Η ποινική αντιμετώπιση του προσηλυτισμού

2016-03-15 17:35

Ένας από τους πιο πολυσυζητημένους περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας, που συνιστά και αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου είναι ο προσηλυτισμός. Η περιγραφή της ειδικής υπόστασης του προσηλυτισμού, καθώς και των έννομων συνεπειών που επιφέρει η τέλεσή του δεν βρίσκεται στον ΠΚ, αλλά αποτυπώνεται σε δύο νομοθετήματα της εποχής του Μεταξά. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 παρ. 2 του α.ν. 1363/1938, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 1672/1939, προσηλυτισμός είναι ‘’ιδία’’ η δια πάσης φύσεως παροχών ή δι’ υποσχέσεως τοιούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως, διά μέσων απατηλών διά καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι’ εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετεροδόξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής. Η νομοθετική διατύπωση του προσηλυτισμού  δημιούργησε στο παρελθόν πολλά ερωτηματικά και αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη περισσοτέρων ερμηνευτικών θεωριών, τις οποίες και θα παρουσιάσουμε.

Ένα πρώτο ζήτημα, το οποίο πρέπει να εξετάσουμε, είναι το υποκείμενο του εγκλήματος. Προσηλυτισμό με βάση τη διατύπωση του νόμου μπορεί να διαπράξει μόνο ετερόδοξος και μάλιστα κατά της επικρατούσας θρησκείας. Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα ο προσηλυτισμός είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, αφού η αντικειμενική του υπόσταση πληρούται όταν ο αυτουργός έχει ορισμένη ιδιότητα και αφού μόνο αυτός μπορεί να προσβάλλει το έννομο αγαθό. Η άποψη αυτή βέβαια είναι μάλλον παρωχημένη σήμερα. Κι αυτό γιατί η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων περί προσηλυτισμού επιτάσσει να προστατεύεται κάθε γνωστή θρησκεία1 και όχι μόνο η επικρατούσα2. Σήμερα δηλαδή είναι τιμωρητέος και ο προσηλυτισμός υπέρ της κρατούσας θρησκείας. Άρα κατά την άποψη αυτή ο προσηλυτισμός είναι κοινό έγκλημα και μπορεί έτσι να τελεστεί από οποιονδήποτε.

Ένα δεύτερο ζήτημα , στο οποίο πρέπει να αναφερθούμε είναι το αντικείμενο του εγκλήματος. Εν προκειμένω θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ υλικού και νομικού αντικειμένου εγκλήματος. Όπως προκύπτει από το νόμο υλικό αντικείμενο του προσηλυτισμού είναι ο οπαδός της επικρατούσας θρησκείας, γιατί πάνω σε αυτόν επενεργεί ο ετερόδοξος. Με βάση όμως την προστασία κάθε γνωστής θρησκείας από το Σύνταγμα (άρθρο 13) και τη σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων περί προσηλυτισμού πρέπει να θεωρήσουμε ότι προσηλυτιζόμενος είναι κάθε άνθρωπος που έχει διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις από αυτόν που επιχειρεί τον προσηλυτισμό. Όσον αφορά το νομικό αντικείμενο του προσηλυτισμού έχουν υποστηριχθεί στη θεωρία δύο απόψεις. Η πρώτη άποψη που υποστηρίχθηκε διατείνεται ότι οι διατάξεις περί προσηλυτισμού προστατεύουν το έννομο αγαθό της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία νοείται ως το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου, αναφορικά ιδίως με το Θεό. Η γνώμη αυτή θεωρεί ταυτόσημη τη θρησκευτική συνείδηση του Συντάγματος και αυτή των αναγκαστικών νόμων. Η δεύτερη άποψη που υποστηρίχθηκε αναφέρει ότι το νομικό αντικείμενο προστασίας στις διατάξεις περί προσηλυτισμού είναι στενότερο από αυτό που διαγράφεται στο Σύνταγμα. Κατ’ αυτή τη γνώμη προστατεύεται η ενσυνείδητη θρησκευτική πίστη του ατόμου και ειδικότερα η δυνατότητά του να μεταβάλει ελεύθερα τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις οποτεδήποτε και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση3. Οπότε προκειμένου να στοιχειοθετηθεί προσηλυτισμός προσηλυτίζων και προσηλυτιζόμενος πρέπει να έχουν διαφορετικά πιστεύω αλλά και να έχουν εξωτερικεύσει με κάποιον τρόπο την ένταξή τους σε μια θρησκευτική κοινότητα.

Ένα τρίτο ζήτημα που τίθεται αφορά τον τρόπο και τα μέσα τέλεσης του προσηλυτισμού. Ιδιαίτερος προβληματισμός έχει εγερθεί όσον αφορά το ‘’ιδία’’ του νόμου. Κατά μία άποψη η χρήση του ‘’ιδία’’ συνιστά νομοθετική αβλεψία. Η άποψη αυτή επιχειρεί να σώσει το κύρος της διάταξης αναδιατυπώνοντας την έτσι ώστε να στοιχεί προς το όλο σύστημα του ποινικού δικαίου. Κατά μία άλλη άποψη η ενδεικτική απαρίθμηση που προκύπτει από το ‘’ιδία’’ καθιστά τις σχετικές διατάξεις αντισυνταγματικές, γιατί μια τέτοια χαλαρή περιγραφή ενός εγκλήματος στο νόμο αντίκειται στο άρθρο 7 παρ. 1 Συντάγματος που απαιτεί να υπάρχει σαφής περιγραφή της εγκληματικής πράξης στο νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege certa)4. Αλλά και πέραν από αυτόν τον προβληματισμό, ο οποίος δεν φαίνεται να ενδιαφέρει και τόσο τη νομολογία5, δεν είναι καθόλου φανερό ποιο είναι η ακριβής συμπεριφορά που καθιστά τον προσηλυτισμό αξιόποινο. Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι η διανομή φυλλαδίων είναι προσηλυτιστική πράξη; Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί άραγε ότι μια ανοιχτή θρησκευτική διδασκαλία συνιστά  προσηλυτισμό; Δύσκολα συμβιβάζονται τα παραπάνω με την έννοια του προσηλυτισμού. Σίγουρο είναι, ότι για να στοιχειοθετηθεί προσηλυτισμός, πρέπει να υπάρχει μία προσωπική σχέση μεταξύ προσηλυτίζοντος και προσηλυτιζόμενου, μια γλωσσική επικοινωνία. Άρα αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε ο δράστης δεν άκουσε ή δε συζήτησε μαζί του, τότε δεν υπάρχει καμία τροπή της συνείδησης, οπότε δεν υπάρχει καν αρχή εκτέλεσης, αφού ελλείπει το αντικειμενικό οντολογικό της στοιχείο. Αν αντίθετα το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε ο δράστης τον άκουσε και συζήτησε μαζί του, χωρίς να επέλθει τροπή της συνείδησής του, τότε εμφιλοχωρεί ο προβληματισμός αν πρέπει ο προσηλυτίζων να τιμωρηθεί κατά τις διατάξεις για την απρόσφορη απόπειρα κατά το άρθρο 43 του Ποινικού Κώδικα. Κι αυτό γιατί ο προσηλυτισμός συνιστά περίπτωση αναγωγής απόπειρας σε τελειωμένο έγκλημα εκ του νόμου6. Αν τέλος η συνείδηση του προσώπου στο οποίο απευθύνθηκε ο δράστης ήταν εξαρχής αρνητική, δεν υπάρχει καν άδικη πράξη, αφού δεν απειλήθηκε καν η ειρηνευμένη κατάσταση του εννόμου αγαθού παρά τη ύπαρξη κάποιου διαλόγου. Περαιτέρω πρέπει να πούμε ότι ο προσηλυτισμός είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μεικτό υπό την έννοια ότι αν ακόμα στη συγκεκριμένη περίπτωση πραγματοποιηθούν χωριστά όλοι οι τρόποι τέλεσης που περιγράφει ο νόμος, ο δράστης ένα έγκλημα έχει διαπράξει7. Κάτι ακόμα που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι για να στοιχειοθετηθεί προσηλυτισμός, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του νόμου δε χρειαζόμαστε απλώς μια προσπάθεια διείσδυσης αλλά απαιτείται επιπλέον η προσπάθεια αυτή να είναι αθέμιτη. Η προσπάθεια αυτή καθαυτή δεν απαγορεύεται. Άρα βλέπουμε ότι υπάρχει και μη αξιόποινος προσηλυτισμός. Ειδοποιός διαφορά είναι το ‘’αθέμιτο’’ που αποτυπώνεται στο νόμο με τους περισσότερους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος. Η νομολογία μας στο παρελθόν  έχει κρίνει ότι είναι δυνατό να διαπράξει  προσηλυτισμό ο πατέρας κατά του ανήλικου παιδιού του, ενώ ακόμα έχει πει ότι μπορεί να τελεστεί προσηλυτισμός μεταξύ συζύγων και ότι μάλιστα στην περίπτωση αυτή ο προσηλυτισμός μπορεί να αποτελέσει ισχυρό λόγο κλονισμού για την έκδοση διαζυγίου8.

Όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του προσηλυτισμού, αυτός χαρακτηρίζεται ως έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, γιατί πέραν από δόλο οποιουδήποτε βαθμού που απαιτείται να επικαλύπτει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, απαιτείται να υπάρχει επιπλέον και ένα υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου, δηλαδή ο σκοπός του δράστη να μεταβάλει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του προσηλυτιζόμενου. Άρα στον προσηλυτισμό ενυπάρχουν δύο δόλοι, ο βασικός και ο πρόσθετος που αναφέρεται στο σκοπό μεταβολής των θρησκευτικών αντιλήψεων.

Το έγκλημα του προσηλυτισμού επιφέρει βαρύτατες συνέπειες. Ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης χωρίς προσδιορισμό ανώτατου ορίου και χρηματική ποινή. Ακόμα αν ο δράστης είναι Έλληνας, του επιβάλλεται αστυνομική επιτήρηση, ενώ αν είναι αλλοδαπός, απελαύνεται( άρθρο 466 Π.Κ. σε συνδυασμό με άρθρο 4 του α.ν. 1363/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1672/1939). Πέραν από τις ποινικές κυρώσεις υφίστανται και διοικητικές κυρώσεις, η εξέταση των οποίων παρέλκει στην παρούσα ανάπτυξη.

Κλείνοντας κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ορισμένες σκέψεις που έχουν διατυπωθεί για τον προσηλυτισμό de lege ferenda. Μία πρώτη σκέψη είναι να τυποποιηθεί ο προσηλυτισμός ως ουσιαστικό έγκλημα με αποτέλεσμα την εκτροπή της συνειδήσεως του προσώπου στο οποίο απευθύνθηκε ο δράστης. Μία άλλη σκέψη είναι να περιοριστεί το αξιόποινο μόνο σε σχέσεις νομικής εξάρτησης δράστη και θύματος. Τέλος, άλλες τολμηρότερες φωνές έχουν προτείνει τη  κατάργηση των περί προσηλυτισμού διατάξεων και την αντικατάστασή τους με ένα πιο σύγχρονο νομοθέτημα που θα επιλύει όλα τα σχετικά προβλήματα.

 

 


[1] Βλ. ενδεικτικά Εφ. Αθ. 5018/2011 με περαιτέρω παραπομπές.

[2] Ενδιαφέρουσα είναι εν προκειμένω η τοποθέτηση του καθηγητή Ανδρουλάκη , ο οποίος με υποκειμενική ερμηνεία υποστηρίζει ότι το αξιόποινο του προσηλυτισμού εξαλείφθηκε λόγω της μεταφοράς της απαγόρευσης του προσηλυτισμού από το άρθρο 3 του Συντάγματος του 1911 στο άρθρο 13 του Συντάγματος του 1975. Αφού σκοπός ήταν η τιμώρηση του προσηλυτισμού μόνο κατά της επικρατούσας θρησκείας, η κατάργηση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού από το άρθρο 3 , λέει, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και οι α.ν. που τον προβλέπουν πρέπει να θεωρηθούν συγκαταργημένοι.

[3] Βλ. Βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών 958/1987 με περαιτέρω παραπομπές , το οποίο είναι δημοσιευμένο στα Ποιν. Χρον. 1987, σελ : 934 κ. επ. , με παρατηρήσεις Άγγελου Κωνσταντινίδη.

[4] Μια ενδιαφέρουσα άποψη διατύπωσε ο καθηγητής Παρασκευόπουλος σε σχόλιο του στο βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης 112/1982  , όπου υποστήριξε ότι τα μέσα τέλεσης του προσηλυτισμού αναφέρονται στο νόμο περιοριστικά ( Για περισσότερα βλ. Αρμενόπουλος 1983, σελ: 409 κ.επ.)

[5] Βλ. Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών 51487/1986, όπου με μια πρόταση καταφάσκεται η συνταγματικότητα των διατάξεων περί προσηλυτισμού, χωρίς περαιτέρω προβληματισμό.

[6] Βλ. ΑΠ 59/1956, όπου αναφέρεται ότι ο προσηλυτισμός υπάρχει ακόμα  και  όταν το παθητικό υποκείμενο της πράξης είναι δεκτικό ή δεν είναι. Με βάση αυτή την απόφαση ο Χωραφάς είχε υπαινιχθεί την εφαρμογή του άρθρου 43 ΠΚ για την απρόσφορη απόπειρα. Κατ’ εκείνον οι όροι ΄΄επιχειρείν΄΄ και ΄΄προσπαθείν΄΄ είναι όροι ταυτόσημοι προς το ΄΄αποπειράσθαι΄΄.

[7] Βλ. Πλημμελειοδικείο Χανίων 172/1986.                                                                                                            

[8] Βλ. ΑΠ 1326/1948 και Πρωτοδικείο Βέροιας 174/1972 στο ΝοΒ του 1972, σελ : 1203 κ.επ.

 

Βιβλιογραφία

1)    Κονιδάρη Ιωάννη , Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα -  Θεσσαλονίκη , 2011

2)    Τρωιάννου Σ.-Πουλή Γ. , Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα , 2003

3)    Πουλή Γεώργιου, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1996

4)    Μυλωνόπουλου Χρίστου , Ποινικό Δίκαιο- Γενικό Μέρος (πρώτος τόμος), Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα- Δίκαιο και Οικονομία, 2007

 

Παπασυκιώτης Ραφαήλ