Η υπ’ αρ. 3003/2014 ΟλΣτΕ και η συνταγματική κατοχύρωση των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας

2018-04-11 13:25

του Αλεβίζου Χρήστου

Η υπ’ αρ. 3003/2014 αποτέλεσε και αποτελεί μέχρι σήμερα σημαντικό σημείο αναφοράς και πηγή ποικίλων νομικών σχολιασμών σχετικά με τα ζητήματα στα οποία επαφίεται. Πέραν της στέρησης εκτελεστότητας των εκκλησιαστικών «ποινών» που στερούνται διοικητικού περιεχομένου υπό την έννοια ότι επηρεάζουν τη σχέση δημοσίου δικαίου του θρησκευτικού λειτουργού με την Εκκλησία, ένα σημαντικό θέμα που πραγματεύτηκε η υπ’ αρ. 3003/2014 ΟλΣτΕ είναι η συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, ένα θέμα που αφορά τόσο το εκκλησιαστικό δίκαιο όσο και τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές. Οι απόψεις σχετικά με την ερμηνεία των παραπάνω κανόνων διχάζονται μέχρι σήμερα, καθώς το ελληνικό κράτος αξίωνε διαχρονικά την επέμβαση με οποιαδήποτε μορφή στη διοίκηση της Εκκλησίας, ενώ αντίθετα η Εκκλησία υποστήριζε ότι είναι αδύνατη η διάκριση μεταξύ δογματικών και διοικητικών κανόνων εκ μέρους της πολιτείας.

Η αίτηση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω σπουδαιότητας, και αξίωσε την ακύρωση της υπ’ αρ. 1/14.05.2009 αποφάσεως Πρωτοβάθμιου δι’ Αρχιερείς Συνοδικού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την τελευταία, αποφασίσθηκε η καθαίρεση Μητροπολίτη από το αρχιερατικό του αξίωμα και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 160 του Ν.5383/1932. Ο αιτών υποστήριξε ότι το άρθρο 160 του Ν. 5383/1932 «αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3 και 13 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος», καθώς και στην αρχή της ισότητας, λόγω του ότι οι διατάξεις περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων που εφαρμόζονται στην Εκκλησία της Ελλάδος δεν αφορούν τα διαφορετικά εκκλησιαστικά καθεστώτα της ελληνικής επικράτειας. Επιπλέον, λόγω του ότι το κυρίαρχο ζήτημα που προβλήθηκε ήταν η λύση της υπηρεσιακής σχέσεως και η επίδρασή της στα απορρέοντα από αυτήν δικαιώματα υποστηρίχθηκε η παραβίαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ:

«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». 
 

Το Δικαστήριο απεφάνθη την απορριψη της αίτησης ακυρώσεως.

Βάσει του άρθρου 3 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος:
«1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.
2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.»
 
Από τη διατύπωση του άρθρου προκύπτει ότι σαφώς και κατοχυρώνονται οι ιεροί συνοδικοί και αποστολικοί κανόνες και οι παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνταγματική, όμως, αυτή κατοχύρωση, αναφερόμενη στους ιερούς κανόνες και τις παραδόσεις που ανάγονται στο δόγμα, δεν επεκτείνεται και στους ιερούς εκείνους κανόνες που άπτονται ζητήματα διοικητικής φύσης κατά τη νομολογία του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση απόφαση, λοιπόν, επεκτείνει τη συνταγματική κατοχύρωση αυτή και στους κανόνες που περιέχουν βασικούς διοικητικούς θεσμούς της Εκκλησίας:
 
«16. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί (Σ.τ.Ε. 2569/1990, 5057/1987 7μ., 3178/1976 Ολομ., 609/1967 Ολομ. κ.ά.), με το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνονται οι ιεροί κανόνες και οι παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνταγματική όμως αυτή κατοχύρωση, αναφερόμενη στους ιερούς κανόνες και τις παραδόσεις που ανάγονται στο δόγμα, στη σφαίρα του οποίου εκδηλώνονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Εκκλησίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επεκτείνεται και στους ιερούς κανόνες και τις παραδόσεις που αναφέρονται σε ζητήματα διοικητικής αποκλειστικά φύσεως. Γιατί τα ζητήματα αυτά, υφιστάμενα επίδραση από τη διαδρομή του χρόνου και τις νεότερες αντιλήψεις, είναι κατ’ ανάγκη μεταβλητά για το κοινό συμφέρον της Εκκλησίας και της Πολιτείας και ρυθμίζονται, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας, κατ’ επιταγή του άρθρου 72 παρ. 1 του Συντάγματος, από τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος όμως, κατά το πνεύμα των διατάξεων αυτών, δεν μπορεί με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας ή άλλα ειδικά νομοθετήματα να χωρήσει σε θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών καθιερωμένων παγίως από μακρού χρόνου στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Εν προκειμένω, ο αιτών προβάλλει ότι το άρθρο 160 του ν. 5383/1932 αντίκειται σε σειρά ιερών κανόνων, ουσιαστικών και διαδικαστικών, στο μέτρο που επιτρέπει την καθαίρεση ως διοικητικό μέτρο, χωρίς τη μεσολάβηση κρίσεως του αρμοδίου εκκλησιαστικού δικαστηρίου και χωρίς τις σχετικές με τη διαδικασία ενώπιόν του εγγυήσεις. Οι ιεροί όμως κανόνες που επικαλείται ο αιτών αφορούν αμιγώς διοικητικής φύσεως ζητήματα, σχετικά με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία καθαιρέσεως των κληρικών και δη των αρχιερέων. Τα ζητήματα αυτά δεν αναφέρονται ούτε στο δόγμα ούτε συνθέτουν βασικό διοικητικό θεσμό της Εκκλησίας. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι κανόνες αυτοί ρυθμίζουν τα ζητήματα της καθαιρέσεως κατά τρόπο αποκλειστικό, απαγορεύοντας στο νομοθέτη τη θέσπιση διοικητικών μέτρων που διασφαλίζουν το κύρος και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας. Ενόψει αυτών, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.»
 
Με βάση, συνεπώς, τη διάκριση των Ιερών Κανόνων που πραγματοποίησε το ΣτΕ σε δογματικούς και διοικητικούς, η συνταγματική κατοχύρωση αφορά μόνο τους δογματικούς και τους θεμελιώδεις διοικητικούς θεσμούς, διότι οι διοικητικοί κανόνες είναι από τη φύση τους επιδεκτικοί τροποποίησης. Η διάκριση των Ιερών Κανόνων, ωστόσο, σε δογματικούς και διοικητικούς πέραν του ότι δημιουργεί σύγχυση ως προς τον χαρακτήρα της πηγής του εκκλησιαστικού δικαίου, προκαλεί ανασφάλεια ως προς την ισχύ τους, ενόσω δεν αναγνωρίζεται η συνταγματική τους κατοχύρωση συνολικά. Πολλές φορές η κατηγοριοποίηση των Ιερών Κανόνων δεν είναι ευχερής, αφού αυτό θα συνέβαινε μόνο αν αφορούσαν αποκλειστικά διοικητικής ή δογματικής φύσεως ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή ότι κατόπιν στάθμισης κύρους και εύρυθμης λειτουργίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου της Εκκλησίας με τους ιερούς κανόνες περί καθαίρεσης, υπερισχύει η "δημόσια υπηρεσία", όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, καθιστά την τελευταία πολύ σημαντική για τη διαμόρφωση σχέσης κανονικού και πολιτειακού εκκλησιαστικού δικαίου. Δημιουργεί, πάντως, σύγχυση, αφού η διάκριση των ως άνω κανόνων είναι οριακή, αν όχι δυσχερής, κάποιες φορές. Είναι ξεκάθαρο ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει τους ιερούς κανόνες, αλλά δεν κάνει λόγο για δογματικούς και διοικητικούς. 
Να σημειωθεί πάντως ότι το ζήτημα της αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας κατά τη διαμόρφωση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας από το ΕΔΔΑ (δικαίωμα θρησκευτικής αυτονομίας που περιλαμβάνει τη θρησκευτική αυτοδιοίκηση) τοποθετεί στο παρελθόν την προγενέστερη ερμηνεία του άρθρου 3 παρ. 1 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι πλέον το ποιοι κανόνες είναι διοικητικοί ή δογματικοί, αλλά η αυτονομία της Εκκλησίας απέναντι στο κράτος σε ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας της εντός του.
 
 

Επαφή

arthro 13

13arthro@gmail.com

Αναζήτηση στο site

Αφιερώματα

Άρθρο 13: Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου

Article 13...     THE CONSTITUTION OF GREECE In the name of the Holy and Consubstantial and Indivisible Trinity   Article 13 1. Freedom of religious conscience is...

Αφιέρωμα για τα 6 χρόνια λειτουργίας

  EDITORIAL   "Πριν από δύο χρόνια καλοί φίλοι και συμφοιτητές νιώσαμε την ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα χώρο που θα φιλοξενεί το αντικείμενο που αγαπήσαμε, ένα χώρο προσβάσιμο σε...

Αφιέρωμα στον Άγιο Νεκτάριο

της Ολυμπίας-Μαρίας Ποντίκη,  Νομικού, ΜΦ Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας ΕΚΠΑ    Ο Άγιος Νεκτάριος είναι  Ένας  μάρτυρας. Η ζωή όλων των χριστιανών...

Από την Παρουσίαση του Τόμου Πρακτικών Ζ’ Διεθνούς Συνεδρίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

της Ελένης Παλιούρα     *Οι εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ» διοργάνωσαν την Τετάρτη 22 Ιουλίου στις 9 το βράδυ, τη διαδικτυακή παρουσίαση του Τόμου των Πρακτικών του Ζ´ Διεθνούς Συνεδρίου...

Εθνική ταυτότητα και ανθρώπινα δικαιώματα: Το διαχρονικό μήνυμα του Αγίου Κοσμά

του Κωνσταντίνου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονα {Πηγή: HUFFPOST} Στις 24 Αυγούστου 1779, στο Κολικόντασι της τουρκοκρατούμενης τότε Βορείου Ηπείρου, απαγχονίσθηκε με εντολή του Κουρτ Πασά ο Άγιος...

Θρησκευτική ουδετερότητα - Προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος

του Ιωάννη Καστανά τα άρθρα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Το άρθρο 3 του Συντάγματος εμποδίζει το ελληνικό Κράτος να είναι ουδετερόθρησκο; Αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα κορυφώνεται η...

Νέα Γένεση: Ανάσταση στον κήπο στο μέσο της Γης

του Δημητρίου Αλεξόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και  Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   «Μία ὑπῆρχεν, ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος, καὶ ἐν τάφῳ, καὶ ἐν τῇ...

© 2024 ΑΡΘΡΟ 13 (All Rights Reserved)

Υλοποιήθηκε από Webnode