Η Συνταγματική ρύθμιση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας

2020-04-24 05:45

του Φώτη Κραλίδη

*Πρώτη δημοσίευση: Expressis Verbis Law Journal- Τόμος 3 (2019), σ.53-57.

1.Εισαγωγή

    Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι μια περιληπτική και συνάμα όσο το δυνατόν πληρέστερη παρουσίαση του συστήματος των συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων του Ελληνικού Κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, όπως αυτές τυποποιούνται στο άρθρο 3 του ισχύοντος Συντάγματος. Η παρουσίαση αυτή θα λάβει χώρα υπό το πρίσμα της επίσης συνταγματικής τυποποίησης και κατοχύρωσης του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας στο άρθρο 13 παρ.1 και 2 του Συντάγματος. Θα εξετασθεί το κατά πόσο οι δύο ανωτέρω ρυθμίσεις του Συντάγματος, δηλαδή της κορυφής και της βάσης της έννομης τάξεώς μας, έρχονται σε σύγκρουση προκαλώντας κανονιστική σύγχυση ή μπορούν να συνυπάρξουν και αντί επιλόγου θα επιχειρηθεί μία σύντομη τοποθέτηση στο ζήτημα της μελλοντικής τροποποίησης του άρθρου 3 του Συντάγματος.

2.Από την απόλυτη «Πολιτειοκρατία» στην «νόμω κρατούσα Πολιτεία»

    Εξετάζοντας κανείς τις νομικές σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας κατά την Νεοελληνική περίοδο μέχρι και την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 και πάρα τις επιμέρους διαφοροποιήσεις κάθε ιστορικής περιόδου, μπορεί να εξάγει το εξής συμπέρασμα: από την μια για λόγους ιστορικούς, όπως η προσφορά της Εκκλησίας στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, καθώς και του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, αλλά και αναγόμενους σε μια από αιώνων βυζαντινή παράδοση συναλληλίας, δηλαδή αρμονικής συνύπαρξης και συνεργασίας, μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, στην νεοελληνική περίοδο υπήρξε ένας στενός δεσμός μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, τουλάχιστον μέχρι το 1975. Ωστόσο, αυτός ο δικαιολογημένος εν πολλοίς δεσμός, συχνά έτεινε να μετατρέπεται σε ένα ασφυκτικό καθεστώς πολιτειοκρατίας, που ξέφευγε από την θεμιτή σε ένα κράτος δικαίου αξίωση να είναι πρωταρχική στις σχέσεις των δύο θεσμών η κρατική βούληση, και κατέληγε σε αυθαίρετες και υπερβολικές πολιτειακές παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας, που δυστυχώς γίνονταν ανεκτές από την τελευταία, συχνά ελέω της παραχώρησης προνομίων. Δεν είναι δίκαιο να αναφερθούμε ενδεικτικά σε ιστορικά παραδείγματα, όπως το βαυαρικής αντιβασιλείας εμπνεύσεως Διάταγμα της 4ης Αυγούστου του 1833, που -εκτός της παροχής της Αυτοκεφαλίας- όριζε ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας τελούσε «υπό την κυριαρχία του -ρωμαιοκαθολικού- Βασιλέως»1, ή το αντικανονικό σύστημα διοίκησης που επέβαλλε το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου, αρχικά με τον Α.Ν 3/1967 και εν συνεχεία με το Β.Δ 291/1967, που εκτός από την κατάλυση της Εκκλησιαστικής Διοίκησης, απαιτούσε και την «εκλογή ενός Αρχιεπισκόπου φιλικώς διακειμένου προς την νέαν κατάστασιν»2, καθώς αμφότερα έλαβαν χώρα σε μη ομαλές ιστορικές περιόδους. Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε ότι υπό την ισχύ των ρυθμίσεων του Συντάγματος του 1952 για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, που δεν απέκλιναν από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις των προηγούμενων ελληνικών Συνταγμάτων (1844,1864,1911), αναγκάστηκε κατ´απαίτησην του τότε Πρωθυπουργού σε παραίτηση ο προσφάτως -τότε- ενθρονισθείς Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιάκωβος, το 1962, ενώ με μία νομοθετική ρύθμιση του 1966 θεσπίστηκε για πρώτη φορά όριο ηλικίας για απομάκρυνση από τον μητροπολιτικό θρόνο και πιο συγκεκριμένα το 80ο έτος, προκαλώντας την αναγκαστική απομάκρυνση έξι Αρχιερέων έναν χρόνο αργότερα και δημιουργώντας βαθιά εσωτερική κρίση στους κόλπους της Εκκλησίας.3

    Με το Σύνταγμα του 1975 επιχειρείται για πρώτη φόρα στην ελληνική συνταγματική ιστορία μια ώριμη μετατόπιση προς ένα σύστημα πιο χαλαρών πολιτειοκρατικών σχέσεων μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και της Ελλαδικής Εκκλησίας -γεγονός που προκύπτει μέσα από μια πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν παράλληλα με την τυποποίηση των ανωτέρω σχέσεων στο άρθρο 3 του Σ.- και που ορίζεται στην θεωρία ως σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας»4.

    Ας απαριθμήσουμε, λοιπόν, τις κυριότερες συνταγματικές αλλαγές που επέφερε η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή με την ψήφιση του νέου Συντάγματος του 1975 στην κατεύθυνση προς ένα ηπιότερο πολιτειοκρατικό σύστημα ένωσης των δύο θεσμών και οι οποίες παραμένουν εν ισχύ μέχρι και σήμερα. Πρώτον, ο ΠτΔ, ως ο ανώτατος και αιρετός πλέον άρχων της χώρας, δεν υποχρεούται να ανήκει στο ανατολικό ορθόδοξο δόγμα, σε αντίθεση με τα άρθρα 47,51 και 52 του Συντάγματος του 1952, που αφορούσαν στον Βασιλιά, στον Αντιβασιλέα και στον Επίτροπο του ανήλικου Βασιλιά, καθώς μια τέτοια δέσμευση θα προσέκρουε στα άρθρα 4παρ.1 και 2, 5παρ.1 και 2 και 13παρ.1 του Συντ.. Δεύτερον, ο όρκος του ΠτΔ κατά την ανάληψη των καθηκόντων του δεν περιλαμβάνει κατά το άρθρο 33παρ.2 του Συντ. καμία αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία, εν αντιθέσει με το άρθρο 43παρ2 του Συντ. του 1952. Τρίτον, το άρθρο 13παρ.2 εδ.γ΄ εισάγει γενική συνταγματική απαγόρευση του προσηλυτισμού έναντι οποιασδήποτε γνωστής θρησκείας, όταν το άρθρο 1 του Συντ. του 1952 απαγόρευε ρητά τον προσηλυτισμό μόνο σε βάρος της επικρατούσας θρησκείας. Τέταρτον, δεν επαναλαμβάνεται η διατύπωση του άρθρου 16παρ2 του Συντ. του 1952, σύμφωνα με την οποία κεντρικός ιδεολογικός προσανατολισμός της ελληνικής παιδείας υπήρξε ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, και προτιμάται μια γενικότερη και πιο ουδέτερη διατύπωση περί «ανάπτυξης της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης». Και πέμπτο και τελευταίο, το άρθρο 14παρ.3 του Συντ. του 1975, κινούμενο στο ίδιο πνεύμα με το άρθρο 13παρ.2 εδ.γ΄, καθιερώνει ως επιτρεπτή γενικώς την κατάσχεση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για εφημερίδες ή άλλα έντυπα, που προσβάλλουν όχι μόνο την χριστιανική αλλά και κάθε άλλη γνωστή θρησκεία, σε αντίθεση με το αντίστοιχο άρθρο 14παρ.2 του Συντ. του 1952, που προστάτευε πάλι μόνο την επικρατούσα θρησκεία.

    Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν την προαναφερθείσα επιχειρούμενη χαλάρωση των σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας με το Σύνταγμα του 1975, που, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν προσεγγίζει την έννοια του χωρισμού των δύο θεσμών, αφού το άρθρο 3 του Συντ. ρυθμίζει αναλυτικά τις σχέσεις μεταξύ των δύο θεσμών στο πλαίσιο του συστήματος της «νόμω κρατούσης πολιτείας», σύστημα στο όποιο θα αναφερθούμε εκτενώς από εδώ και πέρα, ενώ με βάση το άρθρο 72παρ.1 του Συντ. επαφίεται στον κοινό νομοθέτη η ρύθμιση με τυπικό νόμο βασικών εκκλησιαστικών ζητημάτων, εξ’ ου και προέκυψε ο ψηφισμένος από την ολομέλεια της βουλής και εν ισχύ σήμερα Ν590/1977, γνωστός και ως «Καταστατικός Χάρτης», που ρυθμίζει τον βασικό και κύριο όγκο των εσωτερικών ζητημάτων της Εκκλησίας. Με τον τελευταίο νόμο επετεύχθη και ένα σημαντικό ρήγμα στον πολιτειοκρατικό χαρακτήρα των σχέσεων των δύο θεσμών, καθώς αναγνώρισε ρητά την δυνατότητα στην εκκλησία ως Ν.Π.Δ.Δ. να εκδίδει κανονιστικές πράξεις, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 43παρ.2εδ᾽β του Συντ. για την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της διοίκησής της.5

3.Το άρθρο 3 του Συντάγματος

    Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η αναφορά σε «επικρατούσα θρησκεία», σύμφωνα με την κρατούσα στην θεωρία αντίληψη, δεν θεσμοθετεί ούτε επίσημη ούτε κρατική θρησκεία, αλλά εισάγει μια έννοια με καθαρά διαπιστωτικό και πραγματολογικό χαρακτήρα από την μια, αναγνωρίζοντας ότι οι Έλληνες στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, καθώς και με ιστορικό και συμβολικό περιεχόμενο, αναγνωρίζοντας τους διαχρονικούς δεσμούς του Έθνους με την Ορθοδοξία και τον Χριστιανισμό γενικότερα.6

    Πέραν τούτου, βασικό ερμηνευτικό ζήτημα που εισάγει το άρθρο 3 του Συντ., είναι το εύρος της συνταγματικής προστασίας των ιερών κανόνων. Μια πρώτη διαπίστωση που κάνουμε ιστορικοερμηνευτικά, είναι ότι η βούληση του συντακτικού νομοθέτη συνίστατο στο να κατοχυρωθούν με το άρθρο αυτό και να εξοπλισθούν με ανώτατη τυπική ισχύ μόνο εκείνοι οι κανόνες του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξης του 1928, που αναφέρονταν στην διαδικασία συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ώστε να αποφευχθεί μελλοντικά το φαινόμενο των «αριστίνδην» Συνόδων και της κατάλυσης της εκκλησιαστικής κανονικότητας.7

    Η ερμηνεία του άρθρου 3παρ.1 εδ.β΄ του Συντ. δίχασε διαχρονικά την θεωρία και την νομολογία ως προς το εάν η συνταγματική κατοχύρωση αφορά μόνο τους πνευματικούς κανόνες –τους κανόνες δηλαδή μόνο της χριστιανικής διδασκαλίας και του ορθοδόξου δόγματος– ή εάν εκτείνεται και στους εσωτερικούς κανόνες διοικητικής φύσεως. Μια πορεία μακρόχρονων θεωρητικών αντιπαραθέσεων και διιστάμενων σχετικών αποφάσεων του ΣτΕ για το ζήτημα αυτό λήγει τα πρώτα χρόνια της ισχύος του Συντάγματος του 1975 με μια σειρά πανομοιότυπων αποφάσεων του ΣτΕ παγιώνοντας μια νομολογία επί του θέματος από την οποία το ανώτατο αυτό δικαστήριο ουδέποτε απέστη έκτοτε.8 Κοινή συνιστάμενη της νομολογίας αυτής αποτελεί η παραδοχή πως κατοχυρώνονται συνταγματικά και άρα δεν μπορούν να τροποποιηθούν με παρέμβαση του κοινού νομοθέτη όλοι οι πνευματικοί κανόνες της Εκκλησίας, αλλά και οι θεμελιακοί κανόνες της Εκκλησιαστικής Διοίκησης, που έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπο σταθερό και μακροχρόνιο μέσα στην εκκλησιαστική ζωή. Βασική συνεισφορά της ερμηνείας αυτής, στην οποία προέβη το ΣτΕ, ήταν ότι αναγνώρισε τη δυνατότητα στην Εκκλησία να επικαλείται το δικαίωμα του άρθρου 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας και την απορρέουσα από αυτό αξίωση για απουσία κρατικής παρέμβασης στον πυρήνα της πίστης και της εκκλησιαστικής ζωής, προκειμένου να καθορίζει η ίδια ποιοι κανόνες εμπίπτουν στην σχετική συνταγματική προστασία.9 Είναι,βέβαια, αυτονόητο ότι οι ερμηνευτές του δικαίου, δηλαδή οι δικαστές, υποχρεούνται να ελέγχουν το κατά πόσο ο εκάστοτε κανόνας που υποδεικνύει η Εκκλησία δικαιολογημένα προστατεύεται από το άρθρο 3 του Συντ.

4.Το συνταγματικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας

    Στην ελληνική έννομη τάξη το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας θεμελιώνεται πέρα από τις γενικές διατάξεις του άρθρου 2παρ.1 του Συντ., που κατοχυρώνει τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του άρθρου 5παρ.1 που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, καθώς και πέρα από τις σχετικές ρυθμίσεις κυρωμένων διεθνών συνθηκών, όπως ο Χάρτης του ΟΗΕ και η Οικουμενική διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και το λεπτομερές άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α και την αντίστοιχη διάταξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ , με ειδικό, σαφή και επαρκέστατο τρόπο στο άρθρο 13 του Συντ., το όποιο, μάλιστα, σε ένα σημαντικό μέρος ανήκει στον σκληρό μη αναθεωρήσιμο πυρήνα του ελληνικού Συντάγματος κατά το άρθρο 110παρ.1. Η κατοχυρωμένη στο άρθρο αυτό αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας συνιστά έννοια ευρύτερη της ανεξιθρησκείας, που συνίσταται στην απάθεια και την αδιαφορία της οργανωμένης Πολιτείας για την θρησκευτικότητα των πολιτών της.

    Το ελληνικό κράτος, συγκεκριμένα με το άρθρο 13 του ισχύοντος Συντάγματος, εγγυάται θεσμικά πως όχι μόνο θα απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να εμποδίσει τους πολίτες να διαμορφώνουν εσωτερικά, αλλά και να εκδηλώνουν εξωτερικά την θρησκευτική τους πίστη, αλλά και να λαμβάνει, είτε ως νομοθέτης είτε ως δημόσια διοίκηση είτε ως δικαστική εξουσία, όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα για την αναγνώριση, άσκηση και προστασία του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.10 Και προκειμένου να αναλύσουμε ακροθιγώς αυτό το βασικό για μια φιλελεύθερη έννομη τάξη ατομικό δικαίωμα και να το εντοπίσουμε πρακτικά στην καθημερινότητά μας, αναγκαία είναι η διάκρισή του στο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της θρησκευτικής συνειδήσεως, χωρίς περιορισμούς και στο δικαίωμα ελεύθερης άσκησης της λατρείας, για το οποίο, ωστόσο, ο συνταγματικός νομοθέτης θέτει κάποιους περιορισμούς, όπως θα διαπιστώσουμε. Αρχικά, η συνταγματικά αναγνωρισμένη ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης του κάθε πολίτη συνίσταται στο δικαίωμα του να ασπάζεται οποιοδήποτε γνωστό ή μη θρήσκευμα, να είναι άθρησκος ή και άθεος και αυτή του η καθαρά προσωπική επιλογή να μην συνδέεται με οποιαδήποτε νομική διάκριση, είτε ευμενούς είτε δυσμενούς χαρακτήρα, και ειδική μεταχείριση από το νόμο, την διοίκηση και τα ελληνικά δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η θρησκευτική ισότητα (άρθρο 13παρ.1εδ.β΄ του Συντ.) ως ειδικότερη έκφανση της γενικής ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου (άρθρο 4παρ.1 του Συντ.). Απόρροια της παραπάνω αρχής είναι ότι κάθε πολίτης έχει το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα να εκδηλώνει με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο ή και να μην αποκαλύπτει τις θρησκευτικές του αντιλήψεις, να ιδρύει και να λειτουργεί νομικά πρόσωπα με θρησκευτικούς και λατρευτικούς σκοπούς, να μην απολαμβάνει, εάν δεν το επιθυμεί, θρησκευτική εκπαίδευση μέσω της δημόσιας βασικής εκπαίδευσης, να δίνει πολιτικό και όχι θρησκευτικό όρκο κατά την ανάληψη μιας δημοσίας υπηρεσίας και εν γένει να μην εξαναγκάζεται σε οποιαδήποτε ενέργεια δεν συνάδει με τις θρησκευτικές του αντιλήψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και το άρθρο 59παρ.2 του Συντ. που κατοχυρώνει τον όρκο αλλόθρησκων ή άθρησκων βουλευτών.  Όσον αφορά το επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της λατρείας (άρθρο 13παρ.2 του Συντ.) ας σημειωθεί ότι αφορά τα γνωστά θρησκεύματα, μια αόριστη11 νομικά έννοια που έχει διαπλαστεί μέσα από την νομολογία του ΣτΕ, και εγκλείει στο περιεχόμενό της όσα θρησκεύματα η λατρεία τους δεν ασκείται αποκρυφυστικά και δεν διαθέτουν κρυφούς σκοπούς, δόγματα ή διαδικασίες μύησης. Πέραν τούτου του περιορισμού το δικαίωμα της θρησκευτικής λατρείας οφείλει κατά το άρθρο 13 του Συντ. να μην ασκείται γενικά με τρόπο που είναι αντίθετος με τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη αλλά και με τρόπο που αφίσταται από πρακτικές προσηλυτισμού, και συνίσταται στο δικαίωμα κάθε θρησκείας που πληροί τα ανωτέρω να ανεγείρει, να ιδρύει και να συντηρεί ειδικούς τόπους λατρείας (ναούς, ευκτήριους οίκους κ.ά.).12

5.Σχέσεις άρθρου 3Σ και 13Σ

    Με βάση την συνοπτική παρουσίαση του συστήματος της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» (άρθρο 3), που ρυθμίζει τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας και του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13), θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο αντινομιών μεταξύ των δύο άρθρων, οι οποίες μάλιστα ως ενδοσυνταγματικές, εάν προκύψουν, εγείρουν αυτονοήτως ιδιαίτερα σοβαρά νομικά προβλήματα. Αρχικά, αναλύοντας το άρθρο 3, είναι ξεκάθαρο πως η αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία, αν ερμηνευθεί σύμφωνα με την κυρίαρχη στην θεωρία αντίληψη, ότι δηλαδή δε διαθέτει κανονιστική ισχύ και δεν εισάγει ειδικό προνομιακό καθεστώς για την ορθόδοξη Εκκλησία, που θα προσέκρουε στην αρχή της θρησκευτικής ισότητας, αλλά έχει απλώς διακηρυκτικό περιεχόμενο και συμβολική αξία, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις έννομες συνέπειες του άρθρου 13 του Συντ. Αξίζει να επισημανθεί σε αυτό το σημείο η τοποθέτηση του προέδρου του ΣτΕ κ. Σωτήριου Ρίζου στις 06/06/2017, σύμφωνα με την οποία ένας μικρός αριθμός δικών στατιστικά εγείρεται από τα λοιπά δόγματα του Χριστιανισμού και τις άλλες θρησκείες για υποθέσεις θρησκευτικής ελευθερίας ενώπιον του ΣτΕ, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των σχετικών διαφορών προέρχεται από μέλη της επικρατούσας θρησκείας.13 Εν συνεχεία η αναφορά στην παρ.3 του άρθρου 3 περί «αναλλοίωτης τήρησης του κειμένου της Αγίας Γραφής» έχει σαφή τεχνικό και επομένως μη κανονιστικό χαρακτήρα, οπότε ισχύουν και εδώ τα ανωτέρω. Όσον αφορά την ρύθμιση του άρθρου 3 που κατοχυρώνει τους Ιερούς κανόνες, όπως είδαμε στη σχετική αναφορά, ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 13 και επομένως υπερκαλύπτεται εννοιολογικά από αυτό.

    Τα τρία αυτά στοιχεία του άρθρου 3, ωστόσο, που υπερκαλύπτονται από το άρθρο 13, αφορούν τις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Ελληνικό κράτος. Υπάρχει, ωστόσο, και ένα τέταρτο και κορυφαίο ζήτημα, στο οποίο σκόπιμα δεν αναφερθήκαμε μέχρι τώρα, το οποίο δεν καλύπτεται από το άρθρο 13 και αφορά φυσικά στη θεσμική συνταγματική εγγύηση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Διότι στην πραγματικότητα το άρθρο 3 του Συντάγματος εισάγει δύο συστήματα σχέσεων Ελληνικού Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το πρώτο, το όποιο και αναλύθηκε μέχρι τώρα, αφορά τις συνταγματικά ρυθμιζόμενες σχέσεις του Ελληνικού Κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Εισάγει, όμως, και ένα σύστημα, οιονεί διεθνούς δικαιοταξίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο συμπράττει ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου με την Ελληνική Δημοκρατία, αφ’ ενός στην ρύθμιση του εκκλησιαστικού εν Ελλάδι καθεστώτος μέσω του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξης του 1928, και αφ’ ετέρου στην ρύθμιση του καθεστώτος του Αγίου Όρους με το άρθρο 105 του Συντάγματος. Άρα το γεγονός ότι μέσω του άρθρου 3 του Συντάγματος η Ελληνική Δημοκρατία συμπράττει σε δύο τόσο σημαντικά ζητήματα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σημαίνει πως η Ελληνική Δημοκρατία μέσω του ανώτατού της νομικού κειμένου αντιμετωπίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως οντότητα του Διεθνούς Δικαίου ισότιμη με την Πολιτεία αναγνωρίζοντας την διεθνή νομική προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Επομένως, πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν ότι με μια πιθανή αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντ. δεν επηρεάζουμε μονάχα τις σχέσεις μεταξύ Κράτους-Εκκλησίας, αλλά και ένα σημαντικό –βέβαια όχι το μόνο– επιχείρημα υπέρ της διεθνούς νομικής υπόστασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

6.Αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντ.

    Αρχικά, πιστεύω πως πριν από κάθε σκέψη για αναθεώρηση ενός άρθρου του Συντάγματος πρέπει να θέτουμε το εξής ερώτημα: το πρόβλημα δημιουργείται από την τήρηση ή την παραβίαση του Συντάγματος; Διότι, εάν υφίσταται πρόβλημα, ενώ τηρούμε ευλαβικά το Σύνταγμα, τότε πρέπει να το αναθεωρήσουμε. Αν, όμως, το παραβιάζουμε καθημερινά ή το ερμηνεύουμε λανθασμένα, τότε πρέπει να αναθεωρήσουμε τη νομική στάση μας έναντι του Συντάγματος.

    Εν προκειμένω θεωρώ ότι οποιαδήποτε μελλοντική αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος οφείλει να μη θίξει το νομικό καθεστώς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από κει και πέρα ως τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης που προηγήθηκε, εξάγεται το εξής: η μη αναθεώρηση των υπόλοιπων ρυθμίσεων του άρθρου 3, που ρυθμίζουν συνταγματικά τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας δεν θίγει το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος και στα διεθνή κείμενα που έχουν αναγνωριστεί από τη χώρα μας. Ωστόσο, για λόγους νομικής πληρότητας, αποφυγής παρεξηγήσεων και ερμηνευτικών προβλημάτων συντάσσομαι με την εκπεφράσμενη από το 2006 πρόταση για προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 3 του Συντάγματος, που θα διασαφηνίζει ρητά ότι το άρθρο 3 δεν συνιστά περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας και ότι έχει ιστορικό και συμβολικό περιεχόμενο.

 


[1]Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Ostracon, 22017, σ. 105-106.

[2]Στο Β.Δ 291/1967, σ. 84.

[3]Ι. Κονιδάρης, 1967: Ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος της απριλιανής χούντας, διαθέσιμο στο https://www.tovima.gr/2017/01/06/culture/1967-o-prwtos-arxiepiskopos-tis-aprilianis-xoyntas/ (τελευταία πρόσβαση, 24.4.2020).

[4]Ε. Βενιζέλος, Οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, Παρατηρητής, 2000, σ. 61 επ.

[5]Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ. 118-120.

[6]Κ. Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, Α.Ν Σάκκουλα, 2005, σ.813-814.

[7]Π. Παραράς, Σύνταγμα και Ευρωπαική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Σάκκουλα, 1996, σ. 13.

[8]ΟλΣτΕ 3178/1976, ΣτΕ 1269-1270/1977, 2037/1979, 2635/1980, 3619/1982 διαθέσιμες και στο https://www.adjustice.gr/webcenter/portal/ste/ypiresies/nomologies (τελευταία πρόσβαση, 24.4.2020).

[9]Μαυριάς, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σ.821-822.

[10]Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., σ. 143.

[11]Ι. Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Σάκκουλα, Αθήνα 2000, σ.54.

[12]ΣτΕ 1842/1992, 1355/1991 διαθέσιμες και στο https://www.adjustice.gr/webcenter/portal/ste/ypiresies/nomologies (τελευταία πρόσβαση, 24.4.2020).

[13]Σ. Ρίζος, Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας ως αντικείμενο ρυθμίσεως του Συντάγματος και το πρόβλημα της απορρυθμίσεως τους, διαθέσιμο στο https://iaath.gr/anatheorisi-ecclesia/Eisigisi-Rizos.pdf (τελευταία πρόσβαση, 24.4.2020).

 

Επαφή

arthro 13

13arthro@gmail.com

Αναζήτηση στο site

Αφιερώματα

Άρθρο 13: Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου

Article 13...     THE CONSTITUTION OF GREECE In the name of the Holy and Consubstantial and Indivisible Trinity   Article 13 1. Freedom of religious conscience is...

Εθνική ταυτότητα και ανθρώπινα δικαιώματα: Το διαχρονικό μήνυμα του Αγίου Κοσμά

του Κωνσταντίνου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονα {Πηγή: HUFFPOST} Στις 24 Αυγούστου 1779, στο Κολικόντασι της τουρκοκρατούμενης τότε Βορείου Ηπείρου, απαγχονίσθηκε με εντολή του Κουρτ Πασά ο Άγιος...

Θρησκευτική ουδετερότητα - Προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος

του Ιωάννη Καστανά τα άρθρα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Το άρθρο 3 του Συντάγματος εμποδίζει το ελληνικό Κράτος να είναι ουδετερόθρησκο; Αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα κορυφώνεται η...

Νέα Γένεση: Ανάσταση στον κήπο στο μέσο της Γης

του Δημητρίου Αλεξόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και  Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   «Μία ὑπῆρχεν, ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος, καὶ ἐν τάφῳ, καὶ ἐν τῇ...

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ Ο ΕΝ ΥΔΑΣΙ ΤΗΝ ΓΗΝ ΚΡΕΜΑΣΑΣ

της Αναστασίας Κόλλια   Μεγάλη Πέμπτη σήμερα και η  Αγία Εκκλησία μας, τη στιγμή μεταξύ του 5ου και του 6ου Ευαγγελίου ψάλλει το αντίφωνο...  Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν...

ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΚΟΛΛΑΡΟΥ

της Ολυμπίας-Μαρίας Ποντίκη, Νομικού - ΜΦ Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ Τα εγκλήματα του λευκού κολάρου γνωρίζουμε ότι εντάσσονται στην κατηγορία των εγκλημάτων των οικονομικών που...

Μεγάλυνον ψυχή μου, τὸν ἐκ τῆς Παρθένου, Θεὸν σαρκὶ τεχθέντα.

της Αναστασίας Κόλλια, Δικηγόρου - Θεολόγου Η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού αποτελεί ακατάλυπτο μυστήριο και παράδοξο. Στο κοσμοσωτήριο έργο της Θείας οικονομίας και στο ανερμήνευτο...

© 2020 ΑΡΘΡΟ 13 (All Rights Reserved)

Υλοποιήθηκε από Webnode