Θρησκευτικό νομικό πρόσωπο – Νέα μορφή νομικού προσώπου – Οι υπ΄ αρ.165/2015 ΜΠΡΘηβών και 2457/2015 ΜΠΡΠειραιώς αποφάσεις

2018-06-06 04:35
 
Το ζήτημα της νομικής προσωπικότητας των θρησκευτικών ενώσεων απασχόλησε ιδιαίτερα τη νομολογία μέχρι σήμερα, καθώς δημιουργούσε προβληματικές καταστάσεις στο εσωτερικό των θρησκευτικών κοινοτήτων. Το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο συνιστά μια νέα μορφή ένωσης προσώπων που κατοχυρώνεται πλέον με τον πρόσφατο ν. 4301/2014 και δίνει τη δυνατότητα απόκτησης νομικής προσωπικότητας καθαρά θρησκευτικού χαρακτήρα.
Οι υπ’ αρ. 165/2015 ΜΠΡΘηβών και 2457/2015 ΜΠΡΠειραιώς αποφάσεις έχουν ως αντικείμενο τη σύσταση και αναγνώριση θρησκευτικού νομικού προσώπου εδράζοντας το αιτιολογικό τους στον. 4301/2014.
Κατ’ αρχήν στο Α13 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η θρησκευτική ελευθερία, η οποία έχει στο κανονιστικό της πεδίο κάθε «γνωστή» θρησκεία. Γνωστή είναι η θρησκεία που διαθέτει φανερή λατρεία και φανερά δόγματα. Η θρησκευτική ελευθερία περιέχει τόσο την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως όσο και την ελευθερία της λατρείας. Έκφανση, ανάμεσα σε άλλες, της πρώτης εξ αυτών αποτελεί και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι για θρησκευτικούς σκοπούς, δικαίωμα που συνδέεται άρρηκτα με το είδος της νομικής προσωπικότητας της θρησκευτικής κοινότητας, που το ίδιο το κράτος οφείλει να απονέμει εφόσον η τελευταία το αξιώνει.
Στο Ν.Δ. 17.12.1923, «περί ενοριακών ναών και εφημεριών» ορίστηκε στο Α1 ότι «Ενοριακοί ναοί είναι οι έχοντες ενορίαν», ενώ στο Α2 εξειδικεύτηκε το είδος της νομικής προσωπικότητας των ενοριακών ναών και συγκεκριμένα ότι αυτοί αποτελούν νομικά πρόσωπα «Δημοσίου Δικαίου». Οι ρυθμίσεις αυτές συνεχίστηκαν και σε μεταγενέστερα νομοθετήματα, όπως στον Α.Ν. 2200/1940, καθώς και στον Κανονισμό 2/1969, ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν.Δ. 126/1969. Η Εκκλησία της Ελλάδος αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου από το 1969, με τον Καταστατικό Χάρτη της δικτατορίας (Ν.Δ. 126), μια ρύθμιση που επαναλαμβάνεται και στην ισχύουσα καταστατική νομοθεσία της μεταπολιτεύσεως. Να υπογραμμιστεί εδώ πως πρώτη φορά στον ισχύοντα Ν.590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» ορίστηκε ότι η ενορία μετά του ενοριακού αυτής ναού αποτελεί, ως προς τις νομικές της σχέσεις, αυτοτελές Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, για δε την ίδρυσή της απαιτείται η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Κοινό σημείο των μέχρι τότε νομοθετημάτων ήταν πως η νομική προσωπικότητα αποδιδόταν αποκλειστικά στους ενοριακούς ναούς, ανεξάρτητα από τις ενορίες. Βέβαια, υπήρξε και αντίθετη ρύθμιση στο Α2 του Κανονισμού 8/1979 «Περί ιερών ναών και ενοριών» βάσει του οποίου προσδίδεται νομική προσωπικότητα Δημοσίου Δικαίου στον ενοριακό ναό και όχι στην ενορία. Η σύγχυση αποτυπώθηκε και νομολογιακά, ενώ στην υπ’ αριθ. 198/1993 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίζεται πως μόνο η ενορία έχει νομική προσωπικότητα.
 
Ο Ν. 4301/2014 «Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 223/07-10-2014)
επέφερε μεταβολή στο ελληνικό δικαιικό σύστημα όχι με την έννοια της τροποποίησης του παλιού καθεστώτος απόκτησης η μη νομικής προσωπικότητας εκ μέρους μιας θρησκευτικής ένωσης, αλλά με την εισαγωγή ενός αριθμού διατάξεων, με τις οποίες οι θρησκευτικές κοινότητες έχουν μια πιο σαφή λειτουργία και υπόσταση. 
 
Θεσμοθετείται, επίσης, για πρώτη φορά η έννοια του θρησκευτικού νομικού προσώπου, που κατά το άρθρο 2 του ν.4301/2014 είναι: «Ένωση προσώπων της αυτής θρησκευτικής κοινότητας, η οποία επιδιώκει τη συστηματική και οργανωμένη άσκηση της λατρείας της και τη συλλογική εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μελών της, αποκτά προσωπικότητα, όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί θρησκευτικό νομικό πρόσωπο χρειάζονται τριακόσια τουλάχιστον πρόσωπα, εκ των οποίων ένας τουλάχιστον είναι ο θρησκευτικός λειτουργός, ιερουργός ή ποιμένας της θρησκευτικής κοινότητας, στον οποίο έχει ανατεθεί η τέλεση των θρησκευτικών τελετών, ο οποίος πρέπει να είναι Έλληνας ή πολίτης κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αλλοδαπός νόμιμα διαμένων στην Ελλάδα.».
 
Στο Α3 αναφέρεται η διαδικασία και οι διατυπώσεις της σύστασης και συγκεκριμένα: «Για την εγγραφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου στο βιβλίο, η διοίκησή του υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη υπογεγραμμένη από όλους τους ιδρυτές - μέλη του με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας τους, η Ομολογία πίστης, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, στην οποία περιλαμβάνεται απαραίτητα και ο θρησκευτικός λειτουργός της κοινότητας, πλήρες βιογραφικό σημείωμα του τελευταίου, από το οποίο θα προκύπτουν οι τυχόν θρησκευτικές σπουδές του, ο τρόπος και ο χρόνος ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής του στη θέση αυτή, κατάλογος με τους λατρευτικούς χώρους του και ο κανονισμός του, με τις υπογραφές των μελών του και με ημεροχρονολογία. Το μέλος δεν μπορεί να συμμετέχει ταυτόχρονα σε άλλο θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, της αυτής ή άλλης θρησκείας ή δόγματος. Το δικαστήριο υποχρεωτικά διατάσσει με πράξη του την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο προς συζήτηση. Αντίγραφο της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου και όλα τα δικαιολογητικά επιδίδονται, με επιμέλεια των αιτούντων, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών.».
 
Στις δύο υπό εξέταση αποφάσεις, λοιπόν, οι αιτούντες νόμιμα προσκόμισαν τα απαιτούμενα έγγραφα που ορίζει το ως άνω άρθρο και οι αιτήσεις τους έγιναν δεκτές αποκτώντας τη νομική προσωπικότητα του υπό σύσταση θρησκευτικού νομικού προσώπου. Για τη σύσταση «θρησκευτικού νομικού προσώπου», το οποίο αποκτά νομική προσωπικότητα (ιδιωτικού δικαίου) με την εγγραφή του σε ειδικό δημόσιο βιβλίο, που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του, απαιτούνται, όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον 300 πρόσωπα (με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα), εκ των οποίων τουλάχιστον ένας είναι ο θρησκευτικός λειτουργός. Στην πρώτη απόφαση υπήρχαν 716 ιδρυτές-μέλη, ενώ στη δεύτερη 449 ιδρυτές- μέλη. 
 
Στην υπ’ αρ. 165/2015 ΜΠΡΘηβών περαιτέρω γίνεται μνεία και στο Α12 του Συντάγματος: «1. Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια.».Κρίθηκε λοιπόν πως: «Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για την αναγνώριση του θρησκευτικού νομικού προσώπου, του οποίου η Ομολογία Πίστεως και ο Κανονισμός γενικότερα δεν έρχονται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Πρέπει συνεπώς, να γίνει δεκτή η αίτηση και ως κατ’ ουσία βάσιμη και να διαταχθούν όσα ορίζονται στο άρθρο 5 ν. 4301/2014».
Βάσει του Α5 του ν.4301/2014: «Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση και διατάζει: α) να δημοσιευθεί στον τύπο η Ομολογία πίστεως και περίληψη του κανονισμού με τα ουσιώδη στοιχεία του και β) να εγγραφεί το νομικό πρόσωπο στο βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων. Η εγγραφή αυτή είναι ημεροχρονολογημένη και περιλαμβάνει την επωνυμία και την έδρα του, την Ομολογία πίστεως, τη χρονολογία του κανονισμού, τα μέλη της διοικήσεως και τον θρησκευτικό λειτουργό, καθώς και τους όρους που περιορίζουν αυτούς. Ο κανονισμός επικυρώνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου. Το θρησκευτικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο και η εγγραφή γίνεται αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης. Οι δικονομικές προθεσμίες άρχονται για το Δημόσιο από της κοινοποιήσεως της απόφασης στον εισαγγελέα, για τους τρίτους από την επόμενη της δημοσίευσης στον τύπο.».
 
Καταληκτικά, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα, η νομική τους προσωπικότητα και ζητήματα γενικότερα θρησκευτικής ελευθερίας, βρίσκονται διαρκώς στο επιστημονικό και μη πεδίο ενδιαφέροντος, καθώς το θρησκευτικό φαινόμενο επηρεάζει και κανονιστικά τη δράση των πολιτών που παράλληλα ανήκουν και σε μια θρησκευτική ένωση.

Νέα

Κανόνες και Νόμοι: Ζητήματα...
Οι Αποφάσεις του Συμβουλίου...
«Πεντηκοστὴν ἐορτάζομεν»: από...
Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β'...
ΣτΕ 1983/2007: αντικατάσταση...
Διαχρονίες και Ασυμφωνίες
Το μάθημα των Θρησκευτικών...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>