Λίγα λόγια για την κατηγορία της ασέβειας στη δίκη του Σωκράτη

2016-01-31 19:07

Το έτος 399π.Χ. σηματοδότησε το τέλος της δράσης ενός από τους σημαντικότερους παράγοντες της ελληνικής φιλοσοφίας, του Σωκράτη, ο οποίος καταδικάστηκε από τους συμπολίτες του σε θάνατο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκδίκαση της υπόθεσής του από το ανώτατο δικαστήριο της εποχής, την Ηλιαία, σύμφωνα με τους δικονομικούς θεσμούς του Αττικού δικαίου, καθώς επίσης και η ουσιαστική κατηγορία εναντίον του που ήταν αυτή της ασέβειας.

Αρχικά, οι κατήγοροι του διάσημου φιλοσόφου, την ιδιάζουσα προσωπικότητα του οποίου γνωρίζουμε από γραπτές μαρτυρίες άλλων προσώπων, ήταν τρεις, ο Μέλητος, ο Άνυτος και ο Λύκων. Ο Μέλητος ήταν εκείνος που προέβη στην επίδοση της κατηγορίας τόσο στον ίδιο το Σωκράτη παρουσία δύο μαρτύρων, όσο και στον άρχοντα βασιλέα, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την προανάκριση και την άσκηση της δίωξης (με την πάροδο του χρόνου η εξουσία αυτή μετατέθηκε και στους απλούς πολίτες οι οποίοι συνεργάζονταν με τον άρχοντα). Χαρακτηριστική είναι η διάθεση χρόνου στον κατηγορούμενο προκειμένου να προετοιμαστεί για την απόκρουση της κατηγορίας, καθώς και η έλλειψη επαγγελματιών νομικών την εποχή εκείνη, γεγονός που συνεπάγεται την αυτοπρόσωπη παράσταση των διαδίκων ενώπιον της δικαστικής αρχής, πράγμα που στο δικό μας δικονομικό σύστημα συμβαίνει μονάχα υπό προϋποθέσεις. Γενικά, το σύστημα απονομής δικαιοσύνης κατά την εποχή του Σωκράτη παρουσιάζει θεμελιώδεις διαφορές από το σύγχρονο σύστημα, αφού η διαδικασία διεπόταν από αμεσότητα, ταχύτητα και συλλογικότητα (στην Αθηναϊκή δημοκρατία η άσκηση των δικαστικών λειτουργιών πραγματωνόταν από απλούς πολίτες).

Ο Σωκράτης, λοιπόν, είχε στη διάθεσή του χρόνο να προετοιμαστεί για τη διαδικασία στο ακροατήριο, ωστόσο όπως αναφέρεται στην «Απολογία» δεν τον αξιοποίησε, γεγονός το οποίο διαφαίνεται στη συνολική του παρουσία στο δικαστήριο, η οποία θα χαρακτηριζόταν ως γνήσια έκφραση της Σωκρατικής ειρωνείας. Το γιατί δεν επιχείρησε να αθωώσει τον εαυτό του θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τη φύση του κατηγορητηρίου του, το οποίο ήταν διττό. Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε αφενός για διαφθορά των νέων, αφετέρου για ασέβεια. Βέβαια, από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η πρώτη κατηγορία ήταν προέκταση της δεύτερης, αφού ο φιλόσοφος προέτρεπε του νέους σε συμπεριφορές όχι ευσεβείς κατά την Αθηναϊκή ιδεολογία. Συνεπώς η δίκη του Σωκράτη συμπεριλαμβάνεται στην τυπική διαδικασία των δικών ασέβειας. Για την ακρίβεια, η συγκεκριμένη διαδικασία καλούνταν γραφή και όχι δίκη. Αναλυτικότερα, οι τακτικές αγωγές του αττικού δικαίου διαιρούνται σε ιδιωτικές και σε δημόσιες, από τις οποίες οι ιδιωτικές απαντούσαν στον όρο δίκη και οι δημόσιες στον όρο γραφή. Στις δίκες η δίωξη διενεργούνταν από το προσβαλλόμενο πρόσωπο, ενώ στις γραφές από οποιονδήποτε πολίτη, αφού τα συμφέροντα που θίγονταν ήταν συλλογικά και αφορούσαν την ολότητα της πολιτείας (τέτοια συμφέροντα θεωρούνταν και αυτά που απέρρεαν από την ιδιοκτησία). Είναι χαρακτηριστικό ότι εισαγγελική αρχή με τη μορφή του δημόσιου κατηγόρου δρούσε μόνο σε ειδεχθή εγκλήματα.

Σχετικά, με την κατηγορία της ασέβειας, είναι απαραίτητο να ειπωθεί ότι αποτελούσε μια συνηθισμένη κατηγορία που βάραινε πρόσωπα με επιρροή στο κοινωνικό σύνολο. Τέτοια πρόσωπα ήταν ο Σωκράτης, η Ασπασία, ο Αριστοτέλης, ο Πρωταγόρας και διάφοροι άλλοι η δράση των οποίων ξέφευγε από τα προσεκτικά οριοθετημένα κοινωνικά και πολιτικά πρότυπα. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι λόγοι δίωξης ήταν καταφανώς πολιτικοί. Ο Σωκράτης, του οποίου η πολιτική θεωρία επικεντρωνόταν στο ερώτημα ποιος είναι ικανός να αναλάβει την εξουσία, ήταν προφανώς επικίνδυνος για τη διατήρηση των δομών της πολιτείας, αν συνυπολογιστεί μάλιστα ο αρνητικός ρόλος που διαδραμάτισαν ορισμένοι μαθητές του στην Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτό επειδή υποστήριζε πως την εξουσία θα έπρεπε να αποτελούν όσοι ήταν από τη φύση τους προορισμένοι να άρχουν, αφού λάμβαναν την κατάλληλη εκπαίδευση. Ήταν, λοιπόν, όντως ασεβής ο Σωκράτης και συνεπώς ένοχος, η το δικαστήριο της Ηλιαίας επέβαλε τη θανατική καταδίκη σε έναν αθώο…

Το σχετικά ελαστικό δικονομικό σύστημα, η αρχή του διακανονισμού και η αοριστία της κατηγορίας της ασέβειας σε βαθμό που να την καθιστά σε όλες τις περιπτώσεις νομικά βάσιμη, δε συμβάλλουν στην απάντηση του ανωτέρω  ερωτήματος. Ωστόσο, η διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας είναι ικανή να προσφέρει αρκετά επιχειρήματα υπέρ της αθωότητας του Σωκράτη. Κατ’ αρχήν η ασέβεια δε συνδέεται εννοιολογικά με την αίρεση. Στην εποχή του Σωκράτη δεν υπήρχε ιερό κείμενο, κανόνες και συγκεκριμένο δόγμα. Επίσης, τα ιερατικά καθήκοντα ασκούνταν με συγκεκριμένη θητεία από όλους και όχι κατ’ επάγγελμα. Το αν, λοιπόν, κάποιος ήταν ευλαβής η ασεβής κρινόταν βάσει των ιεροτελετουργικών καθηκόντων που έπρεπε να τελεί καθημερινά, τα οποία συγκεντρώνονταν στις προσευχές και στις θυσίες προς τους θεούς. Ο Σωκράτης επέκρινε αυτές τις πρακτικές με το επιχείρημα ότι η σχέση με τα θεία δε θα έπρεπε να αποτελεί μια πρακτική ανταπόδοσης, αλλά μια προσπάθεια εκπλήρωσης της βούλησης του θεού στο επίπεδο της συλλογικής και ατομικής δράσης (βέβαια αυτή είναι η μία μόνο έκφανση της ευσέβειας, όπως παρουσιάζεται στον Πλατωνικό διάλογο Ευθύφρων). Δεν ήταν άθεος, συνεπώς, δεν απέρριπτε τους θεούς της πολιτείας. Εξάλλου, ακόμη και στις περιπτώσεις αθεΐας και αγνωστικισμού παρατηρούνταν ελαστικότητα ως προς την αντιμετώπιση. Ο Σωκράτης υπήρξε θρησκευόμενος με τρόπο όμως εξαιρετικά διάφορο από τον ανεκτό.

Επιπρόσθετα, ως προς την κατηγορία της εισαγωγής καινών δαιμονίων, το μόνο μεμπτό στοιχείο που μπορεί να παρατηρηθεί είναι η ερμηνεία της συμπεριφοράς του Σωκράτη ως υπόνοια άμεσης σύνδεσής του με το θείο. Κατά τα άλλα, η αθηναϊκή κοινωνία ήταν πολυθεϊστική σε βαθμό που ο καθένας δεν μπορούσε να γνωρίζει όλες τις θεότητες που υπήρχαν, απλώς υφίσταντο κάποιες, οι οποίες προσφέρονταν για δημόσια λατρεία. Οπότε το ποιο ήταν το συμφέρον εξόντωσης ενός μεγάλου σε ηλικία ανθρώπου μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην επίδραση που ασκούσε στον περίγυρό του. Ωστόσο ούτε η θανατική του καταδίκη ήταν ικανή να εξαλείψει τα αποτελέσματα της δράσης του.

Ένα ευρύτερο συμπέρασμα που θα μπορούσε να προκύψει από το ζήτημα της Σωκρατικής καταδίκης είναι η χρήση της θρησκείας ως μέσου χειρισμού των συνειδήσεων και των πρακτικών διαβίωσης ακόμα και σε μια δημοκρατική πολιτεία. Η ιστορία πάντως έχει δείξει ότι αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα αρνητικό στοιχείο, αφού διασφαλίζει την ενότητα ιδίως σε δυσχερείς στιγμές. Βέβαια, τα όρια μεταξύ μιας «καλής» και μιας «κακής» χρήσης της μάζας είναι δυσδιάκριτα, γεγονός που συνεπάγεται την καλλιέργεια της ικανότητας κριτικής επισκόπησης της δράσης των κατεχόντων την εξουσία και φυσικά των επικρατουσών ιδεολογιών, ώστε να αποφεύγονται βιαστικές καταδίκες των διάφορων «Σωκρατών» που υπάρχουν και που θα υπάρξουν…

 

(Για τη συγγραφή του άρθρου άντλησα πληροφορίες από τα εξής: «Σωκράτης, η ζωή του, ο θάνατός του» ROBIN WATERFIELD, «Αρχαίο ελληνικό δίκαιο» ARNALDO BISCARDI, για την εικόνα https://imverias.blogspot.gr/)   

 

Παλιούρα Ελένη