{Θ'} ΡΩΓΜΗ – ΣΧΕΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΡΡΟΠΩΝ ΠΛΕΥΡΩΝ

2018-08-11 01:34

της Θάλειας - Ιακωβίνας Καραμολέγκου

ΕΚΚΛΗΣΙΑ – ΜΕΤΑΝΟΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
 
«Πέρασαν χρόνια 34 από τότε, που έχω να αναφερθώ σε αμάρτημα, μόλις τον εαυτό μου κοιτάω σε καθρέπτη». Το χέρι του έτρεμε, το βλέμμα του καθηλωμένο στο δάπεδο και η καρδιά του, αχ αυτή η καρδιά του σαν να την ξυλοκοπούσαν ληστές στη μέση ενός αδιέξοδου δάσους. Είχε απέναντι τον γιο του κι αυτός ένας ιερομόναχος, τίποτα δεν μπορούσε να του ζητήσει παραπάνω από τη συγχώρεση και τίποτα δεν μπορούσε να του διδάξει παραπάνω από τη μετάνοια. Δεν ήξερε πώς να το ξεστομίσει, οπότε αρκέστηκε στο να ξεκινήσει με τη δύναμη της μετάνοιας.
«Ξέρεις φαντάζομαι τι είναι η μετάνοια και πώς κάθε άνθρωπος σε κάθε στιγμή της ζωής του μπορεί να τη ζητήσει από τον Κύριο κι Εκείνος να του δείξει το σωστό μονοπάτι και να του τη δώσει…». Ο νεαρός εντεταλμένος του κράτους έγνεψε καταφατικά σα να ήθελε να προσπεράσει τη συζήτηση, μα δεν αντιδρούσε για να δει πού θα κατέληγε ο συνομιλητής του.
«Ό,τι και να σαι. Ό,τι και να επαγγέλλεσαι, δολοφόνος ή παπάς» Σφίχτηκε ο ιερέας, αλλά συνέχισε δειλά το λόγο του «είσαι άνθρωπος και οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν λάθη, λάθη μεγάλα ή μικρά, ασήμαντα ή σημαντικά, εκείνα που διορθώνονται πιο δύσκολα από τα άλλα. Ο Θεός μας είναι πάντα εκεί, για να συγχωρήσει, να καθοδηγήσει, να συμβουλεύσει μέσω των εκπροσώπων του στη γη. Ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να μας σπρώξει από τον γκρεμό του καταρράκτη στην πεδιάδα, που πλούσια φέρεται από όλα τα αγαθά. Και όλα αυτά μόνο με τη μετάνοιά μας». Ο ιερέας έσκυψε να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσει, αλλά ο νεαρός προβάλλοντάς του την παλάμη του, κάνοντάς του νόημα να σταματήσει τον διέκοψε.
«-Μην κουράζεσαι. Τα ξέρω όλα. Όταν βγήκε η εντολή για το ποιος θα διακανονιστεί με εσάς, είδα το όνομα. Δεν πάει πολύς καιρός, που ένας σε πρόδωσε για το πώς συνέχισες τη ζωή σου, αφού παράτησες τη μητέρα μου έγκυο. Και μεταξύ μας η παραμονή σου εδώ για σένα ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσες να κάνεις. Κάτι για να ηρεμήσεις την ψυχή σου και να εξομαλύνεις τα θηρία των τύψεών σου. Εδώ στο καβούκι σου. Τουλάχιστον προσευχόσουν για μένα;»
Ο ήρεμος τόνος του νεαρού δεν προϊδέαζε καθόλου τη σοβαρότητα των λεγομένων, που ξεστόμισε. Ο ιερέας από την άλλη δέχτηκε μια παλίρροια ψυχρολουσίας σε δευτερόλεπτα και για να μην πνιγεί από αυτήν, τη μετέτρεψε σε δάκρυα, ένα γοερό κλάμα. Σταύρωσε τα δάχτυλά του, προετοιμάζοντας τον εαυτό του για προσευχή και παρακάλεσε για άλλη μια φορά να δεχτεί ο Ύψιστος τη μετάνοιά του. Μόλις τα δάκρυα περιορίστηκαν, τόλμησε να βγάλει λίγο αέρα από τα πνευμόνια του και να ορθώσει πέντε λέξεις : «Ουφ, Βέβαια προσευχόμουν για σένα, κάθε μέρα της ύπαρξής μου» ψέλλισε. «όπως προσεύχομαι και στον Θεό να με συγχωρέσει. Η Μετάνοια βοηθάει τις ψυχές».
«-Σαν ένα είδος προσωπικής ψυχανάλυσης» συμπλήρωσε ο νεαρός.
«-Ναι απλά η μετάνοια βοηθά πιο πολύ, γιατί παίρνεις και την ευλογία Του, ό,τι και να έχεις πράξει. Είναι ανώτερο από την ψυχανάλυση και φυσικά καλύτερο από τη σιωπή. Τόσα χρόνια στηρίχθηκα στη μετάνοιά μου και την προσευχή και τώρα σε βρήκα. Νιώθω σαν ένα ψάρι σε ενυδρείο, που επιτέλους του φέρνουν κάποιον όμοιό του, αλλά εσύ είσαι ανώτερο, είσαι αίμα μου. Ο Κύριος βάσει της μετάνοιας συγχώρεσε σε μένα κάθε αμαρτία μου και μου χάρισε το υπέρτατο δώρο της ζωής να σε δω» δίστασε μα δεν μπορούσε άλλο να το κρατήσει μέσα του, ορμούσαν οι λέξεις να βγουν έξω «Γιε μου, ναι Γιε μου τι ωραία λέξη θέλω να μου τα πεις όλα». 
«Μην ξεχνάς. Είμαστε εδώ για μια δουλειά. Τι προσφέρει λοιπόν ο μοναχισμός σου; Και αφού ήθελες να προσφέρεις, γιατί δεν ζούσες έξω να προσφέρεις σε άπορους ανθρώπους; Τι προσφέρετε ως μοναχοί… Αυτό θέλω να μου πεις πρώτα… Είναι τελικά αδυναμία εαυτού να ζήσει ή μια ανώτερη προσφορά στον κόσμο; Αυτό πες μου… Μήπως μπορώ να εξηγήσω τη ζωή του πατέρα μου».
Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά με τόση ένταση συναισθημάτων. Ο ένας περίμενε από τον άλλον τα πάντα, ήθελε από τον άλλος τα πάντα και μια σχέση ανθρώπινη μόλις ξεκινούσε.
«Ο μοναχισμός λοιπόν… Για να δούμε…»