Σύγχρονα Ζητήματα Θρησκευτικής Ελευθερίας (ΙΙ)

2021-01-08 06:38

του Ραφαήλ Παπασυκιώτη

Η θρησκευτική ελευθερία είναι ως γνωστόν ένα από τα σημαντικότερα ατομικά δικαιώματα που διεκδικήθηκαν ήδη από το 1500 μ.Χ. στον ευρωπαϊκό χώρο. Και οι αγώνες αυτοί στέφθηκαν με επιτυχία, αν αναλογιστούμε ότι έχει κατοχυρωθεί σε πλήθος ευρωπαϊκών συνταγματικών εννόμων τάξεων1. Εντούτοις, πολλοί σήμερα μιλούν για θρησκευτική ελευθερία, δίχως να αντιλαμβάνονται την πρακτική της σημασία, ωσεί να είναι κάτι θεωρητικό. Η θρησκευτική ελευθερία, όμως, ως αξίωση έναντι της πολιτείας να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη διαμόρφωση και εκδήλωση της θρησκευτικής συνείδησης συνδέεται αναπόσπαστα με το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και έχει σοβαρό αντίκτυπο στο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι.

Ζούμε αναμφισβήτητα σε μία εποχή ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας, ίσως και ηλεκτρονικής επανάστασης θα έλεγε κανείς. Οι εξελίξεις στον τομέα της πληροφορικής δεν αφήνουν ανεπηρέαστη και τη νομική επιστήμη και συνακόλουθα τα ατομικά δικαιώματα. Πράγματι, η ταχύτατη διάδοση του διαδικτύου και της χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχουν φέρει στο επίκεντρο κυρίως το ζήτημα της χρήσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Μία ειδικότερη έκφανση του ζητήματος αποτελεί και η κωδικοποίηση των προσωπικών δεδομένων στις δημόσιες υπηρεσίες μέσω της χρήσης διαφόρων αριθμητικών ακολουθιών για την ταυτοποίηση των διοικουμένων, όπως επί παραδείγματι ο Α.Μ.Κ.Α. και ο Α.Φ.Μ., η απόκτηση των οποίων κρίνεται υποχρεωτική για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων, όπως η έκδοση φορολογικής ενημερότητας, η κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ.

Συναφώς, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς εάν η χρήση αριθμητικών ακολουθιών για την ταυτοποίηση των πολιτών αντίκειται στο δικαίωμα θρησκευτικής ελευθερίας τους. Αναφορικά με τον ανωτέρω προβληματισμό, ήχθη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως ατομικών διοικητικών πράξεων διαφόρων Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 153 του νόμου 3655/2008, το οποίο προβλέπει ότι έκαστος διοικούμενος οφείλει να εκδώσει Α.Μ.Κ.Α. Με την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως προβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ως λόγος ακυρώσεως των ανωτέρω πράξεων έκδοσης Α.Μ.Κ.Α από τον πρώτο και τέταρτο αιτούντα ότι ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου με αριθμούς προσβάλλει την ορθόδοξη χριστιανική πίστη λόγω απαξίωσης του μυστηρίου του βαπτίσματος, καθώς και ότι ειδικώς ο Α.Μ.Κ.Α., ως αριθμός που παραμένει αμετάβλητος για να προσδιορίζει με μοναδικό τρόπο το φυσικό πρόσωπο μέχρι τον θάνατό του, «θέτει εκτός πληρώματος Εκκλησίας κατά τους ιερούς Κανόνες» και δημιουργεί σοβαρότατα συνειδησιακά προβλήματα στους αιτούντες, οι οποίοι τον αντιλαμβάνονται ως το «σφράγισμα του αντίχριστου» που αναφέρεται στην Αποκάλυψη του ευαγγελιστή Ιωάννη και ότι κατά συνέπεια επιβάλλεται η άσκηση των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων άνευ Α.Μ.Κ.Α. 
Το Συμβούλιο της Επικρατείας2 απέρριψε την ακόλουθη αιτίαση με το σκεπτικό ότι ουδείς δύναται, επικαλούμενος τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, να αρνηθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς το Κράτος ή τη συμμόρφωσή του προς τους νόμους γενικής εφαρμογής, ειδικά δε προς τους νόμους που δεν αφορούν θέματα σχετικά με την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων του και απέρριψε το σχετικό λόγο ως ουσία αβάσιμο. Δέχθηκε ειδικότερα ότι, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις που προβάλλουν ότι έχουν ο πρώτος και ο τέταρτος αιτών δεν θεμελιώνουν δικαίωμα εξαίρεσής τους από τη γενική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 153 του νόμου 3655/2008, οι οποίες θεσπίσθηκαν για τον λόγο δημοσίου συμφέροντος και δεν σχετίζονται με θέματα θρησκευτικής συνείδησης. Το ανώτατο ακυρωτικό διοικητικό Δικαστήριο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση ερμηνεύοντας συνδυαστικά τις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 13 του Συντάγματος. Δεχόμενο ότι με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, ειδικότερη δε έκφανση του δικαιώματος του οποίου αποτελεί η θρησκευτική συνείδηση, έκρινε ότι προστατεύεται, προεχόντως, το ενδιάθετο φρόνημα του προσώπου αναφορικά με το θείο έναντι κάθε κρατικής επέμβασης. Δέχθηκε, περαιτέρω ότι η ελευθερία αυτή διακηρύσσεται ως απαραβίαστη, χωρίς να τάσσεται κανένας περιορισμός, υποκείμενη μόνο στους περιορισμούς της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου. Υπενθύμισε, εντούτοις, ότι έτερο είναι η θρησκευτική συνείδηση και έτερο η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις έναντι του κράτους και για το λόγο αυτό, άλλωστε, απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο ακυρώσεως.

Η ανωτέρω απόφαση είναι κατά την άποψή μας δικαιολογημένη και εύλογα τεκμηριωμένη. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ερμηνεύοντας το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας υπό την πάγια νομολογία του κατέληξε σε ορθό συμπέρασμα, διότι δεν εισήλθε στη διαδικασία να εκλάβει την έκδοση Α.Μ.Κ.Α. ως περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας αλλά οριοθέτησε εύλογα το πεδίο εφαρμογής της και κατέληξε ότι η απόκτηση Α.Μ.Κ.Α. και η συνακόλουθη άσκηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων εκ μέρους των αιτούντων δεν εμπίπτει σε αυτό. Το Συμβούλιο της Επικρατείας με λογική ερμηνεία έκρινε ότι είναι διαφορετικό αντικείμενο η θρησκευτική ελευθερία και διαφορετικό η υποχρέωση συμμόρφωσης στις απορρέουσες από κρατικούς νόμους υποχρεώσεις. Πρόκειται, αν θέλουμε να το αποτυπώσουμε με τον πλέον παραστατικό τρόπο, για δύο κύκλους που δεν τέμνονται. Αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να συσκοτισθεί το πεδίο που καλύπτει το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία και για το λόγο αυτό θα ήταν απορριπτέα.

Μετά τα ανωτέρω, ας περάσουμε σε κάτι περισσότερο συναφές με την εισήγηση του συναδέλφου Αναστάσιου Ηλία την επίδραση της θρησκευτικής ελευθερίας στα εργασιακά ζητήματα υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής νομολογίας. Ένας από τους τομείς που κατεξοχήν ο άνθρωπος αναπτύσσει την προσωπικότητά του είναι και ο εργασιακός τομέας. Με την ένταξή του στο εργασιακό πεδίο έκαστος εξ ημών αντιμετωπίζει και προκλήσεις στον αγώνα του περί ανέλιξης και ιδίως στο πλαίσιο της εξαρτημένης εργασίας, όπου το δικαίωμα στην απρόσκοπτη προσωπική ανάπτυξη μέσω της άσκησης του επαγγέλματος συγκρούεται με το δικαίωμα του εργοδότη στην επαγγελματική ελευθερία και στην καλύτερη δυνατή επίτευξη των επιχειρηματικών του στόχων, ήτοι στην επίτευξη κέρδους. Βλέπουμε, επομένως, να συγκρούονται δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμη είναι η λεγόμενη πρακτική εναρμόνιση μεταξύ των συγκρουόμενων δικαιωμάτων προσωπικότητας. Στο πλαίσιο της διαπίστωσης του δικαιώματος που πρέπει να περιορίζεται κάθε φορά, κρίσιμο είναι να εξετάζεται  αν ο εκάστοτε περιορισμός αφενός εξυπηρετεί μια ουσιώδη, θεμιτή και δικαιολογημένη επαγγελματική απαίτηση και αφετέρου αν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ήτοι αν η παρέμβαση στο υπό περιορισμό δικαίωμα είναι αναγκαία, επαρκής και stricto sensu αναλογική.

Η ανωτέρω προβληματική σύγκρουσης δικαιωμάτων εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση μεταξύ της θρησκευτικής ελευθερίας του εργαζομένου, ως έκφανση της προσωπικότητάς του, και της επαγγελματικής ελευθερίας του εργοδότη. Πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα αναφύεται κυρίως με τους εργαζομένους, οι οποίοι επιλέγουν στο χώρο της εργασίας τους να φέρουν ένα θρησκευτικό σύμβολο, το οποίο φέρουν και στην καθημερινότητά τους, όπως επί παραδείγματι ένα χριστιανικό σταυρό ή μια μουσουλμανική μαντίλα. Μία τέτοια περίπτωση, κλήθηκε να αντιμετωπίσει το Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση Samira Achbita (C-157/15)3, όπου στο πλαίσιο ερμηνείας της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ περί διακρίσεων ετέθη προδικαστικό ερώτημα από το ακυρωτικό δικαστήριο του Βελγίου περί του αν συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση στο χώρο εργασίας η απαγόρευση της μουσουλμανικής μαντίλας που τίθεται με εσωτερικό κανόνα της επιχείρησης. Εν συντομία, εκθέτουμε τα πραγματικά περιστατικά: Η Samira Achbita προσελήφθη από την ιδιωτική επιχείρηση G4S ως υπάλληλος υποδοχής. Στην επιχείρηση αυτή ίσχυε ένας άγραφος κανόνας που απαγόρευε στους εργαζομένους να φορούν στο χώρο εργασίας εμφανή σύμβολα των πολιτικών, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων τους. Μερικά χρόνια μετά την πρόσληψη της, η Samira Achbita ενημέρωσε τον εργοδότη της ότι σκόπευε να φοράει τη μουσουλμανική μαντίλα κατά την εκτέλεση της εργασίας της. Η επιχείρηση δεν αποδέχτηκε το γεγονός αυτό θεωρώντας ότι αντιβαίνει στην ουδετερότητα που επεδίωκε να τηρήσει, ενώ παράλληλα τροποποίησε το καταστατικό της εισάγοντας σ’ αυτό τον μέχρι τότε άγραφο κανόνα. Η επιμονή της να φορά τη μαντίλα οδήγησε στην απόλυση της, με αποτέλεσμα η Samira Achbita να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων.

Το Δ.Ε.Ε. διαπίστωσε ότι ο εσωτερικός κανόνας της συγκεκριμένης επιχείρησης αφορά τη χρήση εμφανών συμβόλων των πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων και καλύπτει, συνεπώς, αδιακρίτως κάθε εκδήλωση των πεποιθήσεων αυτών. Ο κανόνας αυτός αντιμετωπίζει, επομένως, κατά τον ίδιο τρόπο όλους τους εργαζομένους της επιχειρήσεως, επιβάλλοντάς τους, γενικώς και αδιακρίτως, μεταξύ άλλων μια ουδέτερη αμφίεση. Από τα στοιχεία της ενώπιον του Δ.Ε.Ε. δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο συγκεκριμένος εσωτερικός κανόνας εφαρμόστηκε στην περίπτωση της S. Achbita διαφορετικά από τον τρόπο που εφαρμοζόταν σε κάθε άλλο εργαζόμενο της επιχείρησης. Κατά συνέπεια, ένας τέτοιος εσωτερικός κανόνας δεν εισάγει άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, κατά την έννοια της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ. Η βούληση ενός εργοδότη να επιδεικνύει μια εικόνα ουδετερότητας έναντι των πελατών του τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, ιδίως όταν τούτο αφορά μόνον τους εργαζομένους που έρχονται σε επαφή με τους πελάτες είναι θεμιτή. Ειδικότερα, η βούληση αυτή συνδέεται με την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία αναγνωρίζεται και από το Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. Εξάλλου, συνέχισε το Δ.Ε.Ε., η απαγόρευση να φορούν οι εργαζόμενοι εμφανή σύμβολα πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων είναι κατάλληλη για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής μιας πολιτικής ουδετερότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική αυτή ακολουθείται όντως με συνοχή και συστηματικότητα. Το Δ.Ε.Ε. επεσήμανε επιπλέον ότι δεν αποκλείεται, εντούτοις, το ενδεχόμενο να καταλήξει το εθνικό δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο εσωτερικός κανόνας εισάγει έμμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, εάν αποδειχθεί ότι η επιβαλλόμενη εκ πρώτης όψεως ουδέτερη υποχρέωση συνεπάγεται, εν τοις πράγμασι, τη μειονεκτική μεταχείριση κάποιων προσώπων λόγω ορισμένης θρησκείας ή ορισμένων πεποιθήσεων. Εντέλει, το Δ.Ε.Ε. ανέπεμψε την υπόθεση στο ανώτατο δικαστήριο του Βελγίου, τα οποίο θα κληθεί να αποφασίσει αν πρόκειται για έμμεση δυσμενή διάκριση.

Το Δ.Ε.Ε. με την απόφασή του αυτή μοιάζει να προσπαθεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ των αντιτιθέμενων συμφερόντων εργοδότη και εργαζομένου. Κατά την άποψή μας, εντούτοις, μάλλον κλίνει υπέρ του αποκλεισμού των θρησκευτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων στην επιχείρηση. Αναφορικά με την υπό κρίση περίπτωση δέον να επισημανθεί πρώτον ότι τυχόν αποκλεισμός θα έπρεπε να προβλέπεται από έναν κατά προτίμηση γραπτό κανόνα δικαίου, γνωστό a priori στους εργαζομένους, και να μη στρέφεται εναντίον ορισμένων μειονοτικών θρησκειών. Περαιτέρω, θα έπρεπε να είχε αξιοποιηθεί στη στάθμιση το κριτήριο της αποδοτικότητας και πιο συγκεκριμένα εάν η μουσουλμανική μαντίλα εμπόδιζε αιτιωδώς την κανονική εκτέλεση της εργασίας. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι δεν είναι επαρκές για την απόλυση εργαζομένου αποκλειστικά και μόνο η απαίτηση ορισμένων πελατών να μη φέρουν οι υπάλληλοι της επιχείρησης εμφανή θρησκευτικά σύμβολα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το ζήτημα παραμένει ανοικτό προς περαιτέρω διερεύνηση από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε!

 


*Από την εκδήλωση σύγχρονα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, https://www.arthro-13.com/products/sygchrona-zitimata-thriskeytikis-eleytherias/.

[1] Βλ. Κονιδάρη Ι., «Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2012, σελ: 23 κ.επ.

[2] Βλ. Σ.τ.Ε. 1090/2018, «ΝΟΜΟΣ».

[3] Βλ. για τη σχετική προβληματική, Λέντζη Δ., «Το ζήτημα της μουσουλμανικής μαντίλας στους χώρους εργασίας – Οι αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. της 17.3.2017 στις υποθέσεις G4S Secure και Bagnaoui και ADDH», Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου, 2017, σελ: 903 κ. επ., του ιδίου, καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας στην εργασία: η κοινοτική διάσταση», Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου, 2010, σελ: 337 κ. επ.

 

Επαφή

arthro 13

13arthro@gmail.com

Αναζήτηση στο site

Αφιερώματα

Άρθρο 13: Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου

Article 13...     THE CONSTITUTION OF GREECE In the name of the Holy and Consubstantial and Indivisible Trinity   Article 13 1. Freedom of religious conscience is...

Αφιέρωμα στον Άγιο Νεκτάριο

της Ολυμπίας-Μαρίας Ποντίκη,  Νομικού, ΜΦ Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας ΕΚΠΑ    Ο Άγιος Νεκτάριος είναι  Ένας  μάρτυρας. Η ζωή όλων των χριστιανών...

Από την Παρουσίαση του Τόμου Πρακτικών Ζ’ Διεθνούς Συνεδρίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

της Ελένης Παλιούρα     *Οι εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ» διοργάνωσαν την Τετάρτη 22 Ιουλίου στις 9 το βράδυ, τη διαδικτυακή παρουσίαση του Τόμου των Πρακτικών του Ζ´ Διεθνούς Συνεδρίου...

Εθνική ταυτότητα και ανθρώπινα δικαιώματα: Το διαχρονικό μήνυμα του Αγίου Κοσμά

του Κωνσταντίνου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονα {Πηγή: HUFFPOST} Στις 24 Αυγούστου 1779, στο Κολικόντασι της τουρκοκρατούμενης τότε Βορείου Ηπείρου, απαγχονίσθηκε με εντολή του Κουρτ Πασά ο Άγιος...

Θρησκευτική ουδετερότητα - Προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος

του Ιωάννη Καστανά τα άρθρα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Το άρθρο 3 του Συντάγματος εμποδίζει το ελληνικό Κράτος να είναι ουδετερόθρησκο; Αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα κορυφώνεται η...

Νέα Γένεση: Ανάσταση στον κήπο στο μέσο της Γης

του Δημητρίου Αλεξόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και  Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   «Μία ὑπῆρχεν, ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος, καὶ ἐν τάφῳ, καὶ ἐν τῇ...

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ Ο ΕΝ ΥΔΑΣΙ ΤΗΝ ΓΗΝ ΚΡΕΜΑΣΑΣ

της Αναστασίας Κόλλια   Μεγάλη Πέμπτη σήμερα και η  Αγία Εκκλησία μας, τη στιγμή μεταξύ του 5ου και του 6ου Ευαγγελίου ψάλλει το αντίφωνο...  Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν...

© 2021 ΑΡΘΡΟ 13 (All Rights Reserved)

Υλοποιήθηκε από Webnode