Σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους στην Βυζαντινή πολιτεία των μέσων χρόνων από την περίοδο της εικονομαχίας (726) έως το οριστικό σχίσμα των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης (1054), μέσω της ιστορικής θέασης των βυζαντινών πηγών (ΜΕΡΟΣ B΄)

2021-02-21 12:26

του Βασίλη Παπαγεωργίου

 

Η Εικονομαχική έριδα: Το πορτραίτο του Λέοντα Γ΄ Ίσαυρου (717-741) και η θρησκευτική πολιτική του.

Το έτος 717 ανοίγει μια νέα εποχή για το Βυζάντιο, η λεγόμενη Μεσοβυζαντινή περίοδος, κατά την οποία το κράτος θα διεξάγει σημαντικούς αγώνες για την επιβίωσή του και για την σταδιακή επέκτασή του. Το 717 ο βυζαντινός χριστιανισμός έχει αποκρυσταλλωθεί στην τελική μορφή του, όπως η λατρεία της θεομήτορος και των αγίων, η ανεξαρτησία της εκκλησίας, η επιρροή των μεγάλων μοναστηριών, η σημασία του Πανάγιου Τάφου και των ναών.1

Την περίοδο της εικονομαχίας σημαντικές πτυχές του χριστιανισμού δέχθηκαν επιθέσεις και ανέκυψε η ανάγκη να δοθεί έμφαση σε σημαντικές πλευρές του δόγματος. Ο Λέων Γ΄ ανέρχεται στο θρόνο και επρόκειτο να πραγματοποιήσει σημαντικούς αγώνες ενάντια των Αράβων (717/718) και των Βουλγάρων. Το σημαντικότερο γεγονός των πρώιμων χρόνων της μέσης περιόδου είναι η εκκίνηση της Εικονομαχίας η οποία και θα ταλανίσει το κράτος στην θρησκευτική/εκκλησιαστική σφαίρα. Η βυζαντινή ορθοδοξία του χαλκηδόνιου χαρακτήρα, πριν ακόμα δαμάσει ολοκληρωτικά τον μονοθελητισμό ο οποίος σε αντίθεση προς τον μονοφυσιτισμό είχε εμπλακεί στη διαμάχη γύρω από την λατρεία των εικόνων, έρχεται αντιμέτωπη με την Εικονομαχία.2

Η Εικονομαχία πρόκειται για μια δογματική και κοινωνική αντίθεση, ανάμεσα στους «εικονολάτρες» και στους «εικονομάχους», όπου οι τελευταίοι είχαν επηρεαστεί από την ανατολική «ανεικονική» παράδοση. Το φαινόμενο της εικονομαχικής έριδας διεξήχθη με όλα τα μέσα της θεολογίας, τα μέτρα της εκκλησιαστικής πειθαρχίας και της αυτοκρατορικής βίας. Ο Λέων Γ΄ Ίσαυρος, αποσύρει την εικόνα του Χριστού από την Χαλκή Πύλη και σε αυτή την εσωτερική αντιπαράθεση, βαθμιαία θα εμπλακεί ο θεματικός στρατός της αυτοκρατορίας ο οποίος είναι είτε υπέρ, είτε κατά των δύο εικονομάχων αυτοκρατόρων του Λέοντα Γ΄ και του διαδόχου του Κωνσταντίνου του Ε΄ (ο οποίος χλευάστηκε από τις εικονολατρικές πηγές με το παρανόμι «Κοπρώνυμος»). Αυτή η διαφωνία σταμάτησε με την προσωρινή επικράτηση των εικονολατρών το 787 με την Ζ΄ οικουμενική Σύνοδο και τερματίστηκε με την νίκη της Ορθοδοξίας το 843.3

Το βασικό ερώτημα που απασχόλησε την εκκλησία αλλά και το κράτος την περίοδο της εικονομαχίας ήταν κατά πόσο ήταν δυνατή η αποτύπωση του Θεού σε μια εικόνα. Τα αίτια της εικονομαχίας φαίνεται να είναι η δυσαρέσκεια από την υπερβολική λατρεία των εικόνων του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Η εικονομαχία διακρίνεται σε δύο φάσεις: η πρώτη μεταξύ του 730 και 787 (καταδίκη στη δεύτερη σύνοδο της Νίκαιας το 787) και η δεύτερη από το 815 μέχρι το 843, όταν οριστικά οι εικονοκλαστικές αντιλήψεις καταδικάστηκαν ως αίρεση δια της Συνόδου του 787 την Κυριακή 11 Μαρτίου (πρώτη Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής). Έληξε, λοιπόν η εικονομαχική έριδα που απασχόλησε το κράτος για περίπου 120 χρόνια.

Ο πάπας είχε αποσυρθεί ήδη από τον 8ο αιώνα από την βυζαντινή σφαίρα επιρροής, τα πατριαρχεία όταν ήταν υπό μουσουλμανική επικυριαρχία δεν είχαν σημαντικό ρόλο, συνεπώς, έκτοτε, ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης αποτελούσε εκκλησιαστικό θεσμό στο Βυζαντινό κράτος.4 Ο Λέων Γ΄ ήταν θεοσεβής και το μέλημά του ήταν να διεξάγει εκκλησιαστικές και θεολογικές μεταρρυθμίσεις. Η συλλογή νόμων «Εκλογή», εισάγει μερικές χριστιανικές αρχές στην αυτοκρατορία. Αναφέρει στον πρόλογο της «Εκλογής»: «Επειδή ο Θεός έχει θέσει στα χέρια μας την αυτοκρατορική εξουσία σύμφωνα με την καλή του θέληση…μας κάλεσε να θρέψουμε τον ευσεβή του λαό σύμφωνα με τον τρόπο του Πέτρου, την κεφαλή και πρώτο των αποστόλων, πιστεύουμε δε ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ανώτερο που μπορούμε να κάνουμε το να κυβερνήσουμε, με δικαιοσύνη αυτούς που μας εμπιστεύτηκε η φροντίδα του». Το πρώτο άρθρο ορίζεται ως «ανακάλυψη του Θεού». Το δεύτερο ορίζει τα καθήκοντα του αυτοκράτορα που είναι η διαφύλαξη όσων βρίσκονται στις γραφές και στις πράξεις των Αγίων Συνόδων και στους νόμους της Ρώμης. Επίσης ο Πατριάρχης λαμβάνει ανώτερη θέση μετά τον αυτοκράτορα και φροντίζει τα της πνευματικής ανόρθωσης της αυτοκρατορίας. Τα δύο πρόσωπα πατριάρχη και αυτοκράτορα συγκροτούν πολιτικό σώμα και η αρμονική συνεργασία τους εξασφαλίζει ομόνοια των κρατικών θεσμών. Ακόμα και τώρα την δυναμική των πατριαρχικών αποφάσεων είναι ανάγκη να τις επικυρώσει ο αυτοκράτορας, δεδομένου ότι ο τελευταίος έχει τον τελευταίο λόγο για πολιτικά και εκκλησιαστικά θέματα.

Η καταγωγή του Λέοντα από το σημερινό Μαράς της Συρίας είχε ως συνέπεια να ασπαστεί τις αποφάσεις των Σημιτών ενάντια της ειδωλολατρείας. Στο μεταξύ στα πέρατα της Χριστιανοσύνης είχε διαδοθεί η αγάπη για τα Ιερά λείψανα και τις εικόνες. Ας σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι πολλοί πατέρες των πρώιμων χρόνων διαφωνούσαν με αυτό, διότι ερχόταν σε αντίθεση με την απαγόρευση που υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη για χαρακτές εικόνες. Άλλοι ωστόσο πατέρες που είχαν γαλουχηθεί στην νεοπλατωνική παράδοση ήταν περισσότερο ανεκτικοί στις εικόνες. Ο άγιος Βασίλειος αρχιεπίσκοπος Καισάρειας αναφέρει ότι: «η τιμή προς την εικόνα μεταβαίνει προς το πρωτότυπο και μια εικόνα είναι και παραμένει πάντα κήρυγμα, μια υπενθύμιση του Θεού και των αγίων». Ο Λεόντιος επίσκοπος Νεαπόλεως τονίζει ότι η Παλαιά Διαθήκη επέτρεπε εικόνες των Χερουβίμ και ότι αυτό που σεβόμαστε δεν είναι το υλικό κατασκευής της εικόνας αλλά τον Σταυρό ως σύμβολο επάνω στον οποίο χάραξε ο Κύριος την σταυροαναστάσιμη πορεία του και συνέτεινε δια του σταυρικού πάθους στην σωτηρία του ανθρωπίνου γένους εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος των πρωτοπλάστων.

Οι εικονολάτρες ανάφεραν τις λανθασμένες θέσεις των εικονοκλαστών αρνούμενοι δια κεραίας της ενστάσεις των τελευταίων ότι ο Τριαδικός Θεός δεν δύναται εκ φύσεως να εικονιστεί διότι αυτομάτως ο εικονισμός αρνείται την κορωνίδα του δόγματος της τρισηλίου θεότητας που είναι η σάρκωση του Χριστού και η οποία οδηγεί στην διανθρώπινη διάσταση του Υιού και Λόγου του Θεού που μέσω της ενσάρκωσής του δια γαστρός Θεοτόκου καθίσταται άνθρωπος και δια της Αναστάσεως Θεός. Φυσικά και ως ένσαρκος άνθρωπος μπορεί να εικονιστεί και το ίδιο συμβαίνει με την Θεοτόκο. Οι Άγγελοι ως δημιουργήματα άυλα και αεικίνητα σύμφωνα με μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης μπορούν να αναπαρασταθούν,  διότι τους είδαν θνητά μάτια άρα είναι δυνατόν να παρασταθούν. Η «Πενθέκτη», (692) Σύνοδος ορίζει ότι ο Χριστός δεν πρέπει να παριστάνεται συμβολικά ως αμνός αλλά ως πρόσωπο για να υπενθυμίσει την ανθρώπινη φύση του.

Οι θέσεις των αυτοκρατόρων περί εικόνων είναι αρκετές στο διάβα της ιστορίας, ο Μέγας Κωνσταντίνος πάνω από την κύρια πύλη του Ιερού Παλατίου δημιουργεί μια μεγάλη εικόνα του Χριστού σε έξεργο ανάγλυφο. Ο Ιουστινιανός Β΄ είχε χαράξει τον Χριστό στα νομίσματά του, ενώ εικόνες και λείψανα βρίσκονταν σε κάθε εκκλησία για να αποδίδουν την προσήκουσα τιμή οι πιστοί της αυτοκρατορίας. Αλλά στις ανατολικές επαρχίες όπου υπήρχαν επιμειξίες με σημιτικό αίμα υπήρχαν ανεικονικές τάσεις. Για παράδειγμα, ο Λέων Γ΄ όντας πεπεισμένος ότι οι εικόνες δεν έχουν καμία θέση στις εκκλησίες, έρχεται να επιβεβαιώσει τα πιστεύω του από μια ηφαιστειακή έκρηξη στη νήσο Σαντορίνη σημάδι ότι ο Θεός θύμωσε μαζί του γιατί καθυστερούσε να δράσει. Με την οριστική του απόφαση για απαγόρευση της λατρείας των εικόνων, προκάλεσε εσωτερικές ταραχές στο κράτος. Οι ταραχοποιοί συνελήφθησαν και μαστιγώθηκαν με ακρωτηριασμό ή εξορία. Συνεχή κηρύγματα το 726 και οριστική απομάκρυνση της εικόνας του Χριστού που βρισκόταν πάνω από την πύλη του παλατιού θα εισάγουν μια νέα εποχή για το βυζαντινό κράτος. Ο Λέων θα μπορούσε να αναζητήσει υποστήριξη στο στρατό διότι οι περισσότεροι προέρχονταν από συντηρητικές εκκλησιαστικές παραδόσεις, ενώ το ναυτικό προερχόταν από νησιά του Αιγαίου όπου τιμούσαν πάρα πολύ τις εικόνες. Αφού έκλεισε το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης και σύσσωμη η ιεραρχία και ο Πατριάρχης εναντιώθηκαν στις απόψεις του θα ζητήσει την υποστήριξη της Ρώμης. Συγκεκριμένα θα αποστείλει στον Πάπα Γρηγόριο Β΄ πραγματείες με τις οποίες θα διατρανωθεί ενάντια των εικόνων ως άκοσμες και θα εκτοξεύσει απειλές εναντίον της παπικής εκκλησίας εάν αυτή δεν υπακούσει στα θελήματά του. Παράλληλα η θρησκευτική πολιτική του Λέοντα είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στην Ιταλία, η οποία ήταν λάτρης της «εικονιστικής» θρησκείας.

Τον Ιανουάριο του 730 συγκαλεί ο αυτοκράτορας «σιλέντιον» στο Τρικλίνιον των Δεκαεννέα Ανακλίντρων του Παλατιού, όπου και επίσημα μέσω των ανωτάτων αξιωματούχων του παλατιού θα επισημοποιήσει την απόφαση απαγόρευσης της λατρείας των εικόνων και της παρουσίας τους στους ναούς και τις ιδιωτικές κατοικίες. Αντιδράσεις θα υπάρξουν από τον χώρο της εκκλησίας όπου ο Πατριάρχης Γερμανός θα αρνηθεί την υπογραφή του πρακτικού, λέγοντας ότι η πίστη του ερείδεται δια των αποφάσεων των αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Ο θρόνος της πατριαρχίας ύστερα της ρήξης εκκλησίας και πολιτείας θα είναι κενός για περίπου ένα ολόκληρο χρόνο έως ότου βρεθεί ιεράρχης που να υπακούει στις εικονομαχικές ορέξεις του αυτοκράτορα. Αφού βρήκε έναν αξιόλογο αριθμό συμπαθούντων επισκόπων ο αυτοκράτορας εξέλεξε τον Αναστάσιο Πατριάρχη ο οποίος με συνοδικές επιστολές καλεί τα οικουμενικά πατριαρχεία σε συμμόρφωση των εικονομαχικών αποφάσεων του Λέοντα. Παρά το ότι οι Πατριάρχες της Ανατολής διαφώνησαν δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε.

Ο Λέων Γ΄ θα πεθάνει το 740. Για δέκα συνεχή χρόνια η καταστροφή ιερών κειμηλίων ήταν σταθερή, μεγάλη κυρίως στην Κωνσταντινούπολη αλλά και μικρότερη στις επαρχίες. Στα χρόνια του Λέοντα κανένας δεν καταδικάστηκε σε θάνατο ως εικονολάτρης, παρά τα αυστηρά μέτρα του αυτοκράτορα. Η κατάσταση θα οξυνθεί ιδιαίτερα όταν στο θρόνο θα ανέβει κατά τους χριστιανούς συγγραφείς της εποχής ο «δυσεβάστατος» αυτοκράτορας και διάδοχος ως υιός του Λέοντα ο Κωνσταντίνος Ε΄.5

Είναι ανάγκη να τονιστεί ότι οι περισσότεροι ιστορικοί της περιόδου στα έργα τους εξυμνούν τους εικονομάχους αυτοκράτορες διότι σημείωναν επιτυχίες στον εξωτερικό εχθρό. Ένας Άγγλος ιστορικός, τονίζει ότι ο Λέων συντέλεσε στην αναγέννηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ θετικές στάσεις εκφράζουν και Γάλλοι ιστορικοί. Σε κάθε περίπτωση η θρησκευτική πολιτική του Λέοντα ήταν τέτοια η οποία και ταλαιπώρησε ο κράτος εξαιτίας ενός κινήματος τα αίτια και τις αφορμές του οποίου ακόμα αναζητά η έρευνα. Οι περισσότεροι ιστορικοί της εποχής εξηγούν την εικονομαχία ως ένα φαινόμενο στο πλαίσιο γενικότερων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που προγραμμάτισαν οι δύο Ίσαυροι.

Κατά την έναρξη της εικονομαχίας και λίγα χρόνια πριν στην αυτοκρατορία είχε αυξηθεί η ροή των ανθρώπων στο μοναχικό βίο. Επομένως η εικονομαχία ήταν αντιμοναχικό κίνημα που αποσκοπούσε στη πάταξη των κακώς κειμένων που η υπερβολική αύξηση των μοναχών και της μοναστηριακής περιουσίας και τις επιπτώσεις που δημιούργησαν στο κράτος δηλαδή στον στρατό, στη κοινωνία και στην οικονομία. Η εικονομαχία είναι ένα ζήτημα όχι μόνο με θεολογική-δογματική φύση, αλλά και με πολιτική-κοινωνική στο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων για το κράτος. Άλλοι ιστορικοί θεωρούν την εικονομαχία ως προσπάθεια του αυτοκράτορα να μειώσει την επιρροή των μοναχών για να επιβληθεί, τόσο στην εκκλησία όσο και στη πολιτεία και να φέρει κοντά τους Χριστιανούς στους Ιουδαίους και τους Μωαμεθανούς με απώτερο σκοπό την υποταγή των τελευταίων. Βέβαια ιστορικοί, όπως ο A. Lombard θεωρούν αιτία του κινήματος την συνεχή αύξηση λατρείας των εικόνων κάτι που θα μπορούσε να προσδώσει ειδωλολατρική υφή στη θρησκεία. Κατά άλλους ιστορικούς η εικονομαχία ήταν κίνημα θρησκευτικής αποκάθαρσης και τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στις αντιθέσεις των πληθυσμών των ανατολικών επαρχιών του κράτους που ήταν επηρεασμένες από το Ισλάμ, τον Ιουδαισμό και τις παυλικιανές δοξασίες έναντι των υπερβολικά εξωστρεφών τάσεων εικονολατρίας των δυτικών επαρχιών. Δηλαδή βασικό αίτιο υπήρξε η πνευματική και θρησκευτική αντίθεση ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Ο Δ. Ζακυθινός διαβλέπει ακόμα στην εικονομαχία: «φορέα πνεύματος αυστηρού και ροπών αντιπνευματικών». Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ακόμα και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής των εικόνων ο Ιωάννης Δαμασκηνός είχε καταγωγή από ανατολική επαρχία.6 Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής γνωρίζει πολλούς κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς που κατ΄ αυτόν βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Το Synaxarium Constantinopolitanum, το οποίο καταγράφει μορφές ανθρώπινης αγιότητας, αναφέρει λιγότερους μάρτυρες από όσους μας παραθέτει ο Θεοφάνης. Για τυχόν αβλεπτήματα να σημειωθεί ότι το έργο του Θεοφάνη αποπερατώθηκε μισό αιώνα αργότερα και περιλαμβάνει στις αναφορές του, την περίοδο μέχρι την βασιλεία της Ειρήνης άρα και όλη την πρώτη φάση της εικονομαχίας.

Τόσο η σύγχρονη ιστορική έρευνα, όσο και οι ιστοριογράφοι του Μεσαίωνα παρουσίασαν την βασιλεία του Λέοντα, πολύ διαφορετική από ότι ήταν. Αφενός οι παλαιοί χρονικογράφοι του απέδωσαν τα χειρότερα για την βασίλεια του αφετέρου οι σύγχρονοι συγγραφείς αναγνωρίζουν την θρησκευτική πολιτική του ως μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις προλήψεις και βλέποντας σε αυτόν έναν πρόδρομο του Μαρτίνου Λούθηρου. Ας σημειωθεί ότι για τον Βυζαντινό άνθρωπο η θεολογία ήταν τρόπος ζωής και μέγιστο καθήκον των αυτοκρατόρων ήταν να υπερασπιστούν το δόγμα ως υπήκοοι και υπηρέτες του θείου θελήματος.  Η πρόνοια τους για την ευημερία του κράτους ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την ενότητα της εκκλησίας η οποία θα διασπαστεί αν προκύψουν έριδες και ταραχές. Οι εικονομάχοι βασιλείς (726-775, 815-842), επιβάλλουν μέτρα όχι για προσωπικά οφέλη ή να υποτάξουν την εκκλησία στο όνομα του κράτους, αλλά για να διαδώσουν μέσω του αυταρχισμού το θεολογικά ορθό. Δεν αναιρούμε τους άλλους παράγοντες που συμβάλουν στην απόφαση του αυτοκράτορα να άρει πτυχές δογματικές, ωστόσο σίγουρα η εικονομαχία είχε ρίζες θεολογικές.7

 

Αντιδράσεις της «παπικής» εκκλησίας

Η εκκλησία της Ρώμης εξεγέρθηκε ενάντια στην εικονομαχική πολιτική του Λέοντα. Σύμφωνα με τις νεότερες μελέτες, οι κατά πάσα πιθανότητα πλαστές επιστολές του Πάπα Γρηγορίου του Β΄ προς τον Λέοντα απηχούν την εξέγερση της Δυτικής εκκλησίας η οποία και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση ώστε να απαλλαγεί φορολογικά από το κράτος της Ανατολής. Σύμφωνα με πληροφορίες από το έργο του Θεοφάνη: «Γρηγόριος ο Πάπας Ρώμης, τους φόρους της Ιταλίας και Ρώμης εκώλυσεν…». Τα μέτρα της Δύσης δηλαδή του Πάπα Γρηγόριου Β΄ και του διαδόχου του Γρηγορίου Γ΄ δημιουργούν αποστάσεις από το ανατολικό κράτος, εφόσον λίαν σκληρά ήταν και τα μέτρα του Ανατολίτη αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας έστειλε στην Ιταλία ισχυρές ναυτικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Κιβυραιωτών Μάνην τον οποίο και διόρισε έπαρχο Ιταλίας. Όταν καταστράφηκε ο στόλος από τρικυμία ο Λέων οργισμένος, όπως αναφέρει ο Θεοφάνης, επέβαλε στους αποστάτες κεφαλικό φόρο μέσω νέας φορολογικής αναγραφής η οποία και περιελάμβανε όλους τους άρρενες ανεξαρτήτως ηλικίας και για χάριν του δημοσίου κατέσχεσε τα ετήσια έσοδα των κτήσεων της δυτικής Εκκλησίας που βρίσκονταν στα χέρια των Λογγοβάρδων και ανέρχονταν σε 3 και μισό τάλαντα χρυσού. Τέλος αφαίρεσε το Ιλλυρικόν, την Καλαβρία και τη Σικελία από την δικαιοδοσία της δυτικής εκκλησίας και τα μετέφερε στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.8

Μάλιστα ο Λέων Γ΄ όταν εξέδωσε το διάταγμα εναντίον της εικονολατρίας ενεργούσε δυνάμει της εξουσίας του αφενός ως αυτοκράτορας και αφετέρου θεωρώντας τον εαυτό του Ποντίφηκα, έναν ιερέα-βασιλιά όπως ονόμαζαν τον Πάπα. Σε κάθε περίπτωση οι παπικές πραγματείες είχαν πολύ μικρή επιρροή μέσα στην αυτοκρατορία ενώ οι επιστολές του Λέοντα προς τον πάπα προβάλλουν με μεγαλοστομία  την αυτοκρατορική πρωτοκαθεδρία έναντι της δυτικής εκκλησίας και γίνεται λόγος για έναν αυτοκρατορικό κλήρο αν και οι περισσότεροι μελετητές τείνουν να θεωρούν αυτές τις επιστολές μεταξύ αυτοκράτορα και πάπα πλαστές και πιθανώς γραμμένες στην Ανατολή.9

 Ο Ιουστινιανός Β΄ για να διασφαλίσει την κυριαρχία του στην Ιταλία μείωσε τους φόρους από τις πατρογονικές κληρονομιές των παπών στη νότια Ιταλία. Ο Λέων Γ΄ διεξάγοντας πολυδάπανες εκστρατείες ενάντια των Αράβων επαναφέρει την υψηλή φορολογία και ανακαλεί το προνόμιο των δυτικών. Ωστόσο δεν άργησαν οι αντιδράσεις από την παπική έδρα. Ο πάπας Γρηγόριος Β΄ (715-731) θεωρούσε ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας καταπατά, ένα αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και φυσικά αρνείται να καταβάλει το ζητούμενο φορολογικό ποσό.  Ο βυζαντινός αυτοκράτορας καθοσιώνεται στο πρωτείο του Liber Pontificalis (παπική αρχή) και ζητά από τον interficere Παύλο (έξαρχος Ραβέννας), να αποκαθαίρει τον πάπα και να αντικαταστήσει την κενή παπική έδρα. Ο έξαρχος βρήκε αντίσταση από την ρωμαϊκή πολιτοφυλακή και το σχέδιο απέτυχε. Σε κάθε περίπτωση αυτή η διαμάχη δεν σχετίζεται άμεσα με τις εικονομαχικές τάσεις του αυτοκράτορα αλλά έμμεσα με την παπική εκκλησία και αποτελεί την αφετηρία της ρήξης των σχέσεων των δύο εκκλησιών σε μια εποχή επιβαρυμένη για την ρωμαιοκαθολική εκκλησία καθώς επεδίωκε την ανεξαρτησία της χώρας με δικαιολογία ακόμα και την αντίσταση τους έναντι στα διατάγματα του Λέοντα για τις εικόνες. Πλέον οι πάπες θα στραφούν προς τους Φράγκους και το Βυζάντιο με την φορολογική του πολιτική απομακρύνει την δυτική εκκλησία από τον χώρο γενικότερα της Μεσογείου.

Σταδιακά μέσα από αυτές τις παραμέτρους η εικονομαχία αρχίζει να απομακρύνεται ως κίνημα από την πολιτική πειθαρχία και να αποκτά δογματικές διαστάσεις – Χριστολογίας,  κάτι που διαφαίνεται ιδιαίτερα από τις θεολογίες του Ιωάννη Δαμασκηνού την περίοδο αυτή ο οποίος υπερασπίζεται τις εικόνες και η έμφαση πλέον ιστορικά δίδεται στους αγώνες των εικονολατρών, ενώ ιδιαίτερα παραμερίζονται από την ιστορική  γραμματεία της εποχής οι εικονομαχικές πηγές.10

 

Εικονομαχική πολιτική Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775)

Ο Κωνσταντίνος ανεβαίνει στο θρόνο σε ηλικία είκοσι τριών ετών γαλουχημένος στο εικονομαχικό περιβάλλον του πατέρα του Λέοντα Γ΄ Ισαύρου. Ο Κωνσταντίνος με  μια σειρά αυστηρών μέτρων θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αυστηρός εν σχέσει με τον πατέρα του έναντι των εικόνων και σημαντικό ρόλο σε αυτό διαδραμάτισε η ανταρσία του Αρταβάσδου όπου και τον έκανε αδιάλλακτο εικονομάχο. Ο Κωνσταντίνος προσπαθούσε να επιβάλλει στην εκκλησία τις αποφάσεις του χωρίς την έγκριση των εκκλησιαστικών συνόδων εξαιτίας της επιθυμίας του να λάβει μέρος σε θεολογικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στον κόλπο της εκκλησίας. Ως εκ τούτου για να νομιμοποιήσει τις εκκλησιαστικές αποφάσεις του συγκαλεί σύνοδο μέσω της οποίας θα μπορούσε επισήμως να γνωστοποιήσει την εικονομαχική του πολιτική.

 Η σύνοδος αυτή συνεκλήθη ύστερα από προπαγάνδα του Κωνσταντίνου από το 752 όπου συγκαλώντας «σιλέντια», προσπαθούσε να αλλάξει το φρόνημα του λαού. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «αντιρρητικοί λόγοι» του πατριάρχη Νικηφόρου ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να διαμορφώσει κατάλληλες δογματικές θέσεις μέσω θεολογικών διαπιστώσεων του περί  εικόνων ώστε να επηρεάσει την πίστη των χριστιανών. 

Ο Κωνσταντίνος ήταν πολύ αγαπητός στο λαό. Μάλιστα ο πατριάρχης Νικηφόρος (806-815) δεν μπόρεσε να αποκρούσει τα επιχειρήματα των εικονομάχων οι οποίοι ανέφεραν ότι ο Κωνσταντίνος ήταν μεγάλος στρατηγός και σοφός αυτοκράτορας διότι σημείωσε επιτυχίες έναντι των Βουλγάρων.11 Έντονα αντέδρασαν ορισμένα μοναστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Στους λιβέλλους των εικονόφιλων, ο Κωνσταντίνος Ε΄ ήταν παραδομένος σε κάθε είδους διαφθορά. Συγκεκριμένα ενσταλάζουν αισθήματα διαστροφής και αμαρτίας καθώς η απόρριψη της λατρείας των εικόνων συνδέεται με τον βδελυγμό των αγίων και των λειψάνων.12

Ιστορικής σημασίας αποτελεί τον ιερό λείψανο της Αγίας Ευφημίας, το οποίο ρίχθηκε στη θάλασσα ύστερα από διαταγή του Κωνσταντίνου και διασώθηκε από θαύμα στη νήσο Λήμνο.13 Φυσικά στην κατακρεούργηση της ορθής πίστης των μοναχών σημειώθηκαν από μέρους αυτών αντιστάσεις. Συγκεκριμένα, κυκλοφόρησαν φυλλάδες κακοήθειας για τον βασιλιά, όπως το πολύ γνωστό, «Contra Contantinum Caballinum», όπου παρουσιάζει τον αυτοκράτορα ως ένα βδελυρό όν εκ γενετής.14

 

Σύνοδος Ιέρειας

Ο Κωνσταντίνος Ε΄,  για να μπορέσει να νομιμοποιήσει τις αποφάσεις του ενάντια των εικονολατρών, συγκαλεί οικουμενική σύνοδο. Ο αυτοκράτορας συγγράφει θεολογικές πραγματείες με σκοπό να προετοιμάσει τα προς συζήτηση θέματα στη σύνοδο και καλεί τους επισκόπους να ετοιμάσουν διαβουλεύσεις. Οι «πεύσεις» (Quaestiones) του αυτοκράτορα δηλαδή τα προς συγγραφή αποσπάσματα του ξεκινούν με μια ρήση του Παύλου για τον Λόγο του Θεού ως εικόνα του Πατρός όπου αυτή η δογματική θέση του Παύλου κατά τον Κωνσταντίνο Ε΄ πρέπει να επικληθεί ως επιχείρημα στη διαμάχη περί εικόνων μόνο όταν αυτές είναι ομοούσιες με τα αρχέτυπα αυτών. Κατά συνέπεια μια αγιογραφημένη εικόνα του Χριστού θα έπρεπε να παρουσιάζει και τη θεία φύση του πέραν την ανθρώπινης η οποία και εικονίζεται, - κάτι το οποίο ήταν αδύνατον. Επομένως το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, είναι εκείνο το οποίο θα προσφέρει την ομοούσια εικόνα του Χριστού και όχι το υλικό της εικόνας ως κατασκευή.

Η Σύνοδος του Κωνσταντίνου Ε΄ συνεκλήθη  10 Φεβρουαρίου 754 στο αυτοκρατορικό παλάτι και στο προάστιο Ιέρεια. Τις συνεδριάσεις παρακολούθησαν περισσότεροι από 330 επίσκοποι χωρίς να είμαστε βέβαιοι για την παρουσία μοναχών και έληξαν στις 8 Αυγούστου του ιδίου έτους. Επικεφαλής των συνεδριάσεων από τον εκκλησιαστικό κύκλ τοποθετήθηκε ο μητροπολίτης Εφέσου Θεόδωρος, διότι ο πατριάρχης Αναστάσιος πέθανε λίγο νωρίτερα. Ο αυτοκράτορας έδωσε το παρόν στην τελευταία σύσκεψη της συνόδου που πραγματοποιήθηκε στον ναό των Βλαχερνών Κωνσταντινουπόλεως. Τα μέλη της συνόδου επικαλέστηκαν το χριστολογικό επιχείρημα του αυτοκράτορα. Η σύνοδος κατέληξε περί της αληθινής εικόνας του Χριστού που κατά την σύνοδο βρίσκεται μόνο στην θεία ευχαριστία.

Σύμφωνα με την σύνοδο της Χαλκηδόνας του 451, η οποία αντίκειται στον μονοθελητισμό οι δύο φύσεις του Χριστού δεν επιτρέπεται να διαχωριστούν διότι είναι ενωμένες ατρέπτως σε ένα πρόσωπο. Η σύνοδος της Ιέρειας καταλήγει ότι αυτή η αρχή της Χαλκηδόνας παραβιάζεται μέσω των εικόνων, διότι αν παρίστανε κάποιος εικονικά τον θεάνθρωπο θα κατέληγε στον Μονοφυσιτισμό και αν περιοριζόταν μόνο στην ανθρώπινη θέλησή του θα κατέληγε στον Νεστοριανισμό. Με την ενανθρώπιση του Κυρίου η ύλη καθαγιάστηκε και έγινε άξια να αποδοθεί σε αυτή η μορφή του Χριστού, έτσι η προσκύνηση της εικόνας σημαίνει ακριβώς την ομολογία του καθαγιασμού αυτού. Ακόμα δεν αποδίδεται η προσήκουσα τιμή στα πρόσωπα των αγίων μέσω των εικόνων διότι αυτές είναι υλικά στοιχεία που δηλώνουν μια ταπεινή ύλη και η παράσταση της γήινης μορφής των άγιων προσώπων είναι ύβρις. Επίσης ο κίνδυνος των χριστιανών να καταλήξουν σε ειδωλολατρικές πρακτικές μέσω της υπέρμετρης λατρείας των εικόνων ήταν μεγάλος την περίοδο αυτή.15

 Σύμφωνα με όρους της συνόδου ο αυτοκράτορας παρακινούμενος δια της χάρης του Αγίου Πνεύματος καταστρέφει μια άλλη ειδωλολατρία στο κράτος την οποία επέφερε η μοχθηρία του σατανά.16 Αν και οι εικονομάχοι οραματίστηκαν μια έβδομη οικουμενική σύνοδο, η σύνοδος της Ιέρειας δεν ήταν Οικουμενική, διότι κανείς Ανατολίτης πατριάρχης ούτε Πάπας δεν παραβρέθηκε. Στα πρακτικά της συνόδου εκδόθηκε και ένα corpus, πατερικών χωρίων και τέλος ψηφίστηκε μια σειρά αναθεματισμών κατά των εικονολατρών. Οι αποφάσεις των εικονοκλαστών μέσω της συνόδου καθιερώθηκαν ως δόγμα για την αυτοκρατορία.  Σχετικά με την υλοποίηση των εν λόγω δογματικών μέτρων στο κράτος οι πηγές δεν αναφέρουν σχεδόν τίποτα. Ας σημειωθεί ότι κλήρος και λαός συμμορφώθηκαν με τις αποφάσεις της συνόδου και δεν υπήρξαν ιδιαίτερες αντιδράσεις στην πρωτεύουσα.17 Εν συντομία τα κυριότερα σημεία που εθίγησαν στη σύνοδο ήταν:

  • Ο Χριστός δεν θα εικονίζεται σε εικόνες διότι διαχωρίζεται η θεϊκή και η ανθρώπινη φύση του.
  • Η θεία ευχαριστία είναι η αληθινή εικόνα της θείας βούλησης που είναι ο Χριστός. Δια της Αγίας Τριάδας και συγκεκριμένα δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος καθαγιάζεται η ύλη και τρέπεται σε αίμα και σώμα χριστού κατά την θεία ευχαριστία. Μέσα από τα άγια των αγίων λαμβάνουμε τον άρτο της θείας ευχαριστίας ο οποίος εικονίζει την αληθινή εικόνα του Χριστού.
  • Οι εικόνες της αειπάρθενου και των αγίων είναι η προσβολή της αξίας τους, καθώς είναι αιώνιες υπάρξεις κοντά στο Θεό
  • Απαγορεύεται ρητά η οποιαδήποτε παραποίηση εκκλησιαστικών σκευών, αντιμηνσίων ή αγιογραφημένων παραπετασμάτων χωρίς ειδική έγκριση του αυτοκράτορα και πατριάρχη, διότι ο διάβολος ίσως χρησιμοποιήσει αυτά ως δικαιολογία και φθείρει το σώμα της εκκλησίας.
  • Δεν απορρίπτει την τιμή προς την Παρθένο, τους αγίους και τα λείψανα αλλά επικεντρώνεται στο πως και ποια η τιμή που οφείλουμε στην Παρθένο.
  • Αποσυσχετίστηκαν οι εικόνες από την πνευματική εξουσία τους και τη θέση αυτή έλαβε ο κλήρος και οι ναοί.18

 

Η Βυζαντινή γραμματεία στην εικονομαχία

Οι κυριότερες πηγές για το πρώτο μέρος της εικονομαχίας προσφέρονται από δύο χρονογράφους τον Θεοφάνη Ομολογητή και τον Νικηφόρο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης.  Η Χρονογραφία του Θεοφάνη είναι από τις σημαντικότερες πηγές που αφορά τους σκοτεινούς αιώνες (7ο  και 8ο) και καλύπτει ένα ευρύ ιστορικό κενό. Το έργο του Νικηφόρου κάνει κυρίως θεολογικές αναφορές με έμφαση σε δογματικά ζητήματα και κυρίως ασχολείται με την εικονομαχία.  Το πιο γνωστό έργο του είναι: «Αντιρρητικοί» όπου επιτίθεται με δριμύτητα έναντι του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄.  Οι δύο συγγραφείς είχαν καταγωγή από επιφανείς οικογένειες της Κωνσταντινούπολης.

Ο Θεοφάνης έγραψε εκτενή χρονογραφία από εποχής Διοκλητιανού έως Μιχαήλ Α΄ και Θεοφυλάκτου του υιού αυτού. Ο Νικηφόρος έγραψε σύντομη ιστορία από την εποχή της Μαυρικίου βασιλείας μέχρι το έτος 769 όπου και συμπεριέλαβε τον Κωνσταντίνο Ε΄. Οι δύο συγγραφείς διαφέρουν στο ύφος τους καθώς του Θεοφάνη είναι ζωηρό και εικονικό, ενώ του Νικηφόρου είναι αστόλιστο, λιτό και απέριττο. Ο Θεοφάνης είναι πεισματώδης και αντιμάχεται κάθε αναμόρφωση, ενώ ο Νικηφόρος αποδέχεται την εκκλησιαστική μεταρρύθμιση και δεν αποδοκίμασε τις μεταβολές στο εκκλησιαστικό καθεστώς. Φυσικά ο Νικηφόρος δεν στάθηκε αμέτοχος κριτής του κορυφαίου εκκλησιαστικού ζητήματος της εποχής του, ωστόσο εν σχέση με τον Θεοφάνη ήταν πιο μετριοπαθής. Ο Νικηφόρος στο έργο του προσπαθεί να παρουσιάσει κατά τον δυνατόν την αλήθεια με σώφρονα διάθεση, καταδικάζει τα γεγονότα και αναγνωρίζει τις αρετές των εικονομάχων όταν αυτό καθίσταται εφικτό. Από την άλλη ο Θεοφάνης αδυνατεί να περιγράψει με πάση αλήθεια τα γεγονότα και να διακρίνει τους χαρακτήρες με αντικειμενικότητα.19

Γενικότερα οι βυζαντινοί συγγραφείς και οπαδοί της εικονόφιλης παρατάξεως στην εξιστόρηση της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄ είναι επηρεασμένοι από θεολογικές αντιλήψεις και συναισθηματικές παρορμήσεις οι οποίες τους εμπόδιζαν στην αντικειμενική παρουσίαση της βασιλείας του παρ΄ ότι σπουδαίος χρονογράφος μας υπογραμμίζει: «φιλαλήθως…ως εφορώντος(περσπ) του(περιπς) παντεπόπτου θεου(περισπ)».20

Πέραν από τους δύο αναφερθέντες συγγραφείς, για την εικονομαχία στη πρώτη φάση  είναι σημαντικές οι επιστολές του Πατριάρχη Γερμανού (715-30), με ιστορική αξία και οι τρείς λόγοι του Ιωάννου Δαμασκηνού.  Οι τρείς  λόγοι του Ιωάννη Δαμασκηνού επανέρχονται  στα έργα του Ιωάννου Ιεροσολύμων και στην πραγματεία του ανωνύμου συγγραφέα Adversus Constantinum Cabalinum.  Κατά την δεύτερη περίοδο εικονομαχικής κρίσης ξεχωρίζουν για την αξία τους οι επιστολές του Θεοδώρου Στουδίτη και οι πολυάριθμες πραγματείες του Νικηφόρου Πατριάρχη και τα Πρακτικά της Ζ ΄ Οικουμενικής Συνόδου Νικαίας.  Κανένα έργο εικονομάχων δεν σώθηκε επειδή η σύνοδος του 787 αποφάσισε την καταστροφή των εικονοκλαστικών συγγραμμάτων. Τους όρους της συνόδου 754 τους ανασυντάσσουμε από τα πρακτικά της συνόδου της Νικαίας, ενώ τους όρους της δεύτερης συνόδου των εικονομάχων του 815 και τους ιστορικούς δύο λόγους του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ αποσπασματικά από τα βιβλία του Νικηφόρου.

Από βιογραφίες παπών ξεχωρίζει ως πηγή μας η Vita Gregorii III, για τις σχέσεις Ρώμης και Βυζαντίου. Σημαντικά τα ίσως νόθα κείμενα (επιστολές) του Γρηγορίου Β΄ προς Λέοντα Γ΄. Η επιστολή του Γρηγορίου Β΄ προς πατριάρχη Γερμανό της οποίας δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα. Για την στάση των δυτικών στην εικονομαχία, σημαντικές πληροφορίες δίνει η Libri Carolini, όσο και οι επιστολές του πάπα Ανδριανού Α΄, προς Κάρολο τον Μέγα και τους βυζαντινούς αυτοκράτορες.21

Ο Ιωάννης Δαμασκηνός (πέθανε 754) υπήρξε ο θεωρητικός της εικονολατρίας. Πρώτος συστηματοποίησε την ορθόδοξη θεολογία στο έργο του «Πηγή της Γνώσεως».  Το δόγμα την εποχή συγγραφής του Δαμασκηνού, είχε λάβει την τελική του μορφή, ήδη από τις οικουμενικές συνόδους. Όταν προλογίζει το πόνημα του, αναφέρει ότι: Η «θεία αποκάλυψη», είναι , «πηγή της γνώσης και της σοφίας». Στην εισαγωγή του κάνει συστηματική έκθεση των χριστιανικών δογμάτων και στηρίζεται στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.  Υπερασπίζεται της άποψη: «η φιλοσοφία να γίνει υπηρέτρια της θεολογίας» και δέχεται τα ειδωλολατρικά  φιλοσοφικά εγχειρίδια αν προσφέρουν κάτι ουσιώδες στο δόγμα. Πάνω σε αυτή την αρχή θεμελίωσε ολόκληρη την σχολαστική χριστιανική φιλοσοφία του Μεσαίωνα.  Ερμηνεύει την χριστιανική θεωρία, χρησιμοποιώντας την «αρνητική μέθοδο». Δηλαδή χρησιμοποιεί την άρνηση πρώτα και ύστερα απορρίπτει εκατό αιρέσεις. Στη συνέχεια σε ισάριθμα εκατό κεφάλαια παρουσιάζει την χριστιανική δογματική γινόμενος ερμηνευτής των θεολογικών γραπτών και αποτελούμενος για τους νεότερους μελετητές σημαντική πηγή γνώσης για την εποχή του.

Έπειτα ο Θεόδωρος Στουδίτης ήταν μετά τον Δαμασκηνό, ο σημαντικότερος αγιογράφος στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου  αιώνα. Έγραψε επιστολές, θεολογικές πραγματείες και ύμνους. Ζήτησε ανεξαρτησία εκκλησίας από κράτος και υπήρξε στυλοβάτης της εικονολατρίας.

Την περίοδο αυτή ανέκυψε και ένα νέο φιλολογικό είδος τα: «Καλογερικά Χρονικά». Τέτοια γράφουν ο Θεοφάνης και ο Γεώργιος Αμαρτωλός. Ο Γεώργιος Αμαρτωλός γράφει «Παγκόσμιον Χρονικόν» και χωρίζεται σε τέσσερα βιβλία, στα χρόνια του Μιχαήλ Γ΄ (842-867). Μας αφορά το τέταρτο το οποίο αφηγείται γεγονότα από τα χρόνια του Κωνσταντίνου Α΄ ίσαμε το 842 και αποτελεί δείγμα του μεσαιωνικού καλογερικού χρονικού. Στους παραπάνω χρονογράφους πολύ σημαντικός και ο Νικηφόρος με το έργο: «Breviarium» (602-769) μια σύντομη ιστορία με μορφή θεολογικής πραγματείας στην οποία στάθηκε εχθρός της εικονομαχίας αλλά υπήρξε περισσότερο φιλαλήθης  από τον Θεοφάνη και τον Γεώργιο.22

 

Η αγιολογία στην περίοδο της εικονομαχίας.

Όταν ο Λέων Γ΄ προχώρησε στην αφαίρεση της εικόνας του Χριστού από την μεγάλη Χαλκή πύλη των ανακτόρων προκάλεσε την έκρηξη του λαού με συνέπεια τον θάνατο του επικεφαλής σπαθαροκανδιδάτου. Στη θέση του Χριστού χαράχθηκε «τρισόλβιος σταυρός», όπως αναφέρει εγχάρακτο εξάστιχο επίγραμμα. Ο Κωνσταντίνος προχώρησε σε μέτρα ενάντια των εικονόφιλων και συγκεκριμένα κινήθηκε εναντίον των μοναχών οι οποίοι αντιστάθηκαν σθεναρά καθώς ο μοναχικός κόσμος ήταν αδιάλλακτος στις πεποιθήσεις του. Ιστορικό μαρτύριο το 765 έλαβε ο Στέφανος ο σεβάσμιος ηγούμενος της μονής Αυξεντίου Βιθυνίας ο οποίος θανατώθηκε φρικτά ύστερα από διαταγή του αυτοκράτορα. Φοβεροί διασυρμοί στον Ιππόδρομο σημειώθηκαν στο μοναστικό τάγμα χωρίς εξαίρεση, «εμπτυόμενοι και υβριζόμενοι υπό παντός του λαού».

Επίσης θαυμαστές μονές, όπως η μονή του Δαλμάτου μετατράπηκαν σε στρατώνες ή δημόσιους καταυλισμούς και άλλες ερημώθηκαν και οι μοναχοί υπέστησαν εξευτελισμούς, κακώσεις και εξορίες. Οι περιουσίες τον μονών που έκλεισαν περιήλθαν στο κράτος.23 Ωστόσο δεν επιτρεπόταν να καταστρέψουν εικόνες χωρίς την έγκριση του αυτοκράτορα και του πατριάρχη. Αφού εξασφάλισε ειρηνική σχέση ο αυτοκράτορας με την εκκλησία τοποθέτησε πατριάρχη της αρεσκείας του, τον Κωνσταντίνο Β΄ και με εκδομένο αυτοκρατορικό έδικτο, καταδικάζει τους αιρετικούς ως επαναστάτες του κράτους.24

Το έτος 750 μέτρα διωγμού δεν αναφέρονται ούτε σε αγιολογικά κείμενα.  Φυσικά σημειώθηκαν καταστροφές σε εικόνες εκκλησιών οι οποίες ασβεστώθηκαν, κάηκαν και σε μικρογραφίες χειρόγραφων χρησιμοποιούμενα στη Θεία Λειτουργία τα οποία καταστράφηκαν. Το έτος 761/62 ο Θεοφάνης αναφέρει στο έργο του την εκτέλεση του μοναχού Ανδρέα Καλυβίτη, χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι αιτία θανάτου ήταν η εικονολατρική στάση του μοναχού. Ωστόσο όπως αναφέρθηκε και στις προηγούμενες αράδες, το πιο γνωστό μαρτύριο της εποχής ήταν του Στεφάνου του Νέου. Ο βίος του αγίου συγγράφηκε γύρω από το έτος 806 και είναι πολύ διαφωτιστικός καθώς οι διωγμοί του αυτοκράτορα σε μοναστικά πρόσωπα δεν οφείλονται αμιγώς στις εικονολατρικές διαθέσεις τους, αλλά στο φαινόμενο του μοναχισμού, ευρέως γνωστό στο Βυζάντιο. Ας σημειωθεί ότι μοναχισμός και εικονομαχία είναι δύσκολα ζητήματα καθώς υπήρξαν συγγραφείς που υποστήριξαν ότι ο Λέων Γ΄ εκκινεί την εικονομαχία με σκοπό να πατάξει την μοναστική περιουσία.25

Η Αγιολογία της εποχής υπερασπίζεται τους εικονόφιλους ενίοτε με υπερβολές και ψεύδη. Παρά τον πανηγυρικό χαρακτήρα των εν λόγω κειμένων αποτελούν επιπρόσθετες πηγές της ιστοριογραφίας και χρονογραφίας και συμπληρώνουν ειδήσεις των ιστορικών έργων. Η εικονομαχία ανέδειξε πολλούς μάρτυρες, ο Sevcenko αναφέρει δύο ομάδες βίων, που αντίστοιχα αναφέρονται στις δυο περιόδους της εικονομαχίας. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν 12 βίοι εκ των σημαντικών είναι ο βίος Στεφάνου του Νέου και βίος του Πλάτωνος Σακκουδίωνος, ο οποίος συνδέεται με την μονή Στουδίου δηλαδή το κέντρο της εικονολατρίας. Η δεύτερη ομάδα περιέχει μεγάλο αριθμό αγίων με ενδιαφέρον ως προς τα πρόσωπα και το ύφος των κειμένων καθώς γίνεται λόγος για βίους εκκλησιαστικών αξιωματούχων και μοναχών.

Οι σειρές Acta Graeca και Analecta Bollandiana μας διαφωτίζουν σχετικά με τα ακόλουθα αγιολογικά κείμενα τους περιόδου: Βίος του Πέτρου τους Ατρώας, του Ιωαννίκιου, του Θεόδωρου του Στουδίτη, του Μακάριου Πελεκητής, του Νικηφόρου του Μηδικίου (+824) και των αδελφών Δαυίδ, Συμεών και Γεωργίου εκ Μυτιλήνης και ο βίος Φιλαρέτου του Ελεήμονα (+792), Ιωάννη επισκόπου Γοτθίας καθώς και οι Πράξεις των εν Αμορίω 42 Μαρτύρων που γράφτηκαν από σύγχρονό τους συγγραφέα. Το φιλολογικό είδος της αγιολογίας, παρά τα μειονεκτήματά του έχει αξία ιστορικής πηγής. Ο βίος του Στεφάνου του Νέου (+767), στηρίζεται σε παλιές διηγήσεις του Στεφάνου ως διακόνου της Αγίας Σοφίας, γράφτηκε το 808 και αποτελεί την σπουδαιότερη και αρχαιότερη πηγή για τους εικονοκλαστικούς διωγμούς του Κωνσταντίνου του Ε΄.26

 

Ζ΄  Οικουμενική Σύνοδος. Κωνσταντίνος Στ΄ - Ειρήνη η Αθηναία.

Τον Κωνσταντίνο Ε΄, διαδέχθηκε στο θρόνο ομαλά ο γιός του Λέων Δ΄ (775-780). Ο Λέων προσπάθησε να ακολουθήσει μετριοπαθή εικονομαχική πολιτική.  Όταν ο Λέων Δ΄, πέθανε άφησε στο θρόνο τον εννιάχρονο γιό του Κωνσταντίνο Στ΄ (780-797), με αντιβασιλέα την μητέρα του Ειρήνη (797-802). Η Ειρήνη είχε την δυνατότητα να αναστηλώσει τις εικόνες και ενήργησε με προμελετημένο τρόπο χωρίς ωστόσο να επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν και η εικονομαχία μετά την βασιλεία της Ειρήνης θα ταράξει την αυτοκρατορία για μισό αιώνα, η Ειρήνη δίδαξε μέσω της πολιτικής της ότι ο «ιερός» αυτοκράτορας, δεν δύναται πάντα να επιβάλλει την δική του θεολογία στο λαό του ο οποίος και ενίοτε διαφωνούσε.27

Στη προσπάθειά της η Ειρήνη να εκπληρώσει τον μύχιο πόθο της, δηλαδή την αναστήλωση των εικόνων προχώρησε με γοργά και σταθερά βήματα στην υλοποίηση του σχεδίου της. Αρχικά καλύπτει τον κενωθέντα πατριαρχικό θρόνο με πατριάρχη της αρεσκείας της, τον εικονολάτρη Ταράσιο. Αφού η Ειρήνη συγκάλεσε στο παλάτι της Μαγναύρας τον λαό ώστε ο νέος πατριάρχης να εκλεχθεί μέσω του λαού, για να μην υπάρξει μελλοντικά αμφισβήτηση του φρονήματός του. Ο Ταράσιος δέχθηκε τον πατριαρχικό θρόνο με τον όρο να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο για να επιλυθεί επίσημα το ζήτημα της εικονομαχίας. Ο πατριάρχης Ταράσιος χειροτονήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 784 και η Ειρήνη ήρθε σε επικοινωνία με τον Πάπα και τα πατριαρχεία της Αντιόχειας και Αλεξάνδρειας με σκοπό να σταλούν εκπρόσωποι των προαναφερθέντων πατριαρχείων στην σύνοδο.

Η σύνοδος συνεκλήθη στις 31 Ιουλίου 786 στο ναό των Αγίων Αποστόλων όπου άρχισαν οι συνεδριάσεις. Για την πληροφορία ενάρξεως της συνόδου και τα σχετικά αυτής λαμβάνουμε πληροφορίες από το έργο του Θεοφάνη. Το παρόν στις συνεδριάσεις έδωσαν οι αυτοκράτορες Ειρήνη και Κωνσταντίνος.28 Ωστόσο, στη σύνοδο εισήλθαν σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς και την διέλυσαν. Μάλιστα μια μερίδα των επισκόπων τάχθηκε στο πλευρό των ταραξιών. Αφού αναβλήθηκε η σύνοδος η Ειρήνη τοποθέτησε μονάδες του τακτικού στρατού από την Θράκη. Άμεσα η βασίλισσα φροντίζει την σύγκληση νέας συνόδου, η οποία τώρα θα λάβει χώρα στην Νίκαια της Βιθυνίας.

Η σύνοδος αυτή αντανακλά την αίγλη της πρώτης οικουμενικής συνόδου η οποία καθόρισε τις σημαντικότερες πτυχές του δόγματος.  Η σύνοδος είναι γνωστή ως Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος και οι εργασίες ξεκίνησαν στις 28 Σεπτεμβρίου του 787. Στην προεδρία βρίσκονταν παπικοί απεσταλμένοι και στην πραγματικότητα την διηύθυνε ο Ταράσιος. Η σύνοδος δεν είχε την  δέουσα θεολογική επάρκεια και την πρέπουσα εκκλησιαστική πολιτική. Μάλιστα στο βίο του ηγουμένου Πλάτωνος ο Ταράσιος εμφανίζεται ως φερέφωνο του προαναφερθέντος αγίου.29 Στη σύνοδο έδωσαν το παρόν 350 επίσκοποι και πολλοί μοναχοί. Να σημειωθεί ότι η Ζ΄ είναι και η τελευταία αναγνωρισμένη από την εκκλησία οικουμενική σύνοδος. Η Σύνοδος αποφάσισε την αναστήλωση των εικόνων και την προσκύνηση αυτών και όχι τη λατρεία τους.30

Ο όρος της συνόδου δεν αναφέρεται στη θαυματουργό αξία των εικόνων, δηλαδή δεν δίνεται νεύμα στην θεία χάρη απορρέουσα από την αγία εικόνα. Επανέρχεται η σύνοδος σε παλαιές αναφορές του Μεγάλου Βασιλείου δηλαδή ο πιστός αποδίδοντας τιμή στην εικόνα ως εκ τούτου το υλικό κατασκευής, υπονοεί το αρχέτυπο δηλαδή η απονομή σεβασμού προς την εικόνα δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική και εξυφαίνει δογματική σημασιολογία. Η διανθρώπινη υπόσταση του Χριστού δεν επιτρέπει την λατρεία του υλικού στοιχείου της εικόνας αλλά εκπέμπει σεβασμό, ο οποίος υπονοείται για το εικονιζόμενο πρόσωπο εν τοιαύτη περίπτωση στον Θεό και την Θεία θέλησή του. Ο όρος της συνόδου δεν θα προσφύγει σε χριστολογικές αναφορές, αλλά θα υπογραμμίσει την ηθική αξία μιας προσκύνησης.  Τέλος ο όρος κλείνει με τέσσερα αναθέματα κατά των εικονομάχων. Τα πρακτικά υπογράφηκαν δια χειρός των αυτοκρατόρων και τους συνοδικούς επισκόπους και πατέρες  στο παλάτι της Μαγναύρας στις 23 Οκτωβρίου 787.31

Η σημασία της συνόδου ήταν ιδιάζουσα καθώς αντιμετωπίστηκαν μητέρα και υιός ως νέοι «Κωνσταντίνος και Ελένη» και η αυτοκράτειρα «Ειρηνώνυμος και ειρηνόδωρος». Κυρίως η νίκη των εικονολατρών μέσω της συνόδου ήταν μια νίκη των μοναχών σε ένα διαταραγμένο και αποδιοργανωμένο μοναχικό σύστημα. Από την εποχή αυτή αρχίζει σταδιακά να διαφαίνεται μια νέα πορεία σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας. Οι μοναχοί με επικεφαλής τον άγιο ηγούμενο της μονής του Σακκουδίου Πλάτωνος και του ανιψιού του Θεοδώρου ηγουμένου της μονής Στουδίου να διακηρύσσουν την ανεξαρτησία της εκκλησίας και να αρνούνται το αυτοκρατορικό δικαίωμα παρέμβασης εις παν δογματικό και γενικότερα εκκλησιαστικό ζήτημα.

 

Η αναστήλωση των εικόνων-σύνοδος του 843

Οι χρόνοι που ακολουθούν από το 802 (εκθρόνιση Ειρήνης) έως 820 είναι  χρόνοι συχνών εναλλαγών στο θρόνο και μετάβασης από την δυναστεία των Ισαύρων στην εξ Αμορίου δυναστεία (820-867).  Στα χρόνια του Λέοντα Ε΄ Αρμένιου (813-820) και συγκεκριμένα το 815 ξεκινά η δεύτερη φάση της εικονομαχίας με σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη που ανακάλεσε τις αποφάσεις περί προσκύνησης των εικόνων. Ο τελευταίος εικονομάχος αυτοκράτορας ήταν ο Θεόφιλος (829-842), ενεργός και ασυνεπής διώκτης των ιερών εικόνων. Μετά τον θάνατο του Θεοφίλου ανέβηκε στο θρόνο ο γιός του Μιχαήλ Γ΄ (843-867) με επίτροπο την χήρα Θεοδώρα. Κοσμικοί αξιωματούχοι προκάλεσαν την ανατροπή των εικονοκλαστικών οπαδών του Θεοφίλου και η Θεοδώρα επέμεινε να μην αναθεματιστεί ο σύζυγός της μετά θάνατον.

Τον Μάρτιο του 843 συγκλήθηκε μια σύνοδος πιθανότατα στο παλάτι των Βλαχερνών με πρωτοβουλία του αυτοκρατορικού συμβουλίου. Η νέα σύνοδος (843) επικύρωσε τα Πρακτικά της συνόδου του 787 και όλοι οι εικονοκλάστες από το 815 και εντεύθεν συμπεριλήφθηκαν στους αιρετικούς με εξαίρεση τον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Στο μεταξύ ο πατριάρχης Ιωάννης Γραμματικός, ως εικονομάχος, παραιτήθηκε και στη θέση του ανήλθε ο πατριάρχης, άγιος μετέπειτα, Μεθόδιος. Την ημέρα της συνόδου του 843 πραγματοποιήθηκε μεγαλοπρεπής λιτανεία από τις Βλαχέρνες έως τον ναό της του Θεού Σοφίας και έλαβε χώρα την 1η Μαρτίου πανηγυρική Λειτουργία. Η ημέρα αυτή ήταν η πρώτη Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και η εκκλησία εις ανάμνηση του γεγονότος της οριστικής «αποκατάστασης» των εικόνων εορτάζει την Κυριακή της ορθοδοξίας.32 Ο Ιωάννης Γραμματικός, ήταν το πρώτο θύμα: «Εμαστιγώθη, ετυφλώθη,  και εξωρίσθη».

 


[1] Βλ. Εγκυκλοπαίδεια Πανεπιστημίου Cambridge (1979) 71.

[2] Βλ. Beck (2004) 198-199.

[3] Βλ. Σαββίδης – Hendrickx (2003) 58.

[4] Βλ. Lilie (2011) 111.

[5] Βλ. Runciman (2005) 67-74.

[6] Βλ. Καραγιαννόπουλος (1993) 131-133.

[7] Βλ. Εγκυκλοπαίδεια Πανεπιστημίου Cambridge (1979) 77.

[8] Βλ. Καραγιαννόπουλος (1993) 134-135.

[9] Βλ. Beck (2004) 209-210.

[10] Βλ. Beck (2004) 206-212.

[11] Βλ. Εγκυκλοπαίδεια Πανεπιστημίου Cambridge (1979) 82.

[12] Βλ. Beck (2004) 220.

[13] Βλ. Παπαρηγόπουλος  (2005) 188.

[14] Βλ. Beck (2004) 220.

[15] Βλ. Beck (2004) 213.

[16] Βλ. Runciman (2005) 77.

[17] Βλ. Beck (2004) 213-216.

[18] Βλ. James (2014) 581-582.

[19] Βλ. Παπαρηγόπουλος (2005) 59-63.

[20] Βλ. Ιστορία του ελληνικού έθνους (2000), τ. Η΄, 31.

[21] Βλ. Ostrogorsky (1978) 120-121.

[22] Βλ. Levtechenko (1955) 194-195.

[23] Βλ. Ιστορία του ελληνικού έθνους (2000), τ. Η΄, 30.

[24] Βλ. Runciman (2005) 77.

[25] Βλ. Beck (2004) 216-217.

[26] Βλ. Ηλιάδη (2006) 27, 41-42.

[27] Βλ. Runciman (2005) 79.

[28] Βλ. Καραγιαννόπουλος (1993) 167-168.

[29] Βλ. Beck (2004) 223-228.

[30] Βλ. Καραγιαννόπουλος (1993) 170.

[31] Βλ. Beck (2004) 231.

[32] Βλ. James (2014) 588-590.

 

Επαφή

arthro 13

13arthro@gmail.com

Αναζήτηση στο site

Αφιερώματα

Άρθρο 13: Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου

Article 13...     THE CONSTITUTION OF GREECE In the name of the Holy and Consubstantial and Indivisible Trinity   Article 13 1. Freedom of religious conscience is...

Αφιέρωμα στον Άγιο Νεκτάριο

της Ολυμπίας-Μαρίας Ποντίκη,  Νομικού, ΜΦ Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας ΕΚΠΑ    Ο Άγιος Νεκτάριος είναι  Ένας  μάρτυρας. Η ζωή όλων των χριστιανών...

Από την Παρουσίαση του Τόμου Πρακτικών Ζ’ Διεθνούς Συνεδρίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

της Ελένης Παλιούρα     *Οι εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ» διοργάνωσαν την Τετάρτη 22 Ιουλίου στις 9 το βράδυ, τη διαδικτυακή παρουσίαση του Τόμου των Πρακτικών του Ζ´ Διεθνούς Συνεδρίου...

Εθνική ταυτότητα και ανθρώπινα δικαιώματα: Το διαχρονικό μήνυμα του Αγίου Κοσμά

του Κωνσταντίνου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονα {Πηγή: HUFFPOST} Στις 24 Αυγούστου 1779, στο Κολικόντασι της τουρκοκρατούμενης τότε Βορείου Ηπείρου, απαγχονίσθηκε με εντολή του Κουρτ Πασά ο Άγιος...

Θρησκευτική ουδετερότητα - Προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος

του Ιωάννη Καστανά τα άρθρα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Το άρθρο 3 του Συντάγματος εμποδίζει το ελληνικό Κράτος να είναι ουδετερόθρησκο; Αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα κορυφώνεται η...

Νέα Γένεση: Ανάσταση στον κήπο στο μέσο της Γης

του Δημητρίου Αλεξόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και  Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   «Μία ὑπῆρχεν, ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος, καὶ ἐν τάφῳ, καὶ ἐν τῇ...

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ Ο ΕΝ ΥΔΑΣΙ ΤΗΝ ΓΗΝ ΚΡΕΜΑΣΑΣ

της Αναστασίας Κόλλια   Μεγάλη Πέμπτη σήμερα και η  Αγία Εκκλησία μας, τη στιγμή μεταξύ του 5ου και του 6ου Ευαγγελίου ψάλλει το αντίφωνο...  Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν...

© 2021 ΑΡΘΡΟ 13 (All Rights Reserved)

Υλοποιήθηκε από Webnode