Η Δ.Ι.Σ και ο κανονισμός λειτουργίας της (Α΄μέρος)

2015-12-08 00:58

  Η Δ.Ι.Σ (διαρκής ιερά σύνοδος) χαρακτηρίζεται από τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος ως διαρκές διοικητικό όργανο (άρθρο 9 ν.590/1977) και συγκαταλέγεται στα κεντρικά όργανα διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η συνοδική αυτή μορφή δεν προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες, γεγονός που οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως αντικανονικής, με τον αντίποδα βέβαια να ισχυρίζεται ότι για την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού δεν αρκεί η απουσία ενός θεσμού από τους ιερούς κανόνες, αλλά η σαφής αντίθεσή του προς το περιεχόμενο και το πνεύμα τους. Πριν από το 1833, η μόνη μορφή διαρκούς συνόδου στο πλαίσιο της ορθόδοξης εκκλησίας ήταν η Διαρκής Διοικούσα Σύνοδος της Ρωσίας (υποστηρίζεται ότι μορφή διαρκούς συνόδου έλαβε και η Ενδημούσα Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την εμφάνιση του θεσμού των Γερόντων). Πάνω σε αυτό το πρότυπο βασίστηκε η πρώτη Σύνοδος που παρουσιάστηκε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος το 1833 (η ίδρυση του ελληνικού κράτους τοποθετείται το 1830), με τον Αδαμάντιο Κοραή ως πρώτο υποστηρικτή αυτού του συστήματος διοικήσεως, καθώς και της ανεξαρτητοποίησης της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο υπαγόταν πνευματικώς και διοικητικώς επί 11 αιώνες. Πιο αναλυτικά, υπό τις πολιτειοκρατικές αντιλήψεις που εισήχθησαν κατά τη βαυαροκρατία (κύριοι εκφραστές που επιπλέον ενεπλάκησαν ενεργά στην έκδοση του βασιλικού διατάγματος του 1833 ήταν ο αρμόδιος για τα εκκλησιαστικά θέματα και μέλος της αντιβασιλείας Μάουρερ και ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης) εκδόθηκε το 1833 το Β.Δ. της 23 Ιουλίου «Διακήρυξης περί της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος», με το οποίο εκτός από την αυτόβουλη ανακήρυξη της ελληνικής εκκλησίας ως αυτοκέφαλης, καθιερώθηκε ως υπέρτατη διοικητική της αρχή διαρκής σύνοδος με την ονομασία «Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος» κατά το Ρωσικό πρότυπο (σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες θα έπρεπε να προτιμηθεί η μορφή της επαρχιακής συνόδου, όπως καθιερώθηκε από την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο το 325), το οποίο ενείχε την πλήρη σχεδόν υποταγή της Εκκλησίας στο Κράτος. Η βασική διαφορά, βέβαια της διαρκούς συνόδου της ελληνικής εκκλησίας από την αντίστοιχη της ρωσικής έγκειτο στο ότι ο Τσάρος ανήκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ ο Όθων, ο οποίος στη «Διακήρυξη» αναγράφεται ως αρχηγός της ‘ορθόδοξης ανατολικής αποστολικής εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδος’ κατά το διοικητικό μέρος, συγκαταλεγόταν στα μέλη της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στη «Διακήρυξη» προβλεπόταν η δυνατότητα συμμετοχής στη διαρκή σύνοδο πρεσβυτέρων και ιερομονάχων, δυνατότητα η οποία δεν αξιοποιήθηκε σε καμία από τις 19 συνοδικές περιόδους της ισχύος της (1833-1852).

  Σήμερα η Διαρκής Ιερά Σύνοδος είναι η αμέσως επόμενη σε σημασία διοικητική αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας. Η συγκρότηση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητές της περιγράφονται στα άρθρα 7-9 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και εξειδικευμένα στον κανονισμό λειτουργίας της (Κανονισμός 2/1977 όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 214/2010), που ψηφίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 4 περίπτωσης ια΄ του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη (η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος «ψηφίζει τον κανονισμό λειτουργίας Αυτής και της Δ.Ι.Σ»). Ως προς τη συγκρότησή της, ορίζεται ότι αποτελείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος ως Πρόεδρο, ή όταν κωλύεται αυτός από το νόμιμο αναπληρωτή του, που είναι ο πρώτος την τάξη από τους συνοδικούς Αρχιερείς, και από δώδεκα μέλη, έξι από τα οποία λαμβάνονται από τους εν ενεργεία Μητροπολίτες της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος (σύμφωνα με το άρθρο 52 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος «όπου γίνεται χρήσις του όρου εν ενεργεία Μητροπολίτης ή εν ενεργεία Αρχιερεύς νοείται ο διαποιμαίνων Μητρόπολιν Αρχιερεύς»). Τα υπόλοιπα έξι μέλη λαμβάνονται από τους εν ενεργεία Μητροπολίτες των Νέων Χωρών. Νέες Χώρες καλούνται η Μακεδονία, το τμήμα της Ηπείρου που δεν προσαρτήθηκε στην ελληνική επικράτεια με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως το 1881, τα Νησιά του Αιγαίου και η Ελασσόνα από τη Θεσσαλία και οι Μητροπόλεις τους υπάγονται πνευματικώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ η διοίκησή τους έχει παραχωρηθεί επιτροπικώς και άχρι καιρού στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Τα δώδεκα μέλη καλούνται κατά τα πρεσβεία της αρχιεροσύνης (πρόκειται για το θεσμό του προβαδίσματος, που καθιερώθηκε από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και σχετίζεται με το χρόνο εισόδου στον Επισκοπικό βαθμό), γεγονός που επιτάσσεται από τον Πατριαρχικό και Συνοδικό τόμο του 1850, με τον οποίο για πρώτη φορά και όχι αναδρομικά ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (είχε προηγηθεί βέβαια ο αυτόβουλος χαρακτηρισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος ως αυτοκέφαλης, το αρμόδιο όργανο όμως για την ανακήρυξη μιας εκκλησίας ως αυτοκέφαλης είναι η πατριαρχική σύνοδος). Τελικώς, ο ανωτέρω τρόπος συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου έχει λάβει αυξημένη τυπική ισχύ, με την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να μεταβληθεί με κοινό νόμο, αφού τυγχάνει συνταγματικής κατοχύρωσης προς αποφυγή σχηματισμού αριστίνδην συνόδων, φαινομένου που άνθισε στην περίοδο της δικτατορίας (ΟλΣτΕ 3178/1976).

  Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάταξη του άρθρου 7 πα1 του Κανονισμού περί εργασιών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, που διαβλέπει την ύπαρξη εξουσιοδότησης για την αναπλήρωση του Προέδρου της Συνόδου: «η έναρξις και η λήξις εκάστης Συνεδρίας κηρύσσεται δια προσευχής, τελουμένης υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου ή εν κωλύματι ή απουσία αυτού υπό του πρώτου τη τάξει των Συνοδικών εξουσιοδοτουμένου υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου». Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η διάταξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Καταστατικού Χάρτη και είναι άκυρη, αφού το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται εξ ολοκλήρου από τον τελευταίο («Τον Πρόεδρον απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο εκάστοτε πρώτος τη τάξει Αρχιερεύς εκ των παρόντων μελών της Δ.Ι.Σ, συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας»). Δεν προβλέπεται, λοιπόν, εξουσιοδότηση για την αναπλήρωση του Προέδρου του διαρκούς διοικητικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος σε περίπτωση απουσίας του. Πάντως, η μειοψηφούσα άποψη θέλει τη διάταξη αυτή του Κανονισμού μη ακυρωτέα στην έκταση που ο Πρόεδρος της Δ.Ι.Σ  έχει το δικαίωμα να κρίνει ότι ένα ζήτημα που αφορά το αξίωμά του και τη θέση του ως προέδρου του συλλογικού αυτού οργάνου δε δύναται να συζητηθεί με αυτόν απόντα (ΟλΣτΕ 961/1978). Να σημειωθεί ότι οι κανονισμοί που εκδίδονται βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη, του νόμου 590/1977 δηλαδή, ελέγχονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας μόνο για υπέρβαση ή έλλειψη νομοθετικής εξουσιοδότησης και όχι για κατάχρηση εξουσίας.

 

     

 

    (Βιβλιογραφία: «Η ιστορία και το νομικό πλαίσιο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου» ΑΓΓΕΛΙΚΗ Α. ΤΣΑΓΚΑΡΗ εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2001, «Εκκλησιαστικό Δίκαιο» ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2003, «Καταστατική Νομοθεσία» ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2012)

 

                                                                                        Παλιούρα Ελένη

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>