει προκαλέσει σημαντικά ερμηνευτικά προβλήματα, τα οποία κλήθηκαν να λύσουν η θεωρία και η νομολογία.10 Για την ορθότερη ερμηνευτική προσέγγιση της εν λόγω διάταξης, επισημαίνονται τα ακόλουθα:  
‘Κοινόβιες’ μονές είναι αυτές στις οποίες οι μοναχοί δεν δικαιούνται - κατ’ εφαρμογή της αρχής της ακτημοσύνης - να έχουν ατομική περιουσία. Στα ‘ιδιόρρυθμα’ μοναστήρια, αντίθετα, οι μοναχοί μπορούν να διατηρήσουν την περιουσία που είχαν στο όνομά τους κατά το χρόνο της κουράς τους ή και να αποκτήσουν νεότερη, μετά την κουρά. Στους ‘ιδιορρυθμίτες’ μοναχούς αναγνωρίζεται, δηλαδή, το δικαίωμα κτήσης, κάρπωσης και εν γένει διαχείρισης ατομικών περιουσιακών στοιχείων. Έτσι, κάθε ιδιορρυθμίτης φροντίζει μόνος του για την επιβίωσή του, μέσα από την ατομική του εργασία, έχοντας όμως την υποχρέωση να καταβάλλει στο ταμείο της οικείας μονής ένα ποσό για τα γενικά της έξοδα. Ωστόσο, επειδή σήμερα στο Άγιο Όρος και οι είκοσι μονές του είναι κοινόβιες, η ανωτέρω διάκριση εφαρμόζεται αποκλειστικά στους μοναχούς των ιδιόρρυθμων σκητών11 (μοναστικών εξαρτημάτων).12
Το άρθ. 101 ΚΧΑΟ διακρίνει τη νομική τύχη της περιουσίας που είχε ο μοναχός πριν από την κουρά του, από εκείνη την οποία απέκτησε μετά την τελετή αυτή. Πιο συγκεκριμένα: 
[1]. Ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο μοναχό πριν την κουρά του (όταν δηλαδή ήταν λαϊκός ή ‘δόκιμος μοναχός’) και επέλεξε να μην τα μεταβιβάσει τότε με οποιοδήποτε τρόπο στη μονή, διακρίνουμε: 
  1.1. Αν πρόκειται για ιδιορρυθμίτη μοναχό, αυτά θα παραμείνουν στην πλήρη κυριότητα και διαχείριση του ίδιου.
    1.2. Αν πρόκειται για κοινοβιάτη μοναχό, τότε - σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη - τα περιουσιακά του αυτά στοιχεία θα περιέλθουν στους κληρονόμους του, με αναλογική εφαρμογή των κοινών διατάξεων του ΑΚ.13 Και αυτό, όχι μόνον διότι κάθε κοινοβιάτης χάνει, από την κουρά του και μετά, το δικαίωμα να έχει ατομική περιουσία, αλλά και γιατί, όπως ερμηνευτικά προκύπτει από το άρθ. 101 εδ. α΄ ΚΧΑΟ, δεν επιτρέπεται να περιέλθουν στη μονή του Αγ. Όρους περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από όσα ο υποψήφιος μοναχός της είχε «εκχωρήσει» (: μεταβιβάσει) πριν την κουρά του.14  
Η «εκχώρηση» αυτή θα πρέπει να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο: δηλαδή, θα τύχει εν προκειμένω εφαρμογής το άρθ. 1033 ΑΚ, που απαιτεί μεταβίβαση του ακινήτου (με νόμιμη αιτία τη δωρεά) δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο ακολούθως θα πρέπει και να μεταγραφεί (1033 εδ. β΄ Α.Κ.). Η ύπαρξη του έγγραφου τύπου και μάλιστα η παρουσία και υπογραφή του μοναχού ενώπιον συμβολαιογράφου, παρέχει τα εχέγγυα ότι η μεταβίβαση της περιουσίας στη μονή συνιστά αποτέλεσμα της ψύχραιμης και ελεύθερης βούλησής του.15 Αν νόμιμη αιτία της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας είναι η δωρεά (του μοναχού προς τη μονή), τότε μπορεί, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 509 Α.Κ., να χωρήσει και ανάκλησή της, εφόσον η μονή εξακολουθεί να παραμένει κυρία του δωρηθέντος, ο δε μοναχός αναζητά αυτό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ).16 
    1.3. Για λόγους ασφάλειας του δικαίου, αν ο μοναχός είχε συντάξει διαθήκη - όποιου τύπου - πριν την κουρά του, αυτή θα πρέπει να ανοιχθεί και δημοσιευθεί αμέσως μετά την κουρά. Στη θέση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που αποτελεί το βασικό προσαγόμενο σχετικό έγγραφο στις περιπτώσεις δημοσίευσης διαθήκης, θα προσκομιστεί ανάλογο έγγραφο της μονής, επιβεβαιωτικό της κουράς. Για θέματα που άπτονται τυχόν προσβολής της νόμιμης μοίρας, εφαρμόζονται αναλογικά οι σχετικές διατάξεις του Α.Κ. (1829,1831,1835 επ.). 
    1.4. Αν δεν συντάχθηκε διαθήκη, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής. Δηλαδή, συντάσσεται από συμβολαιογράφο και υπογράφεται αποδοχή κληρονομίας, στην οποία και πάλι η απουσία ληξιαρχικής πράξης θανάτου αντικαθίσταται από το επιβεβαιωτικό της κουράς έγγραφο της μονής. Αν προκύψει προσβολή της νόμιμης μοίρας εξαιτίας χαριστικών παροχών του κληρονομουμένου (μοναχού πλέον) προς τρίτους ή άλλους μεριδούχους, η δε σωζόμενη κατά το χρόνο του πλασματικού θανάτου του κληρονομία, δεν επαρκεί να καλύψει τη νόμιμη μοίρα,17 τότε παρέχεται στο μεριδούχο η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, με την οποία ανατρέπονται οι εν ζωή δωρεές του εφόσον προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα του. 
Οι δωρεές που υπόκεινται σε μέμψη είναι τόσο αυτές προς μεριδούχους, ανεξάρτητα από το χρόνο που έγιναν και την αιτία τους (δηλ. εάν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας), όσο και οι δωρεές προς τρίτους, υπό την προϋπόθεση ότι έγιναν τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από την κουρά του μοναχού και δεν εχώρησαν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (1831 § 2 σε συνδυασμό με 1835 Α.Κ.). 
Είναι επομένως δυνατό, λόγω της «εκχωρήσεως», υπό την έννοια της δωρεάς της ακίνητης περιουσίας του μοναχού προς τη μονή, να ανακύψει ζήτημα νόμιμης μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων του. Τούτο θα συμβεί εάν το ποσοστό της μη εκχωρηθείσας περιουσίας που θα περιέλθει στους νόμιμους μεριδούχους - οι οποίοι, αν δεν έχει συντάξει διαθήκη ο μοναχός, είναι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του -  είναι μικρότερο από το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που αυτοί δικαιούνται, εξαιτίας της μειώσεως της περιουσίας από τη δωρεά του μοναχού προς τη μονή. Στην περίπτωση αυτή, υποστηρίχθηκε ότι οι νόμιμοι μεριδούχοι μπορούν να στραφούν κατά της μονής για να διεκδικήσουν τη συμπλήρωση του ελλείποντος από τη νόμιμη μοίρα ποσοστού.18
[2]. Ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την κουρά, ισχύουν τα εξής: 
    2.1. Αν ο μοναχός ανήκει σε μονή - εκ των πραγμάτων πλέον κοινόβια - τότε τα περιουσιακά του στοιχεία περιέρχονται στην πλήρη κυριότητα αυτής, αφού, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του άρθ. 101 Κ.Χ.Α.Ο., οι κοινοβιάτες μοναχοί δεν μπορούν να έχουν ατομική περιουσία και, άρα, δεν μπορούν να αποκτήσουν περιουσία είτε από χαριστική είτε από επαχθή αιτία. Συνεπώς, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο περιέλθει στον κοινοβιάτη μοναχό μετά την κουρά του - συνήθως από κληρονομία – αυτό περιέρχεται ex lege στην πλήρη κυριότητα της μονής του.19 Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών Κ.1115144/768/Α0013. Πολ.114028/23.12.2003, σε περίπτωση κοινοβιάτη αγιορείτη μοναχού, που αποκτά περιουσία από δωρεά ή κληρονομία μετά την κουρά του, δεν οφείλεται ο σχετικός φόρος, λόγω απαλλαγής της μονής του Αγ. Όρους, στην οποία περιέρχεται η περιουσία.20 Τα τυχόν υπάρχοντα επί του ακινήτου εμπράγματα βάρη ή δικαιώματα τρίτων διατηρούνται και προτείνονται πλέον απέναντι στη μονή. Η τελευταία μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία λόγω χρεών ή να την αποδεχτεί με το ευεργέτημα της απογραφής.21  
    2.2. Εφόσον όμως πρόκειται για μοναχό ιδιόρρυθμης σκήτης, τότε αυτός όχι μόνο διατηρεί την κυριότητα κάθε πράγματος που αποκτά (από οποιαδήποτε, επαχθή ή χαριστική, αιτία), αλλά και μπορεί να διαχειρίζεται ή διαθέτει αυτό ελεύθερα κατά την κρίση του (όχι όμως και με πράξη αιτία θανάτου· βλ. πιο κάτω).22
[3]. Κληρονόμος κάθε αγιορείτη μοναχού - ιδιορρυθμίτη23 ή κοινοβιάτη – θεωρείται η οικεία του μονή, υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι αυτός δεν έχει αποχωρήσει οριστικά από αυτήν, με την έκδοση κανονικού ονομαστικού απολυτηρίου. Αν όμως αποχώρησε από τη μονή νόμιμα, λαμβάνοντας έγκυρο απολυτήριο, δύναται στο εξής ελεύθερα να διαθέσει την περιουσία του, συντάσσοντας μία από τις προβλεπόμενες μορφές διαθήκης. Η μονή αποκτά ως καθολική διάδοχος του μοναχού (δηλ. ως κληρονόμος και όχι ως ειδική διάδοχος, όπως στην περιουσία πριν από την κουρά) τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο μοναχός μετά την κουρά του, ανεξάρτητα από το πού επήλθε ο θάνατός του ή από το πού βρίσκεται η ακίνητη περιουσία, αρκεί μόνο ο μοναχός να μην είχε λάβει απολυτήριο (103 Κ.Χ.Α.Ο.).24
[4]. Ο ΚΧΑΟ δεν προβλέπει ιδιαίτερη ρύθμιση για τα κινητά περιουσιακά στοιχεία του αγιορείτη μοναχού. Φρονούμε ότι - για την ταυτότητα του νομικού λόγου - επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή των ίδιων πιο πάνω ρυθμίσεων (101 ΚΧΑΟ).
[5]. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη ρύθμιση των περιουσιακών-κληρονομικών θεμάτων όσων μοναχών ή κληρικών αποχώρησαν αυθαίρετα (χωρίς δηλαδή τη λήψη νόμιμου απολυτηρίου από τη μονή τους) από το Άγ. Όρος. Κατά τη νομολογία, οι περιπτώσεις αυτές εξακολουθούν να διέπονται - και μετά τη μη νόμιμη αποχώρηση - από το δεσμευτικό πλαίσιο του άρθ. 101 ΚΧΑΟ.25 Συνεπώς, συνεχίζει να ισχύει η απαγόρευση της διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων των ανωτέρω μοναχών· τυχόν τέτοια διάθεση (ακόμη και με διαθήκη) θεωρείται άκυρη υπέρ της μονής (180 ΑΚ), η οποία μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα κατ’ ένσταση ή με αναγνωριστική αγωγή, διεκδικώντας την εν λόγω περιουσία.26 Εξαίρεση από την παραπάνω δέσμευση – με παραπομπή στην εφαρμογή του κοινού κληρονομικού δικαίου - αναγνωρίζει η νομολογία υπέρ των αγιορειτών εκείνων οι οποίοι, αποχώρησαν μεν από τη μονή τους χωρίς να λάβουν απολυτήριο, αλλά κατόπιν χειροτονήθηκαν επίσκοποι.27  
[6]. Η περιουσία των αγιορειτών μοναχών ή ιερομονάχων που αποχώρησαν οριστικά και νόμιμα από τη μονή της μετανοίας τους, είτε διότι έλαβαν νόμιμο απολυτήριο (103 ΚΧΑΟ) προκειμένου να ζήσουν εκτός του Άθω (υπηρετώντας ως εφημέριοι, ιεροκήρυκες, καθηγητές κ.λπ.), είτε γιατί καθαιρέθηκαν και απέβαλαν το ιερατικό σχήμα, διέπεται από το κοινό δίκαιο, αφού ο ΚΧΑΟ δεν περιέχει σχετική ρύθμιση. 
[7]. Ως προς τα χρέη των μοναχών «ουδαμώς ευθύνεται η μονή αυτών, εφ’ όσον ταύτα συνήφθησαν άνευ εγγράφου αδείας αυτής» (101 εδ. γ΄ Κ.Χ.Α.Ο.). Ερμηνεύοντας η νομολογία τη διάταξη αυτή, έκρινε ότι η μονή ευθύνεται απέναντι στους δανειστές του - κοινοβιάτη ή ιδιορρυθμίτη - μοναχού, μόνον εφόσον σύναψε χρέη ή ανέλαβε όποιες άλλες υποχρεώσεις, μετά από προηγούμενη συγκατάθεσή της.28 Αυτή πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή του δανειστή κατά της μονής, η οποία κληρονόμησε το μοναχό, για την πληρωμή του χρέους του. Κατά την ίδια απόφαση, η διάταξη του άρθ. 101 εδ. γ΄ Κ.Χ.Α.Ο., ως δημοσίας τάξεως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί από την εφαρμογή του άρθ. 281 Α.Κ., περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της μονής. 
Κατά τη γνώμη μου, το άρθ. 101 εδ. γ΄ Κ.Χ.Α.Ο. δύναται υπό προϋποθέσεις να οδηγήσει σε ανεπιεική αποτελέσματα. Έστω η υποθετική περίπτωση που κοινοβιάτης μοναχός συνάπτει μετά την κουρά του τραπεζικό δάνειο - δεδομένου ότι αυτός δεν παύει να διατηρεί τη δικαιοπρακτική του ικανότητα - καταθέτοντας τα ληφθέντα χρήματα στο ταμείο της μονής. Αν ακολούθως ο μοναχός παύσει να εκπληρώνει τις δανειακές του υποχρεώσεις, μη έχοντας η μονή αναλάβει εγγράφως το χρέος του μοναχού από το δάνειο, τότε μόνος υπόχρεος απέναντι στην Τράπεζα παραμένει ο ίδιος, ως φυσικό πρόσωπο. Λόγω, όμως, της πιο πάνω διατάξεως περί ακτημοσύνης, ο μοναχός θα είναι νομικά ανέφικτο να υποχρεωθεί στην καταβολή του οφειλόμενου δανείου. Εν προκειμένω, καθίσταται αναγκαίο να αναγνωριστεί η ευθύνη της μονής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ. Α.Κ.).29 Διευκρινίζεται ότι την ίδια εμμέσως θέση είχαν δεχτεί και τα δικαστήρια της ουσίας,30 απαλλάσσοντας τη μονή του Αγίου Όρους μόνον ως προς τα χρέη του μοναχού που είχαν αναληφθεί χωρίς την έγγραφη άδειά της. Για τις λοιπές υποχρεώσεις του είχαν κρίνει ότι η μονή αναμφισβήτητα ευθύνεται, εφόσον αποκτά μετά από το θάνατο του μοναχού ολόκληρη την μετά από την κουρά περιουσία του.
[8]. Τέλος, το άρθρ. 141 Κ.Χ.Α.Ο. συνιστά ειδική διάταξη για τους ‘κελλιώτες’ και ‘καλυβιώτες’ μοναχούς, η οποία τους απαγορεύει να συνάψουν δάνειο σε βάρος του εξαρτήματός τους, χωρίς την έγκριση της κυρίαρχης μονής. Διαφορετικά, η τελευταία απαλλάσσεται από κάθε σχετική ευθύνη. Απαγορεύεται επίσης στους ίδιους η ενεχυρίαση του ‘ομολόγου’31 του κελλίου ή της καλύβας τους, επί ποινή ακυρότητας
.................................................................................
1.Σχολιασμένο με βιβλιογραφία και νομολογία βλ. αυτό σε: Σ. Τρωιάνος / Κ. Παπαγεωργίου, Θρησκευτική Νομοθεσία. Ειδική Νομοθεσία – Βιβλιογραφία - Νομολογία, Αθήνα 2009, σ. 1469. Όμοιο περιεχόμενο είχαν τα άρθρα 109-112 Συντ. 1927 και άρθ. 103 Συντ. 1952,που βλ. στην ιστορικοσυγκριτική έρευνα των Κ. Ζώη / Γ. Λασιθιωτάκη / Π. Γιαννόπουλου, Η ιστορική εξέλιξη των διατάξεων του Συντάγματος (1822-2001), Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Πηγές του Ελληνικού Δημοσίου Δικαίου 11, Αθήνα-Κομοτηνή ²2003, σ. 359-366. Πρβλ. Κ. Μαυριάς / Αντ. Παντελής, Συνταγματικά κείμενα, τόμ. Α΄, Αθήνα-Κομοτηνή 42007, σ. 159-160 (: Συντ. 1927), 190-191 (: Σχέδιο Συντάγματος 1948), 211-212 (Συντ. 1952). Πρβλ. την κλασσική μελέτη του Ν. Αντωνόπουλου, Η συνταγματική προστασία του αγιορειτικού καθεστώτος, Αθήνα 1997 (ανατύπωση).
2.Ν.Δ. της 10/16-9-1926, «περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους» (ΕτΚ Α΄ 309/1926). Τον ΚΧΑΟ και το κυρωτικό αυτού Ν.Δ/γμα, βλ. σχολιασμένους σε Σ. Τρωιάνος / Κ. Παπαγεωργίου, Θρησκευτική Νομοθεσία, ό.π., σ. 1472-1531.
3.Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Θεωρία και Νομολογία, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 677, ΠολΠρωτΘεσ 12953/2014 ΕφΑΔ  72 (2014), σ.868-886 με παρατηρήσεις – σχόλια Χρ. Αποστολίδη 
4.Ad hoc: Στ. Παπαδάτος, «Η διοικητική ανεξαρτησία του Αγίου Όρους επί Βυζαντινών», ΕΕΒΣ 32 (1963) σ. 427-483· πρβλ. Ίδιος, Η πολιτειακή θέσις του Αγίου Όρους, Αθήναι 1965.
5.Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Θεωρία και Νομολογία, ο.π. 2013, σ. 667.
6.ΝΣΚ 708/2002 (ΤΝΠ ‘Νόμος’), ΑΠ 462/2008 (ΤΝΠ ‘Νόμος’), ΑΠ 831/2013 (ΤΝΠ ‘Νόμος’ – βλ. υπό δημοσίευση στο παρόν περιοδικό σχόλιό μας στην εν λόγω απόφαση). 
7.Άρθ. 105 § 3 Συντ.: «Ο λεπτομερής καθορισμός των αγιορειτικών καθεστώτων και του τρόπου της λειτουργίας τους γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, τον οποίο, με σύμπραξη του αντιπροσώπου του Κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ιερές Μονές και τον επικυρώνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Βουλή των Ελλήνων». 
8.Δ. Καραγιαννακίδης, «Οι πηγές του δικαίου της αγιορείτικης αυτοδιοίκησης και το «αρχαίο προνομιακό καθεστώς» του Αγίου Όρους (άρθρο 105 Σ.)», ΤοΣ 22 (1996) σ. 667-704.
9.Κ. Παπαγεωργίου, Θεσμοί Δικαίου Αγίου Όρους, Τρίκαλα, Θεσσαλονίκης 2009, σ. 35-37.
10.Σ. Τρωιάνος, «Παρατηρήσεις στο κληρονομικό δίκαιο του Αγίου Όρους», Αρμ. 48 (1994) σ. 646 επ.· πρβλ. Α. Κόντης, Η κληρονομική διαδοχή των ορθοδόξων μοναχών στην ελληνική επικράτεια κατά το ισχύον δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012 σ.282-288 · ΑΠ 462/2008 (ό.π.)· ΝΣΚ 708/2002 (ό.π.)· ΕφΑθ 649/1998, ΝοΒ 48 (2000) σ. 1135-1137· ΕφΑθ 1101/1989, ΕλλΔνη 31 (1990) σ. 1610-1612, με παρατ. Γ. Κατρά· ΜονΠρΧαλκιδικής 27/1974, Αρμ. 28 (1974) σ. 565-566, με παρατ. Θ. Παπαζήση.
11.Σημειώνεται ότι οι κοινόβιες μονές απαγορεύεται να μετατραπούν σε ιδιόρρυθμες (85 ΚΧΑΟ), όχι όμως και το αντίστροφο. Από το 1992, πλέον, οπότε και η τελευταία ιδιόρρυθμη μονή (Ι. Μονή Παντοκράτορος) μετατράπηκε σε κοινόβια, στο Άγ. Όρος λειτουργούν ως ιδιόρρυθμες μόνον 8 (από τις συνολικά 12) σκήτες. 
12.Εξάρτημα : μοναστικό καθίδρυμα (σκήτη, κελί, καλύβα, ησυχαστήριο, κάθισμα) υποτελές σε κυρίαρχη μονή (126 - 166 ΚΧΑΟ). Τα εξαρτήματα αποτελούν ιδιοκτησία της μονής στην περιοχή της οποίας ευρίσκονται και δεν έχουν ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα, ενώ οι μοναχοί των εξαρτημάτων θεωρούνται αδερφοί της κυρίαρχης μονής.   
13.Κρίσιμος χρόνος περιέλευσης της κληρονομίας θεωρείται ο χρόνος της κουράς, οπότε τότε ενδύεται την μοναχική ιδιότητα. Δηλαδή - κατά πλάσμα δικαίου - θα εξομοιωθεί η κουρά με το φυσικό θάνατο, όπως αναλόγως προβλέπει ο Ν. ΓΥΙΔ΄ /1909, όπου ρυθμίζεται η τύχη της περιουσίας πριν την κουρά των μοναχών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Βλ. και Ε. Δωρής, Το δίκαιον του Αγίου Όρους Άθω, τ. Α’, σ. 412· ΑΠ 462/2008, ΘΠΔΔ 8-9/2008, σ. 995 με παρατ. Σ. Τρωιάνου· ΕφΘεσ. 234/1975, Αρμ. 29 (1975) σ. 219 με παρατηρήσεις Θ. Παπαζήση· ΝΣΚ 708/2002, ΤΝΠ Νόμος· ΝΣΚ 419/2010, Νομοκανονικά 2/2011, με παρατ. Α. Κόντη, σ.111 επ.
14.Άρθ. 101 εδ. α΄ Κ.Χ.Α.Ο.: «Η ακίνητος περιουσία παντός μοναχού αγιορείτου περιέρχεται εις την μονήν αυτού εφ’ όσον ούτος προ της κουράς αυτού εξεχώρησεν εγγράφως εις αυτήν». Δεδομένου ότι στη διάταξη δεν γίνεται κάποια αναφορά σε κοινόβιες και ιδιόρρυθμες μονές, συμπεραίνουμε ότι αυτή καλύπτει και τις δύο περιπτώσεις, ανεξάρτητα από τον τύπο της μονής που έλαβε χώρα η κουρά του μοναχού. Πρβλ. Σ. Τρωιάνος, «Παρατηρήσεις στο κληρονομικό δίκαιο του Αγίου Όρους», Αρμ. 48 (1994) σ.645-649. 
15.Ε. Δωρής, Το δίκαιον του Αγίου Όρους Άθω, σ. 411.
16.Εφόσον όμως οι κοινοβιάτες μοναχοί δεν δικαιούνται να αποκτήσουν ατομική περιουσία, μόνον οι ιδιορρυθμίτες μπορούν να ανακαλέσουν τη δωρεά: Α. Κόντης, Η κληρονομική διαδοχή των ορθοδόξων μοναχών στην ελληνική επικράτεια κατά το ισχύον δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012, σ. 292-293. 
17.Ν. Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σ. 364-365· Α. Γεωργιάδης, Κληρονομικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 2010, παρ. 33, σ. 526.  
18.Ε. Δωρής, Το δίκαιον του Αγίου Όρους Άθω, ό.π., σ. 412.
19.Σ. Τρωιάνος, Παρατηρήσεις στο κληρονομικό δίκαιο του Αγίου Όρους, ό.π., σ. 646· ΝΣΚ 708/2002.
20.Κ. Παπαγεωργίου, Φορολογία Θρησκειών και Κοινωφελών Νομικών Προσώπων, Αθήνα 2005, σ. 282-284.
21.ΝΣΚ 708/2002, ΤΝΠ ‘Νόμος’.
22.ΕφΘεσ 234/1975, Αρμ 29 (1975) σ.219.
23.Η αδιάθετη περιουσία του ιδιορρυθμίτη μοναχού περιέρχεται στους εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμους του, κατά το κοινό κληρονομικό δίκαιο.
24.Εφ Αθ 4208/2009 ΕλλΔνη 50 (2009) σ.1753.
25.Ενδεικτικά: ΟλΑΠ 209/1965, ΝοΒ 13 (1965)· ΕφΘεσ 234/1975, Αρμ. 29 (1975) σ. 219· ΕφΠειρ 505/1984, Πειραϊκή Νομολογία 6 (1984) σ. 170·, ΕφΑθ 1101/1989, ΕλλΔνη 31 (1990) σ. 1611· ΕφΑθ 649/1998, ΝοΒ 48 (2000) σ. 1135 · ΝΣΚ 708/2002, ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 462/2008, Δίκη 39 (2008) σ. 849. ΕφΑθ 1433/2010 ΤΝΠ Νόμος. Περιέργως, η νομολογία έμεινε σταθερή στη θέση της αυτή ακόμη και όταν κλήθηκε να κρίνει περιπτώσεις μοναχών που αποχώρησαν από την μονή τους χωρίς μεν απολυτήριο, προσχωρώντας σε άλλη θρησκευτική κοινότητα! Βλ. ΑΠ 462/2008, ό.π.    
26.ΝΣΚ 708/2002 ο.π, ΑΠ 831/2013 ο.π. (βλ. υπό δημοσίευση στο παρόν περιοδικό σχόλιό μας στην εν λόγω απόφαση). 
27.ΑΠ 170/1964, ΕΕΝ 31 (1964) σ. 521-522.
28.ΑΠ 401/1959 ΝοΒ 7 (1959) σ. 1250.
29.Ε. Δωρής, Το δίκαιον του Αγίου Όρους Άθω, ό.π., σ. 421
30.ΕφΛαρ 88/1959, ΑΕΚΔ 13 (1958) σ.201-202, ΠρωτΒόλου 144/1958, ΑΕΚΔ 13 (1958) σ.203.
31.Ομόλογο : ιδιόρρυθμη σύμβαση μεταξύ μονής και του προσώπου που θα εγκαταβιώσει σε ένα εξάρτημα, για την παραχώρηση της χρήσεως αυτού. Το ομόλογο αναφέρει, μεταξύ άλλων, τους δικαιούχους του εξαρτήματος, την έκταση και όλη την υπόλοιπο, κινητή ή ακίνητη, περιουσία του (161 ΚΧΑΟ).
 
*Η παρούσα βρίσκεται δημοσιευμένη και στον Αρμ. 8/2015.
 
 
 

Νέα

Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ (I,...
ΣτΕ 4596/2014: Απόρριψη...
Η αξίωση των θρησκευτικών...
Κανόνες και Νόμοι: Ζητήματα...
Οι Αποφάσεις του Συμβουλίου...
«Πεντηκοστὴν ἐορτάζομεν»: από...
Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β'...
ΣτΕ 1983/2007: αντικατάσταση...
Διαχρονίες και Ασυμφωνίες
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>