Μίμηση - Προέλευση - Σημασία

2016-05-13 07:42

ΟΡΙΣΜΟΣ ΜΙΜΗΣΗΣ

Μίμηση είναι ένας σημαντικός φυσικός μηχανισμός που για να πραγματοποιηθεί  και να εκδηλωθεί στη συνέχεια, είναι απαραίτητη η αντίληψη της πράξης που πρόκειται κάποιος να μιμηθεί (Chaminade et al. , 2001). Η μίμηση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ανάπτυξης στη ζωή του ατόμου γι αυτό το λόγο, με το συγκεκριμένο τομέα ασχολήθηκαν πολλές επιστήμες όπως η Ψυχολογία, η Νευρολογία, η Κοινωνιολογία και η Επιστήμη Φυσικής Αγωγής. Βλέποντας ένα παιδί να μιμείται πράξεις, καταστάσεις, συμπεριφορές και κινήσεις μας δίνει πληροφορίες γι αυτά που γνωρίζει (Jones, 2009). Ήδη τα παιδιά από ηλικία 9 μηνών είναι ικανά για διαφοροποιημένη μίμηση, δηλαδή έχουν την ικανότητα να μιμηθούν κάτι που είδαν ή άκουσαν πολλές ώρες νωρίτερα (Cole, 2011). O Piaget πίστευε ότι η μίμηση είναι στενά συνδεδεμένη με την αφομοίωση (1962) όπως επίσης και ο Meltzoff (1990) αναφέρει η διαφοροποιημένη μίμηση των πράξεων άλλων ατόμων πάνω σε αντικείμενα κάνει την πρώτη της εμφάνιση προς το τέλος του πρώτου έτους.

Είναι άραγε έμφυτη ικανότητα η μίμηση; υπάρχει αυτόματα με τη γέννηση του ατόμου ή είναι κάτι που προκύπτει μετέπειτα με την ωρίμανση του παιδιού; Αυτά τα δύο ερωτήματα θα απαντηθούν παρακάτω. Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι η μίμηση είναι απαραίτητη και στο χώρο της κινητικής ανάπτυξης. Για να μάθει ένα παιδί ένα παιχνίδι και να το εκτελέσει σωστά πρέπει να εκτελέσει πολλές φορές τη σωστή διαδικασία προκειμένου να βγάλει σε πέρας τη δραστηριότητα. Άλλωστε κυρίως σε παιδιά ηλικίας 5-8 ετών έχουμε καλύτερα αποτελέσματα στην κινητική ανάπτυξη διαμέσου της μίμησης των κινήσεων με συχνή επανάληψη.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΜΝΗΜΗΣ

Υπάρχουν δύο εκ δια μέτρου αντίθετες απόψεις σχετικά με την εμφάνιση της μνήμης στα παιδιά. Υπάρχουν αναφορές που υποστηρίζουν ότι η μίμηση είναι μια ικανότητα που έχει ο άνθρωπος από τη γέννησή του (Myowa, Yamakes, & et al. , 2004; Ferrari et al. , 2006). Αποδείξεις από έρευνες σχετικά με τη μίμηση στα νεογέννητα υποστηρίζουν ότι κάποιος νευρολογικός μηχανισμός είναι υπεύθυνος γι αυτό σε εφήβους και παιδιά. Αυτός ο νευρολογικός μηχανισμός αποκαλείται “mirror – system”, δηλαδή σύστημα καθρέπτης και άρα είναι κάτι που κληρονομείται κατά τη γέννηση(e.g. Iacoboni et al.1999; Decety et al. 2002; Grezes et al. 2003; Iacoboni 2005; Iacoboni & Depretto 2006). H δεύτερη αναφορά σύμφωνα με τη βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η μίμηση είναι ένα δυναμικό σύστημα,  το οποίο δεν είναι παρόν από τη γέννηση κι εμφανίζεται να πηγάζει από διαφορετικά ήδη γνώσεων κίνησης γνωστικών και κοινωνικών δεξιοτήτων. Όταν τα παιδιά κατανοήσουν το σώμα τους κι αποκτήσουν έλεγχο του εαυτού τους μπορούν και να μιμηθούν (Thelen & Smith, 1994) .   Οι δυο αυτές αναφορές εμπεριέχουν κάτι κοινό. Η μίμηση δεν  παρατηρείται εύκολα στις μικρές ηλικίες. Μέχρι σήμερα δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο ποια από τις δύο αναφορές είναι η πιο ορθή. Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα και τείνει να επικρατεί χάρη στη χρήση της τεχνολογίας η οποία διευκολύνει πολλές πρόσφατες έρευνες, είναι ότι σίγουρα για τη μίμηση είναι απαραίτητοι νευρικοί μηχανισμοί. Βέβαια ας μην ξεχνάμε και αυτό που υποστήριζαν παλαιότεροι παιδαγωγοί ότι το παιδί μαθαίνει όταν αρχίζει παρατηρεί και να εξερευνεί τον κόσμο.

 

ΝΕΥΡΙΚΟΣ ΜΗΧΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΥ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΚΙ ΕΝΗΛΙΚΕΣ

Η ανακάλυψη των νευρώνων κατοπτρισμού έγινε για πρώτη φορά σε πειράματα που έλαβαν χωρα στο προκινητικό φλοιό των πιθήκων.  Σε ένα πείραμα που έγινε με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) σε πιθήκους διαπιστώθηκε ότι οι νευρώνες του προκινητικού φλοιού, περιοχή F5, ανταποκρίνονταν όταν οι πίθηκοι εκτελούσαν μια ενέργεια όπως επίσης και όταν παρατηρούσαν μια δράση.  Η αντίστοιχη περιοχή στον άνθρωπο ονομάζετα Broca’s – αριστερή κάτω μετωπιαία έλικα (Rizzolatti et al., 2001).

Σε έρευνα που έγιναν σε παιδιά προσχολικής ηλικίας (Bekkering & Wohlscha, 2001) προκειμένου να οικοδομήσουν μικρές κατασκευές διαπιστώθηκε ότι όταν το ερέθισμα εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της παρατήρησης μπορεί στη συνέχεια να απομακρυνθεί και τα παιδιά με ευκολία να επιλύσουν το πρόβλημα διότι καταφεύγουν σε σρατηγικές που βασίζονται σε δίκτυα των νευρώνων. Με την παρατήρηση καταγράφουν την κατάσταση επομένως στη συνέχεια είναι σε θέση να μιμηθούν εκ νέου. Ακόμα έρευνα με παιδιά κι εφήβους δείχνει ότι έχουμε μεγαλύτερο βαθμό αποσυγχρονισμού όταν μια πράξη λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο κοινής δράσης με άλλο πρόσωπο (kourtis et al. , 2011; Schilbach 2013). To εύρημα αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τη μίμηση συμπεριφορών στα πλαίσια κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Από έρευνες που έγιναν σε ενήλικες αποδείχτηκε ότι υπάρχει νευροφυσιολογική ένδειξη για ένα στενό δεσμό ανάμεσα σε αυτά που βλέπουμε και στις πράξεις που εκτελούμε. Σε υποκείμενα ζητήθηκε να παρατηρήσουν τις κινήσεις που εκτελούνταν από πειραματιστή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η παρατήρηση της δράσης κάποιου άλλου για μετέπειτα μίμηση συνδέεται με την ενεργοποίηση ίδιων περιοχών στο εγκέφαλο, βρεγαματικού και προκινητικού (Fadiga et al. , 1995). Έτσι έχουμε ένα σημαντικό εύρημα: κατά την παρατήρηση της δράσης το νευρωτικό δίκτυο είναι ήδη συντονισμένο για μίμηση (Decety et al. , 1997; Grezes et al., 1998, 1999).

 

 

ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΜΙΜΗΣΗΣ ΣΤΗΝ (ΚΙΝΗΤΙΚΗ) ΜΑΘΗΣΗ

Είναι γνωστό, ότι από τα παλαιά χρόνια η μέθοδος της μίμησης έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη διάδοση της γνώσης, της συμπεριφοράς, της κουλτούρας, των αθλημάτων, της εκμάθησης της γλώσσας. Όσον αφορά στην κινητική ανάπτυξη, αν πάρουμε για παράδειγμα τις πολεμικές τέχνες, τα νεαρά παιδιά μάθαιναν τις τεχνικές βλέποντας παρα μιλώντας γι αυτές. Από την άλλη εγείρεται το ερώτημα:  για να μάθεις ένα άθλημα είναι αρκετό και μόνο να παρακολουθείς; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι η παρακολούθηση έχει νόημα όταν γίνεται αμφίδρομη μορφή αλληλεπίδρασης. Ο Vygotsky (1978) αναφέρει «περισσότεροι ικανοί έφηβοι» και αυτό συνέβαινε όταν οι πιο εξελιγμένοι γνωστικά μαθητές, δίδασκαν τους υπόλοιπους σε μικρές τάξεις.

Κάποια κινητικά παιχνίδια εμπεριέχουν εξαιρετικά γρήγορες κινήσεις και δεν μπορούν να αντιγραφούν στιγμιαία. Σε αυτή την περίπτωση σπάμε την την κίνηση σε μικρότερα κομμάτια, πιο εύκολα στην κατανόηση. Η έννοια της σκαλωσιάς εισάγεται από τον Brunner (1986) . H σκαλωσιά χρησιμεύει ως αντιπροσωπευτική μορφή συνείδησης μεχρι τη στιγμή που ο μαθητής είναι σε θέση να ελέγξει τη δική του δράση μέσα από τις δικές του αισθήσεις.

Τα οφέλη της μίμησης σε ένα παιδί είναι πολλά. Πρώτον αφομοιώνουν καλύτερα τις πληροφορίες γιατί η γνώση προέρχεται από το σώμα τους, γίνεται βιωματική μάθηση. Μπορούν στην συνέχεια να αποκτήσουν προβλεψιμότητα ως προς τις κινήσεις των συμπαικτών τους ή προς άλλα ζητήματα. Η μίμηση αποδείχτηκε ότι έχει ευεργετικά αποτελέσματα και ως εργαλείο για να αυξήσει τις μνημονικές ικανότητες στην παιδική ηλικία. Επομένως τα παιδιά σύμφωνα με τον παραπάνω ισχυρισμό είναι σε θέση να μάθουν κάποια πράγματα που αφορούν στην τακτική ορισμένων αθλημάτων. Άλλωστε κατά τη διαάρκεια της προπόνησης επαναλαμβάνουν τις κινήσεις με σκοπό να τις μιμηθούν σωστά και να τις κρατήσουν στην μνήμη τους, ώστε να τις εκφράσουν ανα πάσα στγμή καταστεί αναγκαίο.

Τελος το βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι ερευνητές είναι ότι όταν παρατηρούμε μια δράση έχουμε την ιδια κινητική αναπαράσταση στο κινητικό σύστημα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτή τη διαδικασια συμμετέχουν οι ιδιοι μηχανισμοί με την προπόνηση επαναλαμβανόμενης πράξης (Fagida et al. , 1995). Τα άτομα με μεγαλύτερο βαθμό διακρανικής διέγερσης κατά τη διάρκεια παρατήρησης μιας πράξης, θα πρέπει να δείχνουν δραστηριότητα στον προκινητικό φλοιό  στην αναπαράσταση της δράσης μετά από έκθεση σε επαναλαμβανόμενη παρατήρηση. Αυτό που αναφέρουμε με λίγα λόγια  πιο πάνω ότι ήδη κατά την παρατήρηση μιας ενέργειας  το νευρωτικό δίκτυο είναι συντονισμένο για μίμηση.

Πλιάτσικα Αγλαΐα  

 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>