Μια άλλη όψη της θρησκευτικής ελευθερίας: οι αντιρρησίες συνείδησης

2018-01-01 14:34
{Εισήγηση στο πλαίσιο της εκδήλωσης με θέμα: Η θρησκευτική ελευθερία στην εποχή της Θεωρίας του Παντός - μια συνάντηση με την ομάδα νέων ερευνητών "Άρθρο 13", 15/12/2017 στο Βooks plus / Art & Coffee}
 
 
Εισαγωγικά (αντί προλόγου):
Πρόσφατα παρακολούθησα διαδικτυακά την ταινία «Hacksaw Ridge», η οποία πραγματευόταν την ιστορία ενός αντιρρησία συνείδησης. Επρόκειτο για ένα νέο Αμερικάνο 25 χρονών που κατατάχθηκε εθελοντικά στο στρατό, για να υπηρετήσει την πατρίδα του στον πόλεμο κατά των Ιαπώνων. Υπήρχε, όμως, μία ιδιαιτερότητα στην περίπτωσή του. Δεν επιθυμούσε να πιάσει όπλο, όπως και δεν το έκανε ποτέ. Η μονάδα εκστρατείας στην οποία κατετάγη προσπάθησε να του κάμψει ποικιλοτρόπως το ηθικό, για να τον απομακρύνει από τους κόλπους της, άλλοτε με σωματικά και άλλοτε με ψυχικά βασανιστήρια, ενώ δε δίστασε να τον οδηγήσει και στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Εκείνος, όμως, δε δείλιασε, δεν υπέκυψε και πήγε στον πόλεμο. Δεν σκότωσε άνθρωπο, αλλά αντίθετα, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στο πεδίο της μάχης προσέφερε περίθαλψη σε πολλούς συμπολεμιστές του. Η προσφορά του ήταν τέτοια, που στο τέλος του πολέμου τιμήθηκε μάλιστα με μετάλλιο ανδρείας και γενναιότητας.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτή την ταινία, θα ήθελα σήμερα να αναφερθώ στους αντιρρησίες συνείδησης, σε μια ομάδα ανθρώπων που είτε για λόγους θρησκευτικούς είτε για λόγους συνειδησιακούς αρνούνται είτε να στρατευτούν γενικά είτε να εκτελέσουν ένοπλη υπηρεσία στο στράτευμα ειδικότερα. Πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να προστατεύονται και αν ναι, μέχρι ποιο βαθμό πρέπει να φτάνει αυτή η προστασία; Υπάρχει πράγματι ένα δικαίωμα στην αποχή από τον ένοπλο αγώνα και αν ναι, ποια είναι τα όριά του; Έχει νόημα όλη αυτή η κουβέντα ή μήπως δε θα έπρεπε να γίνεται λόγος καν για αντιρρησίες συνείδησης; Είναι, άραγε, οι άνθρωποι αυτοί πραγματικά ιδεολόγοι ή μήπως τσαρλατάνοι και υποκριτές,  που προφασίζονται ιδεολογικά κωλύματα, ώστε να αποφύγουν τη στράτευση και εν γένει την εκπλήρωση ενός καθήκοντός του απέναντι στην πατρίδα τους1; Με την παρούσα εισήγηση μου θα προσπαθήσω συνοπτικά να παρουσιάσω το ισχύον πλαίσιο για τους αντιρρησίες συνείδησης και να απαντήσω στα ερωτήματα που τίθενται κατά διαστήματα.
 
Αντιρρησίες συνείδησης και Σύνταγμα:
Καταρχήν, το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 6 αναφέρει ότι όλοι οι Έλληνες υποχρεούνται να συμβάλλουν στην άμυνα της πατρίδας αδιακρίτως, όπως νόμος ορίζει. Κατά συνέπεια, στο περιεχόμενο της στρατιωτικής υποχρέωσης εντάσσεται η συμβολή στην άμυνα της πατρίδας γενικά και όχι μόνο με ένοπλη υπηρεσία αν ήθελε κανείς να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο ερμηνείας του γράμματος. Επειδή, όμως, είχαν διατυπωθεί ορισμένες αμφιβολίες, ο ίδιος ο συντακτικός νομοθέτης ήρθε με την αναθεώρηση του 2001 και προσέθεσε ερμηνευτική δήλωση, σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι το Σύνταγμα «δεν αποκλείει να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας».2  
 
Αντιρρησίες συνείδησης και νομοθεσία:
Ήδη από τη δεκαετία του 90' με το νόμο 2510/1997 καθιερώθηκε η άοπλη εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης3. Το διαμορφωθέν πλαίσιο συμπληρώθηκε από το νόμο 3421/2005, ο οποίος τροποποίησε μερικώς τον προηγούμενο νόμο. Τελευταία νομοθετική πρωτοβουλία αναφορικά με τους αντιρρησίες συνείδησης ήταν αυτή με το νόμο 3883/2010.
Με βάση τις παραπάνω νομοθετικές ρυθμίσεις το πλαίσιο της άοπλης εναλλακτικής θητείας έχει ως εξής:
• Οι χαρακτηριζόμενοι ως αντιρρησίες συνείδησης υποχρεούνται να εκπληρώσουν διπλάσια4 «εναλλακτική υπηρεσία» από εκείνη που θα εκπλήρωναν, εάν υπηρετούσαν ενόπλως. 
• Η εναλλακτική υπηρεσία εκπληρώνεται σε υπηρεσίες φορέων του δημοσίου τομέα και συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, σε περιοχές εκτός των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, γεννήσεως, καταγωγής ή διαμονής των ενδιαφερομένων καθώς και εκτός των μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας αστικών κέντρων που καθορίζονται με σχετική απόφαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, η οποία δε δημοσιεύεται στο Φ.Ε.Κ. 
• Προκειμένου να χαρακτηριστεί κάποιος ως αντιρρησίας συνείδησης, απαιτείται απόφαση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, ύστερα από γνωμοδότηση ειδικής επιτροπής που εξετάζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνωρίσεως των ενδιαφερομένων ως αντιρρησιών συνείδησης είτε από τα δικαιολογητικά που υποβάλλουν προς το σκοπό αυτό είτε και αυτοπροσώπως, εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Η επιτροπή αυτή είναι πενταμελής και συγκροτείται από δύο καθηγητές Α.Ε.Ι. με ειδικότητα στη φιλοσοφία ή στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες ή στην ψυχολογία, ένα σύμβουλο ή πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. και δύο ανώτερους αξιωματικούς, έναν από το στρατολογικό και έναν από το υγειονομικό σώμα του στρατού.
 
Αντιρρησίες συνείδησης και νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας:
Παρά το γεγονός ότι η  νομοθεσία για τους αντιρρησίες συνείδησης φαίνεται σχετικά απλή και δε θα περίμενε κανείς να δημιουργήσει προβλήματα στην εφαρμογή της, εντούτοις, ανέκυψαν ζητήματα, τα οποία και επέλυσε η νομολογία του ανωτάτου ακυρωτικού άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία. Ενδεικτικά, θα αναφερθώ σε τρία θέματα: α) στη συγκρότηση της επιτροπής που χαρακτηρίζει τον ενδιαφερόμενο ως αντιρρησία συνείδησης, β) στην έφεδρη θητεία κατόπιν ασπασμού διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων και γ) στην απόδειξη των θρησκευτικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων για την απαλλαγή από τη στράτευση.
Αναφορικά με τη συγκρότηση της επιτροπής διάγνωσης του αντιρρησία συνείδησης, προέκυψε πρόσφατα ζήτημα αναφορικά με τη νόμιμη συγκρότησή της σε περίπτωση απουσίας ορισμένων μελών. Ειδικότερα, με βάση το ιστορικό της 1318/2017 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, προβλήθηκε από τον προσφεύγοντα ότι στην υπόθεσή του δεν ήταν νόμιμη η συγκρότηση της, διότι παρέστησαν τέσσερα μέλη αυτής, εκ των οποίων δύο ήταν στρατιωτικοί, οι οποίοι «διάκεινται a priori δυσμενώς προς τους αιτούμενους να αναγνωρισθούν αντιρρησίες συνείδησης», ενώ απουσίαζε και ο δεύτερος καθηγητής, με περαιτέρω συνέπεια να «αλλοιώνεται» η φύση της επιτροπής. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, μεταστρέφοντας τη μέχρι τότε νομολογία του, αποδέχθηκε το σχετικό ισχυρισμό, διότι θεώρησε ότι η συγκρότηση της επιτροπής δεν εξασφάλιζε συνθήκες ανεξαρτησίας και αμεροληψίας κατά τη λήψη της απόφασης περί χαρακτηρισμού του προσφεύγοντος ως αντιρρησία συνείδησης και έτσι ακύρωσε την απορριπτική πράξη του υπουργού Εθνικής Άμυνας και ανέπεμψε στη Διοίκηση, για νέα νόμιμη κρίση, με τη συμμετοχή στην εν λόγω Επιτροπή ίσου αριθμού στρατιωτικών και καθηγητών Α.Ε.Ι.5
Αναφορικά με την κλήση σε έφεδρη θητεία κατόπιν ολοκλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεων και ασπασμού διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, τέθηκε στη νομολογία το εξής ζήτημα: Ο προσφεύγων, μετά την ένοπλη εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, κλήθηκε με Φύλλο Ατομικής Προσκλήσεως για να συμμετάσχει σε πρόγραμμα μετεκπαίδευσης εφέδρων, από 24-11-2002 έως 30-11-2002. Με αίτηση που ο αιτών απηύθυνε στην Διεύθυνση Στρατολογικού της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Εσωτερικού και Νήσων, ζήτησε να απαλλαγεί από την ως άνω υποχρέωση μετεκπαίδευσης για λόγους ανωτέρας βίας, και ειδικότερα διότι, ανήκει στο δόγμα των Μαρτύρων του ιεχωβά από 1η Αυγούστου 2002 και συνεπώς για λόγους θρησκευτικής συνείδησης δεν μπορούσε να εκπληρώσει ένοπλη υπηρεσία, επικαλέσθηκε δε τις διατάξεις του νόμου 2510/1997 που επιτρέπουν στους αντιρρησίες συνείδησης την εκπλήρωση εναλλακτικής πολιτικής υπηρεσίας Με απόφαση της η Διεύθυνση Στρατολογικού της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Εσωτερικού και Νήσων απέρριψε το ανωτέρω αίτημα του αιτούντος, με την αιτιολογία ότι τα προβαλλόμενα από αυτόν δεν συνιστούν ανωτέρα βία και τον κήρυξε ανυπότακτο. Με την προσφυγή του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ζήτησε ο προσφεύγων την ακύρωση όλων των σχετικών πράξεων που απέρριπταν το αίτημά του περί μη στρατεύσεως με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται ανωτέρα βία λόγω παλαιότερης στρατεύσεως. Το ανώτατο ακυρωτικό απεφάνθη ότι, εφόσον ο αιτών μετέβαλε θρησκευτικές απόψεις, ενστερνιζόμενος το ανωτέρω δόγμα, μετά την εκπλήρωση ένοπλης στρατιωτικής υπηρεσίας, διατελών στην κατάσταση της εφεδρείας, η μεταβολή αυτή δεν αποτελούσε λόγο αποκλεισμού του από την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου 2510/1997 περί αντιρρησιών συνειδήσεως, προκειμένου να εκπληρώσει εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία. Αρμόδιος δε για την εξέταση του αιτήματος του αιτούντος ήταν, ο έχων το τεκμήριο αρμοδιότητας Υπουργός Εθνικής Άμυνας, κατόπιν εισηγήσεως της Επιτροπής του άρθρου 20 του νόμου 2510/1997. Το σκεπτικό του δικαστηρίου στην επίδικη περίπτωση στηρίχθηκε στη συνδυασμένη εφαρμογή  της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 18 του νόμου 2510/1997, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 2 του νόμου 1763/1988, 10 της Φ.429.1/157/340105/8.9.1988 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και των άρθρων 1 και 3 της Φ. 420/202/57.842/Σ.868/12.2.1997 απόφασης του ίδιου υπουργού, όπως αυτές ερμηνεύονται, σύμφωνα με τα άρθρα 13 παρ. 1 του Συντάγματος, 9 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 18 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχουν την έννοια ότι η ένοπλη υπηρεσία στις ελληνικές ή αλλοδαπές Ένοπλες Δυνάμεις αποτελεί κώλυμα υπαγωγής στις διατάξεις του νόμου 2510/1997, μόνον, αν ο αιτούμενος την υπαγωγή του στις διατάξεις αυτές, είχε ήδη ενστερνισθεί τις ίδιες πεποιθήσεις που τον εμποδίζουν στην εκπλήρωση ένοπλης θητείας για λόγους συνειδήσεως6.
Αναφορικά, τέλος, με το ζήτημα  της απόδειξης των θρησκευτικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων για την απαλλαγή από τη στράτευση, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αποφανθεί ότι για την υπαγωγή στο εξαιρετικό καθεστώς των αντιρρησιών συνείδησης δεν αρκεί η απλή επίκληση των «τύποις» θρησκευτικών πεποιθήσεων του αιτουμένου την υπαγωγή, διότι αυτό θα οδηγούσε σε διακριτική μεταχείριση των οπαδών ορισμένων θρησκειών έναντι των λοιπών, σε αντίθεση προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 13 παρ. 4 του Συντάγματος. Αντιθέτως, για την υπαγωγή στο εξαιρετικό αυτό καθεστώς απαιτείται, εκτός από την επίκληση των ως άνω θρησκευτικών και λοιπών πεποιθήσεων, και η επίκληση και απόδειξη ότι η όλη συμπεριφορά του αιτουμένου την υπαγωγή τελεί σε αρμονία με τις επικαλούμενες πεποιθήσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν καταρχήν την εξαίρεσή του από τον κανόνα της ένοπλης θητείας. Στο πλαίσιο αυτό η θέσπιση από το νόμο τεκμηρίων, όπως η προηγούμενη εκτέλεση στρατιωτικής υπηρεσίας, η κατοχή αδείας οπλοφορίας ή κυνηγίου κ.λπ., τα οποία αντιστοιχούν σε συμπεριφορά η οποία είναι προφανώς ασύμβατη, κατά την κοινή πείρα, με τους λόγους συνειδήσεως που δικαιολογούν την εξαίρεση από την υποχρέωση ένοπλης θητείας, βρίσκεται σε αρμονία με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες, ως εξαιρετικές, πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Τούτου έπεται ότι κατά την έννοια του άρθρου 18 παρ. 4 περ. α΄ του νόμου 2510/1997, η προηγούμενη ένοπλη στρατιωτική υπηρεσία του αιτουμένου την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου περί αντιρρησιών συνειδήσεως, οποτεδήποτε και εάν έλαβε χώρα, αποκλείει την αποδοχή του αιτήματος αυτού, δεδομένου ότι από την εν λόγω ένοπλη στρατιωτική υπηρεσία συνάγεται ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι συνειδήσεως που δικαιολογούν την απαλλαγή από την υποχρέωση εκπληρώσεως ένοπλης θητείας. Η ερμηνεία αυτή των εν λόγω διατάξεων δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ούτε στις διατάξεις των άρθρων 18 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα7.
Μέσω των διατάξεων διεθνών και εθνικών νομοθετημάτων υπέρ των αντιρρησιών συνείδησης δεν ιδρύεται δικαίωμα απαλλαγής, ασκούμενο με απλή επίκληση της ιδιότητος του αντιρρησία, αλλά δυνατότητα υφισταμένη υπό τις προϋποθέσεις του νόμου8, ενώ νόμιμη προϋπόθεση για την αναγνώριση της σχετικής δυνατότητος είναι η τεκμηρίωση των σταθερών και πειστικών λόγων που δικαιολογούν την εξαίρεση από την στρατιωτική υπηρεσία. Η τεκμηρίωση, όμως, αυτή δεν μπορεί, από την φύση της, να συνίσταται σε απλή δήλωση ούτε και να συνάγεται από αρνητικά μόνον περιστατικά (μη καταδίκη για αδίκημα βίας, μη κατοχή όπλων), συντρέχοντα, άλλωστε, στην μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, αλλ' απαιτείται, κατά τρόπο θεμιτό από το νόμο, η απόδειξη ενεργητικής τηρήσεως ορισμένης συμπεριφοράς επί ικανό χρονικό διάστημα9.
 
Αντιρρησίες συνείδησης και νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
Αρχικά, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  έκανε δεκτό ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα των αντιρρησιών συνείδησης να αρνούνται την εκτέλεση της στρατιωτικής τους θητείας και δεν απαγόρευε την τιμώρησή τους από το κράτη μέλη με το σκεπτικό ότι αυτά είχαν περιθώριο εκτίμησης να αναγνωρίσουν ή μη τους τελευταίους και συνακόλουθα να καθιερώσουν εναλλακτική θητεία10. Εντούτοις, με την πάροδο του χρόνου, η νομολογία μεταβλήθηκε. Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η απόφαση Bayatyan κατά Αρμενίας, στην οποία αναγνωρίστηκε με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ότι το άρθρο 9 εφαρμόζεται αυτοτελώς και στην περίπτωση των αντιρρησιών συνείδησης11.
Στο συγκεκριμένο σημείο, κρίνεται σκόπιμο να επισημάνουμε ότι το δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα εθνικό σύστημα, το οποίο δεν προβλέπει τη δυνατότητα εναλλακτικής θητείας ούτε θεσπίζει μια αποτελεσματική και προσιτή διαδικασία με την οποία θα εξετάζεται κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απολαύσουν το δικαίωμα στην αντίρρηση συνείδησης, παραβιάζει το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ανεξάρτητα αν οι αντιρρησίες επικαλούνται της θρησκευτικές της πεποιθήσεις ή όχι12. Η προοδευτική αυτή εξέλιξη της νομολογίας οφείλεται στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι ένα κείμενο ζωντανό και δυναμικό, το οποίο μπορεί συνεχώς να ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με την εξέλιξη των εθνικών νομοθεσιών και των εκάστοτε διεθνών συνθηκών.
 
Η χώρα μας βρέθηκε τουλάχιστον δύο φορές αντιμέτωπη με ζητήματα που άπτονται των αντιρρησιών συνείδησης ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτό συνέβη στις υποθέσεις Θλιμμένος κατά Ελλάδος13 και Παπαβασιλάκης κατά Ελλάδος14.
Στην πρώτη, το δικαστήριο απεφάνθη ότι τα κράτη – μέλη έχουν το δικαίωμα να απαγορεύουν την άσκηση ορισμένων επαγγελμάτων από πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για ορισμένα αδικήματα. Η καταδίκη, όμως, για άρνηση θητείας λόγω επίκλησης θρησκευτικών ή φιλοσοφικών λόγων δεν προσδίδει μια τέτοια ηθική απαξία, ώστε κάποιος να καθίσταται ανίκανος να ασκήσει ένα επάγγελμα15. Με βάση αυτό το σκεπτικό, το δικαστήριο κατέληξε ότι αυτή η διπλή ποινή δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ανάμεσα σε αυτούς που έχουν καταδικαστεί και σε εκείνους που δεν έχουν καταδικαστεί για πράξεις θρησκευτικής ελευθερίας, αναγνωρίζοντας για τους πρώτους ένα είδος ευνοϊκής μεταχείρισης16. Βλέπουμε εδώ ότι το δικαστήριο έντεχνα απέφυγε να αναφερθεί σε θρησκευτικούς λόγους αναφορικά με τους αντιρρησίες συνείδησης17.
Στη δεύτερη, το δικαστήριο απεφάνθη ότι τα κράτη – μέλη οφείλουν  να προβλέπουν στην εσωτερική έννομη τάξη της μια διαδικασία εξέτασης αιτημάτων αναγνώρισης της ιδιότητας του αντιρρησία συνείδησης, αλλά οφείλουν να διασφαλίζουν, της, ότι η εν λόγω διαδικασία θα είναι αποτελεσματική. Κατά την ίδια, πάλι, απόφαση, μία από της ουσιαστικές προϋποθέσεις, ώστε η παραπάνω διαδικασία να θεωρείται αποτελεσματική, είναι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας των ατόμων που έχουν επιφορτιστεί με τη διερεύνηση των σχετικών αιτημάτων. Με βάση το παραπάνω σκεπτικό, το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διότι οι εθνικές αρχές παρέλειψαν στην επίδικη περίπτωση να εξασφαλίσουν τη διαδικαστική αποτελεσματικότητα και την ισοτιμία που απαιτείται κατά τη συνέντευξη των  αντιρρησιών συνείδησης σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο.
 
Επίλογος (προσωπικές σκέψεις– συμπέρασμα):
Εξ όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι το ελληνικό κράτος έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο προστασίας για τους αντιρρησίες συνείδησης, ίσως όχι τόσο πλήρες αλλά μάλλον ικανοποιητικό. Βέβαιο είναι ότι έχουν γίνει κάποια σημαντικά βήματα προς τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας18, όμως ο δρόμος είναι ακόμα ανοιχτός να συντελεσθούν και άλλες αλλαγές. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα έχει αναφέρει η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε έκθεση της αναφορικά με το άρθρο 12 του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας «Ρύθμιση θεμάτων μεταθέσεων οπλιτών, μέριμνας προσωπικού και άλλες διατάξεις», όπου επισημαίνει έξι καίριες παρατηρήσεις19:
 
1) Η διάρκεια της εναλλακτικής υπηρεσίας  δε θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη κατά 50% της διάρκειας της κανονικής στρατιωτικής θητείας.
2) Η δυνατότητα συνεχών και αλλεπάλληλων διώξεων των αντιρρησιών συνείδησης για την άρνηση εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας, κατά παραβίαση της αρχής «κανείς δε διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα» (ne bis in idem), θα πρέπει να καταργηθεί.
3) Ως προς το εποπτικό όργανο των αντιρρησιών συνείδησης, την αρμοδιότητα θα πρέπει αρχικά να έχει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, αλλά εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υπαχθούν στο καθεστώς των αντιρρησιών συνείδησης και διαγραφούν από το Στρατολογικό Μητρώο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, να υπάρχει συναρμοδιότητα των Υπουργείων Εσωτερικών και Υγείας.
4) Η αρμόδια Αρχή που θα αποφασίζει για το αν ένα άτομο θα πρέπει να εκπληρώσει εναλλακτική υπηρεσία ή όχι, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να μην περιλαμβάνει μέλη της στρατιωτικής διοίκησης.
5) Θα πρέπει να καταρτιστεί από Διυπουργική Επιτροπή ειδική λίστα Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.) κοινής ωφέλειας, οι οποίες θα περιλαμβάνονται στους φορείς στους οποίους μπορούν να υπηρετήσουν οι αντιρρησίες συνείδησης.
6) Το γεωγραφικό κριτήριο του τόπου εκπλήρωσης της εναλλακτικής υπηρεσίας θα πρέπει να υπάγεται στους ίδιους κανόνες που ισχύουν για την κανονική στρατιωτική θητεία των ενόπλως υπηρετούντων.
 
Κλείνοντας την εισήγησή μου, θα ήθελα να τονίσω ότι στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης πολιτείας, όπως και η δική μας, οφείλουμε να σεβόμαστε τα δικαιώματα και τις ελευθερίες όλων των πολιτών και πόσω μάλλον των μειοψηφιών. Εντούτοις, δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα μέσα που παρέχει ο νομοθέτης στις μειοψηφούσες ομάδες ως τρόπος για την αποφυγή των υποχρεώσεών τους απέναντι στο κράτος. Το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται αρκετά οξύ στους αντιρρησίες συνείδησης, διότι εμπλέκονται ζητήματα που δύσκολα μπορούν να γίνουν αντικείμενο κατανόησης και ρύθμισης. Τόσο οι ιδεολογικές όσο και οι θρησκευτικές αντιλήψεις είναι ζητήματα εύθραυστα, που πρέπει να προσεγγίζονται με μεγάλη προσοχή και δε θα πρέπει να οδηγούμαστε με βιασύνη σε γρήγορα συμπεράσματα αλλά θα πρέπει να τα εξετάζουμε πολυπλεύρως και πολυπρισματικώς, ώστε να καταλήξουμε ότι κάποιος βιώνει μια τέτοια συνειδησιακή σύγκρουση που να μη μπορεί να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις.
 
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε!
 
----------------------------------------------------------------------------
1.Βλ. για μια αναλυτικότερη παράθεση των προβλημάτων που τίθενται Παπαδαμάκη Α., «Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο», σελ: 55 κ. επ.
2.Βλ. Κονιδάρη Ι., «Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου», σελ: 35 κ. επ.
3.Κρίνεται ενδιαφέρον να αναφερθεί στο συγκεκριμένο σημείο η μειοψηφούσα άποψη της Συμβούλου κ. Ελένης Δανδουλάκη στην απόφαση 4508/2001 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αναφορικά με το ζήτημα της καθιέρωσης της άοπλης εναλλακτικής θητείας υποστήριξε ότι διάταξη κοινού νόμου που παρέχει μόνο σε πολίτες, οπαδούς ορισμένων θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, την ευχέρεια να εκπληρώσουν την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας με άοπλη «εναλλακτική» κοινωνική υπηρεσία, προσβάλλει ευθέως τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Και τούτο, διότι αφενός μεν είναι ανεπίτρεπτη η διάκριση των πολιτών με κριτήριο τις θρησκευτικές ή τις φιλοσοφικές δοξασίες τους, αφετέρου δε η «εναλλακτική» κοινωνική υπηρεσία, ως ισοδύναμη προς την ένοπλη στρατιωτική υπηρεσία, θα μπορούσε να καθιερωθεί μόνον υπό την μορφή παρεχόμενης προς όλους τους στρατευσίμους δυνατότητας επιλογής μεταξύ ένοπλης θητείας ή κοινωνικής υπηρεσίας.
4.Ενδεχομένως να τίθεται ζήτημα παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος). Αφ’ ης στιγμής προβλέπεται νομοθετικά η δυνατότητα εναλλακτικής θητείας κατ’ επιταγή του ίδιου του Συντάγματος, φαίνεται αδικαιολόγητη η διαφοροποίηση ως προς τη χρονική διάρκεια της εναλλακτικής με την ένοπλη θητεία (άποψη του εισηγητή).
5.Βλ. όμως και παλαιότερη νομολογία ΣτΕ, βάσει της οποίας εφ' όσον όλα τα μέλη του συλλογικού οργάνου της προαναφερομένης επιτροπής μετέχουν εις αυτό ισοτίμως, η απουσία δύο εκ των πέντε μελών του, χωρίς να επηρεάζει την απαρτία αυτού, δεν αλλοιώνει την φυσιογνωμία του (Σ.τ.Ε 2020/2003, Σ.τ.Ε. 1289/2014).
6.Βλ. Σ.τ.Ε 178/2013.
7.Βλ. Σ.τ.Ε. 1845/2007 (μειοψηφούσα άποψη).
8.Βλ. Σ.τ.Ε. 1246/2013.
9.Βλ. Σ.τ.Ε. 1289/2014.
10.Βλ. Σισιλιάνου Λ. – Α., «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ερμηνεία κατ’ άρθρο», σελ: 385.
11.Βλ. όμως απόφαση Koppi κ. Αυστρίας, στην οποία κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση των άρθρων 9 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι η θρησκευτική κοινότητα της οποίας μέλος ήταν ο προσφεύγων, δεν είχε υποβάλει αίτηση για αναγνώριση της σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία της Αυστρίας.
12.Βλ. Σισιλιάνου Λ. – Α., ό. π., σελ: 387.
13.Βλ. Thlimmenos κ. Ελλάδος, 06-04-2000.
14.Βλ. Papavasilakis κ. Ελλάδος, 15-09-2016.
15.Οι ελληνικές αρχές είχαν απαγορεύσει στον κύριο Θλιμμένο να εγγραφεί στο Σώμα Ορκωτών Λογιστών, παρά το γεγονός ότι είχε επιτύχει στο σχετικό διαγωνισμό.
16.Βλ. Σισιλιάνου Λ. – Α., ό. π., σελ: 386.
17.Σημειωτέον ότι η Ελλάδα υιοθέτησε μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης με το άρθρο 27 του νόμου 2915/2001 τη δυνατότητα άμεσης και αυτεπάγγελτης διαγραφής από το ποινικό μητρώο της καταδίκης αντιρρησιών συνείδησης για ανυπακοή ή ανυποταξία, ενώ για τους ήδη καταδικασθέντες δεν απαιτείται πλέον να προσκομίζουν βεβαίωση περί εκπλήρωσης των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, για να διορισθούν στο δημόσιο ή να ασκήσουν οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.
18.Βλ. ενδεικτικά σε ΦΕΚ ΤΕΥΧΟΣ Β΄ 294, 10-2-14, ΓΝΩΜΗ 30/2013, ΠΑΡ. 12.6, ΣΕΛ. 3718 την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που καταργεί την υποχρέωση εκπλήρωσης θητείας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για τη χορήγηση άδειας βενζινάδικου.
19.Βλ. έκθεση Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 20-01-2016. 
 

Ραφαήλ Παπασυκιώτης