Η θέση του όρκου στην σύγχρονη έννομη τάξη

2017-10-27 23:30

Η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί σήμερα ένα από τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και συνίσταται στην παροχή νομικών εγγυήσεων εκ μέρους της Πολιτείας για την ακώλυτη διαμόρφωση και εκδήλωση της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών. Κατοχυρώνεται πλέον όχι μόνο στο άρθρο 13 του Συντάγματος που ορίζει στην παράγραφο 1 ότι  «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.»,  αλλά και στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Η τελευταία, που κυρώθηκε από τη χώρα μας με το ΝΔ 53/1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ελληνικού εσωτερικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναφέρει στην παράγραφο 2 «Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων».

Μία από τις εκφάνσεις της θρησκευτικής ελευθερίας είναι και το δικαίωμα να μην εξαναγκάζεται κανείς σε πράξεις ή παραλείψεις αντίθετες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Απαγορεύεται τόσο ο εξαναγκασμός σε ενέργεια που απαγορεύεται, όσο και η παρακώλυση συμπεριφοράς που επιβάλλεται από συγκεκριμένη θρησκεία. Έτσι, με βάση το άρθρο 13 παρ.5 του Συντάγματος «Κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.». Η ρύθμιση, επομένως, ανατίθεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος οφείλει να προβλέψει νομοθετικά τον όρκο, χωρίς όμως να υποχρεώνεται κανένας Έλληνας πολίτης να ορκιστεί, εφόσον με αυτό τον τρόπο θίγεται ο πυρήνας της θρησκευτικής του ελευθερίας.

Ο όρκος διακρίνεται πια σε θρησκευτικό και πολιτικό. Ο θρησκευτικός όρκος δίνεται από χριστιανούς ορθοδόξους, οπαδούς άλλων θρησκειών ή δογμάτων και κληρικούς. Ο πολιτικός όρκος, αντιθέτως, είναι η επίκληση της τιμής και της συνείδησης του προσώπου ενώπιον της αρμόδιας Αρχής και δίνεται από άτομα που είναι άθρησκα ή άθεα, που η θρησκεία στην οποία πιστεύουν τους απαγορεύει να δίδουν όρκο και τέλος από εκείνους που αρνούνται για οποιονδήποτε λόγο να αποκαλύψουν τα θρησκευτικά τους πιστεύω.

Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν ασχοληθεί επί μακρόν με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ενδεικτική είναι η απόφαση του ΣτΕ 2601/1998 που αφορά στην ορκωμοσία φοιτητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην προκειμένη περίπτωση φοιτητής Χριστιανός Ορθόδοξος με αίτησή του προς τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας  ζήτησε την απαλλαγή του από την ορκωμοσία επικαλούμενος λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Ο Πρόεδρος απέρριψε την αίτηση του φοιτητή ισχυριζόμενος ότι για την χορήγηση του πτυχίου του απαιτείται ορκωμοσία. Ο τελειόφοιτος, τότε, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, αφού εξέτασε λεπτομερώς την υπόθεση, ακύρωσε την πράξη του Προέδρου του Τμήματος, που υποχρέωνε τον αιτούντα να δώσει την καθομολόγηση του άρθρου 192 του ν.5343/1932 προκειμένου να καταστεί πτυχιούχος. H αιτιολογία ήταν ότι αυτή η καθομολόγηση έχει τον τύπο του θρησκευτικού όρκου κι η δόση του προσβάλλει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία εκείνου που για λόγους θρησκευτικής συνείδησης αρνείται να ορκισθεί. Η απόφαση στηρίχθηκε στα άρθρα 13 παρ. 1,5 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ.

Εξάλλου, και τα άρθρα 408 ΚΠολΔ και 218 ΚΠΔ λαμβάνουν υπόψη τόσο την ύπαρξη όσο και το είδος της θρησκευτικής συνείδησης των μαρτύρων που προσέρχονται, για να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων. Προβλέπουν τη δυνατότητα των μαρτύρων να δώσουν είτε θρησκευτικό όρκο που αρμόζει στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις είτε πολιτικό όρκο «επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους».

Το ίδιο το Σύνταγμα, τέλος, υποχρεώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να δώσει θρησκευτικό όρκο κατά τον τύπο του ορθοδόξου δόγματος σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ.2 («Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού.»), χωρίς να παρέχεται εναλλακτική λύση σε περίπτωση που πρόκειται για άθεο ή αλλόθρησκο. Οι βουλευτές, πάντως, υποχρεούνται να ορκιστούν κατά τον τύπο του δόγματος ή του θρησκεύματος που πρεσβεύουν κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους (άρθρο 59 παρ.2 του Συντάγματος). Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι δύναται να δοθεί πολιτική διαβεβαίωση, ώστε να μην παραβιάζεται το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής συνείδησης.

 

 

(ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Δαγτόγλου  Π. «Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά δικαιώματα» εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Κονιδάρης Ι. «Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου» εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ)

 

Γράφει η Γρίβα Λίνα, τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής σχολής ΑΠΘ