Το άρθρο 3πα1 του ισχύοντος Συντάγματος – μια συνοπτική επισκόπηση με νομολογιακές αναφορές

2016-04-27 16:09

Καλησπέρα σας,

να ευχαριστήσω και εγώ με τη σειρά μου την ΕΕΔ που μου έδωσε την ευκαιρία να λάβω μέρος σε αυτό το συνέδριο, το δικηγορικό σύλλογο Ηρακλείου για τη θερμή φιλοξενία και φυσικά όλους εσάς που βρίσκεστε σήμερα εδώ,*

 

Oι σχέσεις κράτους - εκκλησίας βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο τόσο του πολιτικού όσο και του νομικού διαλόγου, καθώς εμπεριέχουν ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, που κατέχουν σημαντική θέση στην ιστορική εξέλιξη ενός κρατικού οργανισμού. Στην Ελλάδα, οι σχέσεις αυτές ρυθμίζονται κατ’ αρχάς με το άρθρο 3 του ισχύοντος Συντάγματος, η πρώτη παράγραφος του οποίου συμπυκνώνει τρία επιμέρους θέματα: (α) την έννοια της επικρατούσας θρησκείας, (β) την κατοχύρωση των ιερών κανόνων και (γ) την κατοχύρωση δύο εκκλησιαστικών κανονιστικών κειμένων μείζονος σημασίας, ήτοι του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928.

Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, «επικρατούσα» θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αξιοσημείωτη είναι η θεωρητική διχογνωμία ως προς το νομικό χαρακτήρα του όρου «επικρατούσα θρησκεία» και τις εντεύθεν συνέπειες: αν ο όρος ενέχει κανονιστική δύναμη και συνεπάγεται, άρα, τη χορήγηση ορισμένων προνομίων ή αν αποτελεί απλώς ένα τιμητικό χαρακτηρισμό στη θρησκεία που ιστορικά συνδέθηκε με την ιστορική μοίρα του ελληνικού έθνους, πριν αυτό αποκτήσει ακόμη τη σημερινή του συγκρότηση. Σε κάθε περίπτωση πάντως η υπόσταση του εν λόγω όρου αποτελεί επιλογή του συντακτικού νομοθέτη.

Ωστόσο, υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος, που προστατεύει και την ισότητα μεταξύ όλων των θρησκευμάτων (θρησκευτική ισότητα), ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» δεν μπορεί – τουλάχιστον υποχρεωτικά – να συνδέεται με προνομιακή μεταχείριση εκ μέρους του κράτους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για παράδειγμα, έχει μεταβληθεί υπέρ όλων των γνωστών θρησκειών η διάταξη που ίσχυε επί προηγούμενων συνταγμάτων, ότι ο προσηλυτισμός απαγορευόταν μόνο κατά της επικρατούσας θρησκείας. Άρα ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» έχει αποκτήσει περιγραφικό και όχι κανονιστικό περιεχόμενο - γεγονός που διαφαίνεται και στα Πρακτικά των εργασιών της Ε Αναθεωρητικής Βουλής. Συγκεκριμένα, θεωρία και νομολογία συγκλίνουν στο ότι ο όρος αυτός είναι περιγράφει ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού ακολουθεί ορισμένη θρησκευτική παράδοση, στοιχείο δηλωτικό τιμής για τη θρησκεία που κατέχει κεντρική θέση στον πολιτισμό και τη διαχρονική ιστορία του ελληνισμού.

Έτσι, η «επικρατούσα θρησκεία» δεν μπορεί να θεωρηθεί περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας, αφού δεν οδηγεί σε ευνοϊκότερη μεταχείριση μίας θρησκείας έναντι των άλλων. Συνεπώς, σύγκρουση με το άρθρο 13 του Συντάγματος δεν υφίσταται εις βάρος των ετεροδόξων και των ετεροθρήσκων, που είναι μέτοχοι των ίδιων δικαιωμάτων με τα μέλη της επικρατούσας θρησκείας.

Διαφορετικό ζήτημα είναι η μορφή νομικής προσωπικότητας που διαθέτει η Εκκλησία της Ελλάδος και οι νομικές συνέπειες που απορρέουν από αυτή, όπως είναι η δημιουργία διοικητικών διαφορών στην προκείμενη περίπτωση από τη δράση των οργάνων της, αφού η Εκκλησία της Ελλάδος έχει χαρακτηρισθεί από τον κοινό νομοθέτη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τις νομικές της σχέσεις, χωρίς να παραγνωρίζεται ο χαρακτήρας της ως θείου καθιδρύματος. Η μορφή νομικής προσωπικότητας της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν ορίζεται από το συντακτικό νομοθέτη και δε σχετίζεται με την ύπαρξη ή μη του όρου «επικρατούσα θρησκεία», αλλά αποτελεί νομοθετική επιλογή του κοινού νομοθέτη, η οποία δύναται να μεταβληθεί χωρίς συνταγματική αναθεώρηση. Αξιοσημείωτο είναι ότι η παροχή νομικής προσωπικότητας αποτελεί βάσει των διεθνών κανόνων και του δικαιώματος της αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων, αξίωση κάθε θρησκεύματος προς το κράτος.

Ένα δεύτερο ζήτημα που πραγματεύεται η πρώτη παράγραφος του άρθρου 3 του Συντάγματος είναι η κατοχύρωση των ιερών κανόνων, γεγονός που απασχόλησε τη θεωρία και τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί πολλές δεκαετίες.

Όταν μιλάμε για ιερούς κανόνες αναφερόμαστε στο σώμα των 770 κανόνων που έχουν θεσπιστεί από τις Συνόδους και Πατέρες της Εκκλησίας. Κατά μία άποψη, εφόσον δεν έχουν υποστεί κάποια ερμηνευτική διάκριση σε δογματικούς και σε διοικητικούς, αρμόδια για την οποία είναι η εκκλησιαστική έννομη τάξη και όχι η πολιτειακή, οι ιεροί κανόνες κατοχυρώνονται συνταγματικώς στο σύνολό τους. Κατά την ίδια άποψη, κατοχυρώνεται με τον τρόπο αυτό ολόπλευρα το δικαίωμα αυτοδιοικήσεως των θρησκευμάτων, βάσει της οικείας του νομοθεσίας. Ωστόσο, η ιεροκρατική αυτή άποψη δε βρήκε νομολογιακό αντίκρισμα, καθώς επικράτησε η διάκριση των ιερών κανόνων σε δογματικούς και διοικητικούς, με δυνατότητα νομοθετικής τροποποίησης μόνον των δεύτερων.

Κατά άλλη άποψη, η διατύπωση περί «απαρασάλευτης τήρησης» των ιερών κανόνων σχετίζεται με την κανονική ενότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Η άποψη τελικώς που υιοθετήθηκε από τη νομολογία είναι η εξής: κατοχυρώνονται κατ’ αρχάς από το Σύνταγμα οι δογματικοί κανόνες, όχι όμως και οι διοικητικοί, εκτός αν οι τελευταίου αφορούν βασικό διοικητικό/οργανωτικό θεσμό της Εκκλησίας. Εύλογο ερώτημα εδώ είναι το αν είναι δυνατόν να εκδοθεί πολιτειακός νόμος αντίθετος στο περιεχόμενο κάποιου ιερού κανόνα είτε πρόκειται για δογματικής είτε για διοικητικής φύσεως. Πρακτικά είναι δυνατόν, λοιπόν, αρκεί να μην εξαναγκάζει τα μέλη του πληρώματος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας σε πράξη (παράδειγμα αποτελεί ο νόμος για την καύση των νεκρών). Και κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η πολιτεία δεν μπορεί να εξαναγκάζει τους πιστούς σε παράβαση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ιερών κανόνων, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχρεούται να επιβάλει την τήρησή τους με πολιτειακούς νόμους. Είναι διαφορετικό θέμα η συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων από την ευθεία παραπομπή τους σε κοινό νομοθέτημα.

Ας υπεισέρθουμε τώρα σε ορισμένα νομολογιακά παραδείγματα πάνω στο θέμα της συνταγματικής κατοχύρωσης των ιερών κανόνων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απευθείας επίκληση των ιερών κανόνων στο δικανικό συλλογισμό της απόφασης. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Ακυρωτικού, η οποία θεμελιώνει την άρνηση ανανέωσης άδειας οπλοφορίας κληρικού στους ιερούς κανόνες με μνημόνευση μάλιστα ότι ερμηνεία του νόμου περί οπλοφορίας ανεκτική της κατοχής όπλων εκ μέρους μοναχών και κληρικών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ακόμη και προς προστασία της μονής, θα καθιστούσε το νόμο αυτό αντισυνταγματικό. Άλλη γνωστή απόφαση με παρόμοια συλλογιστική είναι η ΕΔΔΑ Νεγρεπόντης-Γιαννίσης vs Ελλάδος (.....), που αφορούσε την υιοθεσία εκ μέρους μοναχού και τη συνεπακόλουθη κληρονόμησή του από το θετό τέκνο. Το αίτημα απορρίφθηκε αρχικά από τα εθνικά δικαστήρια με το αιτιολογικό ότι η υιοθεσία εκ μέρους μοναχού αντίκειται στους ιερούς κανόνες, αφού ο μοναχός απαγορεύεται να επιδίδεται σε κοσμικές φροντίδες.

Επιπροσθέτως, ενδεικτικά ως προς τη διάκριση των κανόνων σε διοικητικούς και δογματικούς, σε απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέφερε ότι η μεταβολή των ορίων Μητροπόλεως είναι πράξη διοικητικής φύσεως. Έτσι, η μη ύπαρξη της γνώμης του οικείου Αρχιερέα, δεν καθιστά αντισυνταγματικό το νόμο που ρυθμίζει τη νέα οριοθέτηση. Τέλος, σχετικά με τη συνταγματική κατοχύρωση των θεμελιωδών διοικητικών κανόνων, αποτυπώνεται με σαφήνεια σε πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι οι διοικητικοί κανόνες γενικά δεν ενέχουν συνταγματική κατοχύρωση, διότι δεν εκδηλώνονται μέσω αυτών τα κυριαρχικά δικαιώματα της Εκκλησίας, αλλά εμπεριέχουν ζητήματα μεταβλητά ανάλογα με την εκάστοτε χρονική περίοδο. Ωστόσο, υπερνομοθετική ισχύ αποκτούν οι διοικητικής φύσεως κανόνες που διαθέτουν ζωτική σημασία για την υπόσταση της Εκκλησίας ως διοικητικού οργανισμού και ρυθμίζουν ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα κατά τρόπο αποκλειστικό.

Στο τρίτο άρθρο του Συντάγματος γίνεται αναφορά και για το βασικό νομοθέτημα που ρυθμίζει την εσωτερική οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος ως διοικητικού οργανισμού. Πρόκειται για τον Καταστατικό της Χάρτη, ο οποίος είναι νόμος του κράτους, ψηφίζεται από την ολομέλεια της Βουλής (72 παρ. 1 Συντ). Ο ΚΧΕΕ εμπεριέχει πλήθος εξουσιοδοτήσεων βάσει των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος δύναται να εκδίδει κανονιστικές πράξεις διευθέτησης του εσωτερικού οργανωτικού της βίου. Μερίδα της θεωρίας υποστήριξε ότι ο ΚΧΕΕ θα μπορούσε να αποτελέσει απλώς κανονιστική πράξη της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στο ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης δύο πατριαρχικών κειμένων: Πρώτον, του Τόμου του 1850, με τον οποίο ανακηρύχθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος αυτοκέφαλη, δηλαδή εκκλησιαστικά πλήρως αυτοδιοίκητη. Επισημαίνεται ότι αρμόδιο όργανο για την παροχή αυτοκεφαλίας σε μία Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Πατριαρχική Σύνοδος. Δεύτερον, αναφέρομαι περαιτέρω στην Πράξη του 1928, με την οποία ρυθμίζεται το καθεστώς των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, των εδαφών δηλαδή που προσαρτήθηκαν στην ελληνική επικράτεια με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 και η εκκλησιαστική τους διοίκηση έχει παραχωρηθεί επιτροπικώς (δηλ. προσωρινά) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος. Η κρατούσα νομολογιακή άποψη διατυπώνει την πρόσδοση αυξημένης τυπικής ισχύος στα δύο αυτά κείμενα, μόνο ως προς τον τρόπο συγκρότησης της Δ.Ι.Σ, προς αποφυγή σχηματισμού αριστίδην συνόδου. Ωστόσο μια πιστή εφαρμογή του δικαιώματος αυτοδιοικήσεως των θρησκευμάτων θα οδηγούσε σε συνολική κατοχύρωσή τους.

Δύο υποθέσεις σχετικές με τη συνταγματική κατοχύρωση των προαναφερθέντων μη κρατικών κειμένων, είναι η αίτηση ακυρώσεως του Προεδρικού Διατάγματος περί αναγνωρίσεως και καταστάσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου και η περίπτωση της μετάθεσης του Μητροπολίτη Άνθιμου από τη Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως στη Θεσσαλονίκης.

Στην πρώτη περίπτωση, κρίθηκε ότι ο χαρακτηρισμός του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος ενέχει τιμητικό περιεχόμενο και δεν προσδίδει στο πρόσωπό του αρμοδιότητες που εκτείνονται πέρα από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Επίσης, ότι δεν αντίκειται ο εν λόγω χαρακτηρισμός στον Τόμο του 1850 και στην Πράξη του 1928 που επιφυλάσσουν αντιστοίχως για τον Πρόεδρο των συλλογικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος τους χαρακτηρισμούς «Μητροπολίτης Αθηνών» και «Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών», αφού η συνταγματική κατοχύρωση των δύο πατριαρχικών κειμένων αφορά μόνο τη συγκρότηση της ΔΙΣ. Στη δεύτερη ‘νομολογιακή περίπτωση κατά όμοιο τρόπο κρίθηκε ότι δεν κατοχυρώνεται συνταγματικά ο Ε όρος της Πράξης του 1928 που αφορά το μη μεταθετό των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών.

Αυτή ήταν μία συνοπτική επισκόπηση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος, αφού καθένα από τα θέματα που παρουσιάστηκαν αποτελεί από μόνο του ένα μακροσκελή διάλογο ερειζόμενο τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία. Η συνολική μελέτη, βέβαια, και θεώρηση αυτών των ζητημάτων, που δεν είναι αποκομμένα το ένα από το άλλο (το αντίθετο μάλιστα) έχω την πεποίθηση πως συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση των δομών των σχέσεων κράτους-εκκλησίας στη χώρα μας, σχέσεις οι οποίες όσο υπάρχουν άνθρωποι και κοινωνική συγκρότηση δε θα πάψουν να βρίσκονται στην επικαιρότητα, έστω και αν υποθετικά η νομική επιστήμη εξαλειφθεί. Διότι η ύπαρξη της ιδιόμορφης αυτής σχέσης κράτους-εκκλησίας δεν είναι ένα ζήτημα μόνο νομικό, αλλά και βαθύτατα ιστορικό, πολιτικό, ανθρώπινο…

                                                                                     

Σας ευχαριστώ!!

 

 

 

--------------------------------------------------------------------------

*Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγησή μου στο 3ο ετήσιο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο 22-23 Απριλίου 2016. Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαιτέρως τον κύριο Κωνσταντίνο Γ. Παπαγεωργίου, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου του ΑΠΘ και δικηγόρο για την επιμέλεια του κειμένου και του power point. Η νομολογία που αναφέρεται στο κείμενο παρατίθεται αναλυτικά στο power point και η τελική μελέτη επί της εισηγήσεως, η οποία θα εμπεριέχει τις απαραίτητες βιβλιογραφικές αναφορές θα δημοσιευτεί στα πρακτικά του συνεδρίου.

 

Παλιούρα Ελένη

 

 

Νέα

Κανόνες και Νόμοι: Ζητήματα...
Οι Αποφάσεις του Συμβουλίου...
«Πεντηκοστὴν ἐορτάζομεν»: από...
Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β'...
ΣτΕ 1983/2007: αντικατάσταση...
Διαχρονίες και Ασυμφωνίες
Το μάθημα των Θρησκευτικών...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>