Ο προσηλυτισμός ως ποινικό αδίκημα {Β Μέρος}

2017-09-10 21:12
{η παρούσα αποτελεί τμήμα της διπλωματικής εργασίας του γράφοντος στο πλαίσιο του ΠΜΣ Εκκλησιαστικού Δικαίου ΕΚΠΑ 2015-2016 με επιβλέποντα τον κ. Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλο, λέκτορα Εκκλησιαστικού Δικαίου}
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

       Ο Προσηλυτισμός

 

2.1.Εισαγωγικά - Ιστορική εξέλιξη

Προσηλυτισμός εν γένει σημαίνει προσεταιρισμός, ρυμούλκηση ενός ατόμου στις απόψεις άλλου με τη διδασκαλία και τη πειθώ1. Είναι η πνευματική και πρακτική λειτουργία που αποβλέπει στην επιρροή συνείδησης, κυρίως ως προς το θρησκευτικό της περιεχόμενο. Προέρχεται από το ρήμα «προσηλυτίζω», το οποίο και σημαίνει πως κάνω κάποιον προσήλυτο, οπαδό. Τον κάνω να ασπασθεί το θρησκευτικό μου δόγμα. Προέρχεται από το «προσήλυτος», που σημαίνει ο «αφιχθείς»2. Σήμερα ο όρος «προσηλυτισμός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει αποκλειστικά αποδοκιμαζόμενες μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς. Σηματοδοτεί τη δόλια και μεθοδευμένη προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση του ατόμου.

Η εμφάνιση του φαινομένου του θρησκευτικού προσηλυτισμού εντοπίζεται στον ιουδαϊκό κόσμο κατά την εποχή της διασποράς υπό την επίδραση του πνεύματος του Διεθνισμού. Το φαινόμενο παρατηρείται και στη χριστιανική θρησκεία: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματ 28, 19). Ως όρος χρησιμοποιήθηκε, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, για να προσδιορίσει τη μεταστροφή ενός ανθρώπου μιας άλλης πίστης στον χριστιανισμό. Στους επόμενους αιώνες απέκτησε αρνητική χροιά3. Χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη διαδικασία αποδοχής μιας ορισμένης θρησκευτικής διδασκαλίας με αθέμιτα μέσα στη θρησκευτική συνείδηση άλλου. Έτσι λοιπόν, προσηλυτισμός θεωρείται η πνευματική και πρακτική εκείνη λειτουργία, που αποβλέπει στην επιρροή της θρησκευτικής συνείδησης με απατηλά και δόλια μέσα.

 

2.2.Συνταγματική ιστορία προσηλυτισμού

Στο Σύνταγμα του 1844, για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη4, εμφανίζεται ο όρος «προσηλυτισμός»5, η απαγόρευση του οποίου πρόκειται ουσιαστικά για σχετικοποίηση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν κάθε προσηλυτιστική ενέργεια, καθώς και κάθε άλλη επέμβαση εις βάρος της επικρατούσας θρησκείας.

Ακολούθησε η επανάληψη της εν λόγω ρύθμισης στα Συντάγματα του 1864, 19116, 19527, ενώ στο Σύνταγμα του 1927 δε συμπεριελήφθη η απαγόρευση κατά της επικρατούσας θρησκείας, αλλά διατυπώθηκε μια γενική απαγόρευση του προσηλυτισμού. Σημαντική διαφοροποίηση, ωστόσο, σημειώνεται με το ισχύον Σύνταγμα του 1975, όπως ισχύει μετά τις αναθεωρήσεις του, το οποίο επέφερε «χαλάρωση» των σχέσεων κράτους – εκκλησίας με την απαλοιφή των προνομίων που επιφύλασσε υπέρ της επικρατούσας θρησκείας, η εννοιολογική προσέγγιση της οποίας έχει πλέον μεταβληθεί. Συγκεκριμένα, με το Α.13 του ισχύοντος Συντάγματος απαγορεύεται ο προσηλυτισμός γενικά, χωρίς να ορίζεται κάτι περαιτέρω, συνάγεται ερμηνευτικά δε ότι η διάταξη καλύπτει τόσο την επικρατούσα θρησκεία, όσο και κάθε άλλη γνωστή θρησκεία. Δεν υπάρχει, συνεπώς, και δεν υπήρξε μέχρι στιγμής σαφής ορισμός της έννοιας του προσηλυτισμού μέσα από τον υπέρτατο και θεμελιώδη νόμο του κράτους8.

 

Η νομοθετική ρύθμιση του προσηλυτισμού, που ισχύει έως σήμερα9, εκ μέρους του κοινού νομοθέτη επήλθε επί δικτατορίας του Μεταξά με δύο αναγκαστικούς νόμους, νόμους δηλαδή που εκδίδονται απευθείας από την κυβέρνηση, τους Α.Ν. 1363/1838 και 1672/1939, οι οποίοι ποινικοποίησαν τον προσηλυτισμό στην ελληνική έννομη τάξη όχι όμως για πρώτη φορά, αφού προϋπήρχαν ήδη οι διατάξεις 149, 195, 19810 του Ποινικού Νόμου του 1834.

 

Βάσει Α.4 του Α.Ν. 1636/1938: «Προσηλυτισμός είναι πάσα διά βίας ή απειλών ή αθεμίτων μέσων ή διά παροχών ή δι ' υποσχέσεων και χρηματικών ή άλλης φύσεως παροχών, διά μέσων και υποσχέσεων απατηλών, δι' επιδαψιλεύσεως ηθικής και υλικής περιθάλψεως, διά καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι' εκμεταλλεύσεως της ανάγκης ή της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος και εν γένει η καθ’ οιονδήποτε τρόπον άμεσος ή έμμεσος επιτυγχάνουσα ή μη προσπάθεια ή απόπειρα προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετεροδόξων ανηλίκων ή ενηλίκων επί σκοπώ συνειδητής ή ασυνειδήτου μεταβολής του περιεχομένου της θρησκευτικής αυτών συνειδήσεως, της θρησκευτικής των πίστεως, και προσαρμογής αυτών προς τας ιδέας ή πεποιθήσεις του προσηλυτίζοντος».

 

Βάσει Α.2 π.1 του Α.Ν. 1672/1939: «Ο ενεργών προσηλυτισμόν τιμωρείται δια φυλακίσεως και χρηματικής ποινής χιλίων μέχρι πεντήκοντα χιλιάδων δραχμών, έτι δε και δι’ αστυνομικής επιτηρήσεως, ης η διάρκεια από εξ μηνών μέχρι ενός έτους ορίζεται δια της καταδικαστικής απόφασης» και βάσει Α2. π.2 του Α.Ν. 1672/1939: «Προσηλυτισμός ιδία είναι η δια πάσης φύσεως παροχών η δι’ υποσχέσεως τοιούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως δια μέσων απατηλών, δια καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι’ εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητας άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυση εις τη θρησκευτική συνείδηση ετερόδοξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής».

 

Αξιοσημείωτο για τον προσηλυτισμό είναι το γεγονός ότι δε συγκαταλέγεται στα εκκλησιαστικά αδικήματα, τα οποία βρίσκονται θεμελιωμένα στους ιερούς κανόνες και επιβάλλουν εκκλησιαστικές ποινές, αλλά αποτελεί εύρημα του πολιτειακού νομοθέτη, ανήκει δηλαδή στην πολιτειακή δικαιοταξία και όχι στην εκκλησιαστική1112. Ο κανονικός νομοθέτης, δηλαδή, «δε διώκει διά θετικών διατάξεων τον προσηλυτίζοντα» και το εκκλησιαστικό αδίκημα στο οποίο προσιδιάζει η πολιτειακή θεσμοθέτηση του αδικήματος του προσηλυτισμού είναι η αίρεση, η δογματική δηλαδή απόκλιση από την ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία, όχι όμως σε βαθμό που ο αποκλίνων να αποκόπτεται από τη χριστιανική θρησκεία γενικώς13.

 

Το ισχύον Σύνταγμα απαγορεύει ορισμένες θρησκευτικές εκδηλώσεις. Πέραν του ότι απαγορεύει την άσκηση λατρείας με τρόπο που να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, απαγορεύει και τον προσηλυτισμό. Μάλιστα, όχι μόνο εκείνον που κατευθύνεται κατά της επικρατούσας θρησκείας, αλλά κατά οποιασδήποτε άλλης θρησκείας ακόμα και υπέρ του ορθόδοξου δόγματος. Για τη συνταγματική απαγόρευση υπάρχει παλαιότερη του Συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα κύρωση.

 

Προσηλυτισμό με την έννοια του Συντάγματος δεν διαπράττει αυτός που απλώς διακηρύσσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή ομολογεί την πίστη του, όσο δημόσια και αν είναι αυτή η εκδήλωση. Η διακήρυξη αυτή αποτελεί άσκηση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, την οποία δεν περιορίζει η απαγόρευση του προσηλυτισμού. Κατά το Σύνταγμα, δεν διαπράττει προσηλυτισμό ούτε όποιος απλώς μεταπείθει έναν άλλον να αλλάξει θρησκευτικές πεποιθήσεις ούτε απαγορεύει το Σύνταγμα το κήρυγμα και την ιεραποστολή προς αλλόδοξους ή άθρησκους. Άλλωστε, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν εντελώς ανελεύθερη και δεν θα συμβάδιζε με τη φιλελεύθερη δομή του Συντάγματος ούτε με τη προσχώρηση της Ελλάδας στις διεθνείς κατοχυρώσεις των ατομικών δικαιωμάτων.

 

Από την άλλη πλευρά, το νομοθετικό κείμενο της ποινικής κύρωσης, αν και μόνη πηγή για τον ποινικό δικαστή, δεν αποδίδει κατ’ ανάγκη τη σημερινή έννοια του προσηλυτισμού, δεδομένου ότι όχι μόνο είναι παλαιότερο κατά 35 χρόνια του ισχύοντος Συντάγματος, αλλά αποτελεί και νομοθετικό προϊόν της τότε δικτατορίας. Αυτό που έχει σημασία σε κάθε περίπτωση είναι ότι κατά τη ποινική αυτή νομοθεσία, ως προσηλυτισμός δεν θεωρείται η χρησιμοποίηση πειθούς και επιχειρημάτων, αλλά η «δια πάσης φύσης παροχών ή διά υποσχέσεων τοιούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περίθαλψης διά μέσων απατηλών δια κατάχρησης της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δια εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητας άμεσης ή έμμεσης προσπάθειας προς διείσδυση εις την θρησκευτική συνείδηση ετεροδόξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής». Ο πυρήνας της αξιόποινης συμπεριφοράς έγκειται στα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί ο προσηλυτισμός. Μόνο με αυτήν την αντίληψη του προσηλυτισμού, ως προσπάθειας με αθέμιτα μέσα διεισδύσεως στη θρησκευτική συνείδηση άλλου, αποκτά η απαγόρευση του Α.13 π.2 μία ουσιώδη έννοια που προσαρμόζεται στον φιλελεύθερο προσανατολισμό του Συντάγματος14.

 

 

2.3.Ποινική υπόσταση προσηλυτισμού

2.3.1.Νομοθετική πρόβλεψη

Ο προσηλυτισμός, ένα αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου, συνίσταται ως ένας από τους πιο πολυσυζητημένους περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας. Αρχίζοντας την εξέταση των επιμέρους στοιχείων του εγκλήματος, εξετάζουμε πρώτα τη νομική πρόβλεψη, την από παλιά συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της νομιμότητας του εγκλήματος και της ποινής (nullum crimen nulla poena sine lege certa)15.

 

Εδώ να σημειωθεί πως πριν τη πρόβλεψη του εγκλήματος στο Σύνταγμα του 1844, αρχικά ο προσηλυτισμός τυποποιήθηκε στο Α.198 Π.Ν. του 1834, σύμφωνα με το οποίο: «Αιρεσιώται, οίτινες προσπαθούν δι’ αθεμίτων μέσων να διαδώσωσιν ή να καταστήσωσιν επικρατείς τους θρησκευτικάς των δόξας, κηρύττουν επί δημοσίων τόπων, ερεθίζουσι τους οπαδούς των εις εχθροπάθειαν κατά των ετεροδοξούντων, ή τους εμποδίζουσιν από του να συγκοινωνώσι μετ’ άλλων, ή εναντίον κυβερνητικής απαγορεύσεως, ζητούν να διαστέλλωσιν εαυτούς και τα μέλη της αιρέσεως των δι’ εξωτερικών γνωρισμάτων τιμωρούνται…».

 

Η περιγραφή της ειδικής υπόστασης του προσηλυτισμού, καθώς και των έννομων συνεπειών που επιφέρει η τέλεσή του, αποτυπώνεται εν τέλει σε δύο νομοθετήματα της εποχής του Μεταξά, και όχι στον Π.Κ. Η νομοθετική διατύπωση του προσηλυτισμού  δημιούργησε στο παρελθόν πολλά ερωτηματικά και αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη περισσοτέρων ερμηνευτικών θεωριών, που μέχρι και σήμερα απασχολούν τον επιστημονικό κόσμο. Υπάρχουν πολλές αντιτιθέμενες απόψεις σχετικά με το υποκείμενο του εγκλήματος, αλλά και τα «ιδία», απόψεις που εκτίθενται παρακάτω.

 

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις σχετικά με τον προσηλυτισμό de lege ferenda. Μία πρώτη σκέψη είναι να τυποποιηθεί ο προσηλυτισμός ως ουσιαστικό έγκλημα με αποτέλεσμα την εκτροπή της συνειδήσεως του προσώπου στο οποίο απευθύνθηκε ο δράστης. Μία άλλη σκέψη είναι να περιοριστεί το αξιόποινο μόνο σε σχέσεις νομικής εξάρτησης δράστη και θύματος. Τέλος, πιο ρηξικέλευθες θέσεις έχουν τοποθετηθεί στην  κατάργηση των διατάξεων περί προσηλυτισμού και την αντικατάστασή τους με ένα πιο σύγχρονο νομοθέτημα, που θα επιλύει όλα τα σχετικά προβλήματα και ερμηνείες.

 

 

Ο προσηλυτισμός αποτελεί μία πολυδιάστατη έννοια, λόγω της μη αυστηρά οριοθετημένης νομοθετικής ρύθμισης, της οποίας έχει υποστεί διάπλαση από τη νομολογία. Για παράδειγμα, έχει κριθεί ότι ο προσηλυτισμός μεταξύ συζύγων αποτελεί λόγο λύσεως του γάμου, αφού υπάγεται η συγκεκριμένη κατάσταση στην έννοια του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Επίσης, προσηλυτισμός δύναται να διενεργηθεί εκ μέρους των γονέων εις βάρος των τέκνων16.

 

Το έννομο αγαθό, χάριν του οποίου ο προσηλυτισμός έλαβε το χαρακτήρα της ποινικά κολάσιμης πράξης, υπέστη μεταβολές λόγω της παρόδου του χρόνου και της μεταβολή της νομοθεσίας. Πιο αναλυτικά, κατά την ισχύ του Ποινικού Νόμου το προστατευόμενο έννομο αγαθό ήταν διττό και επρόκειτο για την πολιτειακή εξουσία και την κοινωνική ειρήνη. Από το 1844 έως το 1975, λόγω των σχετικών συνταγματικών ρυθμίσεων το έννομο αγαθό του προσηλυτισμού μεταβλήθηκε στην ιδιότητα του ορθοδόξου χριστιανού. Από το 1975 και έπειτα επικεντρώνεται στην ελευθερία της βούλησης, ουσιαστικά δηλαδή στην προσωπική ελευθερία υπό την άποψη ότι η θρησκευτική συνείδηση συνιστά προέκταση της προσωπικής ελευθερίας17.

Βάσει των ανωτέρω μεταβολών, πολλάκις διατυπώθηκαν αμφιβολίες ως προς το επίκαιρο του χαρακτήρα των δύο νομοθετημάτων επί Μεταξά, με τους επικριτές να τα θεωρούν εντελώς αναχρονιστικά και μόνο από τον τίτλο τους, που αναδεικνύει τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη του 1911 και όχι του ισχύοντος Συντάγματος που προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και προβλέπει απαγόρευση του προσηλυτισμού εις βάρος όλων των θρησκειών και όχι μόνο της επικρατούσας18.

2.3.2.Ζητήματα υπό εξέταση

2.3.2.1.Φύση εγκλήματος

Η επενέργεια19 στο ενσώματο αντικείμενο μπορεί να έγκειται είτε σε μια μεταβολή της κατάστασής του, συνδεδεμένη, όμως, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, άρρηκτα με τη συμπεριφορά του δράστη είτε σε μια μεταβολή ξεχωριστή κατά χώρο και χρόνο από τη συμπεριφορά. Στη πρώτη περίπτωση έχουμε τυπικά εγκλήματα (συμπεριφοράς) και στη δεύτερη ουσιαστικά εγκλήματα (αποτελέσματος). Ο προσηλυτισμός είναι τυπικό έγκλημα, αφού η συμπεριφορά του δράστη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μεταβολή που επέρχεται. Άλλωστε αρκεί και μόνο η «προσπάθεια» για να πληρωθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

 

Ο προσηλυτισμός κατά την ελληνική νομοθεσία είναι έγκλημα τυπικό, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο να επέλθει ένα αποτέλεσμα, για να θεωρηθεί τελειωμένο, αλλά αρκεί η συμπεριφορά του δράστη. Η συμπεριφορά αυτή προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται από τα όργανα της ποινικής δικαιοσύνης. Ένα ακόμη στοιχείο που απαρτίζει το νομικό προσδιορισμό του προσηλυτισμού είναι ότι απαιτείται ύπαρξη προσωπικής σχέσης μεταξύ θύτη και θύματος. Αυτό συνεπάγεται το ότι, προκειμένου να υπάρξει η αναφερόμενη από το νόμο διείσδυση στη θρησκευτική συνείδηση, θα πρέπει να σημειώνεται αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο αυτών προσώπων, κάτι που αποτελεί έναν πρόχειρο εννοιολογικό προσδιορισμό της κατάταξης του προσηλυτισμού στα εγκλήματα συναντώμενης δράσης20.

 

2.3.2.2.Υποκείμενο εγκλήματος

Ένα πρώτο ζήτημα υπό εξέταση, είναι το υποκείμενο του εγκλήματος. Αρχικά θεωρείτο πως προσηλυτισμό σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου μπορεί να διαπράξει μόνο ετερόδοξος και μάλιστα κατά της επικρατούσας θρησκείας. Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα ο προσηλυτισμός είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα (delicta propria), αφού η αντικειμενική του υπόσταση συντελείται όταν ο αυτουργός έχει ορισμένη ιδιότητα και αφού μόνο αυτό δύναται να προσβάλλει το έννομο αγαθό. Ιδιαίτερο είναι το έγκλημα, όταν μόνον ορισμένος κύκλος, ορισμένη τάξη προσώπων, που διαθέτουν ορισμένες ιδιότητες ή τελούν σε ορισμένες σχέσεις, μπορούν να είναι το υποκείμενο, δηλαδή ο αυτουργός της εγκληματικής πράξης21. Γνήσια είναι εκείνα τα ιδιαίτερα εγκλήματα, στα οποία οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις θεμελιώνουν το αξιόποινο πράξεων που αλλιώς δεν είναι αξιόποινες22. Σε κάθε περίπτωση, η άποψη αυτή τεκμαίρεται ως παρωχημένη σήμερα. Ο προσηλυτισμός δεν είναι ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά κοινό. Αυτό συμβαίνει γιατί η ερμηνεία των διατάξεων περί προσηλυτισμού, σύμφωνα με το Σύνταγμα, συμπεριλαμβάνει την προστασία κάθε γνωστής θρησκείας και όχι μόνο της επικρατούσας. Άλλωστε, το ίδιο το κείμενο του Συντάγματος προστατεύει κάθε γνωστή θρησκεία και όχι μόνο την επικρατούσα. Άρα, δεν θα μπορούσε η προστασία αυτή να μη περιλαμβάνει και τη προστασία από τον προσηλυτισμό. Συνεπώς, και εκ της εν λόγω ερμηνείας ο προσηλυτισμός είναι κοινό έγκλημα (delicta communia) και μπορεί να τελεστεί από οποιονδήποτε. Δεν χρειάζεται ορισμένη ιδιότητα, ούτε στρέφεται μόνο κατά της επικρατούσας θρησκείας.

 

Μάλιστα, καθώς δεν υπάρχει αντίθετη ένδειξη, ακόμα και άθεος μπορεί να διενεργεί προσηλυτισμό υπέρ της αθεΐας. Αυτό γιατί ο νόμος αναφέρεται σε προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση τρίτου με σκοπό τη μεταβολή του περιεχομένου της γενικά και όχι ειδικά περί μεταβολής θρησκευτικών πεποιθήσεων του δέκτη του προσηλυτισμού από τη μία στην άλλη θρησκεία23. Από τη γενική διατύπωση, προκύπτει ότι η διενέργεια του προσηλυτισμού είναι αξιόποινη και όταν επιδιώκεται ο προσηλυτισμός υπέρ άλλου είδους δοξασιών. Συνεπώς, κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αποκλεισθεί από υποκείμενο του συγκεκριμένου εγκλήματος.

 

Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Γ. Ανδρουτσόπουλου , ο οποίος με υποκειμενική ερμηνεία υποστηρίζει ότι το αξιόποινο του προσηλυτισμού εξαλείφθηκε λόγω της μεταφοράς της απαγόρευσης του προσηλυτισμού από το Α.3 του Συντάγματος του 1911 στο Α.13 του Συντάγματος του 1975. Αφού σκοπός ήταν η τιμώρηση του προσηλυτισμού μόνο κατά της επικρατούσας θρησκείας, η κατάργηση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού από το Α.3, λέει, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και οι Α.Ν. που τον προβλέπουν πρέπει να θεωρηθούν συγκαταργημένοι.
 

Ιδιαίτερο θέμα γεννάται σχετικά με το αν είναι αξιόποινος ο προσηλυτισμός, όταν ο διενεργών αποτελεί πιστό της επικρατούσας θρησκείας. Είναι δηλαδή δυνατόν υποκείμενο του εγκλήματος να αποτελέσει πιστός της Ανατολικής Ορθοδόξου του Ιησού Εκκλησίας, αν προσπαθήσει να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση πιστού άλλης θρησκείας; Έχουν υποστηριχθεί και οι δύο απόψεις. Πάντως, βάσει άποψης Γ. Ανδρουτσόπουλου, ούτως ή άλλως έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο του προσηλυτισμού, αφού οι Α.Ν. βασίζονταν σε απαγόρευση προσηλυτισμού του Α.3 του Συντάγματος του 1911, που μεταφέρθηκε στο Α.13 του Συντάγματος του 1975. Βέβαια, αν αποδεχτούμε την άποψη ότι οι πιστοί της επικρατούσας θρησκείας δεν μπορούν να διαπράξουν προσηλυτισμό, τότε και πάλι αναφερόμαστε σε ιδιαίτερο και όχι κοινό έγκλημα.

 

2.3.2.3.Ηθική αυτουργία

Εφόσον η πράξη του προσηλυτισμού είναι αξιόποινη και όταν η προσπάθεια διεισδύσεως συμβαίνει και εμμέσως, πρέπει να δεχτούμε ότι ο δράστης δεν αποκλείεται να διενεργεί τον προσηλυτισμό και δια ενδιαμέσου προσώπου. Σε αυτή την περίπτωση, δράστης δεν είναι μόνο το πρόσωπο που συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω ή καταγγέλλεται ως διενεργών τον προσηλυτισμό, αλλά και το πρόσωπο που «στρατολογεί» οπαδούς, τους εκπαιδεύει, του καθοδηγεί και τους αποστέλλει σε ανυποψίαστα θύματα προκειμένου να τα προσηλυτίσουν με τη σειρά τους. Ως ηθικός αυτουργός πρέπει να τιμωρηθεί καθώς στο πρόσωπό του συντρέχουν οι ιδιότητες του Α.46 π.1 του Π.Κ., ήτοι αυτός προκάλεσε σε άλλον εκ προθέσεως την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη24. Πέρα όμως περί ηθικής αυτουργίας, χωρεί η τιμώρηση του προσώπου αυτού και ως φυσικού αυτουργού, καθώς ο νόμος ορίζει ότι τιμωρείται και η έμμεση προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση. Πάντως, δικαστικά δεν τυγχάνει εφαρμογής πρακτικής με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

2.3.2.4.Αντικείμενο εγκλήματος

Ένα δεύτερο ζήτημα, επίσης πολύ σημαντικό, αφορά το αντικείμενο του εγκλήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ υλικού και νομικού αντικειμένου εγκλήματος.

Κατά τον νόμο, υλικό αντικείμενο του προσηλυτισμού είναι ο οπαδός της επικρατούσας θρησκείας, γιατί πάνω σε αυτόν επενεργεί ο ετερόδοξος. Βάσει του Συντάγματος καθώς και της ερμηνείας των διατάξεων περί προσηλυτισμού, περί προστασίας κάθε γνωστής θρησκείας, οφείλουμε να θεωρήσουμε και να ορίσουμε ότι προσηλυτιζόμενος είναι κάθε άνθρωπος διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων και κάθε γνωστής θρησκείας από αυτόν που επιχειρεί τον προσηλυτισμό.

 

Όσον αφορά στο νομικό αντικείμενο του προσηλυτισμού έχουν επικρατήσει στη θεωρία δύο απόψεις. Η πρώτη άποψη, διατείνεται ότι οι διατάξεις περί προσηλυτισμού προστατεύουν το έννομο αγαθό της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία νοείται ως το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου, αναφορικά ιδίως με το Θεό. Κατά αυτήν τη γνώμη, η θρησκευτική συνείδηση του Συντάγματος ταυτίζεται με αυτή των αναγκαστικών νόμων. Η δεύτερη άποψη, αναφέρει ότι το νομικό αντικείμενο προστασίας στις διατάξεις περί προσηλυτισμού, έχει μικρότερο εύρος από αυτό που διαγράφεται στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με αυτήν τη γνώμη, προστατεύεται η ενσυνείδητη θρησκευτική πίστη του ατόμου και συγκεκριμένα η δυνατότητά ελεύθερης μεταβολής των θρησκευτικών του πεποιθήσεων οποτεδήποτε και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Οπότε προκειμένου να στοιχειοθετηθεί προσηλυτισμός, προσηλυτίζων και προσηλυτιζόμενος πρέπει αφενός μεν, να έχουν διαφορετικά πιστεύω, αφετέρου δε, να έχουν εξωτερικεύσει με κάποιον τρόπο την ένταξή τους σε μια θρησκευτική κοινότητα.

Από άποψης πνευματικής κατάστασης ο προσηλυτιζόμενος δύναται να είναι πρόσωπο άπειρο, να χαρακτηρίζεται από πνευματική αδυναμία, κουφότητα ή να είναι ανήλικος και εν γένει αρκεί να τελεί σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε να είναι επιδεκτικός μεταβολής θρησκευτικών πεποιθήσεων25.

 

2.3.2.5.«Ιδία»

Ένα τρίτο ζήτημα, ίσως και το πιο πολυσυζητημένο, είναι ο τρόπος και τα μέσα τέλεσης του προσηλυτισμού. Ιδιαίτερος προβληματισμός έχει εγερθεί σχετικά με το «ιδία» του νόμου. Κατά μία πρώτη άποψη η λέξη «ιδία» αναφέρεται κατά συγκαλυμμένο τρόπο στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, έτσι ώστε να επιτρέπει την υπαγωγή στη διάταξή του όχι μόνο αθέμιτων αλλά και των θεμιτών μέσων, δηλαδή των μέσων άσκησης της ελευθερίας της διάδοσης της θρησκείας. Κατά την αντίθετη, και επικρατούσα στην θεωρία του ποινικού δικαίου, άποψη, το «ιδία» αναφέρεται αποκλειστικά στα μέσα τέλεσης του προσηλυτισμού.

 

Επίσης, κατά μία άποψη η χρήση του «ιδία» συνιστά νομοθετική αβλεψία. Η άποψη αυτή, επιχειρεί να σώσει το κύρος της διάταξης αναδιατυπώνοντας την, έτσι, ώστε να στοιχεί προς το όλο σύστημα του ποινικού δικαίου. Κατά μία άλλη άποψη η ενδεικτική απαρίθμηση που προκύπτει από το «ιδία» καθιστά τις σχετικές διατάξεις αντισυνταγματικές, γιατί μια τέτοια χαλαρή περιγραφή ενός εγκλήματος στο νόμο αντίκειται στο Α.7 π.1 Συντάγματος, που απαιτεί να υπάρχει σαφής περιγραφή της εγκληματικής πράξης στο νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege certa). Αλλά και πέραν αυτού του προβληματισμού, ο οποίος δεν αφορά τη νομολογία, δεν είναι καθόλου σαφές ποια είναι η ακριβής συμπεριφορά που καθιστά τον προσηλυτισμό αξιόποινο. Καθίσταται, δηλαδή, προσηλυτιστική πράξη η διανομή φυλλαδίων; Μια ανοιχτή θρησκευτική διδασκαλία θα μπορούσε να θεωρηθεί προσηλυτισμός; Δύσκολα συμβιβάζονται τα παραπάνω με την έννοια του προσηλυτισμού.

 

Τα μέσα τέλεσης δεν μπορούν σε καμία περίπτωση26 να υπαχθούν στην υποκειμενική πλευρά της νομοτυπικής μορφής ούτε βέβαια στην ποινική κύρωση, επομένως ανήκουν στην αντικειμενική πλευρά της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος. Τα μέσα τέλεσης ενός εγκλήματος αποτελούν υποσύνολο της αντικειμενικής υπόστασης και ως εκ τούτου ότι είναι μέρος της αντικειμενικής υπόστασης δύναται να μην αποτελεί συγχρόνως μέσο τέλεσης, ωστόσο ό,τι είναι μέσο τέλεσης ενός εγκλήματος είναι συγχρόνως και τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης. Συνεπώς, δεν νοείται να λέγεται ό,τι κάτι ανήκει ή στην αντικειμενική υπόσταση ή στα μέσα τέλεσης του εγκλήματος.

 

Είναι σαφές πως για να στοιχειοθετηθεί προσηλυτισμός, πρέπει να υπάρχει μία προσωπική σχέση, μια γλωσσική επικοινωνία, μεταξύ προσηλυτίζοντος και προσηλυτιζόμενου. Αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε ο δράστης δεν είχε καμία επικοινωνία, δεν άκουσε ή δε συζήτησε μαζί του, τότε δεν υπάρχει καμία τροπή της συνείδησης, οπότε δεν υπάρχει καν αρχή εκτέλεσης, αφού ελλείπει το αντικειμενικό οντολογικό της στοιχείο. Αν αντίθετα το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε ο δράστης, είχε επικοινωνία, δηλαδή, τον άκουσε και συζήτησε μαζί του, χωρίς να επέλθει τροπή της συνείδησής του, τότε ελλοχεύει ο προβληματισμός αν πρέπει ο προσηλυτίζων να τιμωρηθεί κατά τις διατάξεις για την απρόσφορη απόπειρα κατά το Α.43 του Ποινικού Κώδικα. Και αναφέρουμε ότι ελλοχεύει, γιατί ο προσηλυτισμός συνιστά περίπτωση αναγωγής απόπειρας σε τελειωμένο έγκλημα εκ του νόμου. Αν τέλος η συνείδηση του προσώπου στο οποίο απευθύνθηκε ο δράστης ήταν εξαρχής αρνητική, δεν υπάρχει καν άδικη πράξη, αφού δεν απειλήθηκε καν η ειρηνευμένη κατάσταση του εννόμου αγαθού παρά την ύπαρξη κάποιου διαλόγου.

 

Αθέμιτα είναι κυρίως τα μέσα που, εφόσον επεδίωκαν παράνομο περιουσιακό όφελος, θα συγκροτούσαν την αντικειμενική υπόσταση της εκβίασης (Π.Κ. 385) ή της απάτης (Π.Κ.386). Αθέμιτα δεν είναι τα μέσα, όπως η δημοσίευση, πώληση και αποστολή εντύπων ή η διενέργεια δημόσιων διαλέξεων, υπαίθριων έστω, με ελεύθερη προσέλευση και αποχώρηση, καθώς και σαφή δήλωση της θρησκείας ή του δόγματος, του οποίου επιχειρείται η διάδοση.

 

2.3.2.6.Τρόποι τέλεσης

Στις περισσότερες αντικειμενικές υποστάσεις ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος είναι «απλός», αφού ο νόμος είτε δεν τον εξειδικεύει καθόλου, είτε τον εξειδικεύει με τη μνεία ενός ορισμένου είδους αξιόποινης συμπεριφοράς27. Υπάρχουν εντούτοις εγκλήματα, των οποίων προβλέπεται στο νόμο η τέλεση με περισσότερους τρόπους. Τα τελευταία είναι δυνατό να διακριθούν σε γνήσια αφενός και μη γνήσια αφετέρου.

 

Το κριτήριο της διάκρισης αυτής συμπλέκεται με το ζήτημα της συρροής εγκλημάτων, έγκειται δε στο εξής: Στα περισσότερα πολύτροπα εγκλήματα, ακόμη και αν στο πλαίσιο της ίδιας της εγκληματικής περίπτωσης πραγματωθούν ξεχωριστά28 όλοι οι τρόποι τέλεσής τους, αυτοί συναποτελούν κατά κανόνα ένα και μόνο έγκλημα του οικείου είδους. Σε άλλα πολύτροπα εγκλήματα, η πραγμάτωση όλων των τρόπων σημαίνει κατ’ ανάγκη πλειονότητα εγκλημάτων. Έτσι, λοιπόν, έχουμε τα γνήσια πολύτροπα εγκλήματα και τα μη γνήσια πολύτροπα εγκλήματα αντίστοιχα.

 

Η διάκριση αυτή συμπίπτει29κατά περιεχόμενο με εκείνη μεταξύ-σύμφωνα με τη τρέχουσα ορολογία-«υπαλλακτικώς» και «σωρευτικώς» μικτών εγκλημάτων. Υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα30υπάρχει «οσάκις οι πλείονες κατά νόμο τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως δύνανται να εναλλαχθούν» κατά Ν. Χωραφά. Κατά Ν. Ανδρουλάκη, η απομόνωση της κατηγορίας των μικτών εγκλημάτων και η περαιτέρω διάκρισή τους σε «υπαλλακτικώς» και «σωρευτικώς» μικτά δεν έχει σημασία πρακτική.

 

Άξιο λόγου είναι, ότι ο προσηλυτισμός είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι ακόμα και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματοποιηθούν χωριστά όλοι οι τρόποι τέλεσης που περιγράφει ο νόμος, ο δράστης έχει διαπράξει ένα μόνο έγκλημα. Είναι ρητό, βέβαια, ότι για να στοιχειοθετηθεί προσηλυτισμός, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του νόμου, απαιτείται μια αθέμιτη προσπάθεια και όχι μόνο μια προσπάθεια διείσδυσης, διότι η προσπάθεια αυτή καθαυτή δεν απαγορεύεται. Συμπεραίνεται, λοιπόν, ότι υπάρχει και μη αξιόποινος προσηλυτισμός. Ειδοποιός διαφορά είναι το «αθέμιτο» που αποτυπώνεται στο νόμο με τους περισσότερους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος. Η νομολογία, στο παρελθόν έχει κρίνει ότι δύναται να διαπράξει  προσηλυτισμό ο πατέρας κατά του ανήλικου παιδιού του, ενώ ακόμα μπορεί να τελεστεί προσηλυτισμός μεταξύ συζύγων και μάλιστα σε αυτή την περίπτωση ο προσηλυτισμός μπορεί να αποτελέσει και ισχυρό λόγο κλονισμού για την έκδοση διαζυγίου.

 

Αποτελεί, δηλαδή, έγκλημα πολύτροπο και συγκεκριμένα υπαλλακτικώς μικτό31, που σημαίνει ότι, ένα και μοναδικό έγκλημα θα στοιχειοθετείται, όσοι τρόποι από τους αναγραφόμενους στην αντικειμενική υπόσταση και να τελεστούν κατά τη χρονική στιγμή της διατάραξης της ειρήνευσης του έννομου αγαθού, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η θρησκευτική συνείδηση. Η ρύθμιση αυτή προσιδιάζει στην αντίστοιχη διάταξη περί απαγόρευσης αθέμιτης παρεμβάσεως στα θρησκευτικά πιστεύω του ανθρώπου, Α.45 π.3 του Συντάγματος της Νέας Γουινέας32/33. Η εν λόγω διάταξη αναφέρει ότι απαγορεύεται η πιεστική προσπάθεια διείσδυσης στις θρησκευτικές πεποιθήσεις ορισμένου ατόμου μέσω εξαναγκασμού ή άλλων μεθόδων (otherwise). Ο προσηλυτισμός ως πολύτροπο έγκλημα μπορεί να τελεστεί με πολλούς τρόπους.

 

Καθίσταται αντιληπτό ότι το παράνομο στον προσηλυτισμό έγκειται στον όρο αθέμιτα μέσα. Αθέμιτο, λοιπόν, συνιστά κάθε μέσο που αντιβαίνει τους νόμιμους και ηθικούς τρόπους συναλλαγής και διαλόγου. Η έννοια του ηθικού θα μπορούσε να προσιδιαστεί με τη θέση που κατέχουν τα χρηστά ήθη στην άκυρη δικαιοπραξία του 178 ΑΚ ως αντίθετης σε αυτά. Επίσης, γενικεύεται στις πράξεις της υπόσχεσης παροχής και της απόδοσης ανταλλάγματος, καθώς και στην εκμετάλλευση της απειρίας και της κουφότητας του προσηλυτιζόμενου προσώπου. Χαρακτηριστικά, ο ΑΠ θεωρεί ως αθέμιτο μέσο ακόμα και το χάσμα μορφώσεως μεταξύ θύτη και θύματος.

 

Σχετικά με την έννοια του παρανόμου, συγκεντρώνεται στα χαρακτηριστικά των ειδικών υποστάσεων της απάτης και της εκβίασης σε βαθμό που έχει υποστηριχθεί ότι, και αν ακόμα καταργηθεί η διάταξη περί προσηλυτισμού, ανάλογη έννομη προστασία θα μπορούσε να αποδοθεί μέσω των συγκεκριμένων διατάξεων του Π.Κ. Βέβαια, τα δύο αυτά αδικήματα διαθέτουν ως βασική προϋπόθεσή τους την προσπάθεια επίτευξης παράνομου περιουσιακού οφέλους, δεν αρκούν δηλαδή μόνο τα απατηλά μέσα ή η χρήση παράνομης βίας για τη στοιχειοθέτησή τους. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και άλλες διατάξεις του Π.Κ. για την προστασία από τη συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον προσηλυτισμό, όπως είναι η διάταξη της παράνομης βίας, ωστόσο ίσως το γεγονός αυτό να μην εξυπηρετούσε την τελεολογία της διάταξης για τον προσηλυτισμό, αφού θα τροποποιούνταν σημαντικά η φύση του αδικήματος. Οπότε μια λύση στην ασάφεια και στην αοριστία, που μάλλον κατά γενική ομολογία παρατηρείται γύρω από τη νομοθεσία που αναφέρεται στον προσηλυτισμό, δε θα ήταν μια ενδεχόμενη κατάργησή του, αλλά μάλλον ένας επαναπροσδιορισμός και μία αποσαφήνιση της έννοιάς του με σκοπό την εξυπηρέτηση της νομολογίας.

 

Στη θεωρία έχει υποστηριχθεί ότι στο Α.4 του Α.Ν.1363/1938, όπου ο προσηλυτισμός ορίζεται, έχουμε ενδεικτική απαρίθμηση των μέσων τέλεσης της πράξης. Μια ακόμα ενδιαφέρουσα άποψη διατύπωσε ο Ν. Παρασκευόπουλος σε σχόλιό του στο υπ’ αρ. 112/1982 βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, όπου υποστήριξε ότι τα μέσα τέλεσης του προσηλυτισμού αναφέρονται στο νόμο περιοριστικά. Άποψη όμως, που η πλειονότητα της επιστημονικής κοινότητας δεν αποδέχεται, αφού η αναφορά στο νόμο δεν είναι περιοριστική, αλλά ενδεικτική και αυτό προκαλεί την αοριστία.

 

Ασχέτως της απουσίας ενός σαφούς και αδιαπραγμάτευτου ορισμού, η βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι προσηλυτισμός, αρχικά, είναι η επίτευξη της μεταβολής της θρησκευτικής συνείδησης ενός φυσικού προσώπου. Κατά την κρατούσα νομολογιακή και θεωρητική άποψη, η γενική διάταξη του Α.13 του Συντάγματος που απαγορεύει τον προσηλυτισμό θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με την ειδικότερη νομοθεσία (οι δύο αναγκαστικοί νόμοι επί Μεταξά που δεν καταργήθηκαν μετά την ισχύ του Π.Κ., αμφίβολη ωστόσο κρίνεται η συνταγματικότητά τους), επομένως, προσηλυτισμός θα πρέπει να θεωρείται η με αθέμιτα μέσα διείσδυση στη θρησκευτική συνείδηση και όχι ο θρησκευτικός προσεταιρισμός, η επιχείρηση δηλαδή μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων ενός προσώπου μέσω δημοκρατικών, νόμιμων και ειρηνικών διαδικασιών. Αθέμιτα μέσα δε θεωρούνται όσα εντάσσονται στο φάσμα του αδίκου που προβλέπεται από τον ποινικό κώδικα και την ποινική νομοθεσία εν γένει, αλλά και όσα στοχεύουν στην αλλοίωση και παραπλάνηση της κρίσης του αντικειμένου του προσηλυτισμού. Υποστηρίζεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός μέσου ως αθέμιτου θα πρέπει να κρίνεται ad hoc.

 

Αντίθετη άποψη, άλλωστε, θα αντέβαινε στη βασική έκφανση της ελευθερίας της θρησκείας3435, που είναι το δικαίωμα πρέσβευσης οποιουδήποτε δόγματος ή ακόμα και της αθεΐας, καθώς και η διάδοση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ή της ανυπαρξίας τους με οποιοδήποτε μέσο (νομική βάση αποτελεί το Α.13Σ και όχι το Α.14Σ, το οποίο αποτελεί γενικότερη διάταξη). Φυσικά, διατυπώνονται διάφοροι περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο προσηλυτισμός.

 

Μέσα τέλεσης, που αναφέρονται, είναι:

 

  1. Η προσπάθεια διείσδυσης με κάθε φύσης παροχές

Κατά μία άποψη ο νόμος εννοεί εδώ οικονομικές παροχές36 και πάντως όχι αναγκαίως να είναι σε χρήμα. Κρίσιμο κριτήριο είναι η οικονομική θέση του θύματος, επομένως η οικονομική παροχή πρέπει να έχει κάποια προσφορότητα μεταβολής της θρησκευτικής συνείδησης και η σχετική κρίση είναι in concreto. Κατά άλλη άποψη37 η παροχή μπορεί να είναι είτε υλική είτε μη υλική.

 

  1. Η υπόσχεση των παραπάνω παροχών

Αν λάβουμε υπόψη ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του προσηλυτισμού αρκεί και η έμμεση προσπάθεια διείσδυσης, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η έμμεση προσπάθεια διείσδυσης τελούμενη με απλή υπόσχεση παροχών συνιστά ανεπίτρεπτη προώθηση του αξιοποίνου όπου η ουσιαστική απαξία από δεδομένο γίνεται ζητούμενο. Υποστηρίχθηκε38 λοιπόν ότι για να είναι μία υπόσχεση αξιόποινη πρέπει να είναι σοβαρή, να αναφέρεται σε συγκεκριμένη παροχή, να προκύπτει από την σχέση δράστη-θύματος μια σιγουριά για την εκπλήρωση της παροχής και να αφορά η υπόσχεση το άμεσο μέλλον.

 

  1. Η ηθική περίθαλψη

Ο συγκεκριμένος αξιολογικός και γενικότατος όρος συνίσταται στην ψυχική συμπαράσταση και αρωγή του δράστη σε μια συγκεκριμένη δοκιμασία ή κρίσιμη κατάσταση της ζωής του θύματος.

 

  1. Η υλική περίθαλψη

Δεν πρόκειται για ταύτιση με τον πρώτο τρόπο τέλεσης. Ο όρος περίθαλψη ενέχει μία συναισθηματική φόρτιση, η οποία δεν απαντάται στον όρο «δόση». Το θύμα έχει ανάγκη κάποιων υλικών αγαθών, η προσφορά των οποίων από τον δράστη στο θύμα, θα πρέπει να λειτουργεί συναισθηματικά για τον τελευταίο, αφού τότε την αισθάνεται ως περίθαλψη.

 

  1. Η χρήση απατηλών μέσων

Ο τρόπος αυτός τέλεσης, θυμίζοντας τη δομή των εγκλημάτων εξαπάτησης, συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών από το δράστη στο θύμα.

 

  1. Η κατάχρηση απειρίας

Η απειρία του θύματος αναφέρεται όχι γενικά στην ζωή, αλλά κυρίως σε θέματα θρησκευτικής και εκκλησιαστικής φύσης. Βέβαια, άλλοι θεωρούν πως η απειρία αναφέρεται αποκλειστικά σε έλλειψη πείρας σε ζητήματα θρησκευτικής και εκκλησιαστικής φύσης, με την διευκρίνιση ότι δεν εξομοιώνεται με την έλλειψη ειδικών γνώσεων επί θρησκευτικών ζητημάτων.

 

  1. Η κατάχρηση της εμπιστοσύνης

Σχέσεις εμπιστοσύνης, οικειότητας μεταξύ δράστη και θύματος είναι αυτές που δημιουργούνται μεταξύ δασκάλου και μαθητή, στα οικοτροφεία, στα ορφανοτροφεία, σε αθλητικούς συλλόγους μεταξύ προπονητή και αθλητή.

 

  1. Η εκμετάλλευση της ανάγκης του θύματος

ς ανάγκη πρέπει να οριστεί39 μία άμεση και επιτακτική ανάγκη οικονομικού χαρακτήρα, η οποία μπορεί να αφορά είτε τον ίδιο είτε τους οικείους του.

 

  1. Η εκμετάλλευση της πνευματικής αδυναμίας

Κατά μία πρώτη άποψη40 η πνευματική αδυναμία συνίσταται σε μία ανωριμότητα σε σχέση κυρίως με θρησκευτικά ζητήματα, η οποία υπερβαίνει το όριο της απειρίας. Κατά μία άλλη άποψη41, η πνευματική αδυναμία συνίσταται σε μόνιμη ή παροδική κατάσταση ψυχολογικής αστάθειας του θύματος, η οποία συναρτάται με τη δυνατότητα μεταβολής των θρησκευτικών του πεποιθήσεων.

 

  1. Η εκμετάλλευση της κουφότητος

Κατά μία γνώμη42 κουφότητα είναι η ελαφρότητα με την οποία ο προσηλυτιζόμενος επηρεάζεται σε θέματα πίστης. Κατά άλλη άποψη43 κουφότητα είναι η πνευματική αδυναμία του θύματος να αντιληφθεί είτε τις διαφορές μεταξύ των θρησκευμάτων είτε την συνέπεια της απόφασης να εγκαταλείψει την θρησκεία του και να προσχωρήσει σε μια άλλη. Είναι σαφές πως τα εννοιολογικά όρια μεταξύ της πνευματικής αδυναμίας και της κουφότητας εμφανίζονται δυσδιάκριτα. Η έλλειψη μάλιστα στην δικαστηριακή πρακτική πραγματογνωμοσύνης ειδικών ψυχολόγων ή ψυχιάτρων επιτείνει την δυσχέρεια εφαρμογής των συγκεκριμένων μέσων τέλεσης. Εν γένει, τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος του προσηλυτισμού έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα τόσο τη νομική επιστήμη όσο και την εθνική νομολογία.

 

 

2.3.2.7.Υποκειμενική υπόσταση

Το βασικό χαρακτηριστικό της σχέσης που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος είναι ότι η δεύτερη, κατά κανόνα επικαλύπτει44 τη πρώτη. Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του προσηλυτισμού, αυτός χαρακτηρίζεται ως έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, γιατί πέραν από δόλο οποιουδήποτε βαθμού, που απαιτείται να επικαλύπτει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, απαιτείται να υπάρχει επιπλέον και ένα υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου. Απλούστερα, ο σκοπός του δράστη πρέπει να είναι η μεταβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων του προσηλυτιζόμενου. Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος εμφανίζεται αρκετά «διογκωμένη»45.

 

Συμπεραίνεται ότι, στον προσηλυτισμό ενυπάρχουν δύο δόλοι, ο βασικός και ο πρόσθετος, που αναφέρεται στο σκοπό μεταβολής των θρησκευτικών αντιλήψεων. Ο βασικός δόλος αναλύεται στη γνώση και τη θέληση του δράστη ότι με τα μέσα που αναφέρει ο νόμος προσπαθεί να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση του θύματος. Ο πρόσθετος δόλος περιλαμβάνει το σκοπό του δράστη να μεταβάλλει το περιεχόμενο της θρησκευτικής συνείδησης του θύματος. Πρόκειται για έγκλημα σκοπού. Άλλωστε, αφού η απόπειρα τιμωρείται ως τελειωμένο έγκλημα είναι έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης.

 

Το αντίστοιχο των «εξωτερικών όρων του αξιοποίνου» στη περιοχή της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι τα λεγόμενα «υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου», η ύπαρξη των οποίων καθιστά ακριβώς την υποκειμενική υπόσταση «υπερχειλή». Ως τέτοιο στοιχείο θεωρείται ο σκοπός επίτευξης ορισμένου περαιτέρω αποτελέσματος46, που δεν ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Τέτοιος σκοπός απαιτείται σε σειρά εγκλημάτων, τα οποία καλούνται ως εκ τούτου και εγκλήματα σκοπού.

 

2.3.2.8.«Προσπάθεια»

Ο νομοθέτης χρησιμοποιώντας τη λέξη «προσπάθεια» ανήγαγε σε αυτοτελές έγκλημα την απόπειρα προσηλυτισμού και κατέστησε έτσι αξιόποινη τη συμπεριφορά του δράστη ανεξάρτητα αν επέλθει ή όχι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός, ότι ο προσηλυτισμός αποτελεί περίπτωση αναγωγής της απόπειρας σε τελειωμένο έγκλημα (αυτό συνάγεται από τη λέξη «προσπάθεια»), δηλαδή «η αρχή εκτέλεσής του συνεπάγεται ουσιαστικά και την ολοκλήρωσή του», άσχετα με το αν το υποκείμενο του εγκλήματος κατορθώσει το στόχο του. Γι’ αυτό το λόγο εφαρμόζονται οι διατάξεις για την απρόσφορη απόπειρα, όταν αυτή στοιχειοθετείται, καθώς και της ανάστροφης πλάνης47. Ως απρόσφορη απόπειρα ορίζεται στο άρθρο 43 παρ. 1 εκείνη που τελείται «με μέσο ή κατ’ αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση» του εγκλήματος48.

 

Τα ανωτέρω μπορούν να αναδειχθούν ιδιαιτέρως μέσα από ένα παράδειγμα, το οποίο μάλιστα αφορά σε μεγάλο βαθμό τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, τη διανομή φυλλαδίων θρησκευτικού περιεχομένου49/50. Όσον αφορά το ζήτημα της διανομής εντύπων θρησκευτικού περιεχομένου ισχύουν τα προαναφερθέντα.

 

Η ενέργεια αυτή αποτελεί νόμιμη έκφραση της θρησκευτικής ελευθερίας, μόνο όταν δε στοιχειοθετεί προσηλυτισμό. Παλαιότερα, η νομοθεσία που αφορούσε το εν λόγω ζήτημα ήταν πιο αυστηρή, αφού σύμφωνα με διάταξη του Α.Ν.1363/38, όπως τροποποιήθηκε από τον Α.Ν.1672/39, η κυκλοφορία εντύπων θρησκευτικού περιεχομένου επιτρεπόταν με τον περιορισμό της αναγραφής στο εξώφυλλο των στοιχείων της πρεσβευόμενης θρησκείας ή του δόγματος. Αυτό συνέβαινε με σκοπό να περιοριστούν τα φαινόμενα προσηλυτισμού, ωστόσο καταργήθηκε αργότερα. Εξάλλου, δεν εξυπηρετούσε το δικαίωμα να σιωπά κανείς για τα θρησκευτικά του πιστεύω.

 

Παρόλα αυτά, δεν αποκλείεται ενδεχόμενη απόκρυψη των ανωτέρω στοιχείων από τέτοιο έντυπο να κριθεί αρνητικά από το δικαστήριο σε συνδυασμό πάντα με άλλα τεκμήρια τέλεσης του αδικήματος του προσηλυτισμού. Η διανομή εντύπων, λοιπόν, δε συνιστά πράξη προσηλυτισμού, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις νομιμότητάς της. Το αν κάποιος θα αποφασίσει να μεταβάλει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις επαφίεται στην ελεύθερη βούλησή του και δεν έχει σημασία το αν η αφορμή γι’ αυτή τη μεταβολή είναι ένα φυλλάδιο, μια συζήτηση, μία μελέτη ή μία αλλαγή του τρόπου ζωής και σκέψης.

 

Συναφές είναι και το ζήτημα αν το έγκλημα του προσηλυτισμού είναι αφηρημένης διακινδύνευσης. Υποστηρίχθηκε51 ότι η θεώρηση του προσηλυτισμού ως τέτοιου αποτελεί μια μορφή απαγορευμένης από το Α.7 π.1 του Συντάγματος θεμελίωσης ή επέκτασης του αξιοποίνου με την αναλογία, σχετιζόμενης με παραβίαση ατομικού δικαιώματος. Από την άλλη το έγκλημα του προσηλυτισμού δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έγκλημα συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης, διότι στα εγκλήματα αυτά περιέχεται στην αντικειμενική τους υπόσταση ο κίνδυνος ή η δυνατότητα κινδύνου.

 

Φαίνεται πιο πιθανό να θεωρείται έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης52, ωστόσο ως έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης δεν νοείται ένα έγκλημα όπου τυποποιείται απλώς η αφηρημένη δυνατότητα βλάβης εννόμου αγαθού, κρινόμενη εκ των προτέρων από το νομοθέτη και ανεξάρτητα από εμπειρικές συνθήκες που θα επέτρεπαν την εμπειρική εξέλιξη σε βλάβη. Στο έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, υπάρχει γενική, αλλά πάντως πραγματική, δυνατότητα της τυποποιημένης και συγκεκριμένα κρινόμενης συμπεριφοράς να προκαλέσει τον κίνδυνο. Το έγκλημα του προσηλυτισμού πρέπει να θεωρηθεί, με αρτιότερη διατύπωση, ως έγκλημα θεμελίωσης ή συντήρησης πηγής κινδύνου. Διαφορετικά υπό το πρόσχημα της αυξημένης προστασίας του όποιου εννόμου αγαθού θα τιμωρείται η θρησκευτική συμπεριφορά και το θρησκευτικό φρόνημα όσων δεν είναι μέλη της επικρατούσας θρησκείας.

 

2.3.3.Κυρώσεις

Το έγκλημα του προσηλυτισμού επιφέρει βαρύτατες συνέπειες. Ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης χωρίς προσδιορισμό ανώτατου ορίου και χρηματική ποινή. Ακόμα και αν ο δράστης είναι Έλληνας, του επιβάλλεται αστυνομική επιτήρηση, ενώ αν είναι αλλοδαπός, απελαύνεται (άρθρο 466 Π.Κ. σε συνδυασμό με άρθρο 4 του Α.Ν.1363/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Α.Ν.1672/1939). Πέραν από τις ποινικές κυρώσεις υφίστανται και διοικητικές κυρώσεις, η εξέταση των οποίων περιττεύει στην παρούσα ανάπτυξη.

 

Τον προσηλυτισμό ακολουθούν κυρώσεις τόσο ποινικής όσο και διοικητικής φύσεως. Τιμωρείται, δηλαδή, με φυλάκιση και χρηματική ποινή, ενώ προβλέπονται διαφορετικές παρεπόμενες επιπτώσεις για τους Έλληνες και τους αλλοδαπούς, οι οποίοι υφίστανται αστυνομική επιτήρηση και απέλαση αντιστοίχως. Οι διοικητικές κυρώσεις συγκεντρώνονται στον έλεγχο που διενεργείται εκ μέρους της διοίκησης κατά τη χορήγηση άδειας ανέγερσης χώρου λατρείας, καθώς υποχρεούται να προβεί σε έλεγχο σχετικό με το αν η αιτούσα θρησκευτική κοινότητα εκδηλώνει προσηλυτιστική συμπεριφορά5354.

 

Η ποινική νομοθεσία προβλέπει55 εκτός από τις κύριες και παρεπόμενες κυρώσεις: ο ημεδαπός δράστης τίθεται υπό αστυνομική επιτήρηση, ενώ ο αλλοδαπός απελαύνεται βάσει Α.4 π.1 και Α.5 του Α.Ν.1363/1938, όπως αντικαταστάθηκαν με τον Α.Ν.1672/1939. Διοικητική κύρωση μπορεί να αποτελέσει η ανάκληση άδειας λειτουργίας σχολείου, όπου διεξάγεται ο προσηλυτισμός. Επίσης, η διοίκηση ερευνά τη πιθανότητα ασκήσεως προσηλυτισμού πριν χορηγήσει άδεια ανέγερσης και λειτουργίας ευκτήριου οίκου. Όμως, μόνο στη περίπτωση της προβλεπόμενης αποκλειστικής ή κατά κύριο λόγο χρησιμοποίησης του ευκτήριου οίκου για προσηλυτιστικούς σκοπούς είναι θεμιτή η άρνηση ή ανάκληση άδειας λειτουργίας. Στις άλλες περιπτώσεις αρκούν οι κυρώσεις εις βάρος των προσώπων που ασκούν τον απαγορευμένο προσηλυτισμό.

2.4.«Κοκκινάκης κατά Ελλάδος»

2.4.1.Πραγματικά περιστατικά

Δεν είναι δυνατόν να αναφερόμαστε στον προσηλυτισμό και να μην μνημονεύσουμε την εν λόγω περίπτωση. Η υπόθεση «Κοκκινάκης κατά Ελλάδος» (απόφαση της 25.05.1993), κατέχει αναμφίβολα μείζονα θέση στη νομολογία του ΕΔΔΑ, καθώς αποτέλεσε την πρώτη δικαστική διαμάχη, με αφορμή την οποία επήλθε ουσιαστική εμβάθυνση του Δικαστηρίου σε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας. 

Η υπόθεση «Κοκκινάκης κατά Ελλάδος» εισήλθε στη διαδικασία της συνεδρίασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπό το πρίσμα του Α.43 ΕΣΔΑ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση από το Α.11 του Πρωτοκόλλου 8, το οποίο και ετέθη σε ισχύ το 1990. Παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο από την Επιτροπή κατά τα Α.32 και Α.47 ΕΣΔΑ στο πλαίσιο της τρίμηνης προθεσμίας και αφετηρία της υπόθεσης αποτέλεσε η αίτηση του Κοκκινάκη στην Επιτροπή το 1988, στην οποία επικαλούνταν παραβίαση των άρθρων 7, 9 και 10 της Σύμβασης εκ μέρους του ελληνικού κράτους.

Υποστηρίζεται, βέβαια, ότι, αν και είναι η σημαντικότερη από τις ελληνικές ατομικές προσφυγές που εξετάστηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η σημασία της υπόθεσης θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερη, καθώς το ΕΔΔΑ απέφυγε τελικώς να επεκταθεί στην ουσία του ζητήματος και του αντικτύπου του προσηλυτισμού, ο οποίος μάλιστα είχε χρησιμοποιηθεί και για εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων (πχ «την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν τη διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας, ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν» στο νόμο 117/1936 «περί μέτρων καταπολέμησης του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών»)56.

Ο προσφεύγων Μίνως Κοκκινάκης, γεννημένος στην Κρήτη το 1919, ήταν συνταξιούχος επιχειρηματίας κατά την εξέταση της υπόθεσης. Προσεταιρίστηκε τους Μάρτυρες του Ιεχωβά το 1936 και υπέστη πάνω από εξήντα συλλήψεις με την κατηγορία της ενάσκησης προσηλυτισμού, καθώς και πολυάριθμες εκτοπίσεις και φυλακίσεις για το ίδιο ζήτημα, αποκτώντας εν τέλει την ιδιότητα του πρώτου Μάρτυρα του Ιεχωβά που καταδικάστηκε βάσει της μεταξικής νομοθεσίας. Το εναρκτήριο περιστατικό της υπό εξέταση υπόθεσης υπήρξε η επίσκεψη που πραγματοποίησε με τη σύζυγό του στο σπίτι της κυρίας Κυριακάκη στη Σητεία, συζύγου του ψάλτη της τοπικής εκκλησίας, ο οποίος τελικώς ειδοποίησε και την αστυνομία, στις 2 Μαρτίου 1986 στη Σητεία της Κρήτης.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της παρουσιαζόμενης ως προσηλυτιζομένης, το ζεύγος ισχυρίσθηκε ότι έφερε χαρμόσυνα νέα και μετά από επιμονή, που έφτασε στο όριο του εξαναγκασμού, κατόρθωσε να εισέλθει στην οικία, όπου και ανέγνωσε αποσπάσματα από σχετικό με τις Γραφές βιβλίο ενθαρρύνοντάς την να μεταβάλει την Ορθόδοξη πίστη της. Επίσης, προχώρησαν σε συζήτηση σχετικά με το Σουηδό πολιτικό Ούλωφ Πάλμε μεταφέροντας ειρηνιστικές απόψεις.

 

2.4.2.Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου

Στις 20 Μαρτίου 1986 το ζεύγος Κοκκινάκη δικάσθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου έπειτα από ενάσκηση ποινικής δίωξης θεμελιωμένης στο Α.4 του Α.Ν.1363/1938 περί ποινικοποίησης του προσηλυτισμού. Το εν λόγω Δικαστήριο, εκδίδοντας μάλιστα αυθημερόν την απόφαση, καταδίκασε το ζεύγος για προσηλυτισμό σε 4 μήνες φυλάκιση (μετατρέψιμη σε χρηματική ποινή)  και σε χρηματική ποινή 10.000 δραχμών, διέταξε δε τη δήμευση και καταστροφή τεσσάρων μικρών βιβλίων που σκόπευαν να πουλήσουν στην Κυριακάκη. Το Δικαστήριο, επίσης, απέρριψε την ένσταση αντισυνταγματικότητας του Α.4 του μεταξικού νόμου βάσει του οποίου διενεργήθηκε η ποινική δίωξη.

2.4.3.Εφετείο Κρήτης

Η διαδικασία συνεχίστηκε σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, αφότου το ζεύγος Κοκκινάκη άσκησε έφεση, όπου απαλλάχθηκε η σύζυγος του Κοκκινάκη, αφού δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της στις ενέργειες του συζύγου της, τον οποίο απλώς συνόδευε, και μειώθηκε η ποινή του τελευταίου σε φυλάκιση τριών μηνών μετατρέψιμη σε χρηματική ποινή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μειοψηφούσα άποψη που εκφράστηκε από έναν δικαστή της σύνθεσης σύμφωνα με την οποία έπρεπε να αθωωθεί και ο Μίνως Κοκκινάκης, εξαιτίας έλλειψης αποχρώντων λόγων ενοχής, αφού δεν ήταν δυνατόν η σύζυγος του ψάλτη να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αφέλεια απέναντι στα ζητήματα που αφορούν την Ορθόδοξη πίστη. Η άποψη αυτή δύναται να ενισχυθεί και από την κατάθεση της Κυριακάκη, μέσα στην οποία συμπεριλαμβάνεται η εξής χαρακτηριστική φράση: «…η συζήτηση δεν επηρέασε τις πεποιθήσεις μου.».

2.4.4.Άρειος Πάγος

Η εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, που απαρτίζει μία από τις προϋποθέσεις για την προσφυγή στο ΕΔΔΑ, επήλθε μετά την εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, στον οποίο άσκησε αναίρεση ο Κοκκινάκης με βασικό ισχυρισμό την αντισυνταγματικότητα του νόμου 1363/1938 (αντίθεση στο Α.13 του Συντ. περί θρησκευτικής ελευθερίας), η οποία απερρίφθη από το Δικαστήριο με το αιτιολογικό της συμφωνίας του νόμου με το Α.13 του Συντ., το οποίο μεταξύ άλλων εμπεριέχει απαγόρευση του προσηλυτισμού και σημείωση της επαρκούς αιτιολογίας εκ μέρους του Εφετείου Κρήτης. Ωστόσο, κατά τη γνώμη ενός διαφωνήσαντος μέλους ο Άρειος Πάγος θα έπρεπε να ακυρώσει την απόφαση του Εφετείου Κρήτης, λόγω κακής εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας, αφού δεν υπήρξε αναφορά των μέσων της επέμβασης στη θρησκευτική συνείδηση της Κυριακάκη εκ μέρους του Κοκκινάκη, καθώς και λόγω της έλλειψης ενδείξεων για την τεκμηρίωση της απειρίας και του χαμηλού πνευματικού επιπέδου της Κυριακάκη.

2.4.5.ΕΔΔΑ

Η άρνηση57 αυτή του Αρείου Πάγου να προβεί σε αναίρεση της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε ο οπαδός των «Μαρτύρων του Ιεχωβά» για διενέργεια προσηλυτισμού, τον ανάγκασε να απευθυνθεί στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Έτσι, ο καταδικασθείς προσέφυγε αρχικώς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης με την υπ' αριθμό 14307/1988 αίτησή του, η οποία κηρύχθηκε «παραδεκτή» με απόφαση της Επιτροπής της 17.12.1990. Η υπόθεση όμως απασχόλησε, στη συνέχεια, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο, με την από 25.5.1993 απόφασή του «Κοκκινάκης κατά Ελλάδος» δεν έκρινε ασύμβατο τον νόμο του 1938 με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, αλλά διαπίστωσε παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας του προσφεύγοντος λόγω πλημμελούς αιτιολογίας της ποινικής αποφάσεως που τον καταδίκασε για προσηλυτισμό.

 

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι: α) το άρθρο 4 A. Ν. 1363/1938 αφενός θεσπίζει περιορισμό στην απόλαυση του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας που αποβλέπει σε «νόμιμο» σκοπό, δηλαδή στην προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, και συνεπώς βρίσκεται σε αρμονία με το άρθρο 9 § 2 της Συμβάσεως τη Ρώμης που επιτρέπει τέτοιους περιορισμούς και αφετέρου δεν παραβιάζει το άρθρο 7 της εν λόγω Συμβάσεως, διότι προσδιορίζεται επαρκώς με αυτό η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του προσηλυτισμού και β) οι αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων δεν είναι αιτιολογημένες, διότι αρκούνται σε αιτιολογία η οποία αποτελεί επανάληψη της φρασιολογίας του νόμου, και συνεπώς η καταδίκη του κατηγορουμένου δεν ήταν, υπό τα δεδομένα αυτά, μέτρο αναγκαίο σε μία δημοκρατική κοινωνία ούτε ήταν ανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό».

 

Η αίτηση του Κοκκινάκη στην Επιτροπή το 1988 βασιζόταν κυρίως στα Α.7, Α.9 και Α.10 της ΕΣΔΑ και δευτερευόντως στα Α.5 π.1 και Α.6 π.1 και π.2. Η επιτροπή αποφάνθηκε υπέρ του παραδεκτού της αιτήσεως εξαιρουμένης της επίκλησης των Α.5 και Α.6 και αναλυτικότερα, έκρινε πως υπήρξε παραβίαση των Α.7 και Α.9, ενώ  δεν εξέτασε περαιτέρω το ζήτημα του Α.10.

 

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή δέχθηκε κατ’ ουσία τον ισχυρισμό του Κοκκινάκη που αφορούσε το δικαίωμά του να συζητά με τους συμπολίτες του για θέματα θρησκείας. Ο αιτών αδυνατούσε να κατανοήσει το λόγο για τον οποίο κρίθηκε ως άδικη και εγκληματική μια διατύπωση απόψεων στηριζόμενη σε βιβλία που ήταν κοινά για όλους και ότι η αιτιολογία του Εφετείου Κρήτης διεπόταν από μεροληψία, αφού τον καταδίκαζε «όχι για κάτι που είχε κάνει, αλλά για κάτι που ήταν».

Αρχικά εξετάσθηκε ο ισχυρισμός περί παραβίασης του Α.9 της ΕΣΔΑ. Πιο αναλυτικά, ο αιτών Μίνως Κοκκινάκης διατύπωσε την άποψη ότι σημειώθηκε εσφαλμένη εφαρμογή του Α.4 του μεταξικού νόμου, καθώς και ότι ο συγκεκριμένος νόμος αντιβαίνει στην ουσία του Α.9 ΕΣΔΑ, που τυγχάνει υπερνομοθετικής ισχύος. Ο Κοκκινάκης χαρακτήρισε την ποινικοποίηση του προσηλυτισμού ως «οπλοστάσιο απαγορεύσεων και απειλών τιμωρίας», ως ένα μέσο πίεσης δηλαδή προς τις θρησκευτικές μειονότητες. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο εν λόγω νόμος έτυχε επιλεκτικής εφαρμογής από τη διοίκηση και τις δικαστικές αρχές, αφού δε χρησιμοποιήθηκε εναντίον μετόχου της επικρατούσας θρησκείας58/59 καθώς και ότι ο κίνδυνος διασταλτικής εφαρμογής του λόγω της λέξης «ιδία» στο νομοθετικό κείμενο που κρίθηκε ασαφές από το πρόσωπό του ήταν υπαρκτός.

Από την άλλη πλευρά, η Κυβέρνηση εξέφρασε την άποψη ότι η απαγόρευση του προσηλυτισμού αφορά τον καταχρηστικό προσηλυτισμό και όχι την ευθεία θρησκευτική ελευθερία, επικαλούμενη τόσο την απόφαση Kjeldsen, Madsen and Redersen κατά Δανίας. Επίσης, η Κυβέρνηση έκρινε ότι ο νόμος περί απαγορεύσεως του αθέμιτου προσηλυτισμού ήταν σαφής ως προς την πρόβλεψή του και δε διεπόταν από αοριστία, ενώ η λέξη «ιδία» αφορούσε μόνο τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος, καθώς και ότι ένα κράτος δε δύναται να κρατήσει αδιάφορη στάση απέναντι σε ενέργειες που θίγουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, εξαιτίας της μείζονος διατάραξης της κοινωνικής ειρήνης που είναι ικανή να πραγματοποιηθεί σε διαφορετική περίπτωση.

Το Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία του Α.9 της ΕΣΔΑ διαπιστώνοντας αρχικά τη σημασία του πλουραλισμού σε μία δημοκρατική κοινωνία και τη συνεισφορά της κατοχύρωσης της θρησκευτικής ελευθερίας στο υποστατό του. Η θρησκευτική ελευθερία εμπεριέχει την ελευθερία της «εκδήλωσης της θρησκείας κάποιου ανθρώπου», η οποία πραγματώνεται ιδιωτικά ή συλλογικά, συνεπώς ένας άνθρωπος έχει το δικαίωμα να μεταβάλει την πίστη ενός συνανθρώπου του μέσω της διδασκαλίας της θρησκείας του.

Στην ερμηνευτική διαδικασία αυτή το ΕΔΔΑ ανέλυσε το ζήτημα υπό το πρίσμα των περιορισμών ενός ατομικού δικαιώματος, όπως είναι η θρησκευτική ελευθερία, δηλαδή της πρόβλεψης σε νόμο τυπικό ή ουσιαστικό,  και της αναγκαιότητάς του σε μια δημοκρατική κοινωνία, της συμφωνίας του δηλαδή με την αρχή της αναλογικότητας. Ως προς το επιχείρημα της ασάφειας του εν λόγω διατυπωμένου σε τυπικό νόμο περιορισμού, απεφάνθη πως η ακρίβεια ως προς τη λεκτική διατύπωση ενός νομοθετήματος ενδέχεται να μην είναι πάντοτε απόλυτη και πως τόσο η ερμηνεία όσο και η εφαρμογή επαφίεται στη νομολογιακή πρακτική, η οποία στην Ελλάδα ήταν διαμορφωμένη πάνω στο υπό εξέταση ζήτημα. Το Δικαστήριο δηλαδή απέφυγε να εξετάσει τη συνταγματικότητα της απαγόρευσης του προσηλυτισμού, καθώς έκρινε πως αυτό είναι αντικείμενο του εθνικού νομοθέτη, στου οποίου το έργο ουσιαστικά δε δύναται να παρεισφρήσει.

Επιπλέον, το ΕΔΔΑ, χρησιμοποιώντας έκθεση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, δέχθηκε το περιεχόμενό της και ειδικότερα την ασυμφωνία του αθέμιτου προσηλυτισμού με το σεβασμό της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας κάθε ανθρώπου. Τελικώς, σημειώθηκε παραβίαση του Α.9 της ΕΣΔΑ όχι, όμως, για το περιεχόμενο της καταδίκης του προσφεύγοντος από την ελληνική δικαιοσύνη, αλλά  για τη μη απαρίθμηση των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση της άδικης πράξης, γεγονός που καθιστούσε την καταδίκη του Κοκκινάκη μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Σχετικά με την παραβίαση του Α.7 της Σύμβασης, το οποίο αναφέρεται στην αρχή της νομιμότητας των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege) και στην αρχή της μη αναλογικής εφαρμογής του ποινικού νόμου, το Δικαστήριο δεν εισήλθε σε μακροσκελή εξέταση. Επισήμανε μόνο τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, που επικεντρώνονταν στην αοριστία του Α.4 του Α.Ν.1363/1938, και κατέληξε στο μη υποστατό της παραβίασης του εν λόγω άρθρου, λόγω της επαρκούς νομολογιακής πρακτικής, που είχε σημειωθεί στην εθνική έννομη τάξη, και βάσει των πορισμάτων της οποίας εξειδικευόταν η επίμαχη διάταξη. 

Σχετικά με την παραβίαση του Α.10 της ΕΣΔΑ, για την οποία διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι πραγματοποιήθηκε, διότι η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης προσέβαλλε εκτός από τις θρησκευτικές και τις φιλοσοφικοκοινωνικές αντιλήψεις του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η περαιτέρω εξέταση ήταν περιττή, λόγω της προαναφερθείσας κρίσης επί της παραβίασης του Α.9 της ΕΣΔΑ.

Ο Κοκκινάκης είχε ισχυρισθεί, επίσης, σε υπόμνημά του το 1992 παράβαση του Α.14 της ΕΣΔΑ συνδυαστικά με το Α.9 (συνεπώς δεν ετέθη ενώπιον της Επιτροπής), ωστόσο το Δικαστήριο έκρινε άσκοπη την εξέτασή της. Πάντως, η εσφαλμένη αιτιολογία, για την οποία τελικώς διαπιστώθηκε η παράβαση της Σύμβασης αποτελεί δείγμα της μη λεπτομερούς ενασχόλησης των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων με την υποχρέωση  εναρμόνισης της εθνικής έννομης τάξης με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Συμπερασματικά, το Δικαστήριο απεφάνθη υπέρ της παραβίασης του Α.9, της μη παραβίασης του Α.7 και της μη ύπαρξης ανάγκης διερεύνησης τυχόν παραβίασης του Α.10 και του Α.14 σε συνδυασμό με το Α.9. Επιπροσθέτως, επιδίκασε στην ελληνική Κυβέρνηση το ποσό των 400.000 δραχμών για χρηματική βλάβη και το ποσό των 2.789.500 δραχμών για δικαστικές δαπάνες.

2.4.5.1.Γνώμες

Πάντως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συγκλίνουσες και οι αποκλίνουσες γνώμες που επισυνάπτονται στην απόφαση, καθώς παρουσιάζουν διαφορετικές αναλύσεις του ζητήματος όχι απαλλαγμένες από πολιτικό και κοινωνικό χρωματισμό.

 

Αναλυτικότερα, κατά το Βέλγο δικαστή De Meyer ο προσηλυτισμός ορίζεται ως «ζήλος για τη διάδοση της πίστης» και «διακήρυξη της θρησκείας ενός προσώπου», συνεπώς ο Κοκκινάκης καταδικάσθηκε από τα εθνικά δικαστήρια για μία συμπεριφορά στην οποία είχε δικαίωμα να προβεί, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κυριακάκη ουδεμία στιγμή προσπάθησε να τον απωθήσει από την οικία της.

 

Ο Έλληνας δικαστής Βαλτικός εξέφρασε μία διαφορετική άποψη, θεωρώντας ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Α.9 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, πίστευε πως το δικαίωμα που διασφαλίζει το Α.9 δε σχετίζεται με τη συστηματική επίθεση κάποιου, όπως τη χαρακτήρισε, στη θρησκεία των συμπολιτών του, ενώ ο όρος διδασκαλία του ιδίου άρθρου δεν αναφέρεται στην ιδιωτική διδασκαλία των θρησκευτικών πιστεύω, αλλά αντίθετα στη διδασκαλία που εκπορεύεται από τα σχολεία και τα θρησκευτικά ιδρύματα. Διατύπωσε, επίσης, ορισμό του προσηλυτισμού κατά το λεξικό Petit Robert (ζήλος για την εξάπλωση της πίστης και κατ’ επέκταση δημιουργία προσήλυτων και απόκτηση οπαδών) και ανέφερε πως το γεγονός της απουσίας παραδειγμάτων προσηλυτιστικών ενεργειών εκ μέρους μετόχων του ορθόδοξου δόγματος αποδίδεται στη θέση της Ορθόδοξης Θρησκείας ως επικρατούσας, ως της θρησκείας με την πλειονότητα των οπαδών μέσα στο ελληνικό κράτος.

O Γάλλος δικαστής Pettiti υποστήριξε ότι η ελληνική ποινική νομοθεσία περί προσηλυτισμού αντιτίθεται στο Α.9 της ΕΣΔΑ επειδή η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης εμπεριέχει την αποδοχή και του κακόπιστου προσηλυτισμού. Οι μόνοι περιορισμοί που μπορούν να τεθούν, αφορούν το σεβασμό των δικαιωμάτων του άλλου, στο μέτρο που γίνεται προσπάθεια εξαναγκασμού ή που χρησιμοποιούνται μέθοδοι χειραγώγησης. Τέλος, τόνισε ότι η προσπάθεια κάποιου να μεταπείσει τρίτο δεν συνιστά προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας.

Ο Ολλανδός δικαστής Martens τάχθηκε υπέρ της παραβίασης του Α.9 της ΕΣΔΑ χαρακτηρίζοντας μάλιστα την Ελλάδα ως το μοναδικό κράτος μέλος της Σύμβασης, που προέβη στην ποινικοποίηση αφ’ εαυτού (per se) του προσηλυτισμού. Παρατήρησε ότι είναι διαφορετική υπόθεση το να διαδίδει κάποιος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις από το να προσπαθεί να πείσει σχετικά με αυτές, καθώς και ότι οι άνθρωποι που διακατέχονται από πραγματικό θρησκευτικό συναίσθημα δυσχερώς μεταβάλλουν τις πεποιθήσεις τους αναφορικά με αυτό. Αν η πράξη, λοιπόν, του προσφεύγοντος έπρεπε να ενταχθεί στο ποινικό δίκαιο, η δίωξη που θα έπρεπε να ασκηθεί εντάσσεται στο πλαίσιο της διατάραξης της οικιακής γαλήνης και όχι της ενάσκησης αθέμιτου προσηλυτισμού, η ποινικοποίηση του οποίου μάλιστα αντιτίθεται στην κρατική υποχρέωση της ουδετερότητας απέναντι στα θρησκεύματα.

Κατά την κοινή γνώμη των δικαστών Foighel (Δανός) και Λοΐζου (Κύπριος) δεν υπήρξε αντίθεση του νόμο περί προσηλυτισμού προς το Α.9 της ΕΣΔΑ προβαίνοντας σε ερμηνεία του όρου διδάσκω. Εν κατακλείδι, ο Γάλλος δικαστής Pettiti παρατηρεί αντίθεση του νόμου60 που ποινικοποιεί τον προσηλυτισμό προς το Α.9 της ΕΣΔΑ, αφού καταδικάζει ουσιαστικά οποιαδήποτε προσπάθεια πειθούς. «Ο πιστός πρέπει να μπορεί να διαδίδει την πίστη του και το πιστεύω του στον θρησκευτικό τομέα όπως και στο φιλοσοφικό». Επίσης, συνέδεσε την ύπαρξη των ελληνικών νομοθετημάτων για τον προσηλυτισμό με το δικτατορικό καθεστώς, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

2.5.«Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδος»

Η ίδρυση τόπων λατρείας των λοιπών θρησκευτικών κοινοτήτων, εκτός της επικρατούσας θρησκείας όπου για την ανέγερση των ναών της διέπεται αποκλειστικά από το εσωτερικό της δίκαιο, το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο χρονολογείται από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας με το οποίο θεσπίζεται μια σειρά ανελαστικών και χρονοβόρων προϋποθέσεων χορήγησης της σχετικής άδειας από τη Διοίκηση.

Καταρχήν δεν δύναται να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή η παρεμβολή οργάνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαδικασία ανέγερσης ναού ή ευκτήριου οίκου άλλης θρησκείας ή δόγματος, αφού με τον τρόπο αυτό διαταράσσεται η θρησκευτική ισότητα, με την επικρατούσα θρησκεία να ασκεί μία ιδιότυπη εξουσία επί των μειονοτικών θρησκευμάτων. Δεύτερον, η απαίτηση συγκέντρωσης υπογραφών των πιστών τόσο για την ίδρυση ναού, όσο και για την ίδρυση ευκτήριου οίκου, προσκρούει στο κατοχυρωμένο στο Α.13 π.1 του Συντάγματος δικαίωμα «του μη ερωτάσθαι και σιωπάν», αφού τα συγκεκριμένα άτομα υποχρεώνονται να αποκαλύψουν, και μάλιστα με πανηγυρικό τρόπο, τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Τρίτον, προβάλλεται ότι αντικείμενη στο Σύνταγμα είναι και αυτή καθεαυτή η απαίτηση προηγούμενης άδειας για την ίδρυση χώρου λατρείας, διότι μία τέτοια απαίτηση θίγει τον πυρήνα του κατοχυρωμένου στο Α.13 π.2 του Συντάγματος δικαιώματος.

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με το ότι το ΣτΕ έχει επίσης δεχθεί ότι δύναται η Διοίκηση, για να χορηγήσει τη σχετική άδεια, να προβεί σε έρευνα του κατά πόσον υφίσταται πραγματική ανάγκη ανεγέρσεως ναού / ευκτήριου οίκου. Δεν είναι νοητό να αποστερούνται οι πιστοί της όποιας θρησκείας ή δοξασίας από τη δυνατότητα να ιδρύουν χώρους λατρείας και τούτο ανεξαρτήτως του αριθμού αυτών. Παρ’ όλα αυτά όμως, η νομολογία του ΣτΕ έχει αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας του εν λόγω νομοθετικού πλαισίου, αποδεχόμενη παγίως ότι η συνταγματική κατοχύρωση του ατομικού δικαιώματος ακώλυτης άσκησης της λατρείας δεν αποκλείει την προηγούμενη εξακρίβωση από τη Διοίκηση της συνδρομής ορισμένων προϋποθέσεων. Επίσης, αποδέχεται ότι δύναται η Διοίκηση, για να χορηγήσει τη σχετική άδεια, να προβεί σε έρευνα του κατά πόσον υφίσταται πραγματική ανάγκη ανεγέρσεως ναού / ευκτήριου οίκου αλλά και ότι η προαπαιτούμενη για την ανέγερση ναού «άδεια της οικείας αναγνωρισμένης εκκλησιαστικής αρχής», ήτοι του ορθόδοξου επιχώριου Μητροπολίτη έχει τον χαρακτήρα προπαρασκευαστικής – διαπιστωτικής ενέργειας, ήτοι απλής γνώμης, η οποία δεν δεσμεύει το αποφασίζον διοικητικό όργανο, που εν προκειμένω είναι ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Η καταδίκη της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του Α.9 της ΕΣΔΑ στην υπόθεση Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδος (απόφαση της 26/9/1996) ήταν σαφής61. Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι ήταν μέλη των Μαρτύρων του Ιεχωβά, είχαν θέσει σε λειτουργία ευκτήριο οίκο στο Ηράκλειο Κρήτης και ταυτοχρόνως είχαν υποβάλλει αίτηση για χορήγηση της σχετικής άδειας κατά εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Και ενώ η εξέταση της αίτησης από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εκκρεμούσε για τρία περίπου χρόνια (ελλείψει της σχετικής γνωμοδότησης του επιχώριου Μητροπολίτη), επενέβει ο Εισαγγελέας και οι προσφεύγοντες παραπέμφθηκαν στην ποινική δικαιοσύνη (με την κατηγορία της θέσης σε λειτουργία ευκτήριου οίκου χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια), όπου και καταδικάστηκαν.

Το ΕΔΔΑ απέρριψε όλους τους προβληθέντες από την Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρισμούς, έκρινε δε ότι η καταδίκη των προσφευγόντων από τα Ελληνικά Δικαστήρια για την εγκατάσταση και λειτουργία ευκτήριου οίκου αποτέλεσε αδικαιολόγητη, υπό το φως της ΕΣΔΑ, επέμβαση στην εκδήλωση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Ιδιαιτέρως σημαντική, ως υπογραμμίζουσα τον θρησκευτικό προστατευτισμό του Ελληνικού Κράτους, κρίνεται η διαπίστωση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι «… το Κράτος επιδιώκει να χρησιμοποιεί τις δυνατότητες των παραπάνω διατάξεων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιβάλλει προϋποθέσεις αυστηρές ή και απαγορευτικές στην τέλεση της λατρείας ορισμένων μη ορθόδοξων δογμάτων». Η ελληνική Διοίκηση αγνοώντας τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, χρονοτριβούσε και δεν έδινε την άδεια σε Μάρτυρες του Ιεχωβά να ανεγείρουν ναούς και ευκτήριους οίκους.

Το ΕΔΔΑ δέχθηκε την προσφυγή τους και έκρινε ότι η καθυστέρηση χορήγησης αδείας για ανέγερση και λειτουργία ναών ή ευκτήριων οίκων ετεροδόξων από τη Διοίκηση ήταν πέρα του λογικού χρονικού διαστήματος, που απαιτείται για την έκδοση των αδειών. Αυτό αντιβαίνει άμεσα στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο προστατεύεται από το Α.9 της ΕΣΔΑ. Η απλή ενάσκηση του δικαιώματος για εκδήλωση της θρησκείας και ειδικότερα η εξωτερίκευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ή η προσπάθεια διάδοσης αυτών δεν αποτελεί προσηλυτισμό.

2.6.«Λαρίσης και λοιποί κατά Ελλάδος»62

Οι τρεις προσφεύγοντες, κατά την υπηρεσία τους ως αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας, καταδικάστηκαν από την ελληνική δικαιοσύνη για άσκηση προσηλυτισμού κατά υφιστάμενων αεροπόρων και πολιτών, κατά το διάστημα 1986-1989. Οι προσφεύγοντες, λοιπόν, Δημήτριος Λαρίσης, Σάββας Μανδαλαρίδης και Ιωάννης Σαράντης, αξιωματικοί της ελληνικής αεροπορίας, πρέσβευαν το προτεσταντικό δόγμα, το οποίο επιτάσσει τη διδασκαλία των Ευαγγελίων εκ μέρους των πιστών. Οι πρώτοι δύο από τους προσφεύγοντες κατηγορήθηκαν για προσηλυτιστικές ενέργειες εις βάρος του σμηνίτη Γεωργίου Αντωνιάδη, τον οποίο ενέτασσαν σε συζητήσεις θρησκευτικού περιεχομένου και ρωτούσαν επίμονα αν είχε επισκεφτεί την Εκκλησία της Πεντηκοστής κάθε φορά που επέστρεφε στη μονάδα μετά από άδεια.

 

Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμό 1266/1993 απόφασή του το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε63 ορθή την καταδίκη για προσηλυτισμό στρατιωτικών «οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την ισχύ τους και τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε με κατώτερους στρατιωτικούς, καθώς και την κουφότητα και πνευματική αδυναμία άλλων προσώπων, προσπάθησαν να κλονίσουν την πίστη τους στην Ορθοδοξία και να τους πείσουν να ασπασθούν την αίρεση της εκκλησίας της πεντηκοστής». Ένας μάλιστα από αυτούς ενήργησε προσηλυτισμό «κάνοντας κήρυγμα και αναπτύσσοντας τις σχετικές με την αίρεση της εκκλησίας της πεντηκοστής δοξασίες, λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι η εκκλησία τους είναι σωστή και όχι η ορθόδοξη θρησκεία και ότι το 1992 θα έρθει το τέλος του κόσμου και θα γίνει η αρπαγή της εκκλησίας και προτρέποντάς τους (τους υποψήφιους προσήλυτους) με επιμονή και φορτικότητα να ακολουθήσουν την πίστη του και να πιστέψουν τον πραγματικό Χριστό γιατί, όντες Χριστιανοί Ορθόδοξοι, είναι με το Σατανά».

 

Επιπλέον, ο Λαρίσης και ο Σαράντης κατηγορήθηκαν για προσηλυτισμό εις βάρος του σμηνίτη Αθανασίου Κόκκαλη, τον οποίο προέτρεπαν να προσεταιριστεί το πεντηκοστιανό δόγμα με διάφορους τρόπους. Για τον τρίτο προσηλυτιζόμενο σμηνίτη, Νικόλαο Καυκά, παρόλο που ο ίδιος υποστήριξε την μη πίεση εκ μέρους των αξιωματικών για μεταβολή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ο πατέρας αυτού ισχυρίσθηκε πως ο υιός του προσχώρησε στην Εκκλησία της Πεντηκοστής υποβαλλόμενος στις διαταγές των ανωτέρων του. Επιπροσθέτως, οι αξιωματικοί κατηγορήθηκαν και για ενάσκηση προσηλυτισμού εις βάρος πολιτών, με χαρακτηριστική περίπτωση την Αναστασία Ζουνάρα, η οποία κατέληξε με διαταραχή της ψυχικής της υγείας.

 

Η υπόθεση αυτή έδωσε την αφορμή, για δεύτερη φορά, στο Δικαστήριο του Στρασβούργου να ασχοληθεί με το άρθρο 4 A.Ν. 1363/1938, τη διάταξη δηλαδή που ποινικοποιεί στη χώρα μας σε πλημμεληματική μορφή το έγκλημα του προσηλυτισμού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 24.2.1998 απόφασή του «Λαρίσης και λοιποί κατά Ελλάδος», επανέλαβε όσα είχε ήδη νομολογήσει με την προηγούμενη, όμοιας θεματικής, απόφασή του «Κοκκινάκης κατά Ελλάδος», και συγκεκριμένως έκρινε ότι, επειδή οι αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων αρκέστηκαν να επαναλάβουν τη διάταξη του Α.4 του A.Ν. 1363/1938, χωρίς να θεμελιώσουν επαρκώς τον καταχρηστικό χαρακτήρα των μεθόδων, που οι καταδικασθέντες χρησιμοποίησαν, οι καταδίκες τους δεν υπήρξαν, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δικαιολογημένες, και για αυτό σημειώθηκε παραβίαση του άρθρου 9 της Ε.Σ.Δ.Α. Καταδικάσθηκε δε η Ελλάδα, στην πληρωμή σε καθένα από τους δύο (Μανδαλαρίδη και Σαράντη) χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης που επήλθε από την παράνομη καταδίκη του, ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών.

 

Ως προς τις αποκλίνουσες της πλειοψηφίας γνώμες που διατυπώθηκαν, ο δικαστής De Meyer προέβη στην έκφραση της ίδιας άποψης που είχε διατυπώσει στην υπόθεση Κοκκινάκης, ότι δηλαδή ο νόμος που ποινικοποιεί τον προσηλυτισμό είναι «παράνομος» , αφού αποτελεί τροχοπέδη στην εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ωστόσο, παραδέχεται την ενάσκηση προσηλυτισμού εις βάρος των σμηνιτών, εξαιτίας της σχέσης ιεραρχίας που τους συνέδεε με τους ανωτέρους τους, χρησιμοποιώντας τη φράση «εκμεταλλεύτηκαν καταχρηστικά». Εδώ διαφαίνεται και η σημασία της παρούσας απόφασης του ΕΔΔΑ, η οποία δε συγκεντρώνεται στην καταδίκη της Ελλάδας, αλλά στο πραγματικό περιστατικό της ειδικής εξουσιαστικής σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στους προϊσταμένους και στους υφισταμένους στα σώματα ασφαλείας και στο πώς αυτή η σχέση μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για την προσπάθεια αλλοίωσης της θρησκευτικής συνείδησης με μεθόδους που αντίκεινται στη δυνατότητα ομολογίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων, που είναι συνταγματικά θεμελιωμένη, εξαιτίας της υπαγωγής της στο ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Οι προαναφερόμενες μέθοδοι συμπυκνώνονται στην έννοια της «κατάχρησης εξουσίας», η οποία φαντάζει ως ένας εύκολος τρόπος επιβολής. 

Στον ελληνικό νόμο της κυβέρνησης του Μεταξά δεν υπάρχει ρητή καταχώρηση της κατάχρησης εξουσίας ως μέσου προσηλυτισμού, ωστόσο η απαρίθμηση των προσηλυτιστικών μεθόδων έχει κριθεί πως είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική .Ο Βαλτικός επισήμανε ότι το κύρος της στολής δύναται να επηρεάσει όχι μόνο τους υφισταμένους σε μία στρατιωτική μονάδα, αλλά και απλούς πολίτες, και ο K.Van Dijk αμφέβαλλε για τη μη οικειοθελή εμπλοκή του σμηνίτη στις σχετικές με το δόγμα των Πεντηκοστιανών συζητήσεις με τους ανωτέρους τους. Βέβαια, επειδή ένας μεγάλος αριθμός εννοιών που συνδέονται με τα θρησκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα και τους περιορισμούς τους είναι εξαιρετικά ευρείες, τα όρια μεταξύ νομίμου και παρανόμου σε περιπτώσεις προσηλυτισμού δεν κατορθώνουν να είναι απόλυτα σαφή.

 

Με την απόφαση αυτή, ωστόσο, δε σημάνθηκε λήξη της υπόθεσης, αφού ακολούθησε επαναφορά της στα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα με τη διαδικασία του Α.525 π.1 ΚΠΔ, που εισήχθη με το Α.11 του Ν. 2865/2000 , με τη διαδικασία δηλαδή της επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εισήγαγε σχετική αίτηση στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή σχετικά με την καταδίκη για προσηλυτισμό των ιδιωτών. Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμόν 1453/2005 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, αφού επρόκειτο για πλημμεληματικές πράξεις.

 

2.7.Προσηλυτισμός και εθνική νομολογία

2.7.1.Νομοτυπική υπόσταση

Το Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 51487/1986 απόφασή του έκρινε πως η απόπειρά του προσηλυτισμού αποτελεί αυτοτελές έγκλημα ανεξάρτητα από το αν επήλθε ή όχι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Κατηγορούμενοι, που έστειλαν οικείο τους (το 8χρονο παιδί τους) να προσφέρει φυλλάδια των μαρτύρων του Ιεχωβά σε πιστό, που έβγαινε από την εκκλησία με την απατηλή διαβεβαίωση ότι ήταν διαφημιστικά, κρίθηκαν ένοχοι για προσηλυτισμό με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Η δραστηριότητά τους δεν αποτελεί εκδήλωση γνωστής θρησκείας.

To Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την υπ’ αριθμόν 87/1986 απόφασή του έκρινε ότι ο χιλιασμός (Μάρτυρες του Ιεχωβά) δεν αποτελεί «γνωστή» θρησκεία. Ο χιλιασμός, δηλαδή, έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική δημόσια τάξη. Βέβαια, το Πλημμελειοδικείο των Χανίων με την υπ’ αριθμόν 172/1986 απόφασή του έκρινε πως είναι «γνωστή» θρησκεία και πως δεν τελούν προσηλυτισμό μάρτυρες Ιεχωβά, που, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, προσφέρουν για πώληση χιλιαστικά έντυπα και προσκαλούν σε θεολογική συζήτηση. Το αντίθετο οδηγεί σε παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων. Ο προσηλυτισμός συνιστά έγκλημα υπαλλακτικώς μικτού και τελειοποιημένης απόπειρας.

Ο Άρειος Πάγος, υπό το καθεστώς του A.198 Π.Ν., και προτού εκδοθεί ο A. Ν.1363/1938, προέβη64, με την υπ' αριθμό 202/1903 απόφασή του, σε μία ιδιαιτέρως σημαντική, για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, ερμηνευτική σημασιοδότηση της έννοιας του προσηλυτισμού. Ειδικότερα, έκρινε ότι «η προσπάθεια προς διάδοσιν οιωνδήποτε θρησκευτικών δοξασιών, συμφώνως ή μη προς τα της επικρατούσης ή άλλης θρησκείας δόγματα, λογίζεται αξιόποινος μόνον όταν γίνεται διά μέσων αθεμίτων, ήτοι αντιβαινόντων εις τον νόμον ή εις τα παραγγέλματα της ηθικής». Ως αθέμιτο μέσο όμως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί η απλή εκδήλωση ή συζήτηση περί θρησκευτικών αντικειμένων, διότι «εις την υπό του θεμελιώδους νόμου καθιερουμένην ανεξιθρησκείαν και την ακώλυτον εξάσκησιν των λατρειών, περιλαμβάνεται αναγκαίως και η ελευθέρα περί οιασδήποτε θρησκευτικής δοξασίας συζήτησις και αν έτι γίνεται επί σκοπώ διαδόσεως αυτής εις άλλους».

Με το πνεύμα αυτό στοιχείται και η Εισαγγελία του Ανώτατου Δικαστηρίου, η οποία, με την υπ ' αριθμό 11/1926 γνωμοδότηση του Αντεισαγγελέα Γεωργίου Χοϊδα, εξέφρασε την άποψη ότι η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως περιλαμβάνει «και την ελευθερίαν της εκφράσεως, διά της οποίας αι ίδέαι και αι πεποιθήσεις δέχονται την εαυτών υπόστασιν εν ταις κατ’ άνθρωπον κοινών ίαις και την κυρωσιν, κύρωσιν υπό την έννοιαν ότι κυκλοφορούσαι ούτως συζητήσιμοι αποβαίνουσιν», και ενόψει αυτής της αναμφισβήτητης παραδοχής, «το κήρυγμα εις δημοσίους τόπους, ως τοιούτο μόνον, ως κήρυγμα αυτό καθ' εαυτό, μετά τα περί θρησκευτικής ελευθερίας καθιερούμενα, δεν είναι αξιόποινον».

Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται και η υπ’ αριθμόν 271/1932 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η οποία κρίνει ότι το Α.1 του Συντάγματος 1927 επιτρέπει, ως έκφραση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως, την «απλήν εκδήλωσιν γνώμης περί θρησκευτικών αντικειμένων», την οποία δεν θεωρεί, και ορθώς, ότι στοιχείται με την έννοια του προσηλυτισμού .

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η διαπίστωση του νομοθέτη του 1938 ότι μέχρι τότε η έννοια του προσηλυτισμού παρέμενε «αδιασάφητη», δεν ανταποκρίνεται και τόσο στη πραγματικότητα, αφού ήδη ο Άρειος Πάγος είχε αποπειραθεί, με σειρά αποφάσεών του, να δώσει το περίγραμμά της, αποκλείοντας από το περιεχόμενό της τον «θεμιτό» προσηλυτισμό, την απλή δηλαδή και ανένοχη μαρτυρία περί θρησκευτικής πίστεως.

Παρά τη κατεύθυνση που ήθελε η νομολογία να θέσει, αυτή δεν μπόρεσε να γίνει αντιληπτή, ή και ηθελημένα ίσως αγνοήθηκε, από την αναγκαστική νομοθεσία του 1938. Η γενικότητα που αυτός προσέδωσε με τη φράση «...καί εν γένει η καθ' οιονδήποτε τρόπον...» στην ερμηνευτική σημασιοδότηση της έννοιας του προσηλυτισμού καθιστούσε αξιόποινη, όπως υποστηρίζεται, ακόμα και την απλή συζήτηση για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις65, με άλλα λόγια και αυτήν ακόμα τη θρησκευτική διδασκαλία66/67/6869, εφόσον απευθυνόταν σε ετεροδόξους. Με τον τρόπο όμως αυτό φαλκίδευε τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, ο οποίος ήθελε ασφαλώς να απαγορεύσει μόνο τον κακόβουλο προσηλυτισμό , και όχι βεβαίως την απλή έκφραση γνώμης για θρησκευτικά ζητήματα, που θα είχε αποδέκτη κάποιον ετερόδοξο. Άλλωστε, η όλη φιλελεύθερη δομή του Συντάγματος, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ελεύθερη ανταλλαγή και ο πλουραλισμός που το διέπουν, καθώς και η προσχώρηση της Ελλάδος στις διεθνείς κατοχυρώσεις των ατομικών δικαιωμάτων δεν θα συμβιβάζονταν με μια τέτοια ανελεύθερη ερμηνεία της συνταγματικής απαγορεύσεως του προσηλυτισμού.

 

Αυτό επιβεβαιώνουν οι προβλέψεις και οι ορισμοί των μεταγενέστερων Συνταγμάτων, όπου, παραλλήλως με την απαγόρευση του προσηλυτισμού, κατοχυρώνεται πλέον ρητώς η θρησκευτική ελευθερία, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, συνταγματική προστασία και στις επί μέρους εκφάνσεις αυτού του δικαιώματος, όπως είναι η θρησκευτική διδασκαλία και η ελεύθερη έκφραση των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Για αυτό και δεν είναι επιτρεπτό η εφαρμογή της νομοθεσίας περί προσηλυτισμού να γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ποινικοποιείται κάθε απόπειρα μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων άλλου, ανεξαρτήτως των χρησιμοποιούμενων μέσων. Πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στον κακόβουλο προσηλυτισμό και την απλή έκφραση της θρησκευτικής πίστεως, που συνιστά αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός και στοιχείται με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας.

 

Ο νομοθέτης συνειδητοποίησε εγκαίρως την αοριστία και το ασαφές αυτής της διατάξεως, που ευνοούσαν κάποιες αναμφιβόλως ερμηνευτικές παρανοήσεις, και προχώρησε, ένα μόλις χρόνο μετά την έκδοση του Αναγκαστικού Νόμου του 1938, στην τροποποίησή του, με το Α.2 του Α.Ν.1672/1939. Με το νέο αυτό νομοθέτημα ως προσηλυτισμός, ο οποίος εξακολουθεί να θεωρείται πράξη με κοινωνική απαξία, που συνεπάγεται τον ποινικό κολασμό, χαρακτηρίζεται πλέον όχι η «η καθ' οιονδήποτε τρόπον άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετεροδόξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου της», όπως όριζε ο προηγούμενος νόμος, αλλά η διείσδυση που επιχειρείται με ανήθικα ή ανέντιμα μέσα, τα οποία απαριθμούνται ενδεικτικώς στη νέα διάταξη και όχι περιοριστικώς, όπως εσφαλμένα έχει διατυπωθεί από κάποιους, η οποία, κατ' ακρίβεια, έχει το εξής περιεχόμενο: «Προσηλυτισμός ιδία είναι η διά πάσης φύσεως παροχών ή δι' υποσχέσεως τοιούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως, διά μέσων απατηλών, διά καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι' εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος, άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησην ετεροδόξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής».

 

Πάντως και ο ορισμός όμως αυτός εκτέθηκε επανειλημμένως στη βάσανο της επιστημονικής και δικαστικής κρίσεως, καθώς η πρακτική εφαρμογή του γέννησε πολλαπλές ερμηνευτικές, αλλά και νομοτεχνικές δυσχέρειες. Στο σημείο αυτό, και προτού γίνει λόγος για τις ενδεχόμενες νομοτεχνικές αδυναμίες των πιο πάνω νομοθετημάτων, που αποτελούν απτό και σαφές δείγμα της μεταξικής νομοθεσίας, καθώς και των νομικών, παραλλήλως, ζητημάτων που έχουν διχάσει θεωρία και νομολογία, η νοηματική ενότητα της αναπτύξεως επιβάλλει προηγουμένως την αποσαφήνιση κάποιων κρίσιμων όρων, που αποτελούν περιεχόμενο των επίδικων διατάξεων.

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αντίστοιχη ενότητα, το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού είναι τυπικό70. Αυτό σημαίνει ότι είναι αδιάφορο, εάν θα επέλθει τελικώς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή εάν τα μέσα τελέσεως του αδικήματος ήταν πρόσφορα για συνεπώς δεν είναι νοητή απόπειρα. Τη νομοτυπική αυτή μορφή του αδικήματος επιβεβαίωσε και ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεων του.

 

Έκρινε, δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμό 59/1956 απόφαση της Ολομέλειάς του, ότι από τη διάταξη του Α.4 του A.Ν. 1363/1938, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως από το Α.2 του A.Ν. 1672/1939, προκύπτει ότι ο, ποινικώς κολαζόμενος προσηλυτισμός συντελείται αδιαφόρως «του αν επετεύχθη ο σκοπός ή αν το παθητικόν υποκείμενον της πράξεως (ο ετερόδοξος) ήτο ή ου επιδεκτικός προσηλυτισμού». Αναίρεσε μάλιστα με αυτήν ο Άρειος Πάγος, βάσει της πιο πάνω παραδοχής, απόφαση εφετείου, με την οποία απαλλάχθηκε «Μάρτυρας του Ιεχωβά» για τη διενέργεια προσηλυτισμού, και ειδικότερα για το ότι απέστειλε «εις τους εν Πάτραις ιερείς και εις ένα έκαστον τούτων το έντυπον φυλλάδιον υπό τον τίτλον «Χριστιανισμός και Χριστιανοσύνη: ποιο αποτελεί το Φως του κόσμου» εκδοθέν υπό της άνω αιρέσεως εις ην ούτος ανήκει, συνιστών εις αυτούς την μελέτην και την εφαρμογήν των εν τω φυλλαδίω αναγραφομένων, προσπαθήσας ούτω να καταστήση αυτούς οπαδούς της ως άνω θρησκευτικής αιρέσεως».

Η αθωωτική αυτή δικαστική κρίση, η οποία τελικώς δεν επικυρώθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό, έβρισκε τη δικαιολογητική της βάση στο ότι το «το περί ου φυλλάδιον απεστάλη υπό του κατηγορουμένου ουχί προς αφελείς και αδαείς του δόγματος της Χριστιανικής θρησκείας, αλλά προς τους ιερείς της πόλεως Πατρών, και δεν ήτο δυνατόν να επιτευχθή δι' αυτών προσηλυτισμός τούτων, ώστε να καταστώσιν ούτοι οπαδοί της θρησκευτικής αιρέσεως των μαρτύρων του Ιεχωβά».

 

Συστατικό εννοιολογικό στοιχείο του προσηλυτισμού αποτελεί η προσπάθεια διεισδύσεως η οποία πρέπει να στρέφεται κατά της θρησκευτικής συνειδήσεως άλλου. Ως διείσδυση θα μπορούσε να οριστεί η επέμβαση στις απόψεις άλλου προσώπου με φορτικότητα και επιμονή στοιχεία τα οποία δεν προκύπτουν βεβαίως από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως.

Ωστόσο, γίνεται δεκτό από τον Άρειο Πάγο, κατά πάγια νομολογία του71, ότι, όταν η εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων προς ετερόδοξο χαρακτηρίζεται από φορτικότητα και επιμονή, τότε αυτό συνιστά προσπάθεια διεισδύσεως στη θρησκευτική του συνείδηση, και συνεπώς προσηλυτισμό.

 

Την ίδια στιγμή, αδιευκρίνιστο παραμένει από τον νόμο το εάν η πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του προσηλυτισμού προϋποθέτει ότι η θρησκευτική συνείδηση πρέπει να είναι ήδη διαμορφωμένη ή αρκεί η απαλή μόλις επαφή του «προσηλυτιζόμενου» και η σταδιακή εξοικείωσή του με κάποιες περί «του θείου» αντιλήψεις, αδιαφόρως του ποιο είναι το περιεχόμενό τους.

 

Είναι αλήθεια ότι η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος του προσηλυτισμού πάσχει σοβαρά. Η κυριότερη, αλλά και πλέον σημαντική, αδυναμία της σχετικής διατάξεως εντοπίζεται στην ασάφεια που παρατηρείται γύρω από το εάν η απαρίθμηση των μέσων τελέσεως του εγκλήματος, που εισάγεται με το επίρρημα «ιδία», είναι ενδεικτική ή αποκλειστική (περιοριστική). Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει μέρος της θεωρίας να καταλήξει αβιάστως στο συμπέρασμα ότι πρόκειται μάλλον για ένα «άκρως κακοτέχνως, αντιεπιστημονικώς και αντινομικώς διαγραφόμενο έγκλημα», αλλά και επιπροσθέτως ότι «η χαρακτηριστική αραιότητα και χαλαρότητα της περιγραφής της αξιόποινης αυτής συμπεριφοράς επιτρέπει την αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων ως αορίστων».

Τόσο θεωρητικώς όσο και νομολογιακώς έχει επικρατήσει η άποψη ότι η εν λόγω νομοθετική διάταξη προβλέπει ενδεικτικώς72/73 τους τρόπους τελέσεως του εγκλήματος του προσηλυτισμού και ότι για την πραγμάτωσή του δεν απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των μέσων που αναφέρονται σε αυτή, αρκεί δε και ένα από αυτά για την τελείωσή του74. Υιοθετώντας, δηλαδή, ο Άρειος Πάγος την εκδοχή υπέρ της ενδεικτικής απαριθμήσεως στο νόμο των μέσων με τα οποία συντελείται ο προσηλυτισμός, δέχεται αναγκαίως ότι το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και άλλους παρεμφερείς, κατά την κρίση του, τρόπους επηρεασμού των θρησκευτικών δοξασιών και πεποιθήσεων του άλλου75. Δέχεται, δηλαδή, ότι το έγκλημα μπορεί να στοιχειοθετηθεί με τρόπους και μέσα που δεν περιγράφονται στο νόμο76, κατά προφανή καταστρατήγηση της αρχής που διέπει όλον τον κορμό του ποινικού μας συστήματος και η οποία ορίζει ότι «nullum crimen (nulla pena) sine lege certa».

Παρόλο που το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έχει νομολογήσει ότι η λέξη «ιδία» αναφέρεται στα μέσα πραγματώσεως του εγκλήματος του προσηλυτισμού (απατηλά μέσα, κατάχρηση της απειρίας ή εμπιστοσύνης, εκμετάλλευση της πνευματικής αδυναμίας και κουφότητας κ.λπ.), ωστόσο στις περισσότερες από τις αποφάσεις του77 μνημονεύει απλώς τα μέσα πραγματώσεως του Α.4, χωρίς να τα συνδυάζει αναγκαίως με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Η εξήγηση που δίνει το ίδιο το δικαστήριο για αυτήν την πρακτική είναι ότι η αυτολεξεί επανάληψη της σχετικής διατάξεως δεν στοχεύει απλώς στη διατύπωση των, κατά νόμο, συστατικών στοιχείων που συναποτελούν την υπόσταση του αδικήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, αλλά, προσθέτως, και στη βεβαίωση των συγκεκριμένων γεγονότων, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και βάσει των οποίων το δικαστήριο διαμόρφωσε τη δικαιοδοτική του κρίση σχετικώς με την ύπαρξη των όρων που ο ίδιος ο νόμος απαιτεί για τη σύσταση του πιο πάνω αδικήματος.

Οι διατάξεις περί προσηλυτισμού έχουν δημιουργήσει σοβαρό και πολύπλευρο προβληματισμό, τόσο ως προς την ισχύ τους όσο και ως προς τη συνταγματικότητά τους. Ειδικότερα, η εισαγωγή, το 1951, του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα δημιούργησε ζήτημα για το εάν ο A. Ν. 1672/1939 εξακολουθεί να ισχύει. Και τούτο, διότι το Α.473 Π.Κ. ορίζει ότι «καταργείται κάθε διάταξη που περιέχεται σε ειδικούς νόμους, η οποία αφορά σε θέματα τα οποία ρυθμίζει ο Π.Κ. στο ειδικό του μέρος».

 

Κατά μία άποψη, οι A.Ν.1363/38 και Α.Ν.1672/39 καταργήθηκαν μιας και ρύθμιζαν το αυτό ακριβώς θέμα με εκείνο του Κεφαλαίου Ζ του Π.Κ. Ωστόσο, η γνώμη που ορθώς επικράτησε ήταν ότι τα παραπάνω νομοθετήματα παραμένουν σε ισχύ, και μετά την εισαγωγή του, νεαρού τότε, Ποινικού Κώδικα, καθώς αφορούν σε θέμα το οποίο δεν ρυθμίζεται εξαντλητικώς στο οικείο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα. Την κρατούσα αυτή θέση ακολούθησε παγίως και ο Άρειος Πάγος, με σειρά όμοιων αποφάσεών του78.

 

Έχουν διατυπωθεί πολλές επιστημονικές απόψεις σχετικώς με το κατά πόσο η νομοθεσία περί προσηλυτισμού, γενικώς δε οι διατάξεις των Α.Ν.1363/1938 και Α.Ν.1672/1939 συμπορεύονται με το Σύνταγμα, και ειδικώς με τη διάταξη που θεσπίζει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού, η διάταξη του Α.4 του A.Ν.1363/1938 δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή που κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου να πρεσβεύει τη θρησκεία της επιλογής του και να εκδηλώνει ελευθέρως τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, και τούτο διότι «εκ της ανωτέρω συνταγματικής αρχής ουδόλως συνάγεται ότι ο τυγχάνων της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως και της ακωλύτου εκδηλώσεως των στοχασμών του δύναται, παραβιάζων τας διατάξεις των κειμένων νόμων, οίτινες προστατεύουσι το δόγμα της ανεξιθρησκείας, να προσβάλλη το επίσης απαραβίαστον της θρησκευτικής συνειδήσεως του αντιδοξούντος εις τας θρησκευτικός αυτού πεποιθήσεις δι ' αθεμίτων μέσων».

 

Σημαντικό κρίνεται το ζήτημα εάν και κατά πόσο το νομοθέτημα αυτό του 1938, το οποίο θεσπίστηκε για να διασφαλίσει την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 του Συντάγματος 1911, αντέχει τις μεταβολές που εισήγαγε το Σύνταγμα του 1975 στην κατεύθυνση της αποδοκιμασίας του προσηλυτισμού. Έτσι, ο Άρειος Πάγος ενέμεινε, παραδόξως, στην ίδια πιο πάνω άποψη79 και μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος 1975, το οποίο και επέφερε τη μετατόπιση της διατάξεως που απαγορεύει τον προσηλυτισμό στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, και ειδικότερα στο Α.13 περί ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως80.

 

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 480/1992 απόφασή του, απαγορεύεται και η άσκηση του προσηλυτισμού του υπέρ του Ορθόδοξου Δόγματος. Δεν αποκλείεται η τέλεσή του αν γίνεται υπέρ δόγματος που δεν διαφέρει από την Ορθόδοξη Χριστιανική. Στη περίπτωση αυτή επρόκειτο για την Ελεύθερη Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής.

Προς επίρρωση μάλιστα αυτής της θέσεως, το Ανώτατο Ακυρωτικό επικαλείται το ίδιο το Α. 13, το οποίο, παραλλήλως με τη θρησκευτική ελευθερία, απαγορεύει και τον προσηλυτισμό καθ' οιασδήποτε, και εάν στρέφεται, θρησκείας81. Δεν γίνεται δηλαδή διάκριση ανάμεσα στην επικρατούσα θρησκεία και στις άλλες γνωστές.

Παρόλ’ αυτά, η γενική αυτή απαγόρευση του προσηλυτισμού, που θεσπίζει το ισχύον Σύνταγμα, δεν ήταν αυτονόητη ανέκαθεν για τη συνταγματική μας ιστορία. Ο Άρειος Πάγος προκειμένου να αποφανθεί για το εάν ο προσηλυτισμός απαγορευόταν μόνο κατά της επικρατούσας ή, και κατά οποιασδήποτε άλλης, γνωστής θρησκείας, λάμβανε82 συνήθως υπόψη του το περιεχόμενο της συνταγματικής διατάξεως που ίσχυε κάθε φορά, υπό το πρίσμα της οποίας και διαμόρφωνε τη δικανική του κρίση.

 

Έτσι, υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1911, καθώς και εκείνου του 1952, το Ανώτατο Ακυρωτικό, με πάγια νομολογία του είχε θεωρήσει απαγορευμένη μόνο την προσηλυτιστική εκείνη ενέργεια που στρεφόταν ενάντια στην επικρατούσα, και όχι και σε κάθε άλλη, θρησκεία. Εξαίρεση στην σειρά αυτή των αποφάσεων αποτελεί η με αριθμό 1/1947 απόφαση, η οποία, ερμηνεύοντας καινοτόμα τον A. Ν. 1363/1938, όπως σήμερα ισχύει, αποφαίνεται, υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1911, πως η νομοθετική απαγόρευση του προσηλυτισμού αφορά σε «κάθε θρήσκευμα γνωστό και ως τοιούτο προστατευόμενο υπό του νόμου». Κατά συνέπεια, ο προσηλυτισμός δεν λογίζεται αξιόποινος μόνο όταν συντελείται σε βάρος της «επικρατούσας θρησκείας», αλλά σε κάθε περίπτωση που στρέφεται κατά θρησκεύματος το οποίο είναι «γνωστό» κατά τις προϋποθέσεις του Νόμου και υπάγεται, ακολούθως, στο πεδίο προστασίας του83. Με την υπ’ αριθμόν 840/1996 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι με την απαγόρευση του προσηλυτισμού προστατεύεται η θρησκευτική συνείδηση κάθε ετερόδοξου προς εκείνον που επιχειρεί προσηλυτισμό και όχι μόνο η κρατούσα στην χώρα θρησκεία.

Η γενική απαγόρευση του προσηλυτισμού, που σημαίνει ότι ο προσηλυτισμός απαγορεύεται καθ' οιασδήποτε γνωστής θρησκείας και εάν στρέφεται, άρα και κατά της επικρατούσας, εισήχθη με το ισχύον Σύνταγμα του 1975, το οποίο συμπεριέλαβε τη σχετική απαγόρευση στο Α.13, που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία σε όλες τις επί μέρους εκφάνσεις της.

 

2.7.2.Τρόποι τέλεσης

Η τέλεση του προσηλυτισμού απαιτεί, εκτός των άλλων, και τη χρήση μέσων τα οποία ενδεικτικά και διαζευκτικά μνημονεύονται στην οικεία νομοθετική διάταξη. Είναι πρόδηλο ότι η διάταξη του Α.4 του A.Ν. 1363/1938, όπως ισχύει, χαρακτηρίζεται από αρκετές αόριστες έννοιες (π.χ. αθέμιτα μέσα, παροχές και υποσχέσεις, κουφότητα και πνευματική αδυναμία), που μόνο επιδερμικά μπορούν να προσεγγίσουν τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, εναπόκειται δε στο δικαστή να προβεί, σε κάθε περίπτωση, στην ερμηνευτική σημασιοδότησή της84.

Με την υπ’ αριθμόν 186/1986 απόφασή του, το Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, έκρινε ότι η συζήτηση και η απλή διανομή εντύπων, που περιέχουν αιρετικές δοξασίες, δεν αποτελούν από μόνες τους προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση ετερόδοξου. Το Πλημμελειοδικείο Εδέσσης, με την υπ’ αριθμόν 25/1984 έκρινε πως και μόνο η απόπειρα προσηλυτισμού είναι αξιόποινη και αρκετή για να στοιχειοθετηθεί η διενέργεια του εγκλήματος. Η δωρεάν διανομή και μόνο εντύπων δε συνιστά προσηλυτισμό ποινικά διωκτέο.

Ο Άρειος Πάγος, έχοντας ασχοληθεί πολύ έντονα με το συγκεκριμένο θέμα, λόγω της κυρίαρχης ποινικής του φύσεως, έχει διαπλάσει ερμηνευτικώς τις επί μέρους αυτές αόριστες έννοιες, και έχει εξειδικεύσει το περιεχόμενό τους, με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εφικτή σε μεγάλο βαθμό η στοιχειοθέτηση της προσηλυτιστικής πράξεως και ο προσδιορισμός των, κατά νόμο, συστατικών της στοιχείων. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο επιχείρησε, αρχικώς, να προσδιορίσει το εννοιολογικό περιεχόμενο των «αθέμιτων μέσων» ήδη υπό την ισχύ του Ποινικού Νόμου του 1835, ο οποίος, με σειρά διατάξεών του τυποποίησε τον προσηλυτισμό ως ποινικό αδίκημα, προϋπέθετε μάλιστα για τη διάπραξη του αδικήματος, και τότε, όπως και σήμερα, τη χρήση «αθέμιτων μέσων».

Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμό 202/1903 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε85 ότι «η προσπάθεια προς διάδοσιν οιωνδήποτε θρησκευτικών δοξασιών, συμφώνως ή μη προς τα της επικρατούσης ή άλλης θρησκείας δόγματα, λογίζεται αξιόποινος μόνον όταν γίνεται διά μέσων αθεμίτων». Τέτοια μέσα είναι εκείνα που αντιβαίνουν στον νόμο ή στα παραγγέλματα της ηθικής και στα οποία δεν ανήκει, βεβαίως, η απλή εκδήλωση ή συζήτηση περί θρησκευτικών αντικειμένων. Αυτή από μόνη της δε συνιστά μέσο τέλεσης του προσηλυτισμού.

Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινείται το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 271/1932 απόφασή του. Βάσει αυτής τα αθέμιτα μέσα, που αντίκεινται στον νόμο και στα παραγγέλματα της ηθικής, είναι αυτά με τα οποία «εκφράζονται αρχαί και φρονήματα, τα οποία αντιβαίνουσιν εις τας βάσεις της θρησκείας και της ηθικής και είναι επιβλαβή εις τα ήθη». Σύμφωνα με αυτό, επικύρωσε την καταδίκη για προσηλυτισμό μίας οπαδού των ευαγγελιστών, επειδή αυτή προσπάθησε να διαδώσει και να καταστήσει επικρατούσες τις θρησκευτικές της δοξασίες «κηρύττουσα δημοσία, εκτός άλλων, ιδίως ότι οι άγιοι, εις ους δεν πρέπει να πιστεύει τις, ως εικονίζονται είναι για φιγούρα εις τους τοίχους, ότι οι ορθόδοξοι παπάδες δεν διαφέρουσι τίποτε από ημάς, μόνον που έχουσιν άλλα ρούχα, ότι ο Αγ. Σπυρίδων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παραγεμισμένο σώμα με βαμβάκι, ότι η Εκκλησία είναι θέατρο, παζάρι και κινηματογράφος, ότι επιδεικνύουσα εικόνα, εικονίζουσαν πλήθος κακομοιριασμένων και ελεεινών ανθρώπων, έλεγεν ότι τέτοιοι είναι όσοι δεν πιστεύουν το δόγμα αυτής»86.

Επίσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 14/1940 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος συμπεριέλαβε στην έννοια των αθέμιτων μέσων, η χρήση των οποίων στοιχειοθετεί τη διενέργεια προσηλυτισμού, και τη διανομή χιλιαστικών βιβλίων, η οποία συνοδευόταν από την ανάπτυξη των ιδεών αυτής της «αιρέσεως». Αντίθετη με την πιο πάνω είναι η υπ’ αριθμόν 1043/1946 απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η απλή επίδειξη χιλιαστικού εντύπου σε τρίτους, και εάν ακόμη συνοδεύεται με ανάπτυξη του περιεχομένου του, δεν συνιστά από μόνη της αξιόποινη πράξη. Αντίθετα, τιμωρείται η θέση σε κυκλοφορία των εντύπων αυτών, εφόσον δεν φέρουν την ένδειξη της αιρέσεως στην οποία ανήκουν87. Άρα, σημαντικό σημείο για τη πλήρωση διενέργειας του προσηλυτισμού σε αυτή τη περίπτωση είναι το αν η διανομή βιβλίων συνοδεύεται όχι με ανάπτυξη περιεχομένου αυτών, αλλά με το κατά πόσον αναγράφεται η ένδειξη της αίρεσης.

Είναι αρκετές οι φορές, που ο Άρειος Πάγος αρκείται στην επανάληψη του ορισμού του προσηλυτισμού88, όπως αυτός διατυπώνεται στο Α.2 του A.Ν. 1672/1939, χωρίς καμία περαιτέρω περιπτωσιολογική εξειδίκευση, χωρίς αυτό να αποτελεί αοριστία, αλλά να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Πιο συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμό 1/1947 απόφασή του, το ότι «η ενέργεια προς αθέμιτον προσηλυτισμόν εγένετο δι' απατηλών μέσων, ήτοι διά καταχρήσεως της απειρίας και της εμπιστοσύνης αυτών και της εκμεταλλεύσεως της πνευματικής των αδυναμίας» δεν συνεπάγεται νοηματική ασάφεια με την οποία θα είχε δυνατότητα ο κατηγορούμενος να θεμελιώσει βάσιμο λόγο αναιρέσεως, καθώς γίνεται δεκτό «πως τα αθέμιτα μέσα, έχοντα σαφή και συγκεκριμένην έννοιαν, δεν έχρηζον άλλου ειδικότερου προσδιορισμού».

Σε επίρρωση των ως άνω, με την υπ' αριθμό 836/1948 απόφασή του, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο επικυρώνει εφετειακή απόφαση89, σύμφωνα με την οποία «χιλιαστής ενήργει προσηλυτισμόν μεταξύ των μετ’ αυτού εργαζομένων εργατών και θαμώνων καφενείου... διά πάσης φύσεως παροχής και υποσχέσεων τοιούτων και άλλης ηθικής περιθάλψεως, δί ' απατηλών μέσων... τουτέστι συνίστα αυτοίς να εγγραφώσί συνδρομηταί εις το χιλιαστικόν περιοδικόν «Σκοπιάν», αντί ευτελούς τιμής, βεβαιών ότι οι χιλιασταί είναι οι πραγματικοί χριστιανοί και τα υπ' αυτών παραδεχόμενα είναι η θρησκευτική αλήθεια». Εμμένοντας στην απόφασή του αυτή, ότι δηλαδή τα αθέμιτα μέσα έχουν σαφή έννοια και δεν χρήζουν ειδικότερου προσδιορισμού, ο Άρειος Πάγος υπογραμμίζει90 ότι η φράση «τουτέστι συνίστα αυτοίς να εγγραφώσι συνδρομηταί εις το χιλιαστικόν περιοδικόν «Σκοπιάν», αντί ευτελούς τιμής, βεβαιών ότι οι χιλιασταί είναι οι πραγματικοί χριστιανοί και τα υπ' αυτών παραδεχόμενα είναι η θρησκευτική αλήθεια» με την οποία διασαφηνίζεται ο όρος «απατηλά μέσα», παρατίθεται πλεοναστικός και μπορούσε συνεπώς να παραλειφθεί.

Με την υπ' αριθμό 1212/1948 απόφασή του, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ακολουθεί την πάγια νομολογία του, και επικυρώνει την καταδίκη για προσηλυτισμό οπαδών «Μαρτύρων του Ιεχωβά», οι οποίοι, σε συγκεντρώσεις που διοργάνωναν στα σπίτια τους, αλλά και στον δρόμο, προσπάθησαν να διεισδύσουν, αμέσως και εμμέσως, στη θρησκευτική συνείδηση Ορθοδόξων, με απατηλά μέσα, ήτοι «διά διδασκαλίας και αναπτύξεως βιβλίων των χιλιαστών, άτινα έφερον μεθ’ αυτών». Πάντως, το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνεται και με την υπ’ αριθμό 528/1950 απόφασή του. Συγκεκριμένα, σε αυτήν προσθέτει ότι ο σαφής προσδιορισμός της έννοιας του προσηλυτισμού δεν απαιτεί «όπως αναφέρωνται ονομαστί τα διάφορα πρόσωπα καθ’ ων εγένετο ο προσηλυτισμός, διότι εκ του ότι δεν εξηκριβώθη η ταυτότης των προσώπων τούτων, ουδεμία ασάφεια γεννάται περί τα στοιχεία της πράξεως επιδρώσα επί την ορθότητα του διατακτικού ή καθιστώσα αμφίβολον την εφαρμογήν του Π.Ν.».

Σε συμπλήρωση των προαναφερθέντων κινείται91 και η υπ’ αριθμόν 441/1952 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα, απορρίπτει αναίρεση κατά εφετειακής αποφάσεως που κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους για το ότι «εν Καρδίτση από κοινού και κατ' εξακολούθησιν από 15 Απριλίου - 17 Μαΐου 1952, ανήκοντες εις την θρησκευτικήν αίρεσιν των μαρτύρων ή των σπουδαστών της Γραφής (Χιλιαστών), ενήργησαν προσηλυτισμόν υπέρ της αιρέσεως των χιλιαστών, δι' ομιλιών και διανομής μετά φορτικότητος των εντύπων "Τι πιστεύουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά" και "Σκοπιά"...», προσπαθώντας να διεισδύσουν στη θρησκευτική συνείδηση εκείνων προς τους οποίους απευθύνονταν, με σκοπό να μεταβάλουν το περιεχόμενό της. Το καινοτόμο στοιχείο αυτής της απόφασης έγκειται στο ότι στην ερμηνευτική σημασιοδότηση του προσηλυτισμού διακρίνεται η απή διανομή εντύπων από εκείνη που γίνεται με τρόπο φορτικό και επίμονο. Η διδασκαλία και η διανομή εντύπων δεν αποτελούν, από μόνες τους, προσηλυτιστική ενέργεια, παρά μόνο όταν γίνονται με επιμονή και φορτικότητα. Δηλαδή, χρειάζεται να συνοδεύονται από προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση.

Το Ανώτατο Ακυρωτικό στοιχείται, με την πιο πάνω απόφασή του, καθώς έκρινε με την υπ’ αριθμόν 137/1953 απόφασή του, ότι ορθώς καταδικάστηκε κατηγορούμενος, ο οποίος, «τυγχάνων οπαδός της αιρέσεως των μαρτύρων του Ιεχωβά και των σπουδαστών της Γραφής», διενεργούσε προσηλυτισμό προς ετερόδοξους και ανήλικους πολίτες προσπαθώντας, «διά καταλλήλου διδασκαλίας και εντέχνου επεξηγήσεως των βιβλίων και περιοδικών της ως άνω αιρέσεως «Σκοπιά», «Συμβολή θεοκρατικής οργανώσεως» και άλλων...», να καταστήσει και αυτούς οπαδούς της «αιρέσεως» στην οποία και ο ίδιος ανήκε. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρων αποφάσεων, γίνεται αντιληπτό, ότι ο Άρειος Πάγος θεωρεί πως δεν αρκεί η διανομή εντύπων για τη διενέργεια του προσηλυτισμού. Απαιτείται και προσπάθεια διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση εκείνων στους οποίους απευθύνεται.

Στην υπ’ αριθμό 289/1953 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος, προσεγγίζει92 περιπτωσιολογικά τον τρόπο τελέσεως του προσηλυτισμού. Πιο συγκεκριμένα, σημειώνει ότι δεν συνιστά τέτοιον η απλή πώληση χιλιαστικών βιβλίων και περιοδικών σε άτομα που δεν ασπάζονται των «αίρεση» των «Μαρτύρων του Ιεχωβά». Η καταδίκη κατηγορούμενου από το δικαστήριο δεν στηρίζεται στο πραγματικό αυτό γεγονός, το οποίο αποτέλεσε και την κύρια βάση του αναιρετικού του αιτήματος, αλλά στο ότι αυτός, «προ της πωλήσεως και κατ' αυτήν προέβαινε και εις διδασκαλίαν και ανάπτυξιν του περιεχομένου τούτων (εν των βιβλίων) καί επεξήγησιν των αγαθών, άτινα θέλουσι προκύψει δι' αυτούς εκ της αποδοχής της τοιαύτης διδασκαλίας», προσπαθώντας «διά του τρόπου τούτου και δι ' άλλων εισέτι διαφόρων απατηλών υποσχέσεων να πείση τούτους και ιδία τους εξ αυτών αφελεστέρους και πνευματικώς αδυνάτους όπως αποβάλωσι τας χριστιανικάς ορθοδόξους πεποιθήσεις των και ενστερνηθώσι την τοιαύτην περί της χιλιαστικής αιρέσεως διδασκαλίαν του».

Στην υπ' αριθμό 165/1956 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος επικυρώνει καταδίκη για τη διενέργεια προσηλυτισμού, ο οποίος συντελέστηκε «διά της δωρεάν αποστολής εντύπων βιβλίων της αιρέσεως των μαρτύρων του Ιεχωβά, ης τίνος ούτος ετύγχανεν οπαδός, ήτοι του εντύπου υπό τον τίτλον «Χριστιανισμός ή Χριστιανοσύνη: ποιο αποτελεί το Φως του κόσμου» συνοδευομένου υπό ομοιοτύπου προς ένα έκαστον των παραληπτών επιστολής, δι ' ης εφιστάται η προσοχή τούτων, ότι το αποστελλόμενον έντυπον αντιστρατευόμενον προς τα διδάγματα της ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας αποτελεί σπουδαίου άγγελμα, και ότι πρέπει να αναγνωσθή..».

Παράλληλα, με την υπ' αριθμό 126/1957 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος κάνει δεκτό ότι η προσπάθεια διεισδύσεως στη θρησκευτική συνείδηση «ιερέων μικράς παιδεύσεως και εν χωρίοις της περιφερείας του Ν. Καβάλας υπηρετούντων» και η συνακόλουθη μεταβολή του περιεχομένου της επιτυγχάνονται, μεταξύ άλλων, και με την αποστολή σε αυτούς έντυπου φυλλαδίου, «εκδοθέντος υπό της αιρέσεως των Μαρτύρων του Ιεχωβά ικανού να προσηλυτίση τινά», το οποίο συνοδευόταν από επιστολή γραμμένη «κατά πανούργον και απατηλόν τρόπον, ως πείθουσα τον παραλήπτην να προβή εις ανάγνωσιν και απάντησιν εις τον αποστολέα, ούτινος η διεύθυνσις εσημειούτο εν τω φακέλλω» και με την αναγκαία σύσταση όπως μελετήσουν και εφαρμόσουν τα αναγραφόμενα στο φυλλάδιο.

Με την άποψή αυτή στοιχείται93 και ο Αντεισαγγελέας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου Β. Σακελλαρίου στην αγόρευσή του στην υπ’ αριθμό 309/1957 απόφαση. Διατυπώνει τη θέση ότι βεβαίως «οι ετερόδοξοι δικαιούνται να πωλώσιν ελευθέρως τα έντυπα τα περιέχοντα τας δοξασίας των, τηρούντες του νόμους του Κράτους, δεν δικαιούνται όμως να προσπαθούν να διεισδύσουν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετεροδόξων, αποστέλλοντας ταύτα δωρεάν προς ετεροδόξους με ιδιαιτέρας μάλιστα επιστολιμιαίας συστάσεις προς μελέτην των και ανακοίνωσιν προς αυτούς των περί των δοξασιών τούτων απόψεών του. Τούτο αποτελεί έμμεσον, αν μη άμεσον, προσπάθειαν διεισδύσεως εις την θρησκευτικήν συνείδησιν και μάλιστα οπαδών της επικρατούσης θρησκείας, καθ' ης πάσα οιαδήποτε επέμβασις είναι απηγορευμένη διά συνταγματικής διατάξεως».

 

Στην υπ' αριθμό 54/1958 απόφαση ο Άρειος Πάγος στοιχείται στη πάγια πλέον νομολογία του. Κρίνει πως είναι ένοχος προσηλυτισμού οπαδός της θρησκευτικής «αιρέσεως των χιλιαστών», ο οποίος προσπάθησε να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση ετεροδόξων, και συγκεκριμένως ατόμων που ανήκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία94, «της οποίας οι Xιλιασταί περιφρονούν τα διδάγματα, τους Ιερούς Αποστολικούς Κανόνας καί τας ιεράς Παραδόσεις, καταφερόμενοι κατά των ιερέων αυτής και του τρόπου διενεργείας του Μυστηρίου του Βαπτίσματος», προέβη δε στην ενέργεια αυτή με απατηλά μέσα, «καί δη διά της εις αυτούς (εν τους καθών η προσηλυτιστική ενέργεια) προσφοράς είτε δωρεάν είτε επί ελαχίστω τιμήματί του υπό τον τίτλον «το μήνυμα προς τους γονείς» βιβλίου, όπερ, καίτοι περιέχον αντιορθόδοξα διδάγματα με χιλιαστικάς και προτεσταντικάς αποχρώσεις, συνίστα και ανέπτυσσεν ως το μόνον αληθές και το μόνον δυνάμενον να φωτίση τινά θρησκευτικώς εις την αληθή θρησκείαν, παρακινών τους ειρημένους, αφελείς καί πνευματικώς αδυνάτους τυγχάνοντας, ως και άλλους ομοίους των, ν' αποβάλωσι τας χριστιανικάς ορθοδόξους πεποιθήσεις των καί ενστερνισθώσι τας χιλιαστικάς...».

 

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο προκειμένου να εξειδικεύσει95 τα μέσα με τα οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του προσηλυτισμού, αποφαίνεται με την υπ' αριθμό 55/1958 απόφασή του, ότι σε αυτά περιλαμβάνεται «και η έντεχνος και παραπειστική υποβολή των διαδιδόμενων υπό του προσηλυτίζοντος θρησκευτικών δοξασιών δι' αποστολής περιεχόντων τοιαύτας εντύπων δωρεάν εις διάφορα ετεροδοξούντα πρόσωπα, ων είναι γνωστή η απειρία ή η πνευματική αδυναμία», χωρίς να είναι απαραίτητη για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και η ανάγνωση των εντύπων αυτών από τους παραλήπτες τους.

 

Στο πλαίσιο αυτό κινείται96 και η υπ’ αριθμόν 201/1961 απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι διενήργησε προσηλυτισμό οπαδός των Ευαγγελιστών, «διά της δωρεάν διαθέσεως θρησκευτικών δήθεν βιβλίων και εντύπων υπό τον τίτλον «Πίστις των Ευαγγελιστών, ο θάνατος και η ανάστασις-οι Γεδεωνίται», καταχρώμενος της απειρίας των ακροατών του αγραμμάτων χωρικών, της εμπιστοσύνης εν ίων τούτων συγγενών του», οι οποίοι είχαν πολλά χρόνια να τον συναντήσουν, καθώς αυτός είχε, ήδη προ 50ετίας, φύγει για μετανάστης στην Αυστραλία, «και εκμεταλλευόμενος την πνευματικήν αδυναμίαν αυτών και ιδίως των εξ αυτών μικρών μαθητών, διανέμων δωρεάς εις αυτούς τα ως άνω έντυπα, ως και τον καθηγητήν των θρησκευτικών υποσχεθείς εις αυτόν ωφελήματα και διά διδασκαλίας υπέρ του ως είρηται δόγματος».

 

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο με την υπ’ αριθμό 498/1961 απόφασή του επικύρωσε την καταδίκη οπαδών της θρησκευτικής αιρέσεως της «Χριστιανικής Αδελφότητος της Πεντηκοστής». Η αιτία ήταν ότι προσπάθησαν να διεισδύσουν στη θρησκευτική συνείδηση Ορθόδοξων γυναικών και ειδικότερα διότι «ivα καταστήσωσι πλέον αποτελεσματικήν την τοιαύτην προσπάθειάν των, προέβησαν εις φορτικήν προς τας ανωτέρω γυναίκας διδασκαλίαν των δοξασιών της αιρέσεώς των, ην ιδιαιτέρως υπεστήριζον διά της εις αυτάς δωρεάν παραδόσεως εντύπων, εχόντων ως περιεχόμενον τας δοξασίας ταύτας». Μάλιστα, προκειμένου να επιτύχουν τον σκοπό τους χρησιμοποίησαν παραπλανητικά μέσα, «αναγόμενα ιδία εις την ψευδή παράστασιν ότι οι ιερείς της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι εκμεταλλευταί της κοινωνίας, δι' ων μέσων κατέστησαν έτι πειστικωτέραν την διδασκαλίαν των...».

 

Ο Άρειος Πάγος απορρίπτει αναίρεση κατά αποφάσεως, με την οποία καταδικάστηκε οπαδός των Ευαγγελικών για διενέργεια προσηλυτισμού και πιο συγκεκριμένα για το ότι, το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου 1961, «διά πλειόνων πράξεων, συνιστωσών εξακολούθησιν ενός και αυτού εγκλήματος, προσεπάθησεν να εισδύση εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ομοχώριου του χριστιανού ορθοδόξου», με σκοπό να πείσει αυτόν για την ορθότητα και τον σωτηριώδη χαρακτήρα της θρησκευτικής του πίστεως ώστε «να πιστεύση ούτος εις τας θρησκευτικάς αρχάς των ευαγγελικών διά καταλλήλου κατηχήσεως και διδασκαλίας περί αποχής αυτού από της ορθοδόξου χριστιανικής εκκλησίας, διά δωρεάν διαθέσεως διαφόρων εντύπων της αιρέσεως των Ευαγγελικών και καταχρήσεως της εμπιστοσύνης και απειρίας».

 

Το Ανώτατο Ακυρωτικό με την υπ' αριθμό 76/1962 απόφασή του, επιβεβαιώνει97 τη πάγια νομολογία του. Σύμφωνα με αυτήν, η δωρεάν διανομή εντύπων θρησκευτικού περιεχομένου, όταν συνοδεύεται από παραινέσεις για την υιοθέτηση των αρχών και της διδασκαλίας που εμπεριέχεται σε αυτά αποτελεί προσηλυτισμό. Έτσι, επικυρώνει την καταδίκη για προσηλυτισμό ιεροκήρυκα των «Αντβενιστών», ο οποίος επισκεπτόταν κατ' επανάληψη ανδρόγυνο στην οικία του και διένειμε σε αυτό δωρεάν έντυπα της «αιρέσεως» στην οποία, ως θρησκευτικός λειτουργός μάλιστα, ανήκε, δεν παρέλειπε δε να απευθύνει σε αυτό τη σύσταση να μην αμελήσει την ανάγνωση και την υιοθέτηση των αναγραφομένων σε αυτά.

 

Η υπ' αριθμόν 53/1973 απόφαση επαναλαμβάνει τη πάγια καταφατική τοποθέτηση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή εκφράζεται στις πολλές και ταυτόσημες αποφάσεις του, σχετικώς με το εάν συνιστά εν τέλει προσηλυτισμό η δωρεάν αποστολή εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων προς ετερόδοξους. Επικυρώνει καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος «ενήργησε προσηλυτισμόν διά δωρεάν αποστολής του μηνιαίου περιοδικού «ΦΑΡΟΣ» της αιρέσεως των «Αντβενιστών της εβδόμης ημέρας», ης τίνος ούτος ετύγχανεν οπαδός, ήτοι τευχών του άνω περιοδικού περιεχόντων κατά τρόπον έντεχνον δοξασίας της περί ης πρόκειται θρησκευτικής αιρέσεως, ήτις αντιστρατεύεται προς τα διδάγματα της Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας». Η προσπάθεια του κατηγορουμένου να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση ετεροδόξου και να μεταβάλει το περιεχόμενό της συντελέστηκε «διά της επιμόνου δωρεάν αποστολής του ως άνω υπ' αυτού εκδιδομένου περιοδικού, της φορτικής δι' αυτού διδασκαλίας του περιεχομένου του, ως και της περί τα θρησκευτικά θέματα απειρίας του παραλήπτου του...». Άλλη μια φορά δηλαδή τα στοιχεία «επιμόνως» και «εντέχνως» αποτέλεσαν την αιτία για τη στοιχειοθέτηση διενέργειας του προσηλυτισμού.

 

Η υπ’ αριθμόν 238/1979 απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, κινείται98 στα ίδια πλαίσια και επικυρώνει καταδίκη οπαδού των «Μαρτύρων του Ιεχωβά» για διενέργεια προσηλυτισμού, και συγκεκριμένως για το ότι προσπάθησε να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση ορθόδοξων χριστιανών με σκοπό τη μεταβολή του περιεχομένου της, πράγμα το οποίο κατόρθωσε με το να παραδίδει, με επιμονή και φορτικότητα, στους κατοίκους του χωριού Αραχναίο Ναυπλίου «είτε δωρεάν είτε εις την ευτελή τιμήν των 3-5 δραχμών τα υπό της άνω αιρέσεως εκδιδόμενα και περιέχοντα τα δόγματα αυτής έντυπα υπό τους τίτλους «Ξύπνα», «η Σκοπιά», «το μέλλον», «η αλήθεια που οδηγεί εις την αιώνιαν ζωήν» και να παροτρύνει «τούτους διά καταλλήλου και εντέχνου επεξηγήσεως του περιεχομένου των εντύπων τούτων, ότι τουτέστι μόνον ταύτα περιέχουν την αλήθειαν επί των θρησκευτικών θεμάτων, ν' αναγνώσουν ταύτα και πιστεύσουν εις τας εν αυτοίς περιεχομένας θρησκευτικάς δοξασίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά...»

Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμό 201/1961 απόφαση επικύρωσε99 την καταδίκη οπαδού της θρησκευτικής κοινότητας των Ευαγγελιστών, ο οποίος προσπάθησε να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση ορθόδοξου καθηγητή των Θρησκευτικών, με τη δωρεάν διανομή εντύπων, σχετικών με τη διδασκαλία της «αιρέσεως» των Ευαγγελιστών και με την υπόσχεση σε αυτόν ωφελημάτων, τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται, κατ' είδος και περιεχόμενο, από την απόφαση του Αρείου Πάγου.

 

Επίσης, με την υπ' αριθμό 498/1961 απόφασή του, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο καταδίκασε οπαδούς της «Χριστιανικής Αδελφότητος της Πεντηκοστής», οι οποίοι, προσπάθησαν να μεταβάλουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις μιας γυναίκας, που είχε ασπασθεί το ορθόδοξο δόγμα, εκμεταλλευόμενοι την απειρία της και ιδιαιτέρως «την επαγγελματικήν ανάγκην της, ως ράπτριας, προς ην υπισχνούντο βελτίωσιν της επαγγελματικής καταστάσεώς της». Οι υποσχέσεις και τα ωφελήματα που θα αποκτούσαν αυτοί στους οποίους στρεφόταν ο προσηλυτισμός αποτελούν εδώ τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν τη διενέργειά του στοιχειοθετημένη.

 

Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα διενέργειας προσηλυτισμού «διά παροχών» έχουμε με την υπ’ αριθμό 76/1962 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία κηρύχθηκε ένοχος προσηλυτισμού ιεροκήρυκας των «Αντβενιστών», ο οποίος, προκειμένου να πείσει ένα ανδρόγυνο να μεταβάλει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να ενταχθεί στην «αίρεση» που αυτός εκπροσωπούσε, προσέφερε σε αυτούς τρόφιμα, καθώς και χρηματικό ποσό στον σύζυγο, που αντιστοιχούσε στα έξοδα μεταβάσεώς του στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει συνέδριο των μελών της εν λόγω θρησκευτικής κοινότητας.

 

Από την άλλη πλευρά δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ο Άρειος Πάγος να μην προβαίνει σε ερμηνευτική σημασιοδότηση των αόριστων εννοιών που συναποτελούν τη νομοτυπική υπόσταση του προσηλυτισμού, αλλά να αρκείται απλώς σε επανάληψη της νομοθετικής διατυπώσεως. Άλλωστε, αναφέρθηκε ήδη πως πολλές φορές επαναλαμβάνεται ο ορισμός του προσηλυτισμού βάσει της νομοθεσίας και δεν υπάρχει επεξήγηση εννοιών. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί απόφαση100, η οποία δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι «εκμεταλλευόμενοι την κουφότητα και πνευματική αναπηρίαν» κατοίκων ενός χωρίου, και ιδίως γυναικών, ορθώς καταδικάστηκαν για διενέργεια προσηλυτισμού, η δε παράθεση της φράσεως «εκμεταλλευόμενοι την κουφότητα και πνευματική αναπηρίαν» τίθεται «ουχί μόνον ως όρος νομικού χαρακτηρισμού, αλλά και ως περιέχων την βεβαίωσιν και του γενομένου δεκτού πραγματικού περιεχομένου, ήτοι της κουφότητος και πνευματικής αναπηρίας των προς ους οι πράξαντες απηυθύνοντο και της εκμεταλλεύσεως υπό τούτων της τοιαύτης καταστάσεως εκείνων». Είναι βεβαίως προφανές ότι με τον τρόπο αυτό δεν εξειδικεύεται ερμηνευτικώς σε τι ακριβώς συνίσταται η πνευματική κουφότητα και αναπηρία, γεγονός το οποίο διατηρεί αμείωτη την ασάφεια της σχετικής διατάξεως και επιτείνει τον προβληματισμό για το περιεχόμενό της.

 

Πάντως, με την υπ' αριθμό 137/1953 απόφασή του, το Ανώτατο Ακυρωτικό αποδίδει «πνευματική αδυναμία και κουφότητα», πέρα από τις γυναίκες, και στους ανήλικους. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτές οι κατηγορίες πολιτών θεωρούνται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, περισσότερο ευάλωτες σε προσηλυτιστικές επιθέσεις. Εδώ ανήκει και η υπ’ αριθμόν 201/1961 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία «απειρία, πνευματική αδυναμία και κουφότητα» χαρακτηρίζει τους αγράμματους χωρικούς και τους μικρούς μαθητές.

 

Επίσης, με την υπ' αριθμό 997/1975 απόφασή του, το Ανώτατο Ακυρωτικό επικύρωσε101 την καταδίκη οπαδού των «Μαρτύρων του Ιεχωβά» για παράβαση του Α.4 π.2 του A.Ν. 1363/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το Α.2 του A.Ν. 1672/1939. Έκρινε ότι εν τέλει διενήργησε προσηλυτισμό, αφού προσπάθησε με την επίμονη και φορτική ανάπτυξη των θρησκευτικών του δοξασιών και πιστευμάτων, αλλά και την προσφορά εντύπων της αιρέσεώς του, να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση ορθόδοξου χριστιανού, «μικροπωλητή με μόρφωση δημοτικού σχολείου», με σκοπό τη μεταβολή του περιεχομένου της.

 

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η υπ’ αριθμόν 1035/1975 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε οπαδό των «Μαρτύρων του Ιεχωβά» ένοχο του ότι «επεσκέπτετο τούτον εν τη οικία του και παρείχε δωρεάν διάφορα έντυπα της ως άνω αιρέσεως, προσθέτως δε κατεχράσθη της απειρίας, της πνευματικής αδυναμίας και κουφότητος αυτού, όντος ποιμένος μικράς εκπαιδεύσεως», προσπαθώντας εντέχνως να διεισδύσει στη θρησκευτική του συνείδηση για να μεταβάλει το περιεχόμενό της.

 

Αντίθετα, με την υπ' αριθμόν 1155/1978 απόφασή του, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ιδιότητα του δυνητικός προσήλυτου ως απλοϊκού και αγράμματου χωρικού δεν αρκεί για να προσδώσει σε αυτόν τον χαρακτηρισμό του κούφου και πνευματικώς αδύναμου. Βέβαια, μέσα σε ένα μόλις έτος, ο Άρειος Πάγος έκανε στροφή στη νομολογία του και πιο συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμό 238/1979 απόφασή του, απέδωσε102ξανά, «πνευματική αδυναμία, απειρία και κουφότητα» σε «απαίδευτους και αγράμματους χωρικούς».

 

Αλεβίζος Χρήστος

--------------------------------------------------------------------

1 Α.Ν.Μαρίνος, Η έννοια του θρησκευτικού προσηλυτισμού κατά το νέο Σύνταγμα, Περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη, (ΕλλΔνη), 25, 1984, σ. 4

2 Γ.Κατράς, Προσηλυτισμός και Ιεραποστολή, Περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη, (ΕλλΔνη), 21, 1980, σ. 690

3 Α.Β.Παπατόλιος, Ιεραποστολή και θρησκευτική ελευθερία: κοινωνιολογική διερεύνηση, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2016, Θεσσαλονίκη, σ. 182 και επ.

4 Β.Κουκουσάς, Πτυχές της Βυζαντινής και Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Eκδόσεις Ostracon Publishing p.c., 2014, σ. 723 επ.

Συγκεκριμένα: «…Η δημιουργία του ελληνικού κράτους ανάγεται στο έτος 1830. Πριν από αυτό, αναφέρεται ως παράδειγμα ενεργειών που ιστορικά χαρακτηρίστηκαν ως προσηλυτιστικές, οι πράξεις του καρδιναλίου Βησσαρίωνος, πρώην ορθοδόξου μητροπολίτη Νίκαιας κατά το δεύτερο μισό του ΙΕ αιώνα, με χαρακτηριστική την απόδοση υποτροφιών σε φιλοδυτικούς ιερείς, με σκοπό την πλήρωση θέσεων πρωτοπαπάδων στην Κρήτη…»

5 Ι.Μ.Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2000, Αθήνα –Κομοτηνή, σ. 61

6 Κατά την ισχύ αυτού του Συντάγματος νομοθετήθηκε (από τον κοινό νομοθέτη, διότι από το συντακτικό είχε ήδη νομοθετηθεί) η απαγόρευση του προσηλυτισμού

7 Αλλά και στα επί δικτατορίας των συνταγματαρχών 1968 και 1973

8 Κ.Ν.Κυριαζόπουλος, Περιορισμοί στην ελευθερία διδασκαλίας των μειονοτικών θρησκευμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1999, σ.155-156

Εδώ αναφέρεται η έλλειψη ορισμού για τον προσηλυτισμό τόσο εκ μέρους του ισχύοντος Συντάγματος όσο και από τα προγενέστερα, έλλειψη η οποία κρίνεται σκόπιμη εκ μέρους του εκάστοτε συντακτικού νομοθέτη

9 Οι επιφυλάξεις έχουν διατυπωθεί μόνο σε θεωρητικό επίπεδο βασιζόμενες στο Α.111 του ισχύοντος Συντάγματος. Η νομολογιακή πρακτική πάντως δεν έχει διαπιστώσει λήξη της ισχύος, η οποία ορθότερα μπορεί να επέλθει με νέο τυπικό νόμο (μειοψηφία ΑΠ 421/1991).

10 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.226 και επ.

Αναφέρεται ότι το άρθρο αυτό εισήγαγε την έννοια του «αιρεσιώτου». Επρόκειτο για μια ιδιότητα που προϋποτίθετο να συντρέχει στο υποκείμενο της τέλεσης του προσηλυτισμού και η ερμηνεία της αποδόθηκε από τη νομολογία του Αρείου Πάγου.

11 Κατά τη βυζαντινή περίοδο, βέβαια, εκκλησιαστική και πολιτειακή δικαιοταξία συνέπλεαν, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Νεαρά 131 του Ιουστινιανού, την επικύρωση των κανόνων της Πενθέκτης Συνόδου από την Εκλογή των Ισαύρων και τις Νεαρές του Λέοντος του Σοφού ή Φιλοσόφου, πολλές από τις οποίες προέβαιναν σε ευθεία παραπομπή των ιερών κανόνων, ανάγοντας τις εκκλησιαστικές κυρώσεις σε πολιτειακά νομοθετήματα ουσιαστικά, γεγονός που ενείχε σημασία εκείνη την περίοδο, εξαιτίας του θρησκευτικού συναισθήματος που διέπνεε την κοινωνία (π.χ.Νεαρά 90 του Λέοντος ΣΤ)

12 Γ.Α.Πουλής, Εκκλησιαστικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2008, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.21 και επ

13 Π.Ι.Παναγιωτάκος, Σύστημα του εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, Το Ποινικόν Δίκαιον της Εκκλησίας, Εκδόσεις Πουρναρά, 2004, Θεσσαλονίκη σ.336

14 Σ.τ.Ε. 824/1963(Ολομέλεια)

15 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.93

16 ΑΠ 1326/1948, Θέμις 60,1949 για προσηλυτισμό ανηλίκου τέκνου εκ μέρους του πατέρα

17 Γ.Α.Πουλής, Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με το έγκλημα του προσηλυτισμού, Περιοδικό Ποινικά Χρονικά, (ΠοινΧρ), 33, 1983, σ.222

18 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Το αξιόποινο του προσηλυτισμού και η συνταγματικότητά του, Περιοδικό Νομικό Βήμα, (ΝοΒ), 34, 1986, σ.1031-1032

Στη γνωμοδότηση αυτή ο Ανδρουλάκης καταλήγει στο ότι το Α.4 της μεταξικής νομοθεσίας θα πρέπει να λαμβάνεται ως κατηργημένο

19 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.170

20 Γ.Α.Πουλής, Το έγκλημα του προσηλυτισμού και η συνταγματική απαγόρευσή του, Περιοδικό Νομοκανονικά, 1/2002, σ.61

Συγκεκριμένα: «Ερμηνευτικά, λοιπόν, είναι δυνατόν να δεχτούμε ότι η προσπάθεια για διείσδυση είναι νοητή μόνο στο πλαίσιο μιας προσωπικής σχέσης και μόνον αν το αντικείμενο της προσβολής δεν ξεπέρασε τα από το νόμο ορισμένα πλαίσια συμπεριφοράς»

21 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.166

22 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.166,167

23 Συλλογικό, Εξουσία και Κοινωνία, Δωρήματα στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010, Αθήνα, σ.12

24 Γ.Η.Κρίππας, Το έγκλημα του προσηλυτισμού ιδία από απόψεως ηθικής αυτουργίας, Περιοδικό Ποινικά Χρονικά, (ΠοινΧρ), 1980, σ.313

25 Γ.Α.Πουλής, «Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με το έγκλημα του προσηλυτισμού», Περιοδικό Ποινικά Χρονικά (ΠοινΧρ), 33, 1983, σ.222

26 Γ.Γ.Φουντουκοπούλου, Προσηλυτισμός και ελευθερία διάδοσης θρησκείας, Διπλωματική εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012, Θεσσαλονίκη, σ.32

27 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.188

28 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.189

29 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.190

30 Ν.Α.Χωραφάς, Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1992, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.170

31 Ν.Α.Χωραφάς, Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1992, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.172

Συγκεκριμένα σημειώνει: «Υπαλλακτικώς μικτόν έγκλημα υπάρχει οσάκις οι πλείονες κατά νόμον τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υπόστασης δύνανται να εναλλαχθούν»

32 Constitution of the Independent State of Papua New Guinea, A.45 π3: « No person is entitled to intervene unsolicited into the religious affairs of a person of a different belief, or to attempt to force his or any religion (or irreligion) on another, by harassment or otherwise», στο ίδιο πνεύμα και το Σύνταγμα της Ζιμπάμπουε

33 J.Witte & F.Alexander, «Christianity and human rights – An Introduction», Cambridge Publishing, 2010, Cambridge, σ.257

34 Μόνη η πνευματική διδασκαλία δε συνιστά προσηλυτισμό, Σ.τ.Ε. 2276/1953, ΝοΒ 2, 1954, σ.198-299

35 Ι.Μ.Κονιδάρης, Νομική θεωρία και πράξη για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.46 και επ.

36 Γ.Α.Πουλής, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1996, σ.108

37 Α.Ν.Μαρίνος, Η θρησκευτική ελευθερία, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1972, Αθήνα, σ. 209

38 Χ.Σιδέρης, Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του προσηλυτισμού, Περιοδικό Ποινικά Χρονικά, (ΠοινΧρ), 43, 1993, σ.242 και επ.

39 Γ.Γ.Φουντουκοπούλου, Προσηλυτισμός και ελευθερία διάδοσης θρησκείας, Διπλωματική εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012, Θεσσαλονίκη, σ.37

40 Χ.Σιδέρης, Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του προσηλυτισμού, Περιοδικό Ποινικά Χρονικά, (ΠοινΧρ), 43, 1993, σ.246

41 Γ.Α.Πουλής, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1996, σ.110

42 Γ.Α.Πουλής, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1996, σ.110

43 Χ.Σιδέρης, Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του προσηλυτισμού, Περιοδικό Ποινικά Χρονικά, (ΠοινΧρ), 43, 1993, σ.246 και επ.

44 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.243

45 Συλλογικό, Εξουσία και Κοινωνία, Δωρήματα στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010, Αθήνα, σ.15

46 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.251

47 Γ.Α.Πουλής, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1996, σ.96 και επ.

48 Ν.Κ.Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Θεωρία και Έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2004, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.46

49 Με το συγκεκριμένο ζήτημα έχει ασχοληθεί και το Supreme Court: Lovell v. City of Griffin 
303 U.S. 444 (1938).

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έκρινε ότι η ελευθερία του τύπου δεν καλύπτει μόνο εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και φυλλάδια και ενημερωτικά έντυπα, «It necessarily embraces pamphlets and leaflets». Την κρίση αυτή δικαιολογεί σε ιστορικούς παράγοντες σχετιζόμενους με τη διεκδίκηση της ελευθερίας (συγκεκριμένα αναφέρεται στον Thomas Paine και στο ρόλο που διαδραμάτισε στην Αμερικανική Επανάσταση).

50 Α.Ν.Μαρίνος, Η έννοια του θρησκευτικού προσηλυτισμού κατά το νέο Σύνταγμα, Περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη, (ΕλλΔνη), 25, 1984, σ.11-12

 

51 Κ.Ν.Κυριαζόπουλος, Περιορισμοί στην ελευθερία διδασκαλίας των μειονοτικών θρησκευμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1999, σ.120-121

52 Γ.Γ.Φουντουκοπούλου, Προσηλυτισμός και ελευθερία διάδοσης θρησκείας, Διπλωματική εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012, Θεσσαλονίκη, σ.43

53 Ι.Μ.Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2000, Αθήνα –Κομοτηνή, σ.44

54 Ι.Μ.Κονιδάρης, Σημείωση, Περιοδικό Νομικό Βήμα, (ΝοΒ), 34, 1986, σ.604.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο «ξεπερασμένο» των διατάξεων που εμπεριέχονται στη μεταξική νομοθεσία και τονίζει ότι σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος για ανέγερση τόπου λατρείας, η διοίκηση θα πρέπει να τεκμηριώσει τη μη χορήγηση της άδειας (καθώς πρόκειται για δυσμενή διοικητική πράξη που θίγει δικαίωμα του διοικουμένου)

55 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.480

56 Ν.Φραγκάκης, σχόλιο, Περιοδικό Νομικό Βήμα, (ΝοΒ), 42, 1994, σ.538-539

57 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.255

 

58 Case of Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen v. Denmark (Application no. 5095/71, 5920/72, 5926/72), 7/12/1976.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά το σεβασμό των θρησκευτικών και φιλοσοφικών αντιλήψεων των γονέων στην εκπαίδευση του τέκνου, με αντίστοιχη ελληνική υπόθεση που απασχόλησε το ΕΔΔΑ την Βαλσάμης/Ελλάδος. Συγκεκριμένα, στην Kjeldsen κλπ κατά Δανίας τέθηκε το ζήτημα της τυχόν ασυμβατότητας του υποχρεωτικού πλέον μαθήματος σεξουαλικής αγωγής με τα πρότυπα που εμπεριέχονται στις πεποιθήσεις των γονέων, με το Δικαστήριο να απορρίπτει την προσφυγή επικαλούμενο το πλουραλιστικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης.

59 Ι.Δ.Σαρμάς, Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Επιτροπής, Αντ.Σάκκουλα, 1998, Αθήνα, σ.260-263

60 Case of Hasan and Chaush v. Bulgaria (Application no. 30985/96), 26 October 2000

«Το να επιτρέπεται στα κράτη να επεμβαίνουν στην σύγκρουση που υπάρχει στον προσηλυτισμό με ποινικοποίηση του προσηλυτισμού, όχι μόνο αντιβαίνει στην αυστηρή ουδετερότητα που απαιτείται να τηρεί το κράτος στον τομέα αυτόν, αλλά επίσης δημιουργεί κίνδυνο διακρίσεων, όταν υπάρχει μια επικρατούσα θρησκεία. Το τελευταίο αυτό στοιχείο διακρίνεται καθαρά στη δικογραφία που ετέθη υπόψη του Δικαστηρίου» ∙ παρόμοιο σκεπτικό εντοπίζεται και στην υπόθεση Hasan και Chaush κατά Βουλγαρίας, όπου κρίθηκε ότι η διαίρεση μιας θρησκευτικής κοινότητας εμπίπτει στα θρησκευτικά θέματα και το κράτος δε θα πρέπει να αναλαμβάνει θέση επί αυτών, διαφορετικά υφίσταται παραβίαση της θρησκευτικής ουδετερότητας την οποία ενέχει το κράτος,

61 A.Γ.Καπελιώτης, Θρησκευτική ελευθερία και θρησκευτικά σύμβολα, Εργασία, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2005, Αθήνα, ανακτήθηκε από https://www.greeklaws.com/pubs/uploads/1259.pdf, σελ. 34

62 Ε.Παλιούρα, άρθρο, Υπόθεση Λαρίσης κλπ κατά Ελλάδος, ανακτήθηκε από http://www.arthro-13.com/news/edda-larisis-kl-kata-ellados/

63 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.254

 

64 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.230

 

65 Α.Ν.Λοβέρδος, Προσηλυτισμός, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1986, Αθήνα, σ. 34

Συγκεκριμένα. υποστηρίζει ότι αποτελεί παρανόηση η ερμηνεία που δόθηκε στη φράση «...και εν γένει...», ότι δηλαδή «διεύρυνε τα όρια του εγκλήματος του προσηλυτισμού, ώστε να περιλαμβάνει και τη διδασκαλία του οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος με θεμιτά μέσα. Από τη γραμματική, όμως, και μόνο ερμηνεία του Α.4 π.2 σαφώς προκύπτει ότι αυτό το «...εν γένει...» συνδεόταν ενδεικτικά και διαζευκτικά με την προηγούμενη απαρίθμηση των «αθέμιτων» μέσων, αποτελώντας συνέχειά της, με τη μόνη διαφορά πως επρόκειτο για μία γενίκευση που σκοπό είχε να συμπεριλάβει κάθε είδους αθέμιτα, και πάλι, μέσα».

66 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.481

67 X.Χριστοφορίδης, Προσηλυτισμός υπέρ της επικρατούσας θρησκείας, Περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη, (ΕλλΔνη), 22, 1981, σ.10 και επ.

68 Γ.Κατράς, Προσηλυτισμός και Ιεραποστολή, Περιοδικό Ελληνική Δικαιοσύνη, (ΕλλΔνη), 21, 1980, σ. 691

69 Α.Ι.Σβώλος – Γ.Κ.Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδας - α΄ τόμος, 1954, Αθήνα, σ.33

Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν πως η απαγόρευση αφορά σε «παν είδος προσηλυτισμού και όχι μόνον τον υπό της ποινικής νομοθεσίας κολαζόμενον ως αδίκημα»

70 Ι.Μ.Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2000, Αθήνα –Κομοτηνή, σ.62

Εδώ υπενθυμίζεται ότι «ο προσηλυτισμός τιμωρείται με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή ενώ πέραν αυτών προβλέπονται ως παρεπόμενες κυρώσεις η αστυνομική επιτήρηση, εάν ο δράστης είναι Έλληνας και η απέλαση, εάν είναι αλλοδαπός» (Α.466 του Π.Κ.) . Είναι γνωστό πως η μη άσκηση προσηλυτισμού συνιστά προϋπόθεση της ελευθερίας της λατρείας (διοικητική συνέπεια). Ωστόσο, αυτή η συνταγματική απαγόρευση του προσηλυτισμού παρέχει μεν στο κράτος τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα κατά της διενέργειας αυτού, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορούν όμως τα μέτρα αυτά, σε κάθε περίπτωση, να λάβουν τη μορφή προληπτικής απαγορεύσεως της ασκήσεως της λατρείας.

71 Όπως: Α.Π. 441/1952 (Εισηγητής Π. Τζανετάκης) Ποιν.Χρ. 3 (1953) σ.18-19, Α.Π. 498/1961 (Εισηγητής Β. Χονδρογιάννης) Ποιν.Χρ. 12 (1962) σ.212-214, Α.Π.238/1979 (Εισηγητής I. Γεωργανάς) Ποιν.Χρ. 29 (1979) σ.463, Α.Π.1266/1993 (Εισηγητής Δ. Πρίντζης) Ποιν.Χρ. 43 (1993) σ.1017-1019, συγκεκριμένα βλ. υποσημείωση: Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.236

72 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.237/υποσημείωση

73Α.Ν.Μαρίνος, Η θρησκευτική ελευθερία, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1972, Αθήνα, σ. 205-206

74 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.238/υποσημείωση: Όπως: Α.Π.14/1940 (Εισηγητής Γ.Αντωνακάκης) Δικαστική 12 (1940), σ.309-310, Α.Π.1082/1946 Τμ. Β' (Εισηγητής Δ.Ευθυμιόπουλος) Θ. 58 (1947), σ.149-150, Α.Π.222/1947 (Εισηγητής Δ.Ευθυμιόπουλος) ΜΠΑΚΟΥΛΑΣ, τ. Α' (1947), σ.228 και επ. κλπ

75 Όπως: Α.Π. 1082/1946 Tμ Β’ (Εισηγητής Δ.Ευθυμιόπουλος) Θ. 58 (1947), σ.149-150, Α.Π.126/1957 (Εισηγητής Π. Τζανετάκης) Ποιν.Χρ. 7 (1957) σ.297-298, Α.Π.1266/1993 (Εισηγητής Δ. Πρίντζης) Ποιν.Χρ. 43 (1993), σ.1017-1019 κ.α., συγκεκριμένα βλ. υποσημείωση

76 Μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «ιδία» για να περιγράψει τα μέσα τελέσεως του προσηλυτισμού είναι στην υπ’ αριθμόν 997/1975 απόφασή του. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί στροφή στη νομολογία του, αφού επρόκειτο για μια μεμονωμένη απόφαση.

77 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.239/υποσημείωση: Εξαίρεση αποτελούν οι Α.Π.1084/1974 (Εισηγητής A.Tέντες) Ποιν.Χρ. 25 (1975) 316 = ΜΠΑΚΟΥΛΑΣ, τ. ΚΗ' (1974) σ.497-498, με την οποία αναιρείται καταδικαστική απόφαση, διότι δεν προσδιορίζει «το απατηλόν των χρησιμοποιηθέντων μέσων καιτον τρόπον, δι' ου οι δράσται κατεχράσθησαν την απειρίαν, την εμπιστοσύνην και την πνευματικήν κουφότητα του προσηλυτισθέντος», Α.Π.1155/1978 (Εισηγητής Μ.Οικονομόπουλος) Ποιν.Χρ. 29 (1979) σ.264-265 = ΝοΒ 27 (1979) σ.457, Α.Π.1304/1982 Ποιν.Χρ. 33 (1983) σ.502-503 κλπ

78Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.240/υποσημείωση

79 Α.Ν.Λοβέρδος, Προσηλυτισμός, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1986, Αθήνα, σ. 39 και επ.

80 I.Μ.Κονιδάρης, Ζητήματα θρησκευτικών διακρίσεων, Περιοδικό Υπεράσπιση, (Υπερ), 2, 1992, σ. 413

Εδώ υπογραμμίζει: «Δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να συνάδει με το Σύνταγμα μία ρύθμιση που όχι μόνο προέρχεται, αλλά και εκφράζει μια άλλη εποχή»

81Ε.Βενιζέλος, Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, Εκδόσεις Παρατηρητής, 2000, Θεσσαλονίκη, σ. 115

Συγκεκριμένα, επισημαίνει: «Mία από τις καινοτομίες του Συντάγματος του 1975 και μία ένδειξη «χαλάρωσης» των σχέσεων κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας ή μάλλον μία ένδειξη της πληρέστερης προστασίας που προσφέρει το ισχύον σύνταγμα στη θρησκευτική ελευθερία σε σχέση με τα προγενέστερα συντάγματα ήταν η αντικατάσταση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού κατά της επικρατούσας θρησκείας με την απαγόρευση του προσηλυτισμού γενικά, δηλαδή κατά κάθε θρησκείας. 'Aρα υπέρ κάθε ατόμου που πρέπει να παραμένει ελεύθερο στη διαμόρφωση και τη μεταβολή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων χωρίς παρεμβάσεις και μάλιστα «δόλιες» ή «καταχρηστικές» άλλων», όπου σημειώνεται ότι «σκοπός της απαγόρευσης του προσηλυτισμού δεν είναι η προστασία της επικρατούσας θρησκείας, αλλά της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως».

82 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.243

83 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.243

84 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.244

85 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.244

86 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.244 και επ.

87 Η κυκλοφορία εντύπων χωρίς να αναγράφουν την αίρεση στην οποία ανήκουν τιμωρείται με βάση τη διάταξη του Α.8 του Α.Ν.1363/38, όπως αντικαταστάθηκε από το Α.4 του Α.Ν.1672/1939

88 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.245

89 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.246

90 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.247

91 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.248

92 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.249

93Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.250

94 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.250

95 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.250

96 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.252

97 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.253

98 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.254

99 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.257

100 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.259

101 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.260

102 Γ.Ι.Ανδρουτσόπουλος, Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2010, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.260