Μοναστηριακά Τυπικά – Γενικά Στοιχεία

2017-10-19 08:00
Της Ελένης Παλιούρα
 
Η γέννηση, διάδοση και ιστορική πορεία του Χριστιανισμού επηρέασε ποικιλοτρόπως πλήθος εκφάνσεων τόσο της νομικής επιστήμης όσο και της κοινωνικής διαβίωσης. Ένα μεγάλο κεφάλαιο των ανωτέρω αποτελεί η διαμόρφωση και το νομικό καθεστώς των χώρων λατρείας των χριστιανών, οι οποίοι ξεκίνησαν ως ιδιωτικοί, εξαιτίας κυρίως των περιόδων των διωγμών που υπέστησαν. Με το πέρας των διωγμών και το Ήδικτο των Μεδιολάνων, επιβλήθηκε μεταξύ άλλων η επιστροφή των χώρων λατρείας (κατά τη διάρκεια των διωγμών είχαν πραγματοποιηθεί δημεύσεις περιουσίας) στους χριστιανούς. Επιπροσθέτως, η εξάλειψη του βασικού ερείσματος των διωγμών, της θέσης του χριστιανισμού δηλαδή ως παράνομης θρησκείας (religio ilicita) δημιούργησε ένα ευρύ φάσμα δραστηριότητας της εν λόγω θρησκευτικής κοινότητας1.  
Η περίοδος αυτή συμπίπτει με τη γέννηση του μοναχισμού, γεγονός που  επικεντρώνει το ενδιαφέρον στο καθεστώς γύρω από την ίδρυση και το νομική θεώρηση των μονών ανά τις περιόδους. Κατά τη διάρκεια της διοίκησης της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τη Μακεδονική Δυναστεία (867-1057) παρατηρείται η ακμή μιας σημαντικής πηγής του δικαίου, εκκλησιαστικής προελεύσεως, που εντάσσεται στις ευρύτερες κατηγορίες των εγγράφων και των διαγνωστικών πηγών του δικαίου, εκείνων δηλαδή που διαγιγνώσκουν το δίκαιο, των μοναστηριακών τυπικών όπως έχουν σωθεί έως σήμερα2.Το αρχαιότερο Τυπικό, βέβαια, που σώζεται ανήκει στον 6ο αιώνα και πρόκειται για το Τυπικό του Αγίου Σάββα για τη Μονή της Αγίας Λαύρας Ιεροσολύμων, που μάλιστα πρόσφατα επανεκδόθηκε. Το Τυπικό αυτό αποτελεί ένα από τα περίπου 60 σωζόμενα μοναστηριακά Τυπικά, η πλειονότητα των οποίων συντάχθηκε μέχρι την άλωση των Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 12043.
Τα μοναστηριακά Τυπικά απαρτίζουν ουσιαστικά τον εσωτερικό κανονισμό μιας Μονής της βυζαντινής περιόδου κα έχουν επιδεχθεί διαφόρων διακρίσεων (πχ λειτουργικά και μη λειτουργικά), οι οποίες, ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι διενεργήθηκαν κυρίως για συστηματικούς λόγους, καθώς ο χαρακτήρας των Τυπικών είναι έντονα προσωπικός, κάθε συντάκτης δηλαδή ρύθμιζε τον τρόπο διοίκησης της μονής και τον τρόπο διαβίωσης εντός της, σύμφωνα με τη δική του συλλογιστική, ενώ επιπλέον  αντιμετώπιζε το κείμενο και το περιεχόμενό του, καθώς και γενικά το μοναχικό βίο ως ολότητα. 
Ενδιαφέρουσα είναι η διάκριση με υποκείμενο το συντάκτη του Τυπικού. Αν, λοιπόν, ο συντάκτης ταυτίζεται με το πρόσωπο του ιδρυτή ή του ανακαινιστή μιας Μονής, το κείμενο αυτό ανήκει στην κατηγορία των κτητορικών Τυπικών, τα οποία ενδέχεται να παρουσιάζονται με τη μορφή επιτελεύτιας βούλησης, οπότε σε αυτή την περίπτωση γίνεται λόγος για κτητορικές διαθήκες που ενέχουν τη θέση Τυπικού. Ιδιαίτερη είναι η ορολογία που χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους συντάκτες των Τυπικών ως προς το χαρακτηρισμό του κειμένου τους4.
Κτήτορας της Μονής και συντάκτης του Τυπικού δύναται να είναι κάθε φυσικό πρόσωπο σε όποιο μέρος του πληρώματος της Εκκλησίας και αν ανήκει. Υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα να είναι κληρικός, λαϊκός ή μοναχός, γυναίκα ή άντρας, ενώ καλείται εκτός από κτήτορας και δομήτωρ. Επίσης, κτήτορας μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο5.Σημαντικός όρος που απορρέει από την ίδια την ύπαρξη του κτήτορα μιας μονής και συναντάται μέχρι σήμερα στη νομολογία των δικαστηρίων είναι το κτητορικό δίκαιο (jus patronatus), το οποίο πραγματεύεται το κτητορικό δικαίωμα του ιδρυτή της μονής. Το κτητορικό δικαίωμα επαφίεται ακριβώς στην ίδρυση της μονής, καθώς και στα πνευματικά και διαχειριστικά δικαιώματα που απαριθμούνται στην κτητορική πράξη, στο κείμενο του Τυπικού δηλαδή και είναι κληρονομητά. Αρμόδιο όργανο για την απονομή του κτητορικού δικαιώματος είναι η οικεία εκκλησιαστική αρχή, η οποία μπορεί μάλιστα να το ανακαλέσει, αν ο κτήτορας δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του που συνίστανται στη διατήρηση και λειτουργία της Μονής6.
Το κτητορικό δίκαιο πάντως, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται ακόμη και σήμερα στο νομικό προσκήνιο7.
 
 
---------------------------------------------------------
1)Ενδ. G.E.M. DE STE. CROI, Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη – Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005, M. Humbert, Πολιτικοί και Κοινωνικοί Θεσμοί της Αρχαιότητα, εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2012, σ.533επ., Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλος, «1700 χρόνια από το Διάταγμα των Μεδιολάνων – Η σημασία του για την εποχή του και η προβολή του στη σύγχρονη πραγματικότητα», εφημερίδα Εκκλησιολόγος (26/10/2013), σ.13.
2)Για τα μοναστηριακά Τυπικά ως πηγές του δικαίου βλ. Ι. Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011, σ.7-12∙ Σ. Ν. Τρωιάνος, Οι Πηγές του Βυζαντινού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2011, σ.364-365.
3)Το αμιγώς λειτουργικό Τυπικό του Αγίου Σάββα περιέχεται και στον κώδικα της Μονής Ολυμπιώτισσας Ελασσόνας, βλ. Ε. Α. Σκουβαρά, Ολυμπιώτισσα, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1967, χειρόγραφο 188∙το Τυπικό του Αγίου Σάββα δε σώζεται υπό τη μορφή του πρώτου χειρογράφου, βλ. Τρωιάνος, Οι Πηγές, ό.π., σ.368∙για μια γενική επισκόπηση των Τυπικών έως τον 15ο βλ. Τρωιάνος, Οι Πηγές, ό.π., σ.414-415 και για τον κατάλογο των σωζόμενων Τυπικών βλ. Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, εκδ.Ostracon, Θεσσαλονίκη 2017, σ.77-79, Ι. Μ. Κονιδάρης, Νομική Θεώρηση των Μοναστηριακών Τυπικών, εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα 2003, σ.45-67.
4)Για τις διακρίσεις των Τυπικών βλ. Κονιδάρη, Νομική Θεώρηση, ό.π., σ.29-35∙Ι. Μ. Κονιδάρης, Ζητήματα Βυζαντινού και Εκκλησιαστικού Δικαίου 1,  εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα 1990, σ.65-66∙Ι. Μ. Κονιδάρης, Ζητήματα Βυζαντινού και Εκκλησιαστικού Δικαίου 2, εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα 2008, σ.23-24∙Τρωιάνος, Οι Πηγές, ο.π., σ.365: «Τα λειτουργικά Τυπικά έχουν πολύ περιορισμένη σημασία ως πηγή δικαίου»∙ Μοναχός Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, Τα Αυτοδέσποτα και Ελεύθερα Μοναστήρια σύμφωνα με τα Βυζαντινά Μοναστηριακά Τυπικά, {Διπλωματική Εργασία}, Θεσσαλονίκη 2013, σ.27επ∙ Catia Galatariotou, «Byzantine ktetorika typika:a comparative study» REB 45 {1987}, σ.77-88: «Byzantine monastic documents use a variety of words to describe this set of rules, often using words interchangeably even within the same document. For example, Neophytos the Recluse used no less than eight different terms to refer to his typikon, in that same document»∙ Ε. Φ. Δωρης, Το Δίκαιον του Αγίου Όρους Τόμος Β’, εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2004, σ.151-152, όπου αναφέρονται τα μοναστηριακά τυπικά με διαφορετικού όρους («τυπικά, κανονισμοί, τύπος, υποτύπωσις, διατύπωσις, παράδοσις, κανονικόν, νόμος, διάταξις») και όπου χαρακτηρίζονται ως νομοθετικά κείμενα, τα οποία μετά την κύρωσή τους από πολιτειακή (με χρυσόβουλο) ή από εκκλησιαστική αρχή (με σιγίλλιο), αποκτούν αναγκαστικό χαρακτήρα. Π. Ι. Παναγιωτάκος, Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού. Τόμος Τέταρτος. Το Δίκαιο των Μοναχών, εκδ.Πουρναρα, Θεσσαλονίκη 2000, σ.303, όπου αναφέρεται ορολογία που χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό ενός μοναστηριακού τυπικού (κτητορικόν Τυπικόν, προσκυνητάριον, διατύπωσις, διάταξις, τύπος, κανών).
5)Παναγιωτάκος, Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου, ό.π., σ.302-303∙ ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει το ζήτημα των κτητορισσών σε συνάρτηση με τη θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, ενδεικτικά βλ. Κυριακούλα Δρακάτου, Οι γυναικείες Μονές της Κωνσταντινουπόλεως στην Παλαιολόγεια περίοδο, {Διδακτορική Διατριβή}, Θεσσαλονίκη 1996.
6)Κονιδάρη, Νομική Θεώρηση, ό.π., σ.35-43∙Ν. Μίλας, Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Εκκλησίας, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα 1906, σ.764επ.
7)Ενδεικτικά: ΑΠ 26/1961 αναφέρει ότι «η σχέση των κτητόρων προς το ναό δεν αποτελεί αντικείμενο κληρονομικού δικαιώματος, γιατί είναι ιδιογενής σχέση εκκλησιαστικού δικαίου», ωστόσο υπάρχει η δυνατότητα παραχώρησης του ναού για ένα διάστημα από την οικεία εκκλησιαστική αρχή. Αν ο κτήτορας αποβιώσει χωρίς να συντάξει διαθήκη, ο ναός υπεισέρχεται στην οικεία εκκλησιαστική αρχή. Βέβαια, στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε το κληρονομητό του κτητορικού δικαιώματος και παραχωρήθηκε στον υιό του αποβιώσαντος από το Μητροπολίτη Χίου, λόγω εθιμικού δικαίου∙ Πολ. Πρωτ. Χίου 289/1959: αναφέρει ότι «το κτητρικό δικαίωμα δεν είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας κατά την έννοια του αστικού δικαίου, αλλά ιδιόμορφο δικαίωμα». Η απόφαση μνημονεύει και τον α.ν 2200/40, ο οποίος περιέχει πρόβλεψη για τους κτητορικούς ναούς, αλλά έχει καταργηθεί από τον Κ.2/70∙ Πολ. Πρωτ. Κέρκυρας 69/2004: «Για την ίδρυση και αναγνώριση, όμως, των Μονών δεν απαιτούνταν η προηγούμενη (με τυπική πράξη) χορήγηση άδειας της πολιτείας (Κρασσά "Γενικαί Διδασκαλίαι" 1895 σελ. 278). Τούτο διότι το όλο θέμα ρύθμιζαν οι ιεροί κανόνες, που με σχετικές Νεαρές του Ιουστινιανού, αλλά και μεταγενέστερους νόμους αποτελούσαν κρατικό δίκαιο, οι οποίοι όριζαν ότι για την ίδρυση των Μονών απαιτούνταν άδεια του οικείου επισκόπου, αναπομπή από αυτόν ευχής πριν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, στη δε συνέχεια "πήξιμο" από τον ίδιο σταυρού στα θεμέλια της Μονής (Κονιδάρη "Το δίκαιο της μοναστηριακής περιουσίας" 1979 σ. 22 επ.)» {η απόφαση αναφέρεται: Αθηνά Δημοπούλου «Το ρωμαϊκό και βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο στη νομολογία των τελευταίων χρόνων», Τιμητικός Τόμος Μιχ. Π. Σταθόπουλου, Athens – Komotini 2010, p. 449-464}∙ Πολ. Πρωτ. Λευκάδας 20/2012, όπου μεταξύ άλλων μνημονεύονται και οι εκκλησιαστικοί κανόνες, στους οποίους θεμελιώνεται το κτητορικό δικαίωμα: 24 της Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας, 49 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. ΑΠ 195/80, όπου αναφέρεται ότι το κτητορικό δικαίωμα συνίσταται στο δικαίωμα διοικήσεως και διαχειρίσεως του ναού και μνημονεύονται τα προνόμια και τα καθήκοντα του κτήτορος {Σ. Ν.Τρωιάνος-Γ. Α. Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, εκδ.Σάκκουλα Αθήνα-Κομοτηνή 2003, σ.421 υπ.58 }.
 
 

Νέα

Ἡ διαστημικὴ τεχνολογία ὡς...
Ξερή πολυμάθεια
Δαμεσολάβηση και Δημόσιο...
Αναστάσεως ημέρα!Από τη...
Περιοδικό GRAECO-ARABICA:...
Ζ΄ Διεθνές Επιστημονικό...
Συνέντευξη - Αφιέρωμα
Με αφορμή το άρθρο μου για τη...
Περί θρησκευτικών κοινοτήτων
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>