Θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και δημόσια πολιτική: Όψεις ανορθολογισμού

2018-11-08 19:18

του Γεωργίου Δίελλα

Με την ευκαιρία της επικείμενης ή έστω επιχειρούμενης συνταγματικής αναθεώρησης, τέθηκε για άλλη μια φορά το ζήτημα της καθιέρωσης θρησκευτικά ουδέτερου κράτους. Οι βουλευτές του μεγαλύτερου εκ των συγκυβερνώντων κομμάτων με πρώτο τον πρωθυπουργό, στην πρότασή τους για την αναθεώρηση του Συντάγματος, μετέγραψαν το πάγιο αίτημα του χωρισμού κράτους – εκκλησίας, σε εξορθολογισμό των σχέσεων αυτών. Προς την κατεύθυνση αυτή, στο επίμαχο άρθρο 3, η πρόταση περιλαμβάνει τη συνταγματική κατοχύρωση του θρησκευτικά ουδέτερου κράτους, με την παράδοξη προσθήκη αναγνώρισης της ορθόδοξης εκκλησίας, ως επικρατούσας θρησκείας.
Η αναφορά στον Καταστατικό Χάρτη της χώρας ενός τόσο φορτισμένου ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά όρου όπως η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιχειρεί να επιλύσει, αν δεν συνοδεύεται από τον απαραίτητο εννοιολογικό προσδιορισμό σε επίπεδο συγκρότησης μιας συγκεκριμένης δημόσιας πολιτικής, που θα αντιμετωπίζει συνολικά και ενιαία το ζήτημα. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε με σαφήνεια, τι εννοούμε με τον όρο θρησκευτική ουδετερότητα. Προφανώς σε αυτό το πνεύμα, η πρόταση συνοδεύει την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας, «με ό,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά». Τι λοιπόν οφείλει να συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά η κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους; Η ίδια η πρόταση, αλλά και το κοινό ανακοινωθέν πρωθυπουργού και αρχιεπισκόπου για τη συμφωνία κράτους και εκκλησίας που ακολούθησε, υποθέτω όχι κατά χρονική σύμπτωση, παρέχουν ενδεικτικά στοιχεία μιας αντίληψης, που αν επικρατήσει, εισάγει σοβαρά στοιχεία θεσμικού ανορθολογισμού και υποσκάπτει στην πράξη την τόσο σοβαρή διακήρυξη της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους.
Η πρώτη εννοιολογική αντίφαση, εντοπίζεται στην ίδια παράγραφο που αποτελεί το προτεινόμενο νέο άρθρο 3 του Συντάγματος. Στην ίδια πρόταση, επιχειρείται η καθιέρωση ταυτόχρονα, της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους και η αναγνώριση της ορθόδοξης εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Τα παράδοξα συνεχίζονται στην ίδια πρόταση, όπου κατοχυρώνεται συνταγματικά, από ένα ουδετερόθρησκο πλέον κράτος, η τήρηση από την ορθόδοξη εκκλησία, των αποστολικών και συνοδικών κανόνων και της εκκλησιαστικής παράδοσης, δηλαδή του εσωτερικού της κανονικού δικαίου. Επίσης διευκρινίζεται συνταγματικά ότι είναι αυτοκέφαλη (επίσης ζήτημα που ανάγεται στο εσωτερικό κανονικό της δίκαιο) και κυρίως, ότι διοικείται σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη, που δεν είναι εσωτερικό της δίκαιο, αλλά νόμος του κράτους. Καθιερώνεται λοιπόν εντός ενός θρησκευτικά ουδέτερου κράτους,  μια θρησκεία ως επικρατούσα και η διοίκησή της με νόμο που ψηφίζει η Βουλή. Πρόκειται μάλιστα για ένα νόμο, που όπως έχει αποδείξει η πράξη, τροποποιείται συχνά μονομερώς από την πολιτεία (έχει τροποποιηθεί συνολικά 33 φορές, αρκετές από τις οποίες επί της σημερινής κυβερνήσεως) και συνήθως μέσω της αδιαφανούς διαδικασίας κατάθεσης εκπρόθεσμων τροπολογιών. Υπό αυτή την έννοια, το προτεινόμενο άρθρο 3, εκφράζει μια επαμφοτερίζουσα στάση στο θέμα των σχέσεων κράτους – εκκλησίας, που αδυνατεί να κρύψει τον φόβο του πολιτικού κόστους και οδηγεί αφενός στην υπονόμευση της θρησκευτικής ουδετερότητας και αφετέρου στην κατοχύρωση μιας δέσμιας επικρατούσας θρησκείας.
Το δεύτερο ζήτημα που αναδεικνύει την ανορθολογικότητα του εγχειρήματος, είναι η δυνατότητα συγκρότησης μιας ενιαίας και συνεπούς προς την αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας, δημόσιας πολιτικής για τα θρησκεύματα, στην Ελλάδα. Το κοινό ανακοινωθέν πρωθυπουργού – αρχιεπισκόπου μετά τη συνάντησή τους είναι απολύτως χαρακτηριστικό. Στο ανακοινωθέν περιλαμβάνονται δύο κυρίως σημεία.
Το πρώτο, αφορά τη διαγραφή των θρησκευτικών λειτουργών της ορθόδοξης εκκλησίας που κατέχουν οργανικές θέσεις, από την ενιαία αρχή πληρωμών, η οποία συνοδεύεται από την ταυτόχρονη υποχρέωση της πολιτείας να συνεχίσει να καταβάλει το ίδιο ύψος πιστώσεων σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, με άλλο λογιστικά τρόπο, αυτόν της επιδότησης σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας. Σε μια εκκλησιοπρεπή διατύπωση, «ήλλαττεν ο Εμμανουήλ και ενεδύθη τα ιμάτιά του διαφόρως». Πρόκειται για μνημείο λαϊκίστικής προσέγγισης ενός προβλήματος δημόσιας πολιτικής. Ο κρατικός Προϋπολογισμός θα συνεχίσει να επιβαρύνεται ισόποσα, αλλά με άλλο τρόπο. Με τρόπο που πιθανώς δημιουργεί τις προϋποθέσεις νέων προσλήψεων στο δημόσιο αφού τυπικά θα διαγραφούν οι κληρικοί της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το πρόβλημα δεν σταματά στην κουτοπόνηρη αυτή σύλληψη. Η συμφωνία του πρωθυπουργού με τον αρχιεπίσκοπο, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην Κρήτη και στις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τι θα συμβεί με τους θρησκευτικούς λειτουργούς σε αυτές τις περιοχές; Θα παραμείνουν στο ίδιο καθεστώς, δημιουργώντας δύο ταχύτητες και άνιση αντιμετώπιση; Ή θα επιχειρήσει η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το θέμα με τον ίδιο τρόπο με μια νέα συμφωνία με το Φανάρι; Σε αυτή την περίπτωση οι κληρικοί σε αυτές τις περιοχές θα πληρώνονται μέσω Τουρκίας; Πρόκειται για ανεπίτρεπτη προχειρότητα που γελοιοποιεί έννοιες και θεσμούς.
Επίσης, αφού στο νέο δήθεν ουδετερόθρησκο κράτος σημασία έχει η επίφαση και όχι η ουσία, τι θα συμβεί με θρησκευτικούς λειτουργούς άλλων θρησκειών που νοούνται ως δημόσιοι υπάλληλοι και μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό;  Σύμφωνα με το νόμο «περί μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών», οι Μουφτείες της Δυτικής Θράκης είναι δημόσιες υπηρεσίες (ούτε καν ν.π.δ.δ. και άρα η λειτουργία τους βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό) και οι Μουφτήδες θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι, διορίζονται με προεδρικό διάταγμα και αντιστοιχούν σε γενικό διευθυντή υπουργείου μισθολογικά και βαθμολογικά. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του Ισλαμικού Τεμένους Αθηνών, το οποίο εποπτεύεται από τον υπουργό παιδείας, χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, στελεχώνεται με ευνοϊκές διατάξεις από δημοσίους υπαλλήλους, και οι αποδοχές του μουσουλμάνου θρησκευτικού λειτουργού (ιμάμη), βαρύνουν εξολοκλήρου τον τακτικό προϋπολογισμό. Είναι συμβατή αυτή η προσέγγιση με τη θρησκευτική ουδετερότητα; Η ό,τι γίνεται αφορά τις εντυπώσεις, χωρίς μέριμνα για τη συγκρότηση μιας συγκροτημένης πολιτικής, ενιαίας προς όλα ανεξαιρέτως τα θρησκεύματα και τις θεσμικές εκφάνσεις τους;
Το τελευταίο ζήτημα που είναι και το πλέον συμβολικό, στη νέα «μεταδημοκρατική» αντίληψη περί ουδέτερου θρησκευτικά κράτους και της σχέσης του με τα θρησκεύματα, είναι η από κοινού μεταξύ κράτους και εκκλησίας, σύσταση ενός Ταμείου Αξιοποίησης της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΤΑΕΠ), με σκοπό την διαχείριση και αξιοποίηση αμφισβητούμενων περιουσιών της Εκκλησίας και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου της που θα μεταβιβασθεί εκεί. Πρόκειται για την πλέον κυνική αποτύπωση της νέας αντίληψης περί ουδέτερου θρησκευτικά κράτους, το οποίο πλέον θα συνδέεται προνομιακά με μια θεσμική θρησκευτική έκφανση μέσω της από κοινού συμμετοχής σε μια εταιρεία, τα έσοδα της οποίας, θα  επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.
Η πορεία από το ομολογιακό  προς το ουδετερόθρησκο κράτος, απαιτεί σοβαρό σχεδιασμό, υπευθυνότητα και σαφήνεια. Η πολιτική και η θρησκεία πρέπει να επιτελούν διακριτά την αποστολή τους εντός των δεδομένων της νεωτερικότητας. Κάθε προσπάθεια επικοινωνιακής και με γνώμονα το πολιτικό κόστος αντιμετώπισης του ζητήματος, οδηγεί σε υπονόμευση του εγχειρήματος εκσυγχρονισμού και φιλελευθεροποίησης του Συντάγματος και της κοινωνίας και δεν επιτρέπει τη συγκρότηση της απαραίτητης ενιαίας δημόσιας πολιτικής για τα θρησκεύματα στην Ελλάδα.
 
*Ο κ. Γεώργιος Δίελλας είναι Διδάκτωρ Διοικητικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου, και Διδάσκων στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης.
 
Πρώτη δημοσίευση: ΤΟ ΒΗΜΑ