ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΙΘΡΗΣΚΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ: Η θρησκευτική πολιτική του ρωμαϊκού κράτους κατά τον 4ο και τις πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα

2018-09-27 21:02

της Σούκερα Μαριλένας

*η παρούσα αποτελεί τη διπλωματική εργασία της συγγραφέως στο πλαίσιο του ΠΜΣ Ιστορίας του Δικαίου ΕΚΠΑ (τριμελής επιτροπή: κα Αθηνά Δημοπούλου, κα Ελευθερία Παπαγιάννη, κ Ανδρέας Χέλμης)

Πρόλογος
 
Στην παρούσα εργασία πραγματεύομαι το χρονικό της σταδιακής καταστολής της παγανιστικής λατρείας από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο έως τον Θεοδόσιο Β΄. Τόσο μέσα από τη μελέτη των πηγών όσο και μέσα από τη βιβλιογραφική έρευνα διεπίστωσα ότι το κυριότερο χαρακτηριστικό της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν η θρησκευτική μεταβολή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο πολυθεϊσμός υποχώρησε και τη θέση του πήρε η πρώην «δεισιδαιμονία», ήτοι ο Χριστιανισμός. Εντούτοις, ο εκχριστιανισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έγινε σταδιακά, καθότι συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες περιεβλήθησαν τη μορφή νόμου επηρέασαν την έκβαση του θρησκευτικού αγώνα υπέρ του Χριστιανισμού. Τα διατάγματα αυτά σώζονται στον Codex Theodosianus και ειδικότερα στα βιβλία II, IX, X και XVI αυτού. Από την καθιέρωση της ανεξιθρησκίας έως την κατάργηση των ειδωλολατρικών θυσιών, βασικού στοιχείου της εθνικής θρησκείας, αλλά και του αναγκαστικού εκχριστιανισμού των πολιτών της Αυτοκρατορίας, επιβάλλεται σταδιακά η νέα τάξη πραγμάτων που επήλθε με την καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
 
 
Αθήνα, 7 Δεκεμβρίου 2017
 
 
Εισαγωγή
 
Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ήτοι από την εμφάνιση και διάδοση του Χριστιανισμού1, του Ηδίκτου των Μεδιολάνων και του Διατάγματος του Μεγάλου Θεοδοσίου περί καθιερώσεως του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ειδωλολατρία και Χριστιανισμός συγκρούσθηκαν σφοδρά. Από τη σύγκρουση αυτή στην αρχή ανακηρύχθηκε νικητής ο Παγανισμός, έπειτα επικράτησε μία περίοδος ουδετερότητας και ειρηνικής συμβιώσεως των δύο αυτών θρησκειών και στο τέλος νικήτρια αναδείχθηκε η χριστιανική θρησκεία.
Την περίοδο αυτή υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ Παγανισμού και Χριστιανισμού. Η μεταξύ τους διαμάχη εμφανίζεται σε πολλά και διαφορετικά πνευματικά και κοινωνικά επίπεδα και δεν είναι στατική. Τόσο ο χριστιανισμός όσο και η παγανιστική φιλοσοφία μεταβάλλονταν και εξελίσσονταν συνεχώς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οπότε και άλλαζαν αναλόγως οι σχέσεις ανάμεσά τους2. Ορισμένοι αποπειράθηκαν να επανερμηνεύσουν την πατρογονική τους θρησκεία, ενώ κάποιοι άλλοι θέλησαν να ασπαστούν τη νέα θρησκεία. Πρόκειται για μία περίοδο έντονων θρησκευτικών ζυμώσεων, όπου εμφανίζονται οι πρώτες φιλοσοφικές μονομαχίες ανάμεσα σε Χριστιανούς και Εθνικούς3.
Η πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων συγκροτήθηκε κατ’ απόλυτη πλειονότητα από ιουδαιοχριστιανούς. Τόσο οι Απόστολοι όσο και οι πρώτοι Χριστιανοί συμμετείχαν στην καθημερινή λατρεία στον ιουδαϊκό ναό. Εντούτοις, εντός της πρώτης αυτής ιουδαιοχριστιανικής κοινότητας αναπτύχθηκε μία δυναμική τάξη ελληνιστών χριστιανών, στην οποία ανήκαν όχι μόνο ελληνίζοντες Ιουδαίοι της Παλαιστίνης, αλλά και απλοί προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό, καθώς και πολλοί Εσσαίοι και Ιουδαίοι της Διασποράς. Η ταχεία διάδοση του Χριστιανισμού στην Παλαιστίνη σχετίζεται κυρίως με τον διωγμό των ελληνιστών χριστιανών των Ιεροσολύμων, που συνέβη το 37. Οι ελληνιστές χριστιανοί μετά τον διωγμό διασκορπίσθηκαν στην Παλαιστίνη, στη Σαμάρεια, στη Συρία, στη Φοινίκη, στην Κύπρο και στις χώρες της καταγωγής τους. Κυριότερο, όμως, κέντρο των ελληνιστών χριστιανών κατέστη η Αντιόχεια, η οποία αναδείχθηκε το δεύτερο μετά τα Ιεροσόλυμα κέντρο της χριστιανικής ιεραποστολής. Στην Εκκλησία της Αντιόχειας δόθηκε για πρώτη φορά το όνομα Χριστιανοί σ’όλους όσους είχαν βαπτισθεί και έγινε το κέντρο της χριστιανικής ιεραποστολής στα έθνη4.
Ο μαρτυρικός θάνατος του Αποστόλου Παύλου ήταν το έναυσμα με το οποίο διαδόθηκε το κήρυγμά του σ’ όλα τα σημαίνοντα πολιτικά και πνευματικά κέντρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας5. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν καταρχήν ανεκτική απέναντι στις θρησκείες των λαών, που είχαν υποταχθεί σ’ Αυτήν. Μάλιστα, δεν προέβαλε κανένα εμπόδιο στην ελεύθερη άσκηση της λατρείας τους6. Η ρωμαϊκή ανεξιθρησκία υπαγορευόταν περισσότερο από πολιτικοκοινωνικούς λόγους παρά από πρόθεση απόδοσης ενός δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας, αφού περιοριζόταν στην ανοχή των θρησκευμάτων των λαών που κατακτούσε7. Επιτρεπόταν η εισαγωγή από τη Σύγκλητο κάθε θρησκείας και των λατρευτικών της μεθόδων στην κρατική θρησκεία, αρκεί οι πρακτικές της να μην εναντιώνονταν στη διασφάλιση της δημόσιας τάξης. Αυτές οι υποχρεώσεις απέρρεαν από τη ρωμαϊκή pax deorum, την αρμονική δηλαδή σχέση μεταξύ θεών και ανθρώπων8. Το μόνο που απαιτούσε ως ένδειξη πολιτικής νομιμοφροσύνης, παράλληλα με τη λατρεία των θεών του κάθε λαού, ήταν η λατρεία του ρωμαίου ηγεμόνος9. Αυτή η υποχρέωση ήταν πολύ εύκολο να τηρηθεί από τους πολυθεϊστές, όχι όμως από τους Ιουδαίους, οι οποίοι πρέσβευαν  τον μονοθεϊσμό. Οι Εβραίοι είχαν απαλλαγεί από την υποχρέωση αποδοχής της επίσημης ρωμαϊκής θρησκείας, υπό τον όρο ότι θα προσέφεραν θυσίες στον Ναό της Ιερουσαλήμ υπέρ του Ρωμαίου Αυτοκράτορα και μεγίστου αρχιερέα, pontifex maximus, της ρωμαϊκής θρησκείας10.
Ο Χριστιανισμός διαδόθηκε κατά τον Αποστολικό αιώνα ανά το Ρωμαϊκό Κράτος και εγκαθιδρύθηκε πολύ γρήγορα και στη Ρώμη. Η μεγάλη επικοινωνία της Ρώμης προς τις επαρχίες του Κράτους επηύξησε κυρίως σ΄ αυτήν τη σπορά του Ευαγγελίου. Αρχικά, η διάδοση του Χριστιανισμού στη Ρώμη ήταν ήσσονος σημασίας για τις πολιτικές αρχές, διότι θεωρούσαν τον Χριστιανισμό ως αίρεση του Ιουδαϊσμού. Το ίδιο συνέβαινε και στις λοιπές επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και στην Παλαιστίνη, όπου οι ρωμαϊκές αρχές δεν αντιμετώπιζαν τον Χριστιανισμό ως ιδιαίτερο θρήσκευμα11. Σύμφωνα με έκφραση του Τερτυλλιανού, sub umbraculo licitae Judaeorum religionis12, ο Χριστιανισμός διαδιδόταν ευρύτατα υπό τη σκέπη της ιουδαϊκής θρησκείας. Όταν οι Χριστιανοί άρχισαν να διαφοροποιούνται από τους Ιουδαίους, η αντιμετώπισή τους ήταν εχθρική κυρίως λόγω του ότι αρνούνταν να λατρέψουν θεό διαφορετικό από τον δικό τους και λόγω του ότι παρουσίαζαν τους θεούς των Εθνικών ως δαίμονες. Ο συνδυασμός αυτών των δύο διατάρασσε την αρμονική σχέση μεταξύ θεών και ανθρώπων σύμφωνα με τους Ρωμαίους13. Η σχέση αυτή αφορούσε όλην την κοινότητα και η διατάραξή της ταυτιζόταν με επερχόμενη τιμωρία από τους θεούς14. Αρχικά, ο Χριστιανισμός διαδόθηκε κυρίως μεταξύ φτωχών και κατατρεγμένων και θεωρήθηκε ύποπτος από τους Ρωμαίους ως φορέας επαναστατικών μηνυμάτων. Όμως, αργότερα διαδόθηκε και μεταξύ μελών των ανώτερων τάξεων15
 
1: Οι διωγμοί του Χριστιανισμού
 
Ο πρώτος γνωστός διωγμός κατά των Ιουδαίων επηρέασε και τους Χριστιανούς. Ο Αυτοκράτορας της Ρώμης, Κλαύδιος, ο οποίος είχε απαγορεύσει πρωτύτερα τις θρησκευτικές συνελεύσεις των Ιουδαίων, διέταξε κατά το έτος 49 την εξορία τους από τη Ρώμη. Στις πράξεις του Αποστόλων16αναγράφεται ότι τότε εξορίσθηκαν από τη Ρώμη μαζί με τους Ιουδαίους, ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα, οι οποίοι ήταν Χριστιανοί. Κατά τον Σουητώνιο17, ο Κλαύδιος εξόρισε τους Ιουδαίους από τη Ρώμη, επειδή προκαλούσε ταραχή σ’ αυτόν το όνομα του Χριστού, Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuantes Roma expulit. Παρόλο που η ιουδαϊκή θρησκεία ήταν ανεκτή από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η χριστιανική θρησκεία φαινόταν στους Ρωμαίους αρκετά επικίνδυνη και για τον λόγο αυτόν έπρεπε να καταδιωχθεί18. Ο Χριστιανισμός μετά τη διαφοροποίησή του από τον Ιουδαϊσμό στιγματίσθηκε ως religio illicita19.
Κατά μερικούς συγγραφείς η περίοδος των διωγμών20 διακρίνεται σε δύο περιόδους ανάλογα με τη φύση των νομικών διατάξεων και την οργάνωσή τους ή ανάλογα με τα αίτια που προκάλεσαν τον εκάστοτε διωγμό. Σύμφωνα με μερικούς άλλους η περίοδος των διωγμών διαιρείται σε τρεις περιόδους ανάλογα με τη στάση των Χριστιανών. Συγκεκριμένα, οι δύο περίοδοι είναι οι εξής: η πρώτη φάση διήρκεσε τους δύο πρώτους αιώνες, κατά τους οποίους οι Χριστιανοί παρόλο που επεδείκνυαν υπακοή ως προς την ενάσκηση των κοσμικών εξουσιών εκ μέρους των Ρωμαίων, δε δέχονταν να προσφέρουν τις επιβαλλόμενες σ’ όλους θυσίες21 και επιπλέον αρνούνταν να λάβουν κάθε αξίωμα που προϋπέθετε όρκο. Η δεύτερη φάση διήρκεσε τον τρίτο και τέταρτο αιώνα, όπου λόγω της αυξημένης διάδοσης του Χριστιανισμού οργανώθηκαν μεγάλοι και αιματηροί διωγμοί22
Η πρώτη φάση των διωγμών διήρκεσε μέχρι το τέλος της πυρκαγιάς του Νέρωνα, το 64, η δεύτερη μέχρι το 250 και η τρίτη μέχρι το 31323. Η διάκριση γενικά των περιόδων των διωγμών γίνεται ανάλογα με το εξεταζόμενο αντικείμενο και για συστηματικούς λόγους. Για παράδειγμα, με κριτήριο τις σχέσεις της προς τη χριστιανική πίστη, έχει πραγματοποιηθεί διάκριση της ιστορίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε πέντε περιόδους. Κατά την πρώτη περίοδο, 31-96, οι Χριστιανοί διώχθηκαν από τους Ιουδαίους λόγω φθόνου και από δύο Αυτοκράτορες, τον Νέρωνα και τον Δομιτιανό. Κατά τη δεύτερη περίοδο, 96-161, σημειώθηκαν τοπικοί διωγμοί. Η τρίτη περίοδος, 161-249, χαρακτηρίζεται από διωγμούς ιδιαιτέρως σκληρούς, οι οποίοι διενεργήθηκαν από τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Αντωνίνο Πίο. Η τέταρτη περίοδος, 249-324, υπήρξε το αποκορύφωμα των διωκτικών ενεργειών από τον Δέκιο και τον Διοκλητιανό. Τέλος, η πέμπτη περίοδος, 324-395, περιλαμβάνει ορισμένες εχθρικές ενέργειες εναντίον των Χριστιανών. Εντούτοις, η τελευταία αυτή περίοδος των διωγμών είναι η περίοδος κατά την οποία ο Χριστιανισμός είναι πλέον ελεύθερος να αναπτυχθεί με εγγυήσεις νομιμότητας24.
Σημαντικές πληροφορίες αναφορικά με τους διωγμούς των Χριστιανών αντλούνται από τις εξωχριστιανικές μαρτυρίες, δηλαδή από τις αναφορές στον Χριστό και στους Χριστιανούς από μη Χριστιανούς, οι οποίες αποτυπώνουν τα διατάγματα και τον τρόπο εξέλιξης των διωγμών και κατηγοριοποιούν τους αυτοκράτορες σ’ αυτούς που δε δίωξαν καθόλου τους Χριστιανούς, σε εκείνους που επιδόθηκαν σε διωκτικές πράξεις προς το τέλος της ζωής τους και σ’ εκείνους που οργάνωναν διωγμούς καθ’ όλην τη διάρκεια της βασιλείας τους25.
 
 
1.1. Ιστορικά στοιχεία των διωγμών
 
Ο πρώτος διωγμός, που έλαβε χώρα κατά Χριστιανού, ήταν ο λιθοβολισμός του Στεφάνου26. Όμως, ο πρώτος μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών έλαβε χώρα επί Νέρωνος. Τη νύχτα της 18ης προς τη 19η Ιουλίου του 64 εξερράγη στη Ρώμη μεγάλη πυρκαγιά, η οποία διήρκεσε έξι μέρες και επτά νύχτες και έσβησε ολοσχερώς τη δέκατη ημέρα. Διασώθηκαν μόνο τα τέσσερα από τα δεκατέσσερα τμήματα της πόλης. Εκ των υπολοίπων τα τρία καταστράφηκαν εντελώς από την πυρκαγιά και στα άλλα προκλήθηκαν μεγάλες ζημίες. Ο Νέρων υπέδειξε τους Χριστιανούς ως υπεύθυνους της καταστροφικής αυτής πυρκαγιάς και τους καταδίωξε. Σύμφωνα με τον Σουητώνιο, ο Νέρων τιμώρησε τους Χριστιανούς, διότι αποτελούσαν μία ιδιαίτερη τάξη ανθρώπων και εθεωρείτο ότι πίστευαν σε μία νέα και επιζήμια δεισιδαιμονία, genus hominum superstitionis novae ac maleficae. Στον διωγμό αυτόν μαρτύρησε στη Ρώμη ο Απόστολος Παύλος και κατά πάσα πιθανότητα και ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος μετέβη τότε για πρώτη φορά στη Ρώμη27. Ο Τάκιτος28 περιγράφει και ερμηνεύει κατά τρόπο χαρακτηριστικό τον διωγμό του Νέρωνα29.
Μετά τον θάνατο του τελευταίου, το 68, επικράτησε στη Ρώμη μεγάλη αναρχία, ούτως ώστε να αγνοούμε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ των Ρωμαϊκών Αρχών και της Εκκλησίας. Επί Βεσπασιανού, 68-79, υπάρχουν μόνο υπαινιγμοί για διωγμούς Χριστιανών, καθώς ο αυτοκράτωρ αυτός δεν αισθανόταν ποτέ ευχαρίστηση για τη θανάτωση κάποιου ανθρώπου, όπως προκύπτει και από χωρίο του Σουητωνίου30. Όμως, ήταν υποχρεωμένος να τηρήσει την καθορισμένη θέση απέναντι στον Χριστιανισμό. Ως γνωστόν, επί των πρώτων Αυτοκρατόρων του οίκου των Φλαβίων οι Χριστιανοί απολάμβαναν σχετικής ευημερίας31
Αντιθέτως, ο Δομιτιανός τήρησε εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στους Χριστιανούς. Προκειμένου να αυξήσει τα αυτοκρατορικά έσοδα, ο τελευταίος μετά μεγάλης σκληρότητας, εισέπραττε φόρους από τους Ιουδαίους και από αυτούς που ασπάζονταν τον Ιουδαϊσμό, στους οποίους συγκαταλέγονταν και Χριστιανοί32. Άρχισε, λοιπόν, να αποδίδεται στους Χριστιανούς το έγκλημα της «ἀθεότητος», το οποίο δήλωνε την ασέβεια απέναντι στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα. Στη Ρωμαϊκή Πολιτεία άθεος εθεωρείτο όχι αυτός ο οποίος δεν πίστευε στους θεούς, αλλά αυτός ο οποίος δεν εκπλήρωνε τις εκ του νόμου ορισμένες θρησκευτικές τελετές και δεν προσέφερε θυσία στον Αυτοκράτορα. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι πολλοί από την ανώτατη ρωμαϊκή κοινωνία, οι οποίοι είχαν αποδεχθεί τον Χριστιανισμό, αρνούνταν να εκτελέσουν αυτό το καθήκον προς τον Αυτοκράτορα όξυνε την καχυποψία του Δομιτιανού. Έκτοτε ξέσπασε κατά των Χριστιανών διωγμός, πολλοί από αυτούς υπέστησαν μεγάλες στερήσεις και καταστροφές και όπως έγραψε προς τους Κορινθίους ο Κλήμης Ρώμης «αἰφνίδια καὶ ἐπάλληλα» συνέβαιναν σ΄ αυτούς «συμφοραὶ καὶ περιπτώσεις», και «πολλοὶ ἐμαρτύρησαν»33. Ο διωγμός του Δομιτιανού διαδόθηκε σ’ όλο το κράτος και ήταν βάναυσος. Το χαρακτηριστικό του ήταν ότι παρόλο που δεν εξεδόθη επί Δομιτιανού ειδικός νόμος κατά των Χριστιανών, καθορίσθηκε η βάση επί της οποίας επρόκειτο να στηριχθεί αυτός ο νόμος. Κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Δομιτιανού μετριάστηκε η μεγάλη βιαιότης του διωγμού. Έπειτα, ο νέος Αυτοκράτωρ της Ρώμης, Μάρκος Κοκκήϊος Νέρβας, (96-98), απήλλαξε τους καταδικασθέντες από τον Δομιτιανό και επικράτησε ειρήνη στη χριστιανική Εκκλησία καθ’ όλη τη διάρκεια της διετούς βασιλείας του34.
Το έτος 98 διαδέχθηκε τον Νέρβα ο Αυτοκράτωρ Τραϊανός, ο οποίος κυβέρνησε μεταξύ των ετών 98-117. Ο Τραϊανός μερίμνησε για την αποκατάσταση των πατροπαράδοτων ηθών της Ρώμης, mores maiorum, και την ανακάθαρση της αρχαίας ρωμαϊκής θρησκείας.  Εξαιτίας αυτής της ανακάθαρσης, κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Τραϊανού μαρτύρησαν αρκετοί Χριστιανοί κυρίως στην Αντιόχεια και στους Φιλίππους, αλλά αυτός ο διωγμός είχε σποραδικό χαρακτήρα. Τελικώς, ο Τραϊανός εξέδωσε ειδικό διάταγμα προς καταδίωξη του Χριστιανισμού στα τέλη του 111 ή στις αρχές του 11235.
Όταν βρισκόταν στη Ρώμη ο Αυτοκράτωρ Τραϊανός έλαβε από τον έπαρχο της Βιθυνίας Γάιο Πλίνιο Σέκουνδο, τον νεώτερο, μία επιστολή, η οποία έχει μεγάλη σημασία για τη μετέπειτα ιστορία των διωγμών. Η περί Χριστιανών επιστολή του είναι η ακόλουθη. 
Γάιος Πλίνιος πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Τραιανό.
1. Ἔχω τὴ συνήθεια, κύριε, νὰ σοῡ ἀναφέρω ὅλα ἐκεῑνα, γιὰ τὰ ὁποῑα ἀμφιβάλλω. διότι ποιὸς ἄλλος μπορεῑ νὰ μὲ κατευθύνῃ καλλίτερα, ὅταν βρίσκωμαι σὲ ἀμηχανία, ἢ νὰ μὲ διδάξῃ καλλίτερα, ὅταν δὲν ξέρω; ποτὲ δὲν παραβρέθηκα σὲ δίκες Χριστιανῶν· γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ξέρω πῶς καὶ μέχρι ποιοῦ σημείου τιμωροῦνται συνήθως ἢ ἀνακρίνονται. 2. καὶ δὲν ἦταν μικρὴ ἡ ἀμφιβολία μου, ἂν πρέπει νὰ γίνεται καμμία διάκρισι ἡλικιῶν, ἢ νὰ μὴ διακρίνωνται καθόλου οἱ ἀνήλικοι ἀπὸ τοὺς ὡρίμους· ἂν πρέπει νὰ τοὺς χαρίζεται εὐκαιρία μετανοίας, ἢ ἂν δὲν πρέπει νὰ γλιτώνῃ μὲ τὴν ἀποσκίρτησί του αὐτὸς ποὺ ὁπωσδήποτε ὑπῆρξε Χριστιανός· ἃν τὸ ὄνομα καθ’ ἑαυτὸ δὲν συνεπάγεται μομφή, ἢ ἃν οἱ μομφὲς ποὺ προσάπτονται στὸ ὄνομα συνεπάγονται ποινές. ἐν τῷ μεταξὺ γιὰ ὅσους μοῦ καταγγέλθηκαν ὡς Χριστιανοί, ἀκολούθησα τὴν ἑξῆς μέθοδο. 3. τοὺς ῥώτησα ἂν εἶναι Χριστιανοὶ. αὐτοὺς ποὺ τ’ ὡμολόγησαν τοὺς ῥώτησα γιὰ δεύτερη καὶ τρίτη φορὰ ἀπειλώντας, ὅτι θὰ τοὺς τιμωρήσω. αὐτοὺς ποὺ ἐπέμεναν ἀνένδοτοι διέταξα νὰ τοὺς φυλακίσουν. διότι δὲν ἀμφέβαλλα πλέον, πώς, ὅ, τι κι ἂν ἦταν αὐτὸ ποὺ ὡμολογοῡσαν, ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ τιμωρηθῇ ἡ ἐπιμονὴ καὶ τὸ ἀλύγιστο πεῖσμα. 4. ὑπῆρξαν κι ἄλλοι ἐξ ἴσου ἀνόητοι, τοὺς ὁποίους διέταξα νὰ στείλουν στὴ Ῥώμη, διότι ἦταν Ῥωμαῖοι πολῖτες. ἀργότερα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως συμβαίνει συνήθως, μιὰ καὶ ἡ κατηγορία ἦταν ἀόριστη, παρουσιάστηκαν πολλὰ εἴδη κατηγοριῶν. 5. Κατατέθηκε ἀνυπόγραφος λίβελλος ποὺ περιλάμβανε ὀνόματα πολλῶν. ὅσοι ἔλεγαν ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὑπῆρξαν Χριστιανοί, τοὺς ἔβαζα, πηγαίνοντας κι ἐγὼ πρῶτος, νὰ ἐπικαλεστοῦν τοὺς θεοὺς καὶ νὰ προσκυνήσουν μὲ θυμίαμα καὶ σπονδὴ οἴνου τὴν εἰκόνα σου, τὴν ὁποία διέταξα νὰ φέρουν μαζὶ μὲ τὰ εἴδωλα τῶν θεῶν, κι ἐπὶ πλέον νὰ βρίσουν τὸ Χριστό· ἐπειτα ἔκρινα ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσω· διότι λὲν ὅτι τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανοὺς δὲν μπορεῑ κανεὶς νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ κάνουν τίποτε ἀπ’ αὐτά. 6. ἄλλοι εἶπαν ὅτι μόνο στὸν κατάλογο ἀναφέρονται ὡς Χριστιανοί, κι ἀμέσως ἀρνήθηκαν ὅτι εἶναι· ἢ ὅτι ἦταν μέν, ἀλλ’ ἀποσκίρτησαν ἄλλοι πρὶν τρία χρόνια, ἄλλοι πρὶν πολλὰ χρόνια, καὶ κάποιος πρὶν εἴκοσι χρόνια. καὶ ὅλοι αὐτοὶ προσκύνησαν καὶ τὴν εἰκόνα σου καὶ τὰ εἴδωλα τῶν θεῶν, κι ἔβρισαν τὸ Χριστὸ. 7. βεβαίωναν δὲ ὅτι τὸ μεγαλύτερο παράπτωμα ἣ ἡ μεγαλύτερη πλάνη τους ᾖταν, ὅτι συνήθιζαν μιὰ ὡρισμένη μέρα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῡ ἥλιου νὰ συναθροίζωνται, νὰ ὑμνοῦν ἐναλλὰξ τὸ Χριστὸ ὡς Θεό, καὶ νὰ ὁρκίζωνται ὅτι δὲν θὰ φονεύσουν, δὲν θὰ κλέψουν, οὔτε θὰ ληστέψουν, δὲν θὰ μοιχεύσουν, δὲν θὰ ξεπέσουν ἀπὸ τὴν πίστι, οὔτε θ’ ἀρνηθοῦν τὴν παρακαταθήκη τὴν ὁποία πῆραν σὰν ἄτομα. μετὰ τὸ τέλος αὐτῶν, ὅτι συνήθιζαν ν’ ἀποχωρίζωνται κι ἔπειτα πάλι νὰ συγκεντρώνωνται, γιὰ νὰ φᾶν συνηθισμένα καὶ ἀβλαβῆ φαγητά· κι ὅτι αὐτὸ ἔπαυσαν νὰ τὸ κάνουν μετὰ τὸ διάταγμὰ μου, μὲ τὸ οποῖο σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς σου ἀπαγόρευσα νὰ γίνωνται ἐταιρίες. 8. γι’ αὐτὸ ἔκρινα ἀναγκαιότερο νὰ μάθω τὴν ἀλήθεια ἀπὸ δυὸ δοῦλες ποὺ λέγονταν διακόνισσες, τὶς οποῖες ἀνέκρινα μὲ βασανιστήρια. δὲν διαπίστωσα τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ τιποτένια καὶ ὑπερβολικὴ δεισιδαιμονία.
9. Γι’ αὐτὸ ἀνέβαλα τὴν ἀνάκρισι κι ἔσπευσα νὰ σὲ συμβουλευτῶ. διότι ἔκρινα ὅτι τὸ πρᾶγμα χρειάζεται περίσκεψι, κυρίως διότι εἶναι μεγάλος ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ποὺ κατηγοροῡνται. διότι πολλοὶ ἀπὸ κάθε ἡλικία καὶ κάθε τάξι καὶ τῶν δύο φύλων καλοῡνται καὶ θὰ κληθοῡν σὲ δίκη. κι ὄχι μόνο στὶς πόλεις ἀλλὰ καὶ στὰ χωριὰ καὶ στὶς ἀγροικίες μεταδόθηκε τὸ μίασμα αὐτῆς τῆς δεισιδαιμονίας, ἡ ὁποία ὅμως φαίνεται ὅτι μπορεῑ ν’ ἀναχαιτισθῇ καὶ νὰ διορθωθῇ. 10. ὁπωσδήποτε ὁμολογεῑται σχεδὸν ἱκανοποιητικά, ὅτι οἱ πρὶν ἐγκαταλειμμένοι ναοὶ ἄρχισαν νὰ γεμίζουν, καὶ οἱ συνηθισμένες θυσίες, ποὺ γιὰ πολὺν καιρὸ εἶχαν παραμεληθῆ, ξανάρχισαν, καὶ συχνὰ πωλοῦνται σφάγια, τῶν ὁποίων μέχρι τώρα σπάνια βρισκόταν ἀγοραστής. ἀπ’ αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ συμπεράνουμε, ὅτι αὐτὸς ὁ ὄχλος τῶν ἀνθρώπων μπορεῑ νὰ διορθωθῇ, ἂν τοὺς δοθῇ εὐκαιρία μετανοίας36.
Από αυτήν την επιστολή του Πλινίου προκύπτει ότι όχι μόνο στις πόλεις της Βιθυνίας, αλλά και στα περίχωρα αυτής και γενικότερα σ’ όλην την Επαρχία της Βιθυνίας είχε διαδοθεί ο Χριστιανισμός ήδη από τον πρώτο αιώνα, με αποτέλεσμα να ερημωθούν οι ναοί των Εθνικών και να αδρανήσουν οι ειδωλολατρικές ιεροτελεστίες. Κατηγγέλθη στον Πλίνιο ότι αίτιοι όλων αυτών ήταν οι Χριστιανοί και για τον λόγο αυτό διενήργησε ανάκριση με μεγάλη αυστηρότητα, προκειμένου να εφαρμόσει τους νόμους του Κράτους. Ο Πλίνιος θεώρησε ότι οι Χριστιανοί έπρεπε να τιμωρηθούν, όπως προκύπτει και από τη φρασεολογία που χρησιμοποιεί στην επιστολή του προς τον Τραϊανό, στην οποία αναφέρει ότι θεωρεί τους Χριστιανούς άξιους τιμωρίας, ανεξαρτήτως των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, λόγω της επιμονής τους και της συνεχούς αρνήσεώς τους να εκπληρώσουν τα διατάγματά του. Σύμφωνα με τον Πλίνιο, αυτό προσέκρουε στο καθήκον των Ρωμαίων υπηκόων και παρεμπόδιζε την επαναφορά και την αποκατάσταση της διασαλευθείσης τάξεως37
Ο αυτοκράτορας Τραϊανός κατά το έτος 112 απάντησε στην προηγούμενη επιστολή του Πλινίου Σεκούνδου με την εξής επιστολή.
Τραϊανὸς πρὸς τὸν Πλίνιο.
1. Ἀκολούθησες, Σεκοῦνδε μου, τὴ μέθοδο ποὺ ἔπρεπε γιὰ τὸν ἔλεγχο τῶν κατηγοριῶν εἰς βάρος αὐτῶν ποὺ σοῦ καταγγέλθηκαν ὡς Χριστιανοὶ. διότι γενικὰ αὐτὸ δὲν μπορεῑ νὰ θεωρηθῇ σὰν κάτι ἐξιχνιασμένο. 2. δὲν πρέπει νὰ καταζητοῦνται. ἂν καταγγέλλωνται καὶ ἀποδεικνύωνται ὅτι εἶναι, νὰ τιμωροῦνται, ἀλλὰ μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε ὅποιος ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι Χριστιανὸς καὶ τὸ κάνῃ αὐτὸ φανερὸ προσκυνώντας ἀσφαλῶς τοὺς θεοὺς μας, ἂν καὶ ἦταν πρῶτα ὕποπτος, νὰ πάρῃ χάρι γιὰ τὴ μετάνοιά του. ὅταν ὅμως ὑποβάλλωνται ἀνυπόγραφοι λίβελλοι, μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ θεωροῦνται ἔγκυροι. διότι ὑπάρχουν καὶ τὰ κακοηθέστατα παραδείγματα κι ὄχι μόνο στὴν ἐποχὴ μας38.
Ο Τραϊανός απήντησε στον Πλίνιο ότι ενήργησε ορθώς και ότι ορθώς επολιτεύθη, αφού θεώρησε τους Χριστιανούς άξιους θανάτου μόνο εξαιτίας του ονόματός τους, nomen ipsum, αν παρέμεναν Χριστιανοί. Επιπλέον, κατά τον Τραϊανό σ’ όλες τις περιπτώσεις δεν πρέπει να εφαρμόζεται ο ίδιος κανόνας και ο ίδιος νόμος, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις. Σημειωτέον ότι η μετάνοια λαμβάνεται υπόψιν αν αυτός που μετανοεί δείχνει τη μεταμέλειά του με εμφανή τρόπο, αναγνωρίζοντας τη ρωμαϊκή θρησκεία και προσφέροντας θυσίες στους θεούς. Ο Τραϊανός επισημαίνει ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να αναζητούνται και να καταδιώκονται, conquirenti non sunt, αλλά ούτε και να λαμβάνονται υπόψιν οι κατ’ αυτών ανώνυμες καταγγελίες. Σύμφωνα με τον τελευταίο θα πρέπει να επιβάλλεται στους Χριστιανούς η ποινή του θανάτου μόνον όταν η καταγγελία είναι νόμιμη. Με την απάντηση αυτή του Τραϊανού προς την επιστολή του Πλινίου, η οποία επείχε θέση διατάγματος, νομιμοποιείτο ο διωγμός κατά των Χριστιανών και διώκονταν στη συνέχεια οι Χριστιανοί μόνο λόγω του ονόματός τους, επειδή ανήκαν σε collegium illicitum39. Εφόσον το διάταγμα του Τραϊανού θεωρούσε το όνομα Χριστιανός δηλωτικό εγκλήματος, ο διωγμός ήταν αδιάλειπτος και σ’ όλην τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ακουγόταν μία φωνή, non licet esse Christianos40.
Επί Αδριανού, 117-138, ο φανατισμός του εθνικού όχλου κατά των Χριστιανών ήταν έντονος. Μάλιστα, ορισμένοι διοικητές υπέκυπταν στη βία του όχλου και επέτρεπαν τη βίαια θανάτωση των Χριστιανών χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία. Παρόλα αυτά υπήρχαν και ευσυνείδητοι διοικητές, οι οποίοι αντιδρούσαν στα αυθαίρετα αιτήματα του όχλου. Παράδειγμα τέτοιου διοικητή αποτελούσε ο ανθύπατος της Ασίας, Σερήνιος Γρανιανός, ο οποίος έστειλε επιστολή στον Αυτοκράτορα Αδριανό ζητώντας οδηγίες για το αν πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν οι απαιτήσεις του εθνικού όχλου κατά των Χριστιανών. Ο Αδριανός απήντησε στον διάδοχο του Γρανιανού, Μινούκιον Φουνδανόν41. Η επιστολή αυτή του Αδριανού ενείχε τη θέση διατάγματος, η έννοια του οποίου ήταν όμοια με την έννοια του διατάγματος του Τραϊανού. Ο Αδριανός αξίωσε η καταγγελία κατά των Χριστιανών να φέρει τους τύπους της νόμιμης διαδικασίας και να μην επιτρέπεται στον όχλο να παραβιάζει τους νόμους του κράτους42.
Επί Αντωνίνου, 138-161, οι κατά τόπους ανθύπατοι όφειλαν να μην καταδιώκουν τους Χριστιανούς σύμφωνα με τα διατάγματα του Τραϊανού και του Αδριανού και να μην τους καταδικάζουν χωρίς νόμιμη διαδικασία. Όμως, οι φρικτές κατηγορίες κατά των Χριστιανών ως άθεων και ως αιτίων των συμφορών του κράτους φανάτιζαν τον εθνικό όχλο και ανάγκαζαν τους αντιπροσώπους της Ρωμαϊκής Πολιτείας να καταδικάζουν πολλάκις τους Χριστιανούς σε θάνατο χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας43.
Επί Μάρκου Αυρηλίου οξύνθηκαν οι διωγμοί κατά των Χριστιανών, καίτοι ο αυτοκράτορας εξέδωσε διατάγματα με τα οποία κατέστη δυσχερέστατη η θέση των τελευταίων στη Μικρά Ασία44. Μάλιστα, επί βασιλείας του και συγκεκριμένα το 177 έλαβε χώρα ένας μεγάλος διωγμός στις Γαλλικές Επαρχίες, όπου οι Χριστιανοί κηρύχθηκαν εκτός νόμου και στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα45. Στη συνέχεια, ο Σεπτίμιος Σεβήρος επέδειξε αρχικά φιλική στάση προς τον Χριστιανισμό, η οποία, όμως, έπειτα μεταλλάχθηκε σε άκρως εχθρική46.
Συνεπεία του διατάγματος του Σεπτιμίου Σεβήρου και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του χριστιανικού μαρτυρίου αποτελεί η περίπτωση της Βίμπιας Περπέτουας.  Το μαρτύριο της προκάλεσε μεγάλη εντύπωση47. Ήταν μία γυναίκα είκοσι δύο ετών, Ρωμαία πολίτης, ανώτερης κοινωνικής τάξης, με εξαιρετική μόρφωση, νιόπαντρη και μητέρα. Έζησε στα τέλη του δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα, στη Βόρεια Αφρική, στη Thuburbo Minus, σημερινή Tébourca, η οποία ήταν μία ευημερούσα αγροτική περιοχή μόλις πενήντα τρία χιλιόμετρα δυτικά της Καρχηδόνας. Η Βίμπια Περπέτουα προτίμησε να θυσιάσει τη ζωή της παρά να θυσιάσει στον αυτοκράτορα στερούμενη ό, τι μέχρι εκείνη τη στιγμή απολάμβανε λόγω της κοινωνικής της θέσης48.
Η περίπτωση της Περπέτουας, πλην των προαναφερθέντων, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον κυρίως για το γεγονός ότι σώζεται το ημερολόγιο που κρατούσε κατά τη διάρκεια της φυλάκισής της στην Καρχηδόνα, τη στιγμή που περίμενε να θανατωθεί για την αδιάλλακτη και υπεροπτική στάση, την οποία κράτησε δημόσια απέναντι στους παραδοσιακούς θεούς και τις πολιτικές αρχές. Το ημερολόγιό της γράφτηκε στα ελληνικά και εξεδόθη από ανώνυμο σύγχρονό της με μία σύντομη εισαγωγή για τις περιστάσεις που οδήγησαν τόσο την Περπέτουα όσο και τους συντρόφους της στο μαρτύριο, καθώς και περιγραφή των γεγονότων που συνέβησαν στην αρένα με τους μάρτυρες να αντιμετωπίζουν τα θηρία. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν πρόσφατα δύο εκδόσεις του ημερολογίου της Περπέτουας49. Η μία στις εκδόσεις Κατάρτι με επιμέλεια της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αθανασιάδη Πολύμνιας50 και η άλλη στους Σύγχρονους Ορίζοντες, του Γεωργιάδη Θανάση51. Στη συνέχεια παρατίθεται η μετάφραση του ημερολογίου, την οποία επιμελήθηκε η Αθανασιάδη Πολύμνια.
3. Ενώ είχαμε συλληφθεί και βρισκόμασταν στο στάδιο της προανάκρισης, ο πατέρας μου προσπαθούσε να με πείσει από πατρική αγάπη να παραιτηθώ από την ομολογία μου. Κι εγώ του είπα: «Πατέρα, βλέπεις για παράδειγμα εκείνο κει το σκεύος ή κάτι άλλο παρόμοιο;» Κι εκείνος αποκρίθηκε· «Το βλέπω». Κι εγώ: «Δεν είναι σωστό να το ονομάσει κανείς αλλιώς. Ούτε κι εγώ μπορώ να ονομάζομαι άλλο από αυτό που είμαι, δηλαδή χριστιανή». Ο πατέρας μου ταράχτηκε τόσο από αυτό το λόγο που όρμησε καταπάνω μου για να μου βγάλει τα μάτια. Άφησε όμως μόνο μια κραυγή και βγήκε νικημένος κι αυτός και τα τεχνάσματα του διαβόλου. Στη συνέχεια έλειψε για λίγες μέρες κι εγώ ευχαρίστησα τον Κύριο και χάρηκα για την απουσία του. Κι εκείνες τις μέρες βαπτιστήκαμε. Και το πνεύμα το άγιο μου υπαγόρευσε να μη ζητήσω τίποτε άλλο από το βάπτισμα παρά μόνο σαρκός υπομονήν.
Μετά από λίγες μέρες μάς έριξαν στη φυλακή κι ένιωσα περίεργα γιατί ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δει τέτοιο σκοτάδι. Πόσο φριχτή ήταν η μέρα, πόσο αφόρητη η ζέστη! Γιατί ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων ήταν στοιβαγμένο εκεί, αφού οι καταγγελίες των στρατιωτών ήταν πάμπολλες. Και μέσα σ’ όλα αυτά με βασάνιζε η έγνοια του μωρού μου. Τότε ο Τέρτιος και ο Πομπόνιος, οι ευλογημένοι διάκονοι που μας διακονούσαν, πέτυχαν, δωροδοκώντας, να μεταφερθούμε σε ημερότερο τόπο της φυλακής. Πήραμε μιαν ανάσα και, όταν είχαμε όλοι μεταφερθεί, ο καθένας ασχολήθηκε με τα δικά του. Και μου φέραν το μωρό μου που είχε μαραθεί από τη δίψα κι άρχισα να του δίνω γάλα. Μιλούσα με τη μητέρα μου, παρηγορούσα τον αδελφό μου, τάιζα το μωρό μου. Όμως έλιωνα γιατί τους έβλεπα να λυπούνται για λογαριασμό μου. Πέρασα πολλές μέρες μέσα σε τέτοια θλίψη και τέλος ζήτησα να μείνει μαζί μου το μωρό στη φυλακή. Κι εκείνο ανέλαβε κι εγώ συνήλθα από τη λύπη και τον πόνο και νά! η φυλακή έγινε για μένα παλάτι, έτσι που προτιμούσα να είμαι εκεί και πουθενά αλλού52.
4. Τότε μου είπε ο αδελφός μου: «Κυρία αδελφή, έχεις πλέον μεγάλη εξουσία, τόσο μεγάλη που αν ζητήσεις οπτασία θα τη λάβεις και θα σου δειχθεί αν σε περιμένει αναβολή ή μαρτύριο». Κι εγώ, που ήξερα ότι ομιλούσα με τον Θεό από τον οποίον είχα δει τόσες ευεργεσίες, γεμάτη πίστη, του υποσχέθηκα με αυτά τα λόγια: «Θα σου πω αύριο». Ζήτησα λοιπόν, και νά τι μου αποκαλύφθηκε. Είδα μια τεράστια χάλκινη κλίμακα που έφτανε ως τον ουρανό. Αλλά ήταν τόσο στενή ώστε δεν μπορούσε να την ανέωει παρά ένας άνθρωπος τη φορά. Στις δυο πλευρές της σκάλας ήταν μπηγμένα κάθε λογής ξίφη, δόρατα αγκίστρια, μαχαίρια και σούβλες, έτσι που, οποιοσδήποτε ανέβαινε απρόσεκτα και χωρίς να’ χει το νου του στα ακόντια, να σφάζεται. Ακριβώς κάτω από την κλίμακα βρισκόταν ένα πελώριο φίδι που παρακολουθούσε  αυτούς που ανέβαιναν και τους φοβέριζε για να μην αποτολμήσουν την ανάβαση. Ανέβηκε ο Σάτυρος (αυτός που αργότερα παραδόθηκε μόνος του για χάρη μας ‒άλλωστε δικό του δημιούργημα ήμασταν‒ αλλά όταν μας συνέλαβαν εκείνος έλειπε). Όταν έφτασε στην κορυφή της κλίμακας στράφηκε και είπε: «Περπέτουα, σε περιμένω, μόνο πρόσεξε μη σε δαγκώσει το φίδι». Και είπα: «Δεν θα με βλάψει εν ονόματι του Ιησού Χριστού». Και το φίδι, σαν να με φοβόταν, έβαλε ήρεμα το κεφάλι κάτω από τη σκάλα και, όταν θέλησα ν’ ανέβω στο πρώτο σκαλί, πάτησα το κεφάλι του. Και είδα μπροστά μου έναν τεράστιο κήπο και στη μέση του κήπου να κάθεται ένας ασπρομάλλης άνθρωπος, υπερμεγέθης, και ν’ αρμέγει τα πρόβατα ντυμένος σαν ποιμένας. Και γύρω του στέκονταν πολλές χιλιάδες λευκοντυμένων. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι, με είδε και είπε: «Καλώς ήρθες, παιδί μου». Και με κάλεσε και μου έδωσε από το τυρί, που άρμεγε, σαν νά ’ τανε ψωμί. Κι εγώ ενώνοντας τα χέρια μου το πήρα και το έφαγα και όλοι οι παριστάμενοι ειπαν «αμήν». Από τον ήχο της φωνής ξύπνησα, μασώντας ακόμα κάτι γλυκό. Κι αμέσως διηγήθηκα το όνειρο στον αδελφό μου και καταλάβαμε ότι θα μαρτυρήσουμε. Και από εκείνη τη στιγμή έπαψα να αποθέτω οποιαδήποτε ελπίδα σ’ αυτή τη ζωή53.
5. Μετά από λίγες μέρες μάθαμε ότι πρόκειται να δικαστούμε. Ήρθε και ο πατέρας μου από την πόλη μαραμένος από την αγωνία και ανέβηκε [στο βήμα όπου βρισκόμουν] και προσπαθούσε να με μεταπείσει λέγοντάς μου: «Κόρη μου, λυπήσου τ’ άσπρα μου μαλλιά, λυπήσου τον πατέρα σου, αν βέβαια είμαι άξιος να ονομάζομαι πατέρας σου. Θυμήσου ότι με τούτα δω τα χέρια σε ανάστησα και πως σε προτιμούσα από τους αδελφούς σου… Κοίταξε τη μάνα σου και την αδελφή της, δες το γιο σου που δεν θα μπορέσει να ζήσει χωρίς εσένα. Άσε κατά μέρος τους θυμούς σου, μη μας καταστρέψεις όλους, γιατί κανένας μας δεν θα μπορέσει να μιλήσει ευθαρσώς αν σου συμβεί κάτι». Τέτοια έλεγε σαν πατέρας, σαν γονιός, και μου φιλούσε τα χέρια κι έπεφτε στα πόδια μου και με δάκρυα στα μάτια δεν με αποκαλούσε πια «θυγατέρα» αλλά «κυρία». Εγώ πονούσα για τη διάθεση του πατέρα γιατί από ολόκληρη την οικογένειά μου ήταν ο μόνος που δεν χαιρόταν με την προοπτική του πάθους μου. Και τον παρηγόρησα λέγοντάς του: «Αυτό θα συντελεστεί σε εκείνο το δικαστήριο, αν το θέλει ο Κύριος. Γιατί πρέπει να ξέρεις ότι τον εαυτό μας δεν τον εξουσιάζουμε εμείς αλλά ο Θεός. Και μ’ άφησε μέσα σε μεγάλη αγωνία54.
6. Τη μέρα που είχε οριστεί μας πήραν για να δικαστούμε. Και μόλις φτάσαμε στην αγορά ευθύς διαδόθηκε η φήμη στα πέριξ κι έτρεξε πολύς λαός. Όταν ανεβήκαμε στο βήμα, ερωτήθηκαν οι άλλοι και ομολόγησαν. Είχε φτάσει η στιγμή να ανακριθώ και εγώ. Κι εμφανίστηκε εκεί ο πατέρας μου με το παιδί μου και τραβώντας με από το βήμα μού είπε: «Λυπήσου το μωρό και θυσίασε». Και ο επίτροπος, κάποιος Ιλαριανός, που είχε την εξουσία να επιβάλλει τη θανατική ποινή, αφού είχε πεθάνει ο ανθύπατος Μινούκιος Οππιανός, μου λέει: «Λυπήσου τ’ άσπρα μαλλιά του πατέρα σου, λυπήσου το μωρό σου και θυσίασε υπέρ της σωτηρίας των αυτοκρατόρων». Κι εγώ αποκρίθηκα: «Δεν θυσιάζω». Και ρώτησε ο Ιλαριανός: «Είσαι χριστιανή;» και είπα: «Είμαι χριστιανή». Καθώς ο πατέρας μου έκανε ό, τι μπορούσε για να με κάνει να αναιρέσω την ομολογία μου, ο Ιλαριανός έδωσε εντολή και τον βγάλαν έξω. Και τότε ένας από τους φρουρούς τον κτύπησε με το ραβδί του. Κι εγώ πόνεσα τα γερατειά του και λυπήθηκα υπερβολικά.
Στη συνέχεια μας καταδικάζει όλους να θηριομαχήσουμε κι εμείς γεμάτοι χαρά επιστρέψαμε στη φυλακή. Επειδή θήλαζα, και το παιδί έμενε μαζί μου στη φυλακή, στέλνω στον πατέρα μου το διάκονο Πομπόνιο ζητώντας το μωρό. Ο πατέρας μου δεν το έδωσε, αλλά, όπως τα κανόνισε ο Θεός, ούτε του παιδιού του’ λειψε το μητρικό γάλα ούτε σ’ εμένα παρουσιάστηκε κάποια φλεγμονή· ίσως για να μην καταπονηθώ ούτε από την έγνοια του παιδιού ούτε από τη μαστίτιδα55.
7. Και λίγες μέρες αργότερα, καθώς προσευχόμασταν όλοι μαζί, ξαφνικά έβγαλα μια φωνή μέσα στην προσευχή και ονόμασα τον Δεινοκράτη. Κι έμεινα κατάπληκτη γιατί ποτέ ως τότε δεν τον είχα σκεφτεί. Και πόνεσα όταν αναθυμήθηκα το τέλος του. Αμέσως όμως συναισθάνθηκα πως ήμουν άξια να ζητήσω χάρη για κείνον, κι άρχισα να προσεύχομαι στον Κύριο θερμά και με στεναγμούς. Κι ευθύς την ίδια νύχτα μού φανερώθηκε το ακόλουθο: Βλέπω τον Δεινοκράτη να βγαίνει από έναν τόπο σκοτεινό όπου βρίσκονταν κι άλλοι πολλοί που φλέγονταν και διψούσαν. Το ρούχο του ήταν βρόμικο, το χρώμα του χλομό και το πρόσωπό του έφερε την πληγή που είχε όταν ακόμα ζούσε. Ο Δεινοκράτης (που ήταν ο κατά σάρκα αδελφός μου) είχε πεθάνει στα εφτά του χρόνια από γάγγραινα που είχε κάνει το πρόσωπό του να σαπίσει, έτσι ώστε ο θάνατός του να είναι για όλους αντικείμενο αποστροφής. Ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εμένα έβλεπα ένα μεγάλο κενό, τέτοιο που να μην είναι δυνατόν να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο. Κι εκεί που βρισκόταν ο αδελφός μου υπήρχε μια κολυμπήθρα γεμάτη νερό, το χείλος της όμως ήταν ψηλότερα από το μπόι του παιδιού. Ο Δεινοκράτης που επιθυμούσε να πιει από αυτήν τεντωνόταν κι εγώ υπέφερα γιατί, ενώ η κολυμπήθρα ήταν γεμάτη νερό, το παιδί δεν μπορούσε να πιει αφού το χείλος της ήταν τόσο ψηλό. Και ξύπνησα και κατάλαβα ότι ο αδελφός μου ταλαιπωρείται. Είχα όμως την πεποίθηση ότι θα μπορούσα να τον βοηθήσω τις αμέσως επόμενες μέρες, όταν μας μετέφεραν στην άλλη φυλακή —του χιλίαρχου, που βρισκόταν κοντά στο πεδίο όπου θα θηριομαχούσαμε, γιατί θα γιορτάζονταν τα γενέθλια του καίσαρος. Άρχισα να προσεύχομαι μέρα και νύχτα με στεναγμούς και με θέρμη ζητώντας να μου δωρηθεί ο αδελφός μου56.
8. Και ευθύς τη βραδιά που περάσαμε στα βασανιστήρια μου φανερώθηκε τούτο: βλέπω τον Δεινοκράτη στον τόπο όπου τον είχα δει, καθαρό, καλοντυμένο και χαρούμενο. Κι εκεί που ήταν η πληγή βλέπω μιαν ουλή. Και το χείλος της κολυμπήθρας είχε κατέβει ώς τον οφαλό του· κι από μέσα της έτρεχε ασταμάτητα το νερό. Και πάνω στο περιστόμιο ήταν μια χρυσή κανάτα, γεμάτη. Και πλησίασε ο Δεινοκράτης και άρχισε να πίνει από αυτήν· και [το νερό] δεν σωνόταν. Κι αφού ξεδίψασε, άρχισε να παίζει χαρούμενα, όπως κάνουν τα παιδάκια. Και ξύπνησα. Και συνειδητοποίησα ότι είχε μετατεθεί από την Κόλαση57.
9. Λίγες μέρες αργότερα ο επικεφαλής της στρατιωτικής φρουράς, κάποιος Πούδης, άρχισε με μεγάλο ενθουσιασμό να μας αποδίδει τιμές και να δοξάζει το Θεό, καταλαβαίνοντας ότι ήταν μεγάλη η δύναμή μας. Γι’ αυτό και δεν εμπόδισε την είσοδο σε κανέναν από κείνους που μας παραστέκονταν και δεν έπαυαν να μας παρηγορούν. Κι έφτασε η μέρα της παράστασης, και εισέρχεται ο πατέρας μου μαραμένος από την αγωνία, κι άρχισε να μαδάει τα γένεια του, να κυλιέται χάμω και, πεσμένος μπρούμυτα, να κατηγορεί τον εαυτό του, κακολογώντας τα χρόνια του κι εκστομίζοντας λόγια που θα’ φταναν για να σείσουν ολόκληρη την κτίση. Εγώ πενθούσα για τον ταλαίπωρο γέροντα58.
10. Μια μέρα πριν από τις θηριομαχίες βλέπω αυτό το όραμα: ο Πομπόνιος, ο διάκονος, ήρθε στην πόρτα της φυλακής και κτύπησε δυνατά. Βγήκα και του άνοιξα. Φορούσε λευκή εσθήτα και πολύχρωμα παπούτσια. Και μου λέει: «Σε περιμένω, έλα». Και μου κράτησε τα χέρια και πορευτήκαμε μέσ’ από τόπους τραχείς και δύσβατους. Και μόλις φτάσαμε στο αμφιθέατρο και με εισήγαγε στο μέσον, μου λέει: «Μη φοβηθείς· είμαι εδώ, μαζί σου· συμπάσχω» κι έφυγε. Μπροστά μου βλέπω πολύ λαό που περίμενε το θέαμα με ανυπομονησία. Εγώ, που ήξερα ότι είχα καταδικαστεί σε θηριομαχία, απορούσα γιατί δεν με ρίχναν στα θηρία. Και ήρθε εναντίον μου ένας Αιγύπτιος με απαίσια μορφή μαζί με τους βοηθούς του για να μονομαχήσει μαζί μου. Και έρχεται προς εμένα ένας ωραιότατος νέος που άστραφτε από ομορφιά και μαζί του άλλοι δυο ωραίοι νέοι για να με υπηρετήσουν και να με φροντίσουν. Και ξεντύθηκα· και γίνηκα άντρας. Κι άρχισαν οι βοηθοί μου να με αλείβουν με λάδι όπως συνηθίζεται στους αγώνες. Και βλέπω απέναντί μου εκείνο τον Αιγύπτιο να κυλιέται μέσα στη σκόνη. Βγήκε επίσης ένας άντρας υπερφυσικού μεγέθους, που το μπόι του ξεπερνούσε την κορφή το αμφιθεάτρου, ζωσμένος εσθήτα με πορφύρα που δεν έπεφτε μόνο από του δύο ώμους, αλλά και ανάμεσα στο στήθος· φορούσε επίσης υποδήματα χρυσοκέντητα και ασημοκέντητα και βαστούσε ένα ραβδί σαν βραβευτής ή πρόεδρος των μονομάχων· κι ακόμα, χλωρούς κλάδους με χρυσά μήλα. Κι αφού ζήτησε να γίνει σιωπή, είπε: «Τούτος ο Αιγύπτιος αν νικήσει τούτη δω, θα τη σκοτώσει με ξίφος· αν όμως τον νικήσει εκείνη, θα λάβει τούτο το κλαδί». Και αποσύρθηκε.
Πλησιάσαμε ο ένας τον άλλο κι αρχίσαμε την πάλη. Εκείνος ήθελε να μου αρπάξει τα πόδια, εγώ όμως τον κλοτσούσα καταπρόσωπο. Και νά, σηκώθηκα στον αέρα και άρχισα να τον κτυπάω σαν να μην πατούσα στη γη. Βλέποντας όμως πως δεν τον είχα τραυματίσει ακόμη, έπλεξα τα χέρια μου και πιάνοντάς τον από το κεφάλι τον έριξα με το πρόσωπο καταγής και πάτησα πάνω στο κεφάλι του. Και όλος ο κόσμος άρχισε να φωνάζει και οι βοηθοί μου πανηγύριζαν. Και προχώρησα ώς το βραβευτή και πήρα τον κλάδο. Με φίλησε και είπε: «Ειρήνη σ’ εσένα, θυγατέρα». Και ευθύς άρχισα να πορεύομαι μετά δόξης προς τη λεγόμενη Πύλη της Ζωής. Και ξύπνησα. Και ενόησα ότι η μάχη δεν θα δοθεί εναντίον θηρίων αλλά με το Διάβολο. Και κατάλαβα ότι θα τον νικήσω.
Αυτά τα έγραψα ως την παραμονή των αγώνων. Τα όσα θα συμβούν στο αμφιθέατρο ας τα γράψει όποιος θέλει59.
Η ιστορία της Περπέτουας διαδραματίστηκε το 203 πιθανόν στην Καρχηδόνα, η οποία συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά χριστιανικών μαρτυρικών θανάτων. Η εκτέλεση της μάρτυρος έγινε πιθανόν στη μεγαλοπρεπή αρένα της πόλης, στην οποία φιλοξενούνταν συχνά αγώνες μονομάχων60. Μαρτύρησε στις 7 Μαρτίου 203, στον εορτασμό των γενεθλίων του γιου του Σεπτίμιου Σεβήρου, Γέτα. Ο λόγος της ποινής του θανάτου που της επεβλήθη δε μας είναι γνωστός και δεν προκύπτει ούτε από το ημερολόγιό της ούτε και από τον συντάκτη του μαρτυρολογίου της. Τόσο στο ημερολόγιό της όσο και στο μαρτυρολόγιό της περιγράφεται η πεισματική άρνησή της να θυσιάσει και όχι οι λόγοι για τους οποίους κλήθηκε να θυσιάσει. Πιθανότατα να καταδικάσθηκε εξαιτίας του ηδίκτου που κυκλοφόρησε το 202 ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος, με το οποίο καταδίκαζε τον προσηλυτισμό στον Ιουδαϊσμό και στον Χριστιανισμό61. Από τις περιγραφές του συντάκτη του μαρτυρολογίου προκύπτει ότι η Περπέτουα είχε ηγετικό ρόλο και στη φυλακή και στην αρένα. Πολύ πιθανόν, να είχε ηγετικό ρόλο και στη χριστιανική κοινότητα πριν από τη σύλληψή της και να προσπάθησε να προσελκύσει Εθνικούς ή Ιουδαίους στη νέα πίστη, καθότι τον δεύτερο και τον τρίτο αιώνα υπήρχε στην Καρχηδόνα μεγάλη και ακμάζουσα ιουδαϊκή κοινότητα62. Η Περπέτουα καταδικάστηκε σε θάνατο στα θηρία, μία ποινή εξαιρετικά αυστηρή, η οποία σπάνια επιβαλλόταν σε Ρωμαίους πολίτες. Εξεδόθη ύστερα από δίκη και παραμονή στη φυλακή, ούτως ώστε τόσο η ίδια όσο και οι συγκρατούμενοί της να αναθεωρήσουν και να δεχθούν να θυσιάσουν. 
Ο διωγμός συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος της βασιλείας του Σεπτιμίου Σεβήρου, καθώς και επί της βασιλείας του Καρακάλλα, ο οποίος, όμως, ήταν φιλικά διακείμενος προς τον Χριστιανισμό63. Έπειτα, ο Αλέξανδρος Σεβήρος, του οποίου η μητέρα ήταν Χριστιανή, επιχείρησε να καταστήσει τον Χριστιανισμό νόμιμο θρήσκευμα, Όμως, η προσπάθειά του αυτή απετράπη από τους μάντεις. Μάλιστα, ήταν ο πρώτος ο οποίος με μία απόφασή του αναγνώρισε το δικαίωμα της Εκκλησίας ως ιδιαίτερο σωματείο να αποκτά περιουσία64. Ο διάδοχος του Αλεξάνδρου Σεβήρου, Γάιος Ιούλιος Ουήρος Μαξιμίνος ο Θραξ, επέδειξε εχθρική στάση τόσο απέναντι στους Χριστιανούς65 όσο και απέναντι στους Εθνικούς66. Απεναντίας, ο διάδοχός του, Φίλιππος Α΄ ο Άραψ, έδειξε ευνοϊκή στάση απέναντι στους Χριστιανούς67.
Έπειτα, ακολουθεί η περίοδος των γενικών και μεθοδευμένων διωγμών. Αξιοσημείωτος υπήρξε ο διωγμός του Δεκίου, που ήταν ο πρώτος από τους τρεις γενικούς διωγμούς. Ο διωγμός αυτός οργανώθηκε σε δύο φάσεις, χωρίς, ωστόσο, να διασώζεται το κείμενο του διατάγματος, ενδεχομένως για λόγους αποκατάστασης των παλαιών ηθών, όπως προκύπτει από τα μέτρα που λήφθηκαν. Επί Δεκίου ο Χριστιανισμός καταδικάσθηκε ως religio illicita και οι οπαδοί του υφίσταντο πολύ σκληρούς διωγμούς. Οι οπαδοί του διώκονταν πλέον επί τη βάσει επίσημης νομοθεσίας, η οποία συνίστατο από την κωδικοποίηση όλων των σχετικών διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί κατά τους προγενέστερους αιώνες από τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες68.
Ο δεύτερος γενικός διωγμός είχε πρωτεργάτη τον Βαλεριανό69 και διήρκεσε από το 257 έως το 259. Επί Βαλεριανού εκδόθηκαν δύο διατάγματα. Με το διάταγμά του 257 η διοίκηση επιχείρησε να παρέμβει άμεσα στη συλλογική άσκηση της χριστιανικής λατρείας και συν τοις άλλοις απαγορεύθηκε στους Χριστιανούς η συνάθροιση για κοινή λατρεία. Με το διάταγμα του 258 θεσπίστηκαν σκληρά μέτρα για όσους δεν προσέφεραν θυσίες. Στο πλαίσιο του δεύτερου διατάγματος εκτελέστηκε και ο Κυπριανός Καρχηδόνος. Όμως, τα δύο αυτά διατάγματα δεν εφαρμόστηκαν για πολύ εξαιτίας της αιχμαλωσίας του Βαλεριανού από τους Πέρσες, η οποία διήρκεσε από το 260 έως τον θάνατό του70.
Τέλος, το αποκορύφωμα της περιόδου των διωγμών71 των Χριστιανών ήταν ο Μεγάλος Διωγμός, ο οποίος ξεκίνησε το 303 και διήρκεσε περίπου δέκα χρόνια. Η αφετηρία του συνέπεσε με το δέκατο έτος της βασιλείας του Διοκλητιανού, 284-312. Τα τέσσερα διατάγματα που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού παρουσιάζουν κάποιες ιδιαιτερότητες, απόρροια του θεσμού της τετραρχίας που εισήγαγε ο Διοκλητιανός72.
 
1.2. Νομικό πλαίσιο των διωγμών
 
Η νομική θέση των Χριστιανών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τους τρεις πρώτους αιώνες ήταν ασαφής. Δεν υπήρχε ειδική νομοθεσία, η οποία να καθορίζει συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο73. Παρόλα αυτά οι διωγμοί εναντίον των Χριστιανών ξεκίνησαν ήδη από την αποστολική εποχή και τερματίσθηκαν στις αρχές του Δ΄ αιώνα. Οι Χριστιανοί έπρεπε να υποταχθούν ως Ρωμαίοι υπήκοοι στη γενική υποχρέωση της λατρείας του ηγεμόνος, το οποίο και αρνούνταν να πράξουν, διότι αντιτίθετο στον μονοθεϊστικό χαρακτήρα της πίστεώς τους και γι’ αυτό τιμωρούνταν ως ένοχοι sacrilegium, «ἀθεότητος», καταφρονήσεως της επισήμου θρησκείας και εσχάτης προδοσίας74. Κατά την πρώτη περίοδο των διωγμών μέχρι τις αρχές του Γ΄ αιώνα ο Χριστιανισμός διωκόταν ως superstitio nova, externa και malefica και εντασσόταν στις περί παρανόμων εταιρειών διατάξεις της ρωμαϊκής νομοθεσίας. Οι Χριστιανοί από τη βασιλεία του Νέρωνα μέχρι τη βασιλεία του Γαλερίου, ήτοι το 311, είχαν τεθεί εκτός νόμου από το Ρωμαϊκό Κράτος και η χριστιανική θρησκεία είχε κηρυχθεί παράνομη, religio illicita75
Πιο συγκεκριμένα, το αδίκημα για το οποίο διώκονταν οι Χριστιανοί ήταν η προσβολή του Αυτοκράτορα και συγκεκριμένα του genius αυτού76, λόγω της αρνήσεώς τους να τελέσουν θυσίες στην αυτοκρατορική λατρεία, που εθεωρείτο στοιχείο συνοχής του Κράτους, δηλαδή μία μορφή εσχάτης προδοσίας 77και γι’ αυτό οι ποινές ήταν σκληρές78. Για τη ρωμαϊκή πολιτεία άθεος ήταν όχι εκείνος που δεν πίστευε στους θεούς, αλλά αυτός που δεν εκπλήρωνε τις απαιτήσεις των νόμων για απόδοση τιμής και σεβασμού στα ιερά και στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα, πράγμα που έθετε σε κίνδυνο την πολιτική και θρησκευτική ενότητα της Αυτοκρατορίας. Κάθε λατρευτική πράξη των Χριστιανών προσέβαλε την αυτοκρατορική μεγαλειότητα. Οι Χριστιανοί αρνούνταν να εκπληρώσουν τις διατυπώσεις για τις θρησκευτικές τελετές, που προέβλεπαν οι νόμοι. Επιπλέον, δεν προσέφεραν θυσία στον Αυτοκράτορα και αθετούσαν τα αυτοκρατορικά διατάγματα για προσφορά θείων τιμών στον τελευταίο, για ορκωμοσία στο όνομά του και για θυσίες στα είδωλα. Επομένως, οι Χριστιανοί διώκονταν για προσβολή της μεγαλειότητος και μη υποταγής στους νόμους, impietas, sacrilegium,  για έγκλημα καθοσίωσης, crimen laesae maiestatis79, για αθεότητα, επειδή δε δέχονταν να προσκυνήσουν τους ρωμαϊκούς θεούς, crimen laesae publicae religions80.
Άλλωστε, οι Ρωμαίοι ήταν καχύποπτοι για τις συγκεντρώσεις πολιτών που μπορούσαν να υποκινήσουν ανατρεπτικά κινήματα, εξαιτίας και της ήδη φθίνουσας προσέλευσης στους πολυθεϊστικούς ναούς81. Για τον λόγο αυτόν, οι τελευταίοι αντιμετώπιζαν δυσμενώς τους Χριστιανούς, καθότι τους θεωρούσαν ανατροπείς του επικρατούντος πολιτικού συστήματος. Οι Χριστιανοί ήταν παραβάτες της Lex Iulia Maiestatis82. Η Ρωμαϊκή Πολιτεία θεωρούσε εχθρικά τα προφητικά και τα μαγικά βιβλία και απαγόρευε τον προσηλυτισμό, που προσέκρουε στον ανωτέρω νόμο, διότι διασαλευόταν η ησυχία και η ασφάλεια του ρωμαϊκού λαού, securitas populi romanii83. Στο Ρωμαϊκό Κράτος η θρησκεία ήταν στενά δεμένη με την Πολιτεία. Η ρωμαϊκή θρησκεία είχε, ως εθνική θρησκεία, πολιτικό χαρακτήρα και για τον λόγο αυτό δεν ήταν δυνατό να ανεχθεί άλλη θρησκεία, η οποία στηριζόταν σε άλλες αρχές. Η παγκοσμιότητα των αρχών του Χριστιανισμού αποτελούσε πρόκληση για τη ρωμαϊκή θρησκεία84.
Ειδικότερα, κατά τους δύο πρώτους αιώνες ο Χριστιανισμός δεν ήταν ευρέως διαδεδομένος και για τον λόγο αυτό δεν υπήρχε η ανάγκη λήψης γενικών νομοθετικών μέτρων85. Αναλυτικότερα, στον Νέρωνα δεν παρουσιάζεται κάποια συγκεκριμένη διάταξη, αλλά οι ενέργειές του μπορούν να ενταχθούν στα γενικότερα μέτρα, τα οποία λάμβανε ο συγκεκριμένος αυτοκράτορας για τα πολυτελή καπηλεία, τις αρματοδρομίες και τους ταχυδακτυλουργούς86.
Το διάταγμα του Δομιτιανού περί αθεότητος φανερώνει τη μέγιστη σημασία που ενείχε το πρόσωπο του αυτοκράτορα, καθώς και η λατρεία του. Στο συγκεκριμένο διάταγμα η αθεότητα δε συνδέθηκε με την πίστη ή την ανυπαρξία πίστεως προς τους θεούς, αλλά με τη λατρεία και την προσφορά θυσιών στο πρόσωπο του αυτοκράτορος, ο οποίος χαρακτηρίζεται, Dominus et Deus87. Σε περίπτωση που κάποιος δεν έπραττε τις ανωτέρω υποχρεώσεις βαρυνόταν με το έγκλημα της καθοσιώσεως, crimen laesae majestatis88.
Στην προαναφερθείσα επιστολή του Πλινίου προς τον Τραϊανό η απάντηση του τελευταίου είναι συνοπτική. Ο αυτοκράτορας επικροτεί τις ενέργειες του Πλινίου, αλλά καταδικάζει τις ανώνυμες καταγγελίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το περιεχόμενο και των δύο επιστολών προκύπτει ότι οι Χριστιανοί καταδικάζονταν μόνο για το όνομά τους, μονάχα για την ιδιότητά τους αυτή, nomen Christianum, nomen ipsum89. Το επόμενο σημαντικό στοιχείο που απορρέει από την εξεταζόμενη αλληλογραφία είναι η σύνδεση των διωγμών με την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας, cognitio90.
Η επιστολή του Τραϊανού σε συνδυασμό με την επιστολή του διαδόχου του, Αδριανού, συναποτέλεσαν καταστατική νομοθεσία για τους μετέπειτα διωγμούς. Ο Αδριανός κινείται στο πλαίσιο του Τραϊανού τόσο ως προς την έκταση του διατάγματος όσο και ως προς το περιεχόμενο, με τη διαφορά ότι κατά τον Αδριανό οι Χριστιανοί έπρεπε να τιμωρούνται μόνο για κάποια αξιόποινη πράξη και όχι μονάχα για την ιδιότητά τους91.
Σύμφωνα με το πρώτο διάταγμα που εξέδωσε ο Μάρκος Αυρήλιος και το οποίο περιλαμβάνεται στο τέταρτο βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσεβίου, απαγορεύεται η απόδοση κατηγορίας σε Χριστιανό μόνο για το όνομά του. Όμως, αργότερα εξέδωσε ένα διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο οι καταδότες των Χριστιανών θα μοιράζονταν την περιουσία τους με το ταμείο του αυτοκράτορα92.
Το διάταγμα του Σεπτίμιου Σεβήρου το 202 αφορούσε την απαγόρευση του προσηλυτισμού και της προσέλευσης στην ιουδαϊκή και στη χριστιανική θρησκεία, το οποίο εφαρμοζόταν σε συνδυασμό με το διάταγμα περί απαγορεύσεως συμμετοχής στα collegia illicita. Σύμφωνα με το τελευταίο διάταγμα όλες οι καταγγελίες κατ’ αυτών που ανήκαν σε collegia illicita έπρεπε να εξετάζονται στη Ρώμη από τον Έπαρχο αυτής93.
Στους δύο πρώτους γενικούς διωγμούς δεν έχουν ανευρεθεί τα κείμενα των διαταγμάτων και το περιεχόμενό τους προκύπτει από τα αγιολογικά κείμενα94. Τέλος, στον μεγάλο διωγμό εκδόθηκαν τέσσερα διατάγματα. Το πρώτο εκδόθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 303 και επέβαλλε την καταστροφή όλων των χριστιανικών εκκλησιών, τη δήμευση των ιερών σκευών και την απαγόρευση των λατρευτικών συγκεντρώσεων εκ μέρους των Χριστιανών. Το δεύτερο διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε προς το καλοκαίρι του 303 διέταζε τη σύλληψη του χριστιανικού κλήρου, ενώ λίγους μήνες μετά ακολούθησε το τρίτο διάταγμα, το οποίο όριζε την απονομή χάρης στους φυλακισμένους χριστιανούς υπό την προϋπόθεση να θυσιάσουν υπέρ του αυτοκράτορος. Το τέταρτο διάταγμα του 304 επέβαλλε υποχρεωτικά την απόδοση θυσίας σε όλους με ποινή θανάτου σε περίπτωση παραβίασης του περιεχομένου της διάταξης95. Μετά το θάνατο του Διοκλητιανού εκδόθηκε άλλο ένα διάταγμα, το 306, το οποίο καλούσε τους Χριστιανούς να θυσιάσουν στους ναούς βάσει ονομαστικών καταλόγων υπό την εποπτεία των αρχόντων96.
 
2: Η καθιέρωση της ανεξιθρησκίας
 
Τον 4ο αιώνα συνέβη ένα νευραλγικής σημασίας γεγονός, το οποίο καθόρισε τη μετέπειτα ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Παρόλο που ο αιώνας αυτός είχε ξεκινήσει άσχημα για τη χριστιανική Εκκλησία, το 311, ο Γαλέριος αποφάσισε να σταματήσει τους διωγμούς των Χριστιανών, αναγνωρίζοντας, συν τοις άλλοις, ότι οι διωγμοί στερούνταν χρησιμότητος, καθότι οι Χριστιανοί, οι οποίοι απαρνούνταν την πίστη τους, δεν επέστρεφαν στην Ειδωλολατρία. Εκείνην την περίοδο, μόλις ένα 5 ή 10% του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας ήταν Χριστιανοί97.
 
2.1. Το Ήδικτο του Γαλερίου, η συνάντηση στα Μεδιόλανα και οι λόγοι της μεταστροφής του Κωνσταντίνου
 
Τα τελευταία έτη υποστηρίζεται με πολύ σοβαρά επιχειρήματα ότι η παύση των διωγμών, η νομιμοποίηση του Χριστιανισμού ως religio licita και η αναγνώριση των Χριστιανών πιστών ως μίας ανεκτής θρησκευτικής ομάδας με το δικαίωμα να λατρεύει τον Θεό της στη ρωμαϊκή κοινωνία επήλθε, επί της αρχής, από το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας του Γαλερίου, στις 30 Απριλίου 311, στη Σαρδική ή στη Νικομήδεια98 και όχι το 313. Το διάταγμα αυτό ίσχυε θεωρητικά για όλην την Αυτοκρατορία και εφαρμόσθηκε από τον Κωνσταντίνο στη Γαλατία, αλλά και από τον Μαξέντιο στην Ιταλία και στην Αφρική. Αντιθέτως, στην Ανατολή ο Μαξιμίνος Δάιας δεν προχώρησε στην εφαρμογή του, μέχρι που ηττήθηκε από τον Λικίνιο. Το λεγόμενο κατά την παλαιότερη κρατούσα άποψη «Διάταγμα» των Μεδιολάνων δεν ήταν παρά ένα mandatum, μία epistula, που περιείχε συμπληρωματικές οδηγίες προς τους υψηλούς αξιωματούχους των επαρχιών, σύμφωνα με μία απόφαση που είχε ληφθεί από κοινού στο Μιλάνο από τον Κωνσταντίνο και τον Λικίνιο. Ο τελευταίος με τη σειρά του απέστειλε το mandatum στη Νικομήδεια στις 15 Ιουνίου 31399 ή κατ’ άλλη άποψη στις 13 Ιουνίου 313100. Εν ολίγοις, οι συμπληρωματικές αυτές οδηγίες συμπληρώνουν, όχι κάποιο «Διάταγμα των Μεδιολάνων», αλλά το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας του Γαλερίου, του 311101. Όμως, αυτό το διάταγμα του 311 χρειαζόταν συμπλήρωση, καθότι η συμφωνία των δύο Αυγούστων, το 313, προέβλεπε την επιστροφή στις εκκλησίες όλων των αγαθών που είχαν αρπάξει οι διώκτες των Χριστιανών. Για τον λόγο αυτόν, εκδόθηκαν και τα mandata με τις συμπληρωματικές οδηγίες102.
Με το προαναφερόμενο Ήδικτο του Γαλερίου και των συμπληρωματικών οδηγιών που εδόθησαν επ’ αυτού από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και τον Λικίνιο στη συνάντησή τους στα Μεδιόλανα, το 313, δεν αναγνωριζόταν ο Χριστιανισμός ως επίσημη θρησκεία του Ρωμαϊκού Κράτους, αλλά νομιμοποιήθηκε ως επιτρεπόμενη θρησκεία, religio licita103. Επομένως, το κράτος επέδειξε ανοχή απέναντί της, όπως ακριβώς εγγυόταν και για τις υπόλοιπες θρησκευτικές οντότητες. Πιο συγκεκριμένα, θεσπίστηκε πρόβλεψη να επιστραφούν στους Χριστιανούς οι τόποι λατρείας τους, δίχως χρηματικό αντάλλαγμα104.
Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος μέχρι τη μάχη στη Μιλβία γέφυρα, το 312105, δεν είχε δώσει δείγματα προσεγγίσεως του Χριστιανισμού. Η διήγηση για το όραμα με τον σταυρό και την επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα» παραδίδεται από δύο συγχρόνούς του ιστορικούς, τον Λακτάντιο και τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Βέβαια, σε μία επιγραφή σε αψίδα που ανήγειρε το 315, απέδωσε αυτήν τη νίκη σε θεία παρόρμηση, αλλά χωρίς να προσδιορίζει τη θεότητα106. Ο Κωνσταντίνος υπεστήριξε τον Χριστιανισμό κυρίως για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνοχή του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, που η εθνική ανομοιογένειά της αποτελούσε μόνιμο κίνδυνο, ο οποίος μπορούσε να αποτραπεί με την εξασφάλιση της δογματικής ενότητας της Αυτοκρατορίας107. Εντούτοις, δεν αξίωσε ποτέ να επιβάλει με τη βία στους υπηκόους του τη νέα πίστη και βαπτίστηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, ήτοι 25 χρόνια μετά τη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας108. Ύστερα από δέκα χρόνια, το 324, ο Κωνσταντίνος συνέτριψε τον Λικίνιο και ένωσε τα δύο μισά της Αυτοκρατορίας υπό το χριστιανικό σκήπτρο του. Ο Αυτοκράτωρ υποσχέθηκε στους νέους υπηκόους του ότι οι Παγανιστές της Ανατολής θα αντιμετωπίζονταν ισότιμα με τους Χριστιανούς109. Σημειωτέον ότι δεν ανήλθε ποτέ στο Καπιτώλιο, για να θυσιάσει στους θεούς. Ωστόσο, δεν απέβαλε την ιδιότητα του ύπατου αρχιερέα, pontifex maximus, της παλαιάς θρησκείας ούτε τον τίτλο augustus, που συνεπαγόταν τον χαρακτηρισμό ως «θείου» ή «ιερού» οποιουδήποτε πράγματος ή θεσμού είχε σχέση με το πρόσωπο του ηγεμόνα, όπως το ιερόν παλάτιον, η ιερά σύγκλητος, ο θείος νόμος, το θείον κονσιστόριον, τα θεία οφφίκια. Αξιοσημείωτο είναι το ότι επί αρκετά χρόνια εμφανίζονται σε νομίσματά του τόσο το χριστιανικό σύμβολο (σύμπλεγμα Χ και Ρ) όσο και απεικόνιση του θεού Ήλιου110.
Το πρώτο μέτρο του Κωνσταντίνου υπέρ της χριστιανικής εκκλησίας ήταν η θέσπιση διατάγματος με το οποίο έθετε τα εισοδήματα της Αυτοκρατορίας στη διάθεση των επισκόπων προς στήριξη της πίστης111. Ένα άλλο μέτρο του εξαιρούσε τους χριστιανούς κληρικούς από τις κοπιώδεις υποχρεωτικές δημόσιες υπηρεσίες112. Εκ των μέτρων αυτών συνάγεται ότι η πρόσβαση στα κρατικά έσοδα και η εξαίρεση από τα οικονομικά βάρη των κοινοτικών υπηρεσιών113 ήταν ένα ισχυρό κίνητρο για τους Ειδωλολάτρες με περιουσία και θέση να ασπαστούν τον Χριστιανισμό, έστω και εικονικά114. Επιπλέον, παρέσχε στην Εκκλησία τη δυνατότητα να ωφελείται από διατάξεις τελευταίας βουλήσεως. Επίσης, παραχώρησε στους επισκόπους το δικαίωμα να επιλύουν ιδιωτικές διαφορές, προώθησε την άρση των δογματικών ερίδων με τη σύγκληση της Συνόδου της Νικαίας, στην οποία παρέστη και ο ίδιος. Η Σύνοδος αυτή διαμόρφωσε το Σύμβολο της Πίστεως, εγκαινιάζοντας τη στενή σχέση μεταξύ Αυτοκράτορα και Εκκλησίας, η οποία εφεξής θα αποτελέσει έναν από τους πυλώνες του ρωμαϊκού κράτους και πυρήνα της βυζαντινής πολιτικής ιδεολογίας. Κατά τον θάνατό του είχε πλέον μετατρέψει την αυτοκρατορία σε χριστιανική. Ο Κωνσταντίνος αυτοαποκαλούταν «ο εξωτερικός επίσκοπος» ή «ο Δέκατος Τρίτος Απόστολος»115. Αργότερα, η (ορθόδοξη) Εκκλησία τον τιμά ως Άγιο και ισαπόστολο116. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο, τα στοιχεία του νομοθετικού έργου του αυτοκράτορος ήταν σημαντικά. Ο ιστορικός προέβαλλε κυρίως τον κοινωφελή χαρακτήρα των νόμων και τη συμφωνία τους με τις θείες εντολές. Επιπλέον, επαινούσε τον νομοθέτη για την πρωτοβουλία του να προχωρήσει σε μεταβολές υπαγορευόμενες από λόγους ευσέβειας117.
Βέβαια, η νομοθεσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου διακρίνεται από αντιφάσεις. Δεν απέκλεισε την εθνική λατρεία, αλλά, το 319, απαγόρευσε υπό την απειλή θανατικής ποινής τις ιδιωτικές και νυκτερινές, ήτοι μυστικές και ανεπίδεκτες ελέγχου λατρευτικές πράξεις με τέλεση θυσιών. Οι δημόσιες όμως και συνεπώς φανερές επιτρέπονταν. Σε άλλο νόμο, 320/321, ο Κωνσταντίνος ομολογεί ότι και αυτός ήταν ενδεχόμενο να προσφύγει στις υπηρεσίες των θυοσκόπων, στην περίπτωση που ένας κεραυνός πέσει στο παλάτι ή σε άλλο δημόσιο κτίριο. Τότε θα καλέσει τους θυοσκόπους, σύμφωνα με την παράδοση, όπως γράφει, αυθεντική ερμηνεία του φαινομένου. Με άλλη διάταξη καθιέρωσε νέο κριτήριο για την ποινική αξιολόγηση των μαγικών πρακτικών, ανάλογα με το αν αυτές ήταν ή όχι ωφέλιμες στους ανθρώπους, διακρίνοντας τη μαγεία σε «καλή» και σε «κακή», μία διάκριση που δε συνέπλεε με τη χριστιανική διδασκαλία και η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα118.
 
2.2. Αρχική οργάνωση της Εκκλησίας
 
Ο όρος Εκκλησία119 χρησιμοποιήθηκε από τους αποστολικούς χρόνους, για να δηλώσει τη νέα εν Χριστῷ πραγματικότητα της οικουμένης, η οποία φανερώνεται με τη συγκρότηση του συνόλου των πιστών σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή ως προέκταση του Σώματος Χριστού στον χρόνο και στην ιστορία της σωτηρίας, Christus prolongatus. Στην Παλαιά Διαθήκη ο όρος Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε από τους Εβδομήκοντα 96 φορές για να αποδώσει τον αντίστοιχο εβραϊκό όρο qahal, ο οποίος σήμαινε τη συνάθροιση ή σύναξη του περιούσιου λαού του Θεού τόσο για θρησκευτικούς όσο και για άλλους λόγους. Στην Καινή Διαθήκη ο όρος χρησιμοποιείται 114 φορές, αλλά κυρίως στις Πράξεις των Αποστόλων, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου και στην Αποκάλυψη και σήμαινε τη σύναξη των Χριστιανών ως του νέου περιούσιου λαού του Θεού, του νέου Ισραήλ120.  
Η πρώτη τοπική Εκκλησία, η οποία κατέστη κέντρο των μετέπειτα ιδρυθεισών τοπικών Εκκλησιών, ιδρύθηκε στην Ιερουσαλήμ121. Η πρώτη, όμως, ελληνική Εκκλησία ιδρύθηκε στην Αντιόχεια. Η ίδρυση της πρώτης αυτής ελληνικής Εκκλησίας και η ανάδειξή της σε φορέα και ηγέτιδα της Οικουμενικής Ιεραποστολής της Εκκλησίας, η προσέλευση του Αποστόλου Παύλου και η εξασφάλιση της Οικουμενικότητας της Εκκλησίας του Χριστού στην Αποστολική Σύνοδο, αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις της πρώτης υπό την ηγεσία του Αποστόλου Παύλου οικουμενικής ιεραποστολικής περιοδείας, κατά τη διάρκεια της οποίας ιδρύθηκαν οι πρώτες επί ευρωπαϊκού εδάφους Εκκλησίες της Ελλάδος122. Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε τον όρο στις επιστολές του τόσο για κάθε τοπική εκκλησία όσο και για την ανά την οικουμένη Εκκλησία του Θεού123.
Κατά τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου124 η ίδρυση της Εκκλησίας είναι έργο «τοῡ Πατρὸς διὰ τοῡ Υἱοῡ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι» και φανερώθηκε στον κόσμο κατά την ενανθρώπηση του Υἱοῡ. Επομένως, σύμφωνα με την αποστολική παράδοση Ἐκκλησία είναι το ιστορικό σώμα του Χριστού, στο οποίο ανακεφαλαιώνεται, ανακαινίζεται και τελειούται το ανθρώπινο γένος, καθώς και όλη η δημιουργία τόσο για την αποκατάσταση της πριν της εκπτώσεως του ανθρώπου κοινωνίας ανθρώπου και κόσμου όσο και για την εσχατολογική τελείωση της βασιλείας του Θεού, η οποία εγκαινιάσθηκε με τον Υἱὸ του125. Από αυτήν την αντίληψη προέρχεται η πολιτική θεολογία της Εκκλησίας σχετικά με τη θεία προέλευση της εξουσίας, η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των διωγμών ερμηνευόμενη από τους Ρωμαίους υπέρ της θείας προέλευσης της ρωμαϊκής εξουσίας126. Έπειτα, με τη διαμόρφωση και διάδοση του Χριστιανισμού ο όρος Εκκλησία άρχισε να αποκτά τη σημερινή του σημασία, που είναι το σύνολο των ομοδόξων Χριστιανών127.
Επικεφαλής της όλης Εκκλησίας είναι οι Απόστολοι, στον ελλαδικό μάλιστα χώρο ο Απόστολος Παύλος, στον οποίο και ανήκε η μέριμνα όλων των Εκκλησιών, όπως προκύπτει και από τις Επιστολές του128.  Όσο ζούσαν οι Απόστολοι  δεν παρίστατο ανάγκη οριστικής διαμορφώσεως της διοικητικής οργανώσεως των Εκκλησιών129. Μάλιστα, ο Παύλος διευθετούσε τα ζητήματα των Εκκλησιών είτε μόνος του είτε δια των συνεργατών του, Τιμοθέου και Τίτου130.
Όμως, στο στάδιο εκείνο της αρχικής οργάνωσης της Εκκλησίας δεν ήταν ξεκάθαροι οι τρεις αρχιερατικοί βαθμοί. Στην Α΄ επιστολή του Κλήμεντος προς Κορινθίους και στην επιστολή του Πολυκάρπου προς Φιλιππησίους δεν μνημονεύεται κάποιος ως επίσκοπος ούτε στην Κόρινθο ούτε στη Ρώμη ούτε στους Φιλίππους. Ταυτόχρονα γίνεται λόγος περί «ἐπισκόπων καὶ διακόνων»131 ή μόνο περί των πρεσβυτέρων132 στους οποίους ανήκει η «ἐπισκοπὴ»133 των πιστών134. Στην επιστολή του Πολυκάρπου135 γίνεται λόγος περί «πρεσβυτέρων» και «διακόνων». Άλλωστε, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το κεφ. 50 της α΄ επιστολής του Κλήμεντος περιέχει υπαινιγμό περί των τριών ιερατικών βαθμών, τους οποίους και παραβάλλει προς τους βαθμούς της Παλαιάς Διαθήκης, ήτοι «ἀρχιερεύς, ἱερεῖς, λευῖται136».
Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες137 δημιουργήθηκαν στα μεγάλα αλλά και στα μικρά αστικά κέντρα και από εκεί επεκτάθηκαν στις γειτονικές αγροτικές περιοχές. Οι πρώτες αυτές κοινότητες, εκκλησίες εν στενή εννοία, ήτοι σύνολο πιστών συγκεντρωμένων γύρω από το κοινό θυσιαστήριο και με την οριστική διαμόρφωση των βαθμών του ανωτέρου κλήρου υπό τον επιχώριο επίσκοπο, δεν είχαν ούτε εξάρτηση μεταξύ τους ούτε οργανική σύνδεση ούτε νομική συγκρότηση. Τα κοινά τους προβλήματα επιλύονταν με γραπτή επικοινωνία και με αραιές συναντήσεις, που αποτέλεσαν και την πρώτη μορφή συνόδων138.
Μετά την αναδιάρθρωση της κρατικής οργανώσεως από τον Διοκλητιανό, η τάση της συνενώσεως των ανωτέρω κοινοτήτων-επισκοπών πήρε συγκεκριμένη μορφή. Από τη νέα αυτή διαίρεση προέκυψαν πολιτικές επαρχίες, οι οποίες αποτέλεσαν και εκκλησιαστικές διοικητικές ενότητες, των οποίων το κέντρο τους, ήτοι η μητρόπολή τους ήταν η πολιτική πρωτεύουσα. Ο επίσκοπος της μητροπόλεως, ήτοι ο μητροπολίτης, είχε τα πρεσβεία της τιμής και τις συναφείς εξουσίες απέναντι στους υπόλοιπους επισκόπους της επαρχίας, δηλαδή απέναντι στους προϊσταμένους των επισκοπών που περιέκλειαν τα όριά της. Αυτό το σύστημα καθιερώθηκε στην οργάνωση της Εκκλησίας από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325139.
Όμως, οι έντονες δογματικές αντιθέσεις και εσωτερικές διαμάχες, που κυριάρχησαν στις δεκαετίες μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, κατέδειξαν τα σοβαρά μειονεκτήματα της αυτονομίας που παρείχε αυτή η πρωτοβάθμια υποδιαίρεση. Για τον λόγο αυτόν και για τον περιορισμό των αυθαιρεσιών, εκδηλώθηκε η τάση περιορισμού της με την καθιέρωση μίας «υπερμητροπολιτικής» αυθεντίας. Εντούτοις, η τοπική σκοπιμότητα προκάλεσε διάσταση των απόψεων. Στην Ανατολή υποστηρίχθηκε η καθιέρωση αυθεντίας συνοδικής μορφής, με τη συμμετοχή πλησιόχωρων επισκόπων. Αντιθέτως, στη Δύση αναγνωρίστηκε αυθεντία στους θρόνους των μεγάλων εκκλησιαστικών κέντρων και μάλιστα της Ρώμης. Το πρόβλημα της επιλογής ενός από τα δύο συστήματα λύθηκε στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 381. Βέβαια, και σ’ αυτήν τη Σύνοδο ακολουθήθηκε η πολιτική διαίρεση του κράτους, ήτοι η περιφέρεια της δευτεροβάθμιας εκκλησιαστικής διοικητικής ενότητας ταυτίστηκε με την περιφέρεια της πολιτικής «διοικήσεως»140.
 
2.3. Σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας
 
Σύμφωνα με την άποψη μερικών ερευνητών Κράτος και Εκκλησία είναι δύο θεσμοί, οι οποίοι στη βυζαντινή αυτοκρατορία βρίσκονται σε αδιάκοπο ανταγωνισμό μεταξύ τους για την επικράτηση και την κυριαρχία της μίας επάνω στην άλλη. Κατ’ άλλους πρόκειται για δύο μορφές εμφανίσεως της μίας και αδιαίρετης έννοιας της χριστιανοσύνης141. Εντούτοις ούτε το πολιτειακό ούτε το κανονικό δίκαιο, θεσπίζουν γενικές αρχές για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών. Για το λόγο αυτό, η αντιμετώπιση του θέματος των αρχών ανάγεται σε θέμα προσώπων, που αναγκαστικά συνδέεται αναπόσπαστα με την εκκλησιαστική πολιτική του κάθε αυτοκράτορα142.
Άλλωστε, οι αυτοκράτορες από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και ύστερα συνέδραμαν σε μεγάλο βαθμό στα της οργανώσεως και διοικήσεως της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα την ανάμειξη του Κράτους στα εσωτερικά της Εκκλησίας, η οποία αρχικά ήταν μόνο πραγματική, αλλά στη συνέχεια θεσμοθετήθηκε σταδιακά143. Η συνετή θρησκευτική πολιτική του Μεγάλου Κωνσταντίνου χαρακτηριζόταν κυρίως από τη φροντίδα του για την ενότητα της Αυτοκρατορίας. Για τον λόγο αυτό, δεν προκάλεσε άμεσο αγώνα εναντίον των Εθνικών. Επεδίωκε μέσω των μέτρων που ελάμβανε, όχι τη βίαιη, αλλά τη βαθμιαία πτώση του Παγανισμού και την ανύψωση της ευνοούμενης από αυτόν χριστιανικής θρησκείας144. Σημειωτέον ότι η ευνοϊκή στάση της Πολιτείας απέναντι στην Εκκλησία δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των προσωπικών αντιλήψεων και των θρησκευτικών πεποιθήσεων των αυτοκρατόρων, αλλά και της διαπιστώσεως ότι η χριστιανική πίστη μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά στοιχεία συνοχής του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, εξαλείφοντας τον κίνδυνο που προκαλούσε η εθνοτική ανομοιογένεια145
Ο Κωνσταντίνος επενέβη κατ’ επανάληψη προς εξομάλυνση ενδοεκκλησιαστικών διενέξεων. Μάλιστα, συγκάλεσε και την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια εξ αφορμής του Αρειανισμού146. Στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει την ενότητα της Αυτοκρατορίας, ο Κωνσταντίνος καταδίκασε τις αιρέσεις147. Επιπλέον, ενίσχυσε οικονομικώς την Εκκλησία κυρίως με κατασκευή ναών και με σειρά νομοθετικών διατάξεων εξεδήλωσε την εύνοιά του προς τη νέα θρησκεία148. Προς ενίσχυση της Εκκλησίας απάλλαξε τους κληρικούς των munera civilia149, απένειμε την testamenti factio passiva150 στην Εκκλησία, εισήγαγε την Κυριακή ως αργία151.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος επέφερε σημαντική διεύρυνση στις «άπρακτες ημέρες», κατά την ορολογία που αργότερα διαμορφώθηκε, με την προσθήκη της Κυριακής. Στις 3 Μαρτίου του έτους 321 εξέδωσε διάταξη με την οποία όρισε τα παρακάτω: «Όλοι οι δικαστές και οι κάτοικοι των πόλεων, καθώς και όλοι οι τεχνίτες να αργούν κατά την ιερή ημέρα του Ηλίου. Όσοι όμως κατοικούν στους αγρούς μπορούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα να επιδίδονται στις καλλιεργητικές τους εργασίες, επειδή συχνά συμβαίνει, να μην βρίσκεται πιο κατάλληλη ημέρα για να εμπιστευθούν το σιτάρι στα αυλάκια ή τα αμπέλια στα ορύγματα, έτσι ώστε να μην χαθεί από μία στιγμιαία αφορμή η ευκαιρία που παρέχει η επουράνια πρόνοια»152. Αναφορικά με την «ημέρα του Ηλίου» αξίζει να σημειωθεί ότι ο ήλιος δεν είχε πάψει να αποτελεί την κύρια θεότητα του ρωμαϊκού πανθέου, ενώ παράλληλα καταβάλλονταν προσπάθειες από χριστιανικής πλευράς να ταυτιστεί στο πεδίο των εορτασμών με τον Ιησού Χριστό. Ο συντάκτης της διατάξεως του 4ου αιώνα ήθελε ακριβώς να τονίσει ότι η παραβίαση της αργίας με την επιχείρηση γεωργικών εργασιών δεν αποτελούσε ασέβεια, διότι αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση μίας ευκαιρίας που η θεία πρόνοια είχε παραχωρήσει στους ανθρώπους και μ’ αυτόν τον τρόπο συνιστούσε συμμόρφωση στο θείο θέλημα153.
Επίσης, ο αυτοκράτωρ εισήγαγε τη δικαιοδοσία των επισκόπων για την επίλυση ιδιωτικών διαφορών, audientia episcopalis154, της οποίας οι βάσεις βρίσκονται στην παρά Α΄ Κορ. ς΄, 1-8155 σύσταση του Αποστόλου Παύλου προς τους Χριστιανούς να προσφεύγουν για την άρση των μεταξύ τους διαφορών προς τους ομόθρησκούς τους και όχι προς τα κοσμικά δικαστήρια, τα οποία συγκροτούνταν από ειδωλολάτρες. Το χωρίο αυτό θεωρήθηκε ανέκαθεν από όλους τους συγγραφείς ως η πρώτη εκδήλωση της αναμείξεως της Εκκλησίας στην επίλυση ιδιωτικών διαφορών, το οποίο από τότε εξελίχθηκε βαθμιαία και αποτέλεσε το περιεχόμενο του θεσμού της audientia episcopalis. Παρόλα αυτά, δεν περιέχεται σ’ αυτό και υπόδειξη υποβολής της διαφοράς σε συγκεκριμένο εκκλησιαστικό δικαιοδοτικό όργανο. Με την πάροδο του χρόνου το έργο του διακανονισμού των μεταξύ των μελών της χριστιανικής κοινότητας αναφυόμενων διαφορών ανέλαβε ο προϊστάμενος επίσκοπος αυτής156.
Η Πολιτεία αναγνώρισε την αρμοδιότητα αυτήν του επισκόπου λίγα έτη μετά την εγκατάλειψη της εχθρικής στάσης της έναντι του Χριστιανισμού και ρύθμισε αρκετά νομοθετήματα αναφορικά με αυτήν την αρμοδιότητα, τα οποία προκάλεσαν αντικρουόμενες απόψεις στην επιστήμη. Το πρώτο από αυτά τα νομοθετήματα είναι η διάταξη του Μεγάλου Κωνσταντίνου157, πιθανώς του έτους 318, με την οποία παρεσχέθη στους διαδίκους η ευχέρεια της αφαιρέσεως της διαφοράς από τη δικαιοδοσία των κοσμικών δικαστηρίων και της υποβολής αυτής στον επίσκοπο. Όμως, δε διευκρίνιζε αν η προσφυγή προς το επισκοπικό δικαστήριο προϋπέθετε συμφωνία των διαδίκων ή αρκούσε προς αυτό η βούληση ενός εξ αυτών, έστω και παρά τη θέληση του αντιδίκου του158.
Αντιθέτως, μεταγενέστερη διάταξη του ιδίου αυτοκράτορα, η οποία εξεδόθη το 333, χαρακτηρίζεται από σαφήνεια. Όμως, η γνησιότητα αυτής της διάταξης αμφισβητείται, ενώ παράλληλα υποστηρίζεται και η ενδιάμεση άποψη ότι το περιεχόμενό της αλλοιώθηκε από παρεμβολές. Μ’ αυτόν τον τρόπο σύμφωνα με το γράμμα αυτής της διάταξης και ανεξαρτήτως των αμφισβητήσεων, η εξουσία του επισκόπου προς επίλυση των διαφορών αυτών πήγαζε όχι από την περί αυτού συμφωνία των διαδίκων, αλλά ευθέως από τον νόμο. Επί του δευτέρου διατάγματος, αλλά και επί του πρώτου στην περίπτωση που ο ένας από τους διαδίκους δε θέλει να υποβληθεί η διαφορά του στο επισκοπικό δικαστήριο, τότε γεννάται ζήτημα ως προς τον καθορισμό των προσώπων, τα οποία και παρά τη θέλησή τους πρέπει να υπαχθούν στην επισκοπική δικαιοδοσία. Κατά την ορθότερη άποψη η διάταξη δεν εφαρμόζεται, εάν ο μη συναινών διάδικος είναι μη χριστιανός ή είναι χριστιανός που ανήκει σ’ άλλη εκκλησία με τη στενή έννοια του όρου, ήτοι σε άλλη επισκοπική περιοχή και επομένως, δεν υπάγεται στη διοικητική εξουσία του δικάζοντος επισκόπου159.
Αναφορικά με τη φύση της εν ευρεία εννοίας δικαιοδοτικής δραστηριότητας του επισκόπου, η οποία εκδηλώνεται κατά την επίλυση των δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων υποβαλλομένων σ’ αυτόν ιδιωτικών διαφορών, διίστανται οι απόψεις. Κατά την ορθότερη και μάλλον κρατούσα άποψη η audientia episcopalis φέρει προεχόντως διαιτητικό χαρακτήρα. Οι υποστηρικτές της επικαλούνται διάφορα επιχειρήματα μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι τα σχετικά νομοθετικά κείμενα χρησιμοποιούν τους όρους audientia, cognitio, definitio, αλλά ουδέποτε jurisdictio. Εντούτοις, αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι οι επισκοπικές αποφάσεις ήταν ανέκκλητες. Επίσης, υποστηρίζεται και μία τρίτη ενδιάμεση άποψη, κατά την οποία η δικαιοδοσία αυτή είναι ιδιόμορφη, διότι μετέχει μεν ο επίσκοπος στην απονομή της δικαιοσύνης, χωρίς όμως να καταστεί και φορέας δικαστικής εξουσίας. Στην audientia episcopalis αποδίδεται η κυριότερη εκδήλωση της αναμείξεως της Εκκλησίας στη διευθέτηση των μεταξύ των πιστών αναφυόμενων διενέξεων160.
Το θέμα των σχέσεων μεταξύ εκκλησιαστικής και κοινής ποινικής δικαιοδοσίας παρουσιάζει ενδιαφέρον από δύο απόψεις. Αφενός για την επιβολή των υπό της πολιτειακής νομοθεσίας προβλεπομένων ποινικών κυρώσεων, στις περιπτώσεις που σε κάποιο εκκλησιαστικό αδίκημα προσδίδεται ο χαρακτήρας του κοινού ποινικού δικαίου και αφετέρου για την ικανοποίηση της ποινικής αξιώσεως της Εκκλησίας κατά του υπαιτίου της διαπράξεως κοινού ποινικού αδικήματος, που ανάγεται από την εκκλησιαστική νομοθεσία και σε εκκλησιαστικό, το οποίο αποτελεί και τον κανόνα161.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η Εκκλησία, ως επίγειος οργανισμός, επηρέαζε άμεσα έναν παράγοντα της κρατικής υποστάσεως. Από την άλλη, η Πολιτεία με τα δικά της μέσα προσπαθούσε να εξασφαλίσει τη συνδρομή αυτού του παράγοντα. Ενώ η Πολιτεία στόχευε στην εξασφάλιση της ενότητας της πίστης, ακόμα και με δογματικές παραχωρήσεις, η Εκκλησία επεδίωκε ορθοτομία της χριστιανικής διδασκαλίας, ακόμα και χωρίς ενότητα. Τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία, επεδίωξαν τη μεταξύ τους συνεργασία στο πλαίσιο ενός σχήματος που ονομάστηκε «συναλληλία»162.
Οι κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφωθείσες σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας προκάλεσαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα την ανάδειξη ενός νέου παράγοντα, ήτοι την επίδρασή του κατά την απονομή της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης. Η επίδραση αυτή δεν ήταν πάντοτε de jure, δεδομένου ότι η Εκκλησία δια της νομοθεσίας της κατέβαλε προσπάθεια, ούτως ώστε να περιορίσει τη δραστηριότητα του αυτοκράτορα. Όμως, de facto υπήρξε σημαντική. Παρά τη λαϊκή του ιδιότητα η θέση του αυτοκράτορα απέναντι στην Εκκλησία, τόσο λόγω της μορφής του πολιτεύματος όσο και λόγω της πεποιθήσεως για την διαμέσου της θείας επεμβάσεως άνοδό του στο θρόνο, είναι εξαιρετική163.
Οι ενέργειες του αυτοκράτορα στο πεδίο της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης διακρίνονταν σε αυτοτελείς και σε μη αυτοτελείς. Στις αυτοτελείς υπάγονταν η αυτοπρόσωπος ή δι’ αντιπροσώπων διεύθυνση των εργασιών των Οικουμενικών Συνόδων και η επικύρωση των αποφάσεών τους. Στις μη αυτοτελείς ανήκαν η παραπομπή κάποιας υποθέσεως, που εκδικαζόταν είτε από υφιστάμενο εκκλησιαστικό δικαστήριο είτε από δικαστήριο στη σύνθεση του οποίου μετείχε και αυτός, τις περισσότερες, μάλιστα, φορές κατόπιν υποβολής σ’ αυτόν εγγράφου κατηγορίας, καθώς και η εκδίκαση ενδίκων μέσων κατ’ αποφάσεων εκκλησιαστικών δικαστηρίων164.
Άλλη μία εκδήλωση της επέμβασης του αυτοκράτορα στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη είναι η άσκηση ενώπιόν του της αιτήσεως αναθεωρήσεως, η οποία ασκείτο εγγράφως από τον καταδικασθέντα από εκκλησιαστικό δικαστήριο. Η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου δεν απέκλειε και την ταυτόχρονη άσκηση εφέσεως κατ’ αυτής της αποφάσεως. Τις αιτήσεις αναθεωρήσεως είτε τις εκδίκαζε μόνος του ο αυτοκράτορας είτε τις παρέπεμπε προς εκδίκαση σε κάποιο εκκλησιαστικό δικαστήριο, το οποίο μερικές φορές συγκροτείτο για τον λόγο αυτό, κατά προτίμηση, όμως, Οικουμενική Σύνοδο, όταν αυτή λειτουργούσε κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως165.
Την ανάμειξή τους αυτή στα εκκλησιαστικά πράγματα166 οι αυτοκράτορες δικαιολογούσαν με δύο επιχειρήματα. Πρώτον, τα θρησκευτικά ζητήματα επιδρούσαν στην ευημερία της πολιτείας, καθότι η ευημερία της εξαρτάται από την εύνοια του Θεού. Δεύτερον, ο αυτοκράτωρ είχε ιερατικό χαρακτήρα. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, επίσης, είπε «ἐγὼ δὲ τῶν ἐκτὸς ὑπὸ Θεοῡ καθεσταμένος ἐπίσκοπος ἃν εἴην»167 και ο Ευσέβιος το διευκρίνισε λέγοντας «οἷά τις κοινὸς (γενικὸς) ἐπίσκοπος ἐκ θεοῡ καθεσταμένος»168. Επιπλέον, ο αυτοκράτωρ στις Συνόδους επευφημείτο ως αρχιερεύς. Σημειωτέον ότι επί του αυτοκράτορος εχρησιμοποιείτο το επίθετο «ἅγιος», το παλάτι ονομαζόταν «ἱερόν» και τα αυτοκρατορικά γράμματα ονομάζονταν «θεῑα γράμματα». Άλλη μία όψη του συστήματος «συναλληλίας» είναι και το γεγονός ότι η Εκκλησία καθόρισε επίσημα τη διδασκαλία της δια των οικουμενικών συνόδων, οι οποίες άρχισαν να συγκαλούνται από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος, αφού επικύρωνε τις αποφάσεις των Συνόδων τις επέβαλε σ’ όλο το κράτος. Όλα αυτά είναι απόρροια της διατήρησης εκ μέρους του Κωνσταντίνου της ιδιότητας του ύπατου αρχιερέα, pontifex maximus, της παλαιάς θρησκείας και του τίτλου σεβαστός, augustus169.
Οι αυτοκράτορες από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και έπειτα βοήθησαν σημαντικά την Εκκλησία στα θέματα της οργάνωσης και της διοίκησής της. Η ανάμειξη της Πολιτείας στα εσωτερικά της Εκκλησίας αρχικά ήταν μόνο πραγματική, de facto, αλλά αργότερα θεσμοθετείται. Όμως, η ευνοϊκή στάση της Πολιτείας απέναντι στην Εκκλησία δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των προσωπικών πεποιθήσεων και του θρησκευτικού συναισθήματος των πρώτων, κυρίως, αυτοκρατόρων, αλλά και της δυνατότητας της νέας πίστης να παίξει ρόλο συνεκτικού κρίκου στους εθνικά ανομοιογενείς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας. Η μετατροπή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, imperium romanum, σε χριστιανική, imperium christianum, είναι έκφραση αυτού του φαινομένου.  Η αυτοκρατορία είχε ανάγκη από δογματική ενότητα στη χριστιανική δογματική διδασκαλία, για να μπορέσει να εκπληρώσει τον παραπάνω ρόλο της170.
Οι επεμβάσεις αυτές, γίνονταν με την ανοχή της Εκκλησίας με την προϋπόθεση του σεβασμού της ορθόδοξης, κατά την ανέλεγκτη κρίση της ιδίας, δογματικής διδασκαλίας. Μάλιστα, μερικές φορές προκαλούνταν από την ίδια. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι άμεσες ή οι έμμεσες επεμβάσεις της Πολιτείας στο δογματικό πεδίο συναντούσαν την αποδοκιμασία και την αντίδραση της θιγόμενης μόνο μερίδας. Σημειωτέον ότι στην πρώιμη, κυρίως, βυζαντινή περίοδο, ήτοι στην εποχή που διαμορφωνόταν οριστικά η χριστιανική δογματική διδασκαλία, υπήρχαν έντονες αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και για τον λόγο αυτό η διάκριση ανάμεσα σε μία ορθόδοξη και σε μία αιρετική διδασκαλία ήταν δυσχερής. Αυτό ισχύει ακόμα και στις περιπτώσεις, που υπήρχαν αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, καθότι για τον χαρακτηρισμό μίας Συνόδου ως Οικουμενικής ήταν στην κυριολεξία η ταχεία γενική αποδοχή των δογματικού περιεχομένου αποφάσεών τους από το σύνολο των μελών της Εκκλησίας171
 
3: Η νομοθεσία κατά των Εθνικών από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο έως τον Θεοδόσιο Β΄
 
Έως και μετά τη δεκαετία του 380, ήτοι έως τους διαδόχους του Κωνσταντίνου, εξακολουθούσε να υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στην προσωπική πίστη των αυτοκρατόρων και τη δράση τους ως ηγεμόνων τόσο απέναντι στους Ειδωλολάτρες όσο και απέναντι στους Χριστιανούς. Εντούτοις, από τη θρησκευτική πολιτική του 4ου και των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα γίνεται φανερή η προσπάθεια των αυτοκρατόρων για τη σταδιακή καταστολή της παγανιστικής λατρείας και την επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Αυτοκρατορίας172.
 
3.1. Εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων Παγανιστής, Ἕλλην και Ἐθνικός
 
Την περίοδο της Ύστερης Αρχαιότητας οι Ειδωλολάτρες αποκαλούνταν «Παγανιστές», «Ἐθνικοί» και «Ἕλληνες». Η λέξη «παγανιστής» αντιπροσωπεύει κατ’ ουσίαν δύο αρχαίες λέξεις: την ελληνική «Ἕλλην» και τη λατινική paganus. Η λέξη pagan προέρχεται από το paganus και αυτή ήταν όντως η όψιμη έννοια του όρου173. Από τη λέξη paganus προέρχονται οι γαλλικές λέξεις paϊen (παγανιστής) και paysan (χωρικός). Εξ αυτών συμπεραίνουμε ότι η λέξη «παγανιστής» είναι σταθερά μειωτική και δημιουργεί ένα παράξενο σημασιολογικό πρόβλημα. Επικρατέστερη έννοια είναι αυτή του «χωρικού». Άρα, οι Έλληνες αστοί της Ανατολής θα πρέπει να είχαν χωρικούς ως ομοϊδεάτες στη Δύση, κάτι που δηλώνει ότι υπήρξαν δύο διαφορετικές πορείες εξέλιξης. Εντούτοις, η ρωμαϊκή σύγκλητος, κατ’ εξοχήν αριστοκρατικό σώμα, περιλάμβανε ανάμεσα στα μέλη της έναν μεγάλο αριθμό παγανιστών μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα, ήτοι πολύ αργότερα από την εισαγωγή του όρου paganus στο θρησκευτικό του λεξιλόγιο με τη θρησκευτική του σημασία. Όμως, παγανιστές διανοούμενοι εξακολουθούσαν να υπάρχουν και στη Δύση174. Ωστόσο, σε πρώιμη μορφή παγανιστής φαίνεται πως σήμαινε «πολίτης» σε αντίθεση με το «στρατιώτης του Χριστού»175.
Στην αυτοκρατορική κοινωνία paganus ονομάζεται ο κάτοικος του pagus, δηλαδή μίας επαρχίας, ήτοι μίας μικρότερης διοικητικής ενότητας, κάποιος που οι ρίζες του βρίσκονται εκεί όπου ζει, εν αντιθέσει με τον στρατιώτη, ο οποίος περιφέρεται συνεχώς. Επομένως, ο χωρικός είναι ο κατεξοχήν paganus. Εν ολίγοις, οι pagani είναι οι «άνθρωποι του τόπου», οι ντόπιοι της πόλης ή της επαρχίας, αυτοί που διαφύλαξαν τα τοπικά έθιμα. Από την άλλη πλευρά, οι alieni, δηλαδή οι άνθρωποι που κατάγονται από αλλού, οι ξενομερίτες, γίνονταν όλο και περισσότερο Χριστιανοί. Επίσης, η εξήγηση αυτή ανταποκρίνεται στην προτίμηση των Παγανιστών της Ύστερης Αρχαιότητας για ό, τι ανήκει στα πάτρια και για την κληρονομία των προγόνων τους. Ορίζει τον παγανισμό ως θρησκεία της πατρίδας, με τη στενότερη έννοια της πόλης και της επαρχίας της. Ακόμη, προβλέπει την ποικιλία των παγανιστικών πρακτικών και πεποιθήσεων176. Κατά τα τέλη του 5ου αιώνα, στη Δύση ο Παγανισμός δεν αφορούσε πλέον παρά μόνο στους χωρικούς177.
Η λέξη «Ἕλλην» χρησιμοποιείται τόσο από τους θιασώτες της αρχαίας ειδωλολατρικής θρησκείας, όταν θέλουν να αυτοπροσδιοριστούν, όσο και από τους αντιπάλους τους. Οι Χριστιανοί συνέδεαν υποτιμητικά τον ελληνισμό με τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, διότι η Ειδωλολατρία ήταν η θρησκεία των Ελλήνων και όχι των κατοίκων της Ελλάδος. Ο όρος «Ἕλλην» είχε στην πραγματικότητα αρνητικές κυρίως προεκτάσεις. Με την Constitutio Antoniniana, το 212 μ.Χ., όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας θεωρούνται Ρωμαίοι πολίτες. Τον 4ο αιώνα, ο χαρακτηρισμός κάποιων από αυτούς ως Έλληνες σήμαινε τη διαφοροποίησή τους από το σύνολο. Οι Έλληνες δεν ήταν πια Ρωμαίοι, δεν ήταν νόμιμοι κληρονόμοι της Αυτοκρατορίας. Αντιθέτως, οι Βυζαντινοί αυτοχαρακτηρίζονταν πάντα Ρωμαίοι178. Εξάλλου, ο ελληνισμός ήταν μία γλώσσα και ένας πολιτισμός στον οποίο μπορούσαν να μετέχουν λαοί εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους και σαν γνήσια ελληνική λέξη αποδίδει τον ελληνικό πολιτισμό δηλώνοντας γλώσσα, σκέψη, μυθολογία και εικόνες που συγκροτούν ένα εξαιρετικά ευέλικτο μέσο πολιτιστικής και θρησκευτικής έκφρασης, που δεν αντιτίθεται στις τοπικές ή αυτόχθονες παραδόσεις. Αντιθέτως, παρείχε στις παραδόσεις αυτές έναν νέο, πιο καλλιεργημένο τρόπο να εκφραστούν179.
Η χρήση της λέξης «ἑλληνικὸς» με τη σημασία «εἰδωλολατρικὸς» φαίνεται να συμπίπτει χρονικά με την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πρόκειται εμφανώς για μία αντίδραση στην εντονότερα αισθητή παρουσία και την αυξανόμενη δύναμη των Χριστιανών. Μάλιστα, φαίνεται ότι οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τη λέξη «ἑλληνικὸς» με τη θρησκευτική της σημασία ήταν οι ίδιοι οι ειδωλολάτρες. Όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες που εμπεριέχονται στις επιστολές που απευθύνονται στον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ιάμβλιχο στις αρχές του 4ου αιώνα αντανακλούν την επιθυμία εκείνων που ασπάσθηκαν παγανιστικά δόγματα για μεγαλύτερη αυτοσυνειδησία και αδελφοσύνη. Κατά τον Λιβάνιο και ορισμένους άλλους συγγραφείς το «ἑλληνίζειν» είχε τη σημασία του «ζῶ ὡς Ἕλληνας», «ἔχω ἑλληνικὴ παιδεία» ή απλώς «μιλάω ἑλληνικά». Όμως, ο Ευσέβιος χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία «εἶμαι εἰδωλολάτρης, ἀσπάζομαι τὴν εἰδωλολατρία». Ο Ευνάπιος, στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων και σοφιστῶν», χαρακτηρίζει έναν μαχητικό ειδωλολάτρη του 4ου αιώνα «Ἕλληνα», εννοώντας αναμφιβόλως ότι ήταν υπερβολικά ειδωλολάτρης180. Οι «Ἕλληνες» και ο «ἑλληνικὸς» πολιτισμός διακρίνονται από τον «παγανισμὸ» και τις «παγανιστικὲς» λατρείες. Οι ελληνόφωνοι Χριστιανοί δυσανασχετούσαν με τη σύνδεση παγανισμού και ελληνισμού181.
Άλλωστε, ανάλογη είναι και η σημασία της ελληνικής λέξης «Ἐθνικός». Οι Χριστιανοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη αυτή για τους Παγανιστές, προτού η λέξη «ἑλληνικὸς» αναδειχθεί σε πάγιο όρο και υπαινίσσεται τις τοπικές ή φυλετικές διασυνδέσεις του παγανισμού και τον τοπικό χαρακτήρα των παγανιστικών πρακτικών182. Σ’ όλην τη διάρκεια της Αρχαιότητας, η εθνική θρησκεία ήταν ένα μωσαϊκό θρησκειών. Εν ολίγοις, ήταν η θρησκεία πολλών εθνών, εν αντιθέσει με τις μονοθεϊστικές θρησκείες, όπως ο ιουδαϊσμός, που ήταν η θρησκεία ενός και μόνο έθνους. Η ειδωλολατρία δεν ήταν και δεν υπήρξε ποτέ μία εκκλησία, σε αντίθεση με τη χριστιανική πίστη. Ο πολυθεϊσμός είναι εξ ορισμού ανεκτικός και ανοικτός σ’ όλα τα έθνη. Παρόλο που κάποιες λατρείες υιοθετήθηκαν επισήμως από ένα κράτος, όπως συνέβη στη Ρώμη, οι τοπικές λατρείες στις επαρχίες ακολουθούσαν το δρόμο τους με τους δικούς τους όρους. Σε περιοχές όπου η ελληνική γλώσσα ήταν λίγο ως πολύ γνωστή από τον καιρό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αν όχι νωρίτερα, οι τοπικές θεότητες έγιναν πιο κατανοητές και ευρύτερα γνωστές μέσω της εξομοιώσεώς τους προς τις ελληνικές θεότητες. Όμως, δεν υπήρξε ποτέ μία ειδωλολατρική εκκλησία183. Η θρησκεία των Εθνικών συνδεόταν με την καθεστηκυία τάξη και ευσέβεια, δηλαδή την pietas, την πίστη και τον σεβασμό στους θεούς της πόλεως. Οι Εθνικοί ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένοι με την εξουσία και με τον πολιτισμό που κυριαρχούσε στον ελληνορωμαϊκό κόσμο184
Το ότι η λέξη «ἐθνικὸς» επρόκειτο να αντικατασταθεί αργότερα από τη λέξη «ἑλληνικὸς», για να δηλώσει την ειδωλολατρία υπαινίσσεται τον τοπικό χαρακτήρα των ειδωλολατρικών πρακτικών, ήτοι την έλλειψη συγκροτημένης εκκλησίας και ταυτόχρονα τη συμβολή του ελληνικού πολιτισμού στη διατήρηση αυτών των λατρευτικών πρακτικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι σ’ αυτήν την πρώιμη περίοδο της χριστιανικής εκκλησίας, τόσο η λέξη «ἐθνικὸς» όσο και η λέξη «ἑλληνικὸς» χρησιμοποιούνταν, για να διακρίνουν τους μη Ιουδαίους, gentiles, από τους Εβραίους. Οι δύο αυτές λέξεις φαίνεται πως είχαν τη γενική σημασία του άλλου, ορίζοντας εκείνους που δεν αποτελούσαν μέλη μίας θρησκευτικής κοινότητας ή εκκλησίας185.
 
3.2. Αντιπαγανιστικές διατάξεις του Μεγάλου Κωνσταντίνου
 
Ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι μετέπειτα αυτοκράτορες αρχικά επέτρεπαν τη διατήρηση των παγανιστικών εορτών, ενώ απαγόρευαν το τελετουργικό μέρος τους186. Η συνετή θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου χαρακτηριζόταν, όπως προαναφέρθηκε, κυρίως από τη φροντίδα του για την ενότητα της αυτοκρατορίας. Για τον λόγο αυτό, δεν προκάλεσε άμεσο αγώνα εναντίον των Εθνικών. Επεδίωκε μέσω των μέτρων που ελάμβανε, όχι τη βίαιη, αλλά τη βαθμιαία πτώση του Παγανισμού και την ανύψωση της ευνοούμενης από αυτόν χριστιανικής θρησκείας187.
Από το 324 ο Μέγας Κωνσταντίνος εγκαινίασε μία νέα θρησκευτική πολιτική, με την οποία μέσω μίας σειράς νομοθετικών μέτρων και προσωπικών παρεμβάσεων επεδίωκε να αντικαταστήσει τη λατρεία των ειδώλων με τη λατρεία του Σταυρού. Απαγόρευσε την ανέγερση ειδωλολατρικών ναών, τις θρησκευτικές τελετές και θυσίες, αλλά και τη λειτουργία των διαφόρων μαντείων. Στην πορεία της εφαρμογής των μέτρων αυτών διαμορφώθηκε η ακόλουθη πολιτική: οι Εθνικοί μπορούσαν να διατηρούν τους ναούς και τα ιερά τους, αλλά τους απαγόρευαν να τελούν θυσίες και εορταστικές εκδηλώσεις ή να εγκαινιάζουν νέους τόπους λατρείας. Για την εφαρμογή αυτών των μέτρων, ο αυτοκράτωρ απέστειλε στις ανατολικές επαρχίες Χριστιανούς αξιωματούχους, για να διεξαγάγουν επιτόπιες έρευνες στα ιερά των Ειδωλολατρών. Ως απόρροια αυτού ήταν να έλθουν στο φως όχι μόνον ιερά αντικείμενα, αλλά και θησαυροί και αγάλματα από πολύτιμα μέταλλα, τα οποία αμέσως δημεύθηκαν188.
Την περίοδο αυτή κατεστράφησαν πολλοί ναοί, μεταξύ των οποίων και ονομαστοί, όπως ο ναός της Αφροδίτης στην Άφακα της Φοινίκης, στα βουνά του Λιβάνου. Ο ναός καταστράφηκε από ομάδα στρατιωτών και οι πιστοί του ιερού απειλήθηκαν με βαριές ποινές. Επίσης, με αυτοκρατορική εντολή έκλεισε ο ναός της Αφροδίτης στη Φοινίκη, καθώς και ο ναός του Ασκληπιού στις Αιγές της Κιλικίας. Επιπλέον, στην Αίγυπτο απαγορεύθηκε στους ευνούχους ιερείς να τελούν τις ετήσιες εορταστικές εκδηλώσεις που οργάνωναν για την πλημμύρα του Νείλου και οι δε «ἱεροὶ πήχεις», με τους οποίους μετρούσαν το ύψος του ποταμού, μεταφέρθηκαν από το Σεραπείο στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Ο επαναπροσδιορισμός των θρησκευτικών συναισθημάτων των ειδωλολατρών δεν επιχειρήθηκε μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά και με αγαθοεργίες, επιχορηγήσεις και δωρεές. Πολλοί Εθνικοί βλέποντας ότι το μέλλον ανήκε πλέον στους Χριστιανούς, προσηλυτίστηκαν στη χριστιανική θρησκεία εξ ανάγκης189.
Την εποχή που ο Κωνσταντίνος υπεστήριξε τον Χριστιανισμό, οι Χριστιανοί ήταν ακόμα μια μικρή μειονότητα στους κόλπους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εντούτοις, ο πληθυσμός και η δύναμη της εκκλησίας μεγάλωσε γρήγορα υπό τον Κωνσταντίνο και τους υιούς του, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον κρατικό μηχανισμό και τις πηγές της κεντρικής εξουσίας για να προωθήσουν τον Χριστιανισμό και να πλήξουν την Ειδωλολατρία. Για τον σκοπό αυτό, παραχώρησαν μεγάλες κρατικές επιχορηγήσεις στις χριστιανικές εκκλησίες και ταυτοχρόνως διέκοψαν την παροχή κεφαλαίων για την παγανιστική λατρεία, κατέσχεσαν τους ειδωλολατρικούς ναούς και περιόρισαν δια νόμου την Ειδωλολατρία190.
Παρόλο που οι ειδωλολάτρες εξακολουθούσαν να συμμετέχουν στην κυβέρνηση, η δυσμενής διάκριση εναντίον τους αποτελούσε τροχοπέδη στην προαγωγή και στον διορισμό σε ανώτερες βαθμίδες της πολιτικής διοίκησης, εν αντιθέσει με τους Χριστιανούς. Τόσο ο Κωνσταντίνος όσο και οι Χριστιανοί διάδοχοί του εξαπέλυσαν βία εναντίον των εχθρών του Χριστιανισμού. Κατά τη διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου, οι μάντεις των μεγαλύτερων ιερών του Απόλλωνα και άλλων θεών βασανίστηκαν εξαιτίας κατηγοριών ότι είχαν δώσει ψευδείς και δόλιες προφητείες191.
Με την πάροδο του χρόνου ο Χριστιανισμός εδραιωνόταν ολοένα και περισσότερο υπό τη βασιλεία των υιών του Κωνσταντίνου και των μεταγενέστερων Χριστιανών αυτοκρατόρων. Η βία που ασκούσαν οι Χριστιανοί εναντίον των Εθνικών ανθούσε, καθότι οι επίσκοποι κατηύθυναν ομάδες μοναχών, στρατιωτών και αστικών χριστιανικών όχλων κατά των Παγανιστών. Παράλληλα, οι αυτοκράτορες εξέδιδαν ακόμα πιο αυστηρά διατάγματα κατά των Ειδωλολατρών192.
Στη Ρώμη είχε ποινικοποιηθεί η μαγεία από πολύ νωρίς193, με επίκεντρο δύο κυρίως πράξεις: την άσκηση λατρείας μη ανεκτής από την έννομη τάξη και την οποιαδήποτε σχέση με δηλητηριώδεις ουσίες, διότι οι θανάσιμες ή άλλες επιβλαβείς συνέπειες αυτών των τελευταίων αποδίδονταν στην ενέργεια υπερφυσικών δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό, η λέξη «φαρμακὸς» έγινε συνώνυμη του «μάγος»194.
Από τον Πανδέκτη προκύπτει ότι ο Κορνήλιος νόμος περί φονέων προέβλεπε και τις δύο αυτές κατηγορίες πράξεων. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν τιμωρούνταν τόσο όσοι χορηγούσαν σε άλλον δηλητήριο, venena ή mala medicamenta, με την πρόθεση να τον θανατώσουν όσο και όσοι τελούσαν «κακές θυσίες», mala sacrificia. Βέβαια, είναι προφανές ότι σ’ αυτήν την περίπτωση το προστατευόμενο έννομο αγαθό ήταν η ανθρώπινη ζωή. Επομένως, οι διατάξεις αυτές απέβλεπαν κατά κύριο λόγο στην προάσπιση αυτού του αγαθού και στρέφονταν κατά της μαγείας μόνο εμμέσως195.
Τα μέτρα γίνονται πολύ δραστικότερα στη νομοθεσία του 4ου αιώνα. Ήδη, το 319, ο Μεγάλος Κωνσταντίνος απαγόρευσε με νόμο στους θυοσκόπους, στους ιερείς και σε όσους άλλους έκαναν θυσίες με αντικειμενικό σκοπό την πρόβλεψη του μέλλοντος (από τα σπλάχνα των θυμάτων) να διαβαίνουν το κατώφλι κατοικιών, ακόμα και αν συνδέονταν φιλικά με τους ενοίκους. Κατά των παραβατών απειλούνταν σκληρές ποινές: θάνατος στην πυρά για τους θυοσκόπους και τους ιερείς και γενική δήμευση με εξορία για όσους προσκαλούσαν τα πρόσωπα αυτά στα σπίτια τους. Μάλιστα, με σκοπό να καταστήσει αποτελεσματικότερη τη δίωξη των πράξεων αυτών, ο νομοθέτης τόνισε ότι όσοι τις καταγγέλλουν δε θα θεωρούνταν καταδότες, αλλά άξιοι αμοιβής. Όμως, η δημόσια άσκηση της λατρείας δεν κωλυόταν196.
Λίγους μήνες αργότερα εξεδόθη νέος νόμος, ο οποίος ερμήνευε τον προηγούμενο και όπως συνάγεται από τη διατύπωσή του, έπειτα από κάποια αναφορά, με τον οποίο επαναλήφθηκε η διευκρίνιση ότι η απαγόρευση δεν αφορούσε και τη δημόσια τέλεση θυσιών και άλλων λατρευτικών πράξεων κατά το τυπικό της εθνικής θρησκείας197. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αυτό που απαγορευόταν ήταν οι ιδιωτικές και/ή νυκτερινές και επομένως μυστικές και ανεπίδεκτες ελέγχου λατρευτικές πράξεις με τέλεση θυσιών. Οι δημόσιες, όμως, και ως εκ τούτου φανερές επιτρέπονταν. Ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος ομολογεί σε άλλο νόμο, του έτους 320/321, ότι και αυτός ενδέχεται να προσφύγει στις υπηρεσίες των θυοσκόπων. Αν δηλαδή πέσει στο παλάτι του ή σε άλλο δημόσιο κτίριο κεραυνός, θα τους καλέσει για να του δώσουν επίσημη ερμηνεία του φαινομένου. Μάλιστα, αφήνει να εννοηθεί ότι μία τέτοια ενέργεια αποτελεί υποχρέωσή του και συμμόρφωση σε αρχαίο έθιμο198. Βέβαια, είναι εμφανές ότι στη σειρά αυτή των νόμων υπάρχει έντονη αντίφαση199.
Ιδιαίτερα σημαντική για την ποινική αντιμετώπιση της μαγείας σ’ ολόκληρη την πρώιμη περίοδο, που σφράγισε όμως με τα επακόλουθά της όλην τη βυζαντινή εποχή, υπήρξε μία άλλη διάταξη του Μεγάλου Κωνσταντίνου του έτους 321 (-324). Με τον νόμο αυτό, με τον οποίο καθιερώθηκε ένα νέο κριτήριο για την ποινική αξιολόγηση των μαγικών πράξεων, ορίζονταν τα παρακάτω: «Πρέπει να τιμωρείται και εύλογα να διώκεται με αυστηρότατους νόμους η γνώση εκείνων, που εξοπλισμένοι με μαγικές τέχνες αποκαλύπτονται είτε ότι έχουν επιβουλευθεί τη σωτηρία των ανθρώπων είτε ότι έχουν διαστρέψει σώφρονες ψυχές προς την ηδονή. Δε θα κατακρίνονται, όμως, τα θεραπευτικά μέσα που έχουν παραχθεί για χάρη των ανθρώπινων σωμάτων ή οι λέξεις που με αθώο τρόπο απαγγέλθηκαν στους αγρούς, για να μην απειλήσουν βροχές τους ώριμους τρύγους ή για να μην τους καταστρέψει το χαλάζι που μοιάζει με λιθοβολισμό. Μ’ αυτά δεν βλάπτεται κανενός η σωτηρία ή η υπόληψη, αλλά, αντίθετα, η ενέργειά τους συντελεί στο να μην εκμηδενίζονται τα θεία δώρα και ο ανθρώπινος κάματος»200.
Μ’ αυτόν τον τρόπο διακρίθηκε η μαγεία σε «καλή» και σε «κακή», μία διάκριση που έχει επιβιώσει έως τις μέρες μας με άλλη, όμως, ορολογία. Σήμερα γίνεται λόγος για «λευκή» και για «μαύρη» μαγεία201. Εντούτοις, η διάκριση αυτή δεν ήταν επινόηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ήδη στον Πανδέκτη σε ένα χωρίο του Ουλπιανού γίνεται ένας υπαινιγμός για τη χρησιμοποίηση μαγικών μέσων στην ίαση ασθενειών με υποτιθέμενη επιτυχία. Σ’ αυτή γίνεται λόγος για τις αμοιβές των ελευθέρων επαγγελματιών, μεταξύ άλλων και των γιατρών. Μ’ αυτούς εξομοιώνονται και όσοι ασκούν μερικά άλλα παρεμφερή επαγγέλματα, όχι όμως και οι εξορκιστές, όπως αυτοαποκαλούνται οι διάφοροι απατεώνες κατά την έκφραση του Ουλπιανού, με τα μαγικά τους λόγια, γιατί αυτά δεν αποτελούν ιατρική μέθοδο, όσο κι αν υπάρχουν μερικοί, σύμφωνα με τη διάταξη, που ισχυρίζονται ότι ωφελήθηκαν από αυτούς202.
Οι παραπάνω αρχές που αντικατοπτρίζονται στη νομοθεσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου διατηρήθηκαν και επί των διαδόχων του, οι οποίοι δεν έθιξαν τις παραδοσιακές, ήτοι τις μη χριστιανικές λατρευτικές τελετές, εφόσον πληρούσαν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις νομιμότητας. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό συναντάται σε ορισμένες γενικές απαγορευτικές διατάξεις του Κωνσταντίου203, ο οποίος διακρινόταν για τον θρησκευτικό του ζήλο. Όμως, σταδιακά οι απαγορεύσεις πλήθαιναν, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι γίνονταν ευρύτερες, για να φθάσουν σε απόλυτο αποκλεισμό κάθε μη χριστιανικής λατρευτικής πράξης στο μέτρο που μεγάλωνε η επίδραση της Εκκλησίας, με ορόσημο τον Θεοδόσιο Α΄204, καθότι την πολιτεία ενδιέφερε ο έλεγχος πάνω σ’ αυτές τις δραστηριότητες, ο οποίος ασκείτο μέσω της θρησκείας. Επομένως, γενικεύεται από την πλευρά της πολιτείας η απαγόρευση, όταν η επίσημη θρησκεία εκδηλώνει την αντίθεσή της στις οποιασδήποτε μορφής δραστηριότητες αυτού του τύπου. Οι μάγοι θεωρούνταν επικίνδυνοι εγκληματίες. Ενδεικτική είναι μία διάταξη του έτους 381205, με την οποία απαγορεύθηκε να εφαρμόζεται επί των δραστών ορισμένων πράξεων συμπεριλαμβανομένης και της μαγείας το ευεργετικό μέτρο της απολύσεως κατά την ημέρα του Πάσχα206.
Σημειωτέον ότι σε ένα νόμο του Κωνσταντίου του έτους 358 χαρακτηρίζονται οι μάγοι και όσοι είναι εξοικειωμένοι με «μαγικές βρωμιές» αδιακρίτως ως εχθροί του ανθρώπινου γένους και ως κακοποιοί207. Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό, παρόλο που δεν προκύπτει από τα σχετικά κείμενα με απόλυτη σαφήνεια, ότι η κοσμική νομοθεσία τιμωρούσε μόνο την «κακὴ» μαγεία, σύμφωνα με τη διάκριση στον προαναφερθέντα νόμο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πρέπει να τονιστεί ότι στη νομοθεσία του τελευταίου, όπου θεσπίζονται μέτρα κατά των μάγων, νοούνται οι «κακοὶ» μάγοι. Παράδειγμα τέτοιας διατάξεως αποτελεί ένας νόμος του 331, με τον οποίο καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου η δραστηριότητα του συζύγου ως μάγου208. Επίσης, ο Κωνσταντίνος με μία διάταξη του 325209 αντικαθιστά τις θηριομαχίες με τον μεταλλισμό, προκειμένου να διασφαλισθεί η δημόσια τάξη και να μη χυθεί άλλο αίμα.
 
3.3. Αντιπαγανιστικές διατάξεις του Θεοδοσιανού Κώδικα
 
Το ρωμαϊκό πλέον κράτος είχε μετατραπεί σε χριστιανικό και θεωρούσε προδοτική κάθε εκδήλωση Παγανισμού και την καταδίκαζε ανάλογα210. Αυτό προκύπτει και από τις διατάξεις του Θεοδοσιανού Κώδικα και ειδικότερα στα βιβλία, II, ΙΧ, X και ΧVI αυτού. Ειδικότερα, η συλλογή των νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν τους Pagani, άλλως Ειδωλολάτρες άλλως Εθνικούς άλλως Έλληνες211 και το ζήτημα της καταπολέμησης της θρησκείας τους, καταγράφεται στον τίτλο Χ, «Περί των εθνικών, των θυσιών και των ειδωλολατρικών ιερών»,  του δεκάτου έκτου βιβλίου212. Άλλωστε, η μετάβαση από τις εθνικές θρησκείες στον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους ήταν μία επίπονη διαδικασία που διήρκεσε σχεδόν δύο αιώνες. Έργο των αυτοκρατόρων ήταν και η επίλυση ζητημάτων που αφορούσαν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των υπηκόων, το οποίο και προκύπτει από τα νομοθετικά διατάγματα που εξέδιδαν από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και έπειτα. Οι αυτοκράτορες με μία σειρά από edicta προσπάθησαν να περιορίσουν την ελευθερία λατρείας των εθνικών και στη συνέχεια να εξαλείψουν τις θρησκείες αυτές κλείνοντας τα ιερά και αφαιρώντας τις περιουσίες τους, δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο άτυπα τη σκυτάλη στον κλήρο, για να καταστρέψει βωμούς, αγάλματα και εθνικούς ναούς Το παλαιό καθεστώς των ειδωλολατρικών θρησκειών ήταν για τους Χριστιανούς ένας ισχυρός αντίπαλος και γι’ αυτό προσπαθούσαν να τον εξαλείψουν ακόμα και με μη νόμιμα μέσα213.
Οι ολοένα αυξανόμενες σε αυστηρότητα ποινές που προέβλεπαν οι διατάξεις του Θεοδοσιανού Κώδικα για τους Παγανιστές, που εξακολουθούσαν να λατρεύουν αγάλματα κάνοντας θυσίες, μαρτυρούν ότι ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, κυρίως στις επαρχιακές πόλεις, συνέχιζε να ζει τη θρησκευτική του ζωή κατά τον παραδοσιακό τρόπο. Από την αναγνώριση του χριστιανισμού ως την απαγόρευση και, στη συνέχεια, την ποινικοποίηση των εθνικών θρησκειών μεσολάβησε περίπου μισός αιώνας. Εξάλλου, από τη μεριά των Χριστιανών οι αυξανόμενες σε πυκνότητα και αυστηρότητα αντιπαγανιστικές νομοθετικές διατάξεις τους προκαλούσαν ένα αίσθημα ασφάλειας και ευφορίας και μία αίσθηση επηρεασμού και ελέγχου της αυτοκρατορικής πολιτικής. Μέσα σ’ αυτήν τη νίκη των Χριστιανών άρχισαν οι πρώτες καταστροφές των ναών των Εθνικών. Ο χριστιανικός όχλος έχοντας ως συμμάχους τους διοικητές των επαρχιών και υπό την καθοδήγηση ανώτερων κληρικών ή μοναχών, άρχισε να επιδίδεται σε καταστροφές ναών214.
To 342, με διάταγμα του Κωνσταντίου και του Κωνστάντα οριζόταν ρητά ότι παρά την απαγόρευση τέλεσης ειδωλολατρικών τελετών, οι ναοί θα έπρεπε να παραμείνουν αλώβητοι, αφού αποτελούσαν στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομίας της αυτοκρατορίας και συνδέονταν με αθλητικές εκδηλώσεις και γιορτές που εξακολουθούσαν να τελούνται215. Η σύνταξη του διατάγματος υποδηλώνει είτε ότι είχαν αρχίσει οι πρώτες βεβηλώσεις ναών είτε ότι είχαν υποβληθεί αιτήματα περί καταστροφής αυτών216
Έπειτα από δέκα χρόνια, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος δίνει την εντολή να κλείσουν αμέσως όλοι οι ναοί217. Μετά από το σύντομο διάλειμμα της βασιλείας του Ιουλιανού, ο οποίος αναφέρεται στις πηγές ως restitutor templorum και τη, σε γενικές γραμμές, χαλαρή περίοδο της βασιλείας του Βαλεντινιανού και του Βάλεντα, oι οποίοι με διάταγμά τους, το 381218, απαγόρευσαν τη σύνταξη διαθηκών σ’ όσους Χριστιανούς ασπάζονταν τον Παγανισμό, η νομοθεσία του Θεοδοσίου ήταν αυστηρότερη στις ποινές της και έδωσε αφορμή στους Χριστιανούς για την καταστροφή εθνικών ναών. Οι Χριστιανοί επιδίδονταν με μανία σε καταστροφές των ειδωλολατρικών ιερών, ιδίως στην Ανατολή219. Μάλιστα, το 386, ο Αντιοχέας ρήτορας Λιβάνιος έκανε έκκληση στον αυτοκράτορα να λάβει μέτρα, προκειμένου να σταματήσουν οι καταστροφές των αγροτικών ιερών στο εσωτερικό της Αντιόχειας. Η έκκληση αυτή έγινε με το «Πρὸς Θεοδόσιον τον βασιλέα ὑπὲρ τῶν ἱερῶν»220. Όμως, αυτές οι εκκλήσεις δεν εισακούσθηκαν και το 392 καταστράφηκε από τον χριστιανικό όχλο το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, ένας από τους σημαντικότερους ναούς της αυτοκρατορίας221.
Ο Θεοδόσιος Α΄ ήταν ιδιαίτερα αυστηρός σε ό, τι αφορούσε πρακτικές μαντείας. Το 379, με το θάνατο του Γρατιανού, μέλη της ανώτερης τάξης της πόλης είχαν προσπαθήσει να μαντέψουν ποιος θα ήταν ο διάδοχος. Χρησιμοποίησαν την τεχνική μίας μαγνητισμένης βελόνας που αιωρούνταν σαν εκκρεμές επάνω από γράμματα. Τα γράμματα σχημάτισαν τις πρώτες συλλαβές του ονόματος: ΘΕΟΔ. Οι συνωμότες νόμισαν ότι επρόκειτο για τον Θεόδωρο, έναν συμπολίτη τους. Όταν ο Θεοδόσιος Α΄ πληροφορήθηκε το περιστατικό, τιμώρησε τους δράστες222.
Πάντως, η καταστροφή των ειδωλολατρικών ιερών είχε εμφανώς δύο στόχους: αφενός μεν την ιδιοποίηση της περιουσίας των ναών, η οποία περιήλθε σταδιακά στα χέρια της εκκλησίας223 και αφετέρου τον εξαναγκασμό του μεγάλου μέρους των πιστών σε θρησκευτική μεταστροφή. Εντούτοις, μέλη των ανώτερων τάξεων των πόλεων και ιδίως όσοι είχαν φιλοσοφική παιδεία, αντιστάθηκαν έντονα στον βίαιο εκχριστιανισμό, που ήθελε να επιβάλει η νέα τάξη πραγμάτων224. Μέσα στη δεκαετία του 390 πολλοί ναοί, όπως ο ναός του Διός στην Απάμεια, το Μαρνείο της Γάζας και το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, είχαν ισοπεδωθεί και αρκετοί άλλοι ναοί είχαν υποστεί ζημίες. Οι Χριστιανοί επιδίδονταν στις καταστροφές των ναών των Εθνικών, διότι θεωρούσαν ότι τα αγάλματα και ο γλυπτός διάκοσμος ήταν φορείς κακών πνευμάτων. Σημειωτέον ότι ακόμη και όταν δεν μπορούσαν να καταστρέψουν τελείως το μνημείο, προσπαθούσαν να σπάσουν μέρος τουλάχιστον του διάκοσμου και να αφαιρέσουν από αυτόν τον ιερό του χαρακτήρα, χαράζοντας σε διάφορα σημεία του το σημείο του σταυρού, το χριστόγραμμα και άλλα χριστιανικά σύμβολα, προκειμένου να ξεριζώσουν τη superstitio225
Η νομοθεσία και οι πράξεις του Θεοδοσίου Α΄ δείχνουν τη μεγάλη φροντίδα του για την Εκκλησία και την εδραίωση της πίστεως. Άλλωστε, για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε Μέγας. Η μεγαλύτερη απόδειξη αυτού είναι το διάταγμα, το οποίο εξεδόθη στη Θεσσαλονίκη στις 27 Φεβρουαρίου 380, με το οποίο όρισε επίσημη θρησκεία του κράτους τη χριστιανική226. Επιπλέον, με σειρά νομοθετικών μέτρων κατέστησε την εγκατάλειψη της χριστιανική πίστεως, ήτοι την αποστασία αξιόποινο αδίκημα227 και απαγόρευσε ριζικώς την εθνική λατρεία228.  Μεταξύ των μέτρων πιέσεως των αποστατών ήταν και οι περιορισμοί κατά τη σύνταξη διαθήκης και της εν γένει χαριστικής διάθεσης περιουσίας229. Από το 391 και έπειτα οι Παγανιστές κατηγορούνταν για αποστασία και Ειδωλολατρία, τα οποία ήταν εγκλήματα στρεφόμενα κατά της ορθόδοξης πίστης και της Εκκλησίας. Ήδη από τα μέσα του 4ου αιώνα είχε θεσπιστεί η θανατική ποινή κατά των δραστών των παραπάνω εγκλημάτων230
Επίσης, ο τελευταίος απαγόρευσε τις θυσίες, οι οποίες συνδέονταν με την πρόγνωση του μέλλοντος, θέσπισε τη δήμευση των χώρων λατρείας και την αποπομπή των εθνικών ιερέων. Σημαντικό ήταν το διάταγμα του 391, με το οποίο απαγορεύθηκαν ο φόνος των ζώων με θυσίες, η επίσκεψη των ναών και η λατρεία των αγαλμάτων231. Αυτό το έτος έκλεισε το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, που ήταν το σπουδαιότερο ιερό της εποχής μετά το Καπιτώλιο της Ρώμης. Επιπλέον, το διάταγμα του Νοεμβρίου 392 απήγγειλε γενική καταδίκη των θυσιών και δήμευση οποιουδήποτε χώρου χρησιμοποιείτο για την εθνική λατρεία232. Αυτήν την εποχή συνέπεσε και η κατά σύστημα παρακώλυση της τελέσεως αθλητικών αγώνων, η οποία αποκορυφώθηκε με την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων233. Σύμφωνα με τον Weiler η παρακμή των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Με το edictum της απαγορεύσεως των θυσιών οι Αγώνες σταδιακά παρήκμασαν. Ο Ολύμπιος Ζευς δε λατρευόταν πλέον, οπότε οι Ειδωλολάτρες δεν είχαν λόγους να θυσιάσουν. Επιπλέον, ο θεσμός της πόλης-κράτους είχε πια καταργηθεί. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν κεντρικά. Άλλωστε, οι μετακινήσεις των βορείων λάων ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους μαρασμού των Ολυμπιακών Αγώνων, καθότι οι τελευταίοι κατέστρεψαν τα αρχαία κέντρα, ιδίως δε οι Έρουλοι προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην Αρχαία Ολυμπία. Το πρόβλημα αυτό οξύνθηκε και εξαιτίας των σεισμών, καθώς και κάποιων άλλων φυσικών καταστροφών, δοθέντος ότι τα μνημεία δεν μπορούσαν να συντηρηθούν234.
Επίσης, με νόμο του τελευταίου, καθώς και των Γρατιανού και Ουαλεντινιανού, ο οποίος εξεδόθη τον Νοέμβριο του 386235 και αναφέρεται στην Κυριακή, γίνεται χρήση του όρου «ημέρες του Ηλίου», αλλά προστίθεται η παρατήρηση «τις οποίες ορθώς οι πρόγονοί μας ονόμασαν κυριακές». Τις ημέρες αυτές απαγορεύεται η επιχείρηση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας ή η επίλυση διαφορών και η παράβαση διώκεται ως ιεροσυλία236. Στη συνέχεια, στις 4 Φεβρουαρίου 400237, η διάταξη των Αρκαδίου και Ονωρίου προέβλεπε τις εορτές Χριστουγέννων και Θεοφανίων μαζί με τις τελευταίες ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής και εκείνες του Πάσχα ως ημέρες χωρίς αγώνες και δημόσια θεάματα. Η ίδια απαγόρευση συναντάται με πολύ ευρύτερη διατύπωση και σε νόμο των Ονωρίου και Θεοδοσίου Β΄ της 1ης Φεβρουαρίου 425238. Στη διάταξη αυτή αναφέρονται οι Κυριακές ως η πρώτη ημέρα της εβδομάδος. Η απαγόρευση της επιχειρήσεως οποιασδήποτε πράξεως δημόσιας ή ιδιωτικής στη διάρκεια των δεκαπέντε ημερών του Πάσχα υπήρχε και σε διάταξη του 392239.
Οι Χριστιανοί αξιωματούχοι και οι επίσκοποι μετακινούνταν στις επαρχίες, ούτως  ώστε να στηρίξουν τα αυτοκρατορικά διατάγματα, όπου και συναντούσαν ανίσχυρη σχετικά αντίσταση από τους εγχώριους ειδωλολατρικούς πληθυσμούς, οι οποίοι επιθυμούσαν να διατηρήσουν την παραδοσιακή τους θρησκεία. Μία από τις γνωστότερες περιπτώσεις ένοπλης αντίστασης Εθνικών συνέβη στην πόλη Απάμεια της Συρίας, το 391 ή το 392240.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εμφανίζονται μεγάλες διαφορές μεταξύ των διαταγμάτων των αυτοκρατόρων σχετικά με την τύχη των ίδιων των ιερών. Η νομοθεσία του Κωνσταντίου241, των Γρατιανού, Θεοδοσίου και Βαλεντινιανού242, αλλά και της πρώτης περιόδου της βασιλείας του Ονωρίου και του Αρκαδίου243, προστατεύει τα κτίσματα των ναών, τον διάκοσμό τους, ακόμη και τα αγάλματα και άλλα έργα τέχνης και διακρίνει τη λατρεία από τον σεβασμό της αρχιτεκτονικής κληρονομίας. Το 399 με διάταγμα του Αρκαδίου, το οποίο υπεγράφη και από τον Ονώριο, επιτρέπεται και ενθαρρύνεται η καταστροφή των ναών στις επαρχιακές περιοχές της Ανατολής και συγκεκριμένα στη Δαμασκό244. Αντιθέτως, το ίδιο έτος θεωρείται απαγορευμένη στη Δύση η καταστροφή των ναών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ναοί αυτοί δε χρησιμοποιούνται για απαγορευμένες παγανιστικές τελετές245. Όμως, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, ο νόμος είναι αυστηρός αναφορικά με τα αγάλματα, τα οποία θεωρούνται απαγορευμένα αντικείμενα και πρέπει να ξεριζωθούν «εκ θεμελίων»246. Βέβαια, η καταλυτική για τα ιερά νομοθεσία συνετάγη, το 435, από τον Θεοδόσιο Β΄247. Με τον προτελευταίο τίτλο του 16ου βιβλίου του Θεοδοσιανού Κώδικα ορίζεται ότι τα ιερά πρέπει να καταστραφούν248 και στη θέση τους να υψωθούν τα σημεία του σταυρού και τα σύμβολα της χριστιανικής πίστης. Στην ουσία, με την προσθήκη αυτή στον Κώδικα νομιμοποιείται μία πρακτική που ακολουθούσαν οι Χριστιανοί από το τέλος του τετάρτου αιώνα. Συνήθιζαν να παραβιάζουν και να καταργούν τον ιερό χαρακτήρα των ειδωλολατρικών ναών χαράσσοντας χριστιανικά σύμβολα ή μετατρέποντάς τους σε εκκλησίες249. Επίσης, σημαντική είναι η διάταξη που εξεδόθη το 396 από τον Ονώριο και τον Θεοδόσιο Β΄250, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν στους Εθνικούς να καταλαμβάνουν το αξίωμα του διοικητή ή να διορίζονται ως δικαστές. Στην πραγματικότητα τους απαγορευόταν να σημμετέχουν στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας.
Στη συνέχεια παρατίθενται οι αντιπαγανιστικές διατάξεις του τίτλου δέκα του δεκάτου έκτου βιβλίου του Θεοδοσιανού Κώδικα.
 
Περί των των θυσιών
 
16.10.1. Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Αύγουστος προς Μάξιμον
Εάν το αυτοκρατορικό μας παλάτι ή άλλα δημόσια κτίρια έχουν υποστεί ζημιές από κεραυνό, θα τηρηθεί το παλαιό έθιμο. Θα ερωτηθούν σπλαχνοσκόποι251 μάντεις και οι απαντήσεις τους θα καταγραφούν λεπτομερώς και θα υποβληθούν στη Σοφία μας για εξέταση. Θα δοθεί άδεια και σε άλλους {που έχουν υποστεί παρόμοιες ζημιές}να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο, με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν μακριά από θυσίες, αφού αυτές έχουν απαγορευθεί ρητώς252.
Γνωρίζεις επίσης ότι έχουμε λάβει την επίσημη έκθεση και την ερμηνεία του περιστατικού κατά το οποίο το αμφιθέατρο επλήγη από κεραυνό, για το οποίο είχες γράψει στον Ηρακλεινό, Τριβούνο και Μάγιστρο των οφφικίων. Παρεδόθη τη δεκάτη έκτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Ιανουαρίου, Σερδική – 17 Δεκεμβρίου 320.
Ελήφθη την όγδοη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Μαρτίου, κατά το έτος της δεύτερης υπατείας του Κρίσπου και του Κωνσταντίνου, Καισάρων ‒ 8 Μαρτίου 321253.
 
16.10.2. Αυτοκράτωρ Κωνστάντιος Αύγουστος προς Μαδαλιανόν, βοηθό Έπαρχο της Διοικήσεως
Ας σταματήσει η ψευδής πίστη254 κι ας καταργηθεί η τρέλα των θυσιών. Γιατί αν κάποιος, παραβιάζοντας το νόμο του Θείου Αυτοκράτορα, του πατέρα μας, και την εντολή της Ευσπλαχνίας μας, τολμήσει να τελέσει θυσίες, θα τιμωρηθεί πάραυτα με την επιβολή της ποινής που του ταιριάζει. Ελήφθη κατά το έτος της υπατείας του Μαρκελλίνου και του Προβίνου - 341255.
 
16.10.5. Ο ίδιος Αυτοκράτωρ προς Κερεάλην, Έπαρχο της Πόλεως
Οι νυκτερινές θυσίες που είχαν επιτραπεί από τον Μαγνέντιο (θα σταματήσουν) και η παράνομη αυτή άδεια θα ανακληθεί (κ.λ.π.). Παρεδόθη κατά τις Καλένδες του Δεκεμβρίου το έτος της έκτης υπατείας του Αυγούστου Κωνσταντίνου και της δεύτερης υπατείας του Καίσαρα (Ιουλιανού) ‒ 23 Νοεμβρίου 353256.
 
16.10.6. Ο ίδιος Αυτοκράτωρ και του Καίσαρα Ιουλιανού257 
Διατάσσουμε όπως υποβληθούν στην ποινή του θανάτου όσοι αποδειχθεί ότι τελούν θυσίες ή λατρεύουν αγάλματα. Παρεδόθη την ενδεκάτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Μαρτίου στο Μεδιόλανο το έτος της όγδοης υπατείας του Κωνσταντίου Αυγούστου και της υπατείας του Καίσαρα Ιουλιανού ‒ 20 Φεβρουαρίου 356258.
 
16.10.7. Αυτοκράτορες Γρατιανός, Βαλεντινιανός και Θεοδόσιος προς Φλόρον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Αν κάποιος παράφρων ή ιερόσυλος επιδοθεί σε απαγορευμένες θυσίες, ημερήσιες ή νυκτερινές, προκειμένου να δεχθεί συμβουλές για αβέβαια ζητήματα259, κι αν υποθέσει ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ή αν σκεφτεί ότι θα πρέπει να επισκεφθεί κάποιο ναό για να διαπράξει αυτό το έγκλημα, ας γνωρίζει ότι θα τιμωρηθεί με προγραφή, αφού Εμείς, με τον δίκαιο θεσμό Μας, έχουμε ορίσει ότι ο Θεός θα πρέπει να λατρεύεται με αγνές προσευχές και όχι να εξευτελίζεται με απαίσια τραγούδια. Παρεδόθη τη δωδεκάτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Ιανουαρίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της υπατείας του Ευχέριου και του Συαγρίου ‒ 21 Δεκεμβρίου 381260.
 
16.10.9. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Κυνήγιον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Κανείς θνητός δεν θα τολμήσει να τελέσει θυσίες, έτσι ώστε παρατηρώντας το συκώτι και προβλέποντας το μέλλον από τα εντόσθια των ζώων να αποκτήσει ελπίδες για μια μάταιη υπόσχεση, ή, ακόμη χειρότερα, να πληροφορηθεί, τα μελλούμενα, συμβουλευόμενος πράγματα αηδιαστικά. Όσοι, παραβιάζοντας την απαγόρευσή Μας, επιχειρήσουν να εξερευνήσουν την αλήθεια των παρόντων ή των μελλόντων γεγονότων, θα απειλούνται με το μαρτύριο μιας πολύ αυστηρής τιμωρίας261. Παρεδόθη την έκτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της πρώτης υπατείας του Αυγούστου Αρκαδίου και της υπατείας του Ευγενεστάτου Μπάουτο ‒ 25 Μαΐου 385262.
 
16.10.10. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Αλβίνον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Κανείς δεν θα μολυνθεί με σφάγια. Κανείς δεν θα σφάξει αθώο θύμα. Κανείς δεν θα πλησιάσει τα ιερά, κανείς δεν θα διασχίσει τους ναούς, ούτε και θα τιμήσει εικόνες φτιαγμένες από ανθρώπινο χέρι, γιατί θα θεωρηθεί ένοχος με βάση και τους ανθρώπινους και τους θείους νόμους. Ακόμη και οι δικαστές δεσμεύονται από τον νόμο και, αν κάποιος από αυτούς αφοσιωθεί σε ειδωλολατρικές τελετές και περάσει το κατώφλι ναού με σκοπό τη λατρεία, οπουδήποτε κι αν συμβεί αυτό, είτε στην πόλη είτε κατά τη διάρκεια ταξιδιού, θα υποχρεωθεί να πληρώσει αμέσως δεκαπέντε λίβρες χρυσού και το προσωπικό του θα πληρώσει χωρίς χρονοτριβή το ανάλογο ποσό, εκτός κι αν αντισταθούν στον δικαστή και τον καταγγείλουν αμέσως δημοσίως. Όσοι έχουν το αξίωμα του corrector ή του praeses θα πληρώσουν ο καθένας τέσσερις λίβρες και ανάλογο ποσό θα πληρώσουν και οι σύνοδοί τους. Παρεδόθη την έκτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Μαρτίου στο Μεδιόλανο το έτος της υπατείας του Τατιανού και του Συμμάχου ‒ 24 Φεβρουαρίου 391263.
 
16.10.11. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Ευάγριον, Praefectus Augustalis, και Ρωμανόν, Κόμη Αιγύπτου
Κανείς δεν θα έχει το δικαίωμα να τελέσει θυσίες. Κανείς δεν θα περιφέρεται στους ναούς. Κανείς δεν θα αποδίδει τιμές στα ιερά. Όλοι θα αποδέχονται ότι ο νόμος Μας τους αποκλείει από την άνομη είσοδό τους στους ναούς, έτσι ώστε αν κάποιος επιχειρήσει να κάνει κάτι σχετικό με τους θεούς ή με τις ιερές τελετουργίες, παραβαίνοντας την απαγόρευσή μας, ας γνωρίζει ότι δε θα αποφύγει την τιμωρία και ότι δε θα τύχει ειδικών προνομίων ή χάριτος από τον αυτοκράτορα. Επίσης, αν κάποιος δικαστής, κατά τη διάρκεια της άσκησης του αξιώματός του, βασιστεί στα προνόμια της εξουσίας του και, ως ιερόσυλος παραβάτης του νόμου, μπει μέσα σε τόπους μιαρούς, θα υποχρεωθεί να πληρώσει στο ταμείο μας δεκαπέντε λίβρες χρυσού και το προσωπικό του θα πληρώσει ανάλογο ποσό, εκτός αν τον αντιστρατευθούν με ενωμένες τις δυνάμεις τους. Παρεδόθη τη δέκατη έκτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Ιουλίου στην Ακουιλήια το έτος της υπατείας του Τατιανού και του Συμμάχου ‒ 16 Ιουνίου 391264.
 
16.10.12. Αυτοκράτορες Θεοδόσιος, Αρκάδιος και Ονώριος Αύγουστοι προς Ρούφινον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Κανείς απολύτως, από οποιαδήποτε κοινωνική τάξη ή ιεραρχική βαθμίδα κι αν προέρχεται, είτε κατέχει τώρα κάποια εξουσία είτε έχει αποσυρθεί πια με τιμές, είτε είναι ισχυρός λόγω της καταγωγής του είτε ταπεινός ως προς τη γενιά του, την οικονομική του κατάσταση και τη νομική του υπόσταση, σε κανέναν τόπο και σε καμία πόλη δεν θα θυσιάσει αθώο σφάγιο σε άψυχα αγάλματα. Δεν θα τιμήσει, διαπράττοντας κρυφά αυτήν του την ανηθικότητα, το Λάρητά του με φωτιά, την Τύχη του με κρασί, τους Πενάτες του με αρώματα. Δεν θα ανάψει λυχνάρια σε αυτούς, δεν θα τοποθετήσει λιβάνι μπροστά τους, ούτε και θα κρεμάσει στεφάνια προς τιμήν τους.
Αν τολμήσει όμως κανείς να απλώσει άνομο χέρι επάνω σε ζώο για να το θυσιάσει, ή να συμβουλευτεί τα σπλάχνα που ακόμη σπαράζουν, επιτρέπεται σε όλους να τον καταγγείλουν με δημόσια κατηγορία, όπως συμβαίνει με όποιον είναι ένοχος εσχάτης προδοσίας, και θα υποστεί την ανάλογη τιμωρία, παρ’ όλον ότι δεν έχει διαπράξει τίποτε ενάντιο στην ασφάλεια του αυτοκράτορα ή τίποτε σχετικό με αυτήν. Γιατί είναι από μόνο του αρκετά μεγάλο αμάρτημα να θέλει κάποιος να καταστρατηγήσει τους ίδιους τους νόμους της φύσης, να διερευνήσει ζητήματα απαγορευμένα, να αποκαλύψει κρυμμένα μυστικά, να αποτολμήσει ενέργειες που δεν είναι αποδεκτές, να επιδιώξει να μάθει πώς θα τελειώσει η ζωή κάποιου άλλου και να υποσχεθεί την ελπίδα του θανάτου ενός τρίτου προσώπου.
Και αν κανείς αποδώσει τιμές, τοποθετώντας αναμμένο λιβάνι εμπρός τους, σε αγάλματα φτιαγμένα από ανθρώπινο χέρι και προορισμένα να υποστούν τη φθορά του χρόνου, και αν, κατά τρόπο γελοίο, φοβηθεί ξαφνικά τα ομοιώματα που ο ίδιος έχει κατασκευάσει, ή αν τυλίξει ένα δέντρο με γιρλάντες ή αν υψώσει βωμό με χώμα που ο ίδιος έχει βγάλει από τη γη ή αν προσπαθήσει να τιμήσει αγάλματα παραδομένα στη ματαιότητα προσφέροντας δώρα, που, κι αν ακόμη είναι ταπεινά, ωστόσο αποτελούν απόλυτη προσβολή εναντίον της θρησκείας, θα τιμωρηθεί με κατάσχεση του σπιτιού ή του τεμαχίου γης μέσα στο οποίο αποδείχθηκε ότι υπηρετούσε ειδωλολατρική δεισιδαιμονία. Ορίζουμε ότι όλα αυτά τα μέρη θα περιέλθουν στην αυτοκρατορική περιουσία, αν αποδειχθεί ότι έχουν μολυνθεί με τον καπνό του λιβανιού, με την προϋπόθεση ωστόσο ότι τα μέρη αυτά ανήκουν αποδεδειγμένα σε όσους έκαιγαν λιβάνια.
Αν επιχειρήσει όμως κάποιος να τελέσει κάθε είδους θυσία σε δημόσιους ναούς και ιερά, ή σε κτίρια και αγρούς που ανήκουν σε άλλους, και αν αποδειχθεί ότι τέτοια μέρα καταπατήθηκαν εν αγνοία του ιδιοκτήτη τους, ο δράστης θα υποχρεωθεί να πληρώσει είκοσι πέντε λίβρες χρυσού ως πρόστιμο. Αν οποιοδήποτε πρόσωπο γίνει συνεργός σε τέτοια πράξη, θα υπόκειται στην ίδια τιμωρία όπως και αυτός που διέπραξε αδίκημα.
Επιθυμία μας είναι το διάταγμα αυτό να επιβληθεί από τους δικαστές καθώς και από τους υπερασπιστές και τους βουλευτές των πόλεων, κατά τρόπον ώστε οι πληροφορίες που θα δοθούν από τους υπερασπιστές και τους βουλευτές να φτάσουν αμέσως στα δικαστήρια και τα αδικήματα που θα καταγγελθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να τιμωρηθούν αμέσως από τους δικαστές. Επιπλέον, αν οι υπερασπιστές και οι βουλευτές θεωρήσουν ότι κάποιο τέτοιο αδίκημα θα πρέπει να συγκαλυφθεί για να γίνει χάρη σε κάποιους ή αν τέτοιο αδίκημα παραβλεφθεί λόγω απροσεξίας, θα είναι υπόλογοι στον οργισμένο δικαστή. Κι αν οι δικαστές πληροφορηθούν τέτοιου είδους εγκλήματα και μεταθέσουν την τιμωρία, συνεργώντας έτσι με τους δράστες, θα πληρώσουν πρόστιμο τριάντα λίβρες χρυσού. Παρόμοια τιμωρία θα υποστεί και το προσωπικό τους. Παρεδόθη την έκτη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της δεύτερης υπατείας του Αυγούστου Αρκαδίου και της υπατείας του Ρουφίνου ‒ 8 Νοεμβρίου 392265.
 
16.10.17. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Απολλόδωρον, Ανθύπατο Αφρικής
Όπως ακριβώς με νόμο μας απαγορεύσαμε τις ειδωλολατρικές τελετουργίες, έτσι δεν επιτρέπουμε να καταργηθούν οι εορταστικές συγκεντρώσεις πολιτών και η απόλαυση που παίρνουν όλοι από αυτές. Έτσι αποφασίζουμε ότι, σύμφωνα με τα αρχαία έθιμα, θα εξακολουθήσουν να παρέχονται διασκεδάσεις στον λαό, χωρίς όμως θυσίες ή καταραμένη δεισιδαιμονία, και θα επιτρέπεται στον κόσμο να παρευρίσκεται σε εορταστικά συμπόσια όποτε το επιθυμεί. Παρεδόθη την τρίτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Σεπτεμβρίου στην Πάδουα το έτος της υπατείας του Ευγενεστάτου Θεόδωρου — 20 Αυγούστου 399266.
 
Περί των ειδωλολατρικών ιερών
 
16.10.3. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Κατουλλίνον, Έπαρχο της Πόλεως
Αν και όλες οι προλήψεις θα πρέπει να έχουν ξεριζωθεί, επιθυμία μας είναι οι ναοί που βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλης να παραμείνουν ακέραιοι και αλώβητοι. Γιατί, καθώς κάποια αθλητικά παιχνίδια ή θεάματα του ιπποδρόμου ή άλλοι αγώνες έλκουν την καταγωγή από τους ναούς, δεν αρμόζει να τους καταστρέψουμε, αφού σε αυτούς οφείλεται η τέλεση εορτών που διασκεδάζουν το λαό της Ρώμης. Παρεδόθη κατά τις Καλένδες του Νοεμβρίου, το έτος της τέταρτης υπατείας του Αυγούστου Κωνσταντίου και της τρίτης υπατείας του Αυγούστου Κώνσταντα ‒ 1 Νοεμβρίου 346 (342;)267.
 
16.10.4. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Ταύρον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Επιθυμούμε να κλείσουν αμέσως όλοι οι ναοί σε όλους τους τόπους και σε όλες τις πόλεις και να απαγορευθεί η είσοδος σε αυτούς, έτσι ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα οι απολωλότες να διαπράξουν αμαρτία. Θέλουμε επίσης να απέχουν όλοι από τις θυσίες. Αν όμως τύχει και κάποιος διαπράξει το αδίκημα, θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό268. Διατάσσουμε ότι η περιουσία όποιου τιμωρηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο θα περιέλθει στο αυτοκρατορικό ταμείο. Η ίδια τιμωρία θα επιβληθεί και στους διοικητές των επαρχιών, αν αμελήσουν να τιμωρήσουν τέτοια εγκλήματα269. Παρεδόθη κατά τις Καλένδες του Δεκεμβρίου το έτος της τέταρτης υπατείας του Αυγούστου Κωνσταντίου και της τρίτης υπατείας του Αυγούστου Κώνσταντα ‒ 1 Δεκεμβρίου 346 ή 354 ή 356270.
 
16.10.8. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Παλλάδιον, Δούκα της Οσροήνης
Με εξουσιοδότηση από το δημόσιο συμβούλιο διατάσσουμε ότι θα παραμείνει ανοιχτός ο ναός όπου προηγουμένως συνέρρεαν πλήθη κόσμου και που βρίσκεται ακόμη σε δημόσια χρήση. Η αξία των αγαλμάτων που βρίσκονται τοποθετημένα μέσα στον ναό θα πρέπει να υπολογίζεται μάλλον με βάση την αισθητική τους και όχι τον ιερό τους χαρακτήρα. Δεν επιτρέπουμε καμία θεία αυτοκρατορική απόφαση την οποία κάποιοι απέσπασαν τεχνηέντως να αλλάξει τα δεδομένα αυτά. Με σκοπό να μπορούν τα πλήθη, τόσο των γηγενών όσο και των επισκεπτών, να βλέπουν τον ναό, η Εμπειρία σου θα διατηρήσει όλες τις γιορτές και τις τελετές και με την εξουσία που σου δίνει η θεία Μας αυτοκρατορική απόφαση θα επιτρέψεις να παραμείνει ανοιχτός ο ναός, αλλά κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μη διευκολύνεται η πραγματοποίηση απαγορευμένων θυσιών, με την πρόφαση της επίσκεψης στον ναό. Παρεδόθη την παραμονή των Καλενδών του Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της υπατείας του Αντωνίου και του Συάγριου ‒ 30 Νοεμβρίου 382271.
 
16.10.15. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Μαρκόβιον, Βικάριο της Ισπανίας και Προκλιανόν, Βικάριο των Πέντε Επαρχιών
Όπως ακριβώς απαγορεύσαμε τις θυσίες, έτσι επιθυμούμε και να διατηρηθούν τα διακοσμητικά στοιχεία των δημοσίων κτιρίων. Εάν κάποιος επιχειρήσει να καταστρέψει αυτά τα έργα, δεν θα έχει το δικαίωμα να υπερηφανεύεται ότι βασίζεται σε κάποια εξουσία, αν κατά τύχη εμφανίσει αυτοκρατορική απάντηση ή νόμο για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Τέτοια έγγραφα θα πρέπει να αποσπασθούν από τα χέρια του και να παραπεμφθούν στη Σοφία μας.
Εάν κάποιος είναι σε θέση να επιδείξει παράνομες άδειες ελευθέρας κυκλοφορίας και χρήσης του δημόσιου δρόμου (evectiones), που έχουν εκδοθεί είτε στο δικό του όνομα είτε σε άλλο, ορίζουμε ότι τέτοιου είδους άδειες θα πρέπει να κατάσχονται και να στέλνονται σ’ Εμάς. Αυτοί που έχουν παραχωρήσει το δικαίωμα χρήσης του δημόσιου δρόμου σε αυτά τα άτομα θα υποχρεωθούν να πληρώσουν δύο λίβρες χρυσού έκαστος. Παρεδόθη την τέταρτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Φεβρουαρίου στη Ραβέννα το έτος της υπατείας του Ευγενεστάτου Θεοδώρου — 29 Ιανουαρίου (Αυγούστου) 399272.
 
16.10.16. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Ευτυχιανόν, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Εάν υπάρχουν ναοί σε επαρχιακές περιοχές θα καταστραφούν χωρίς φασαρία ή οχλαγωγία. Γιατί μόνο όταν θα έχουν γκρεμιστεί και εξαλειφθεί από προσώπου γης, θα έχει καταστραφεί και η υλική βάση επάνω στην οποία στηρίζονται οι δεισιδαιμονίες. Παρεδόθη την έκτη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Ιουλίου — 10 Ιουλίου. Αναρτήθηκε στη Δαμασκό το έτος της υπατείας του Ευγενεστάτου Θεοδώρου — 399273.
 
16.10.18. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Απολλόδωρον, Ανθύπατο Αφρικής
Αν κάποιος επιχειρήσει να καταστρέψει ναούς, οι οποίοι είναι κενοί από παράνομα αντικείμενα, δεν θα έχει τη συγκατάθεσή μας. Διατάσσουμε ότι η κατάσταση των κτιρίων θα πρέπει να παραμείνει αλώβητη. Αν όμως κάποιος συλληφθεί την ώρα που τελεί θυσίες, θα τιμωρηθεί σύμφωνα με τους νόμους. Τα είδωλα θα αφαιρεθούν από τους ναούς υπό την επίβλεψη του διοικητικού προσωπικού, αφού η διενέργεια έρευνας απέδειξε ότι ακόμη και τώρα λατρεύεται με τη βοήθειά τους μια κενή δεισιδαιμονία. Παρεδόθη τη δέκατη τρίτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Σεπτεμβρίου στην Πάδουα το έτος της υπατείας του Ευγενεστάτου Θεόδωρου — 20 Αυγούστου 399274.
 
16.10.19. Αυτοκράτορες Αρκάδιος, Ονώριος και Θεοδόσιος Αύγουστοι προς Κούρτιον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
(Κατόπιν άλλων ζητημάτων.) Τα εισοδήματα από φορολογία σε είδος θα αφαιρεθούν από τους ναούς και θα ενισχύσουν την αννώνα από την οποία επωφελούνται οι πιστότατοί μας στρατιώτες.
Εάν κάποια αγάλματα βρίσκονται ακόμη μέσα στους ναούς και τα ιερά και εάν έχουν δεχθεί, ή δέχονται ακόμη, τη λατρεία των ειδωλολατρών, όπου κι αν συμβαίνει αυτό θα ξεριζωθούν εκ θεμελίων, αφού αναγνωρίζουμε ότι αυτός ο κανονισμός έχει διατυπωθεί και επικυρωθεί κατ’ επανάληψη πολύ συχνά.
Τα ίδια τα κτίρια των ναών που βρίσκονται σε πόλεις ή κωμόπολεις ή και έξω από αυτές, θα παραχωρηθούν σε κοινή χρήση. Παντού οι βωμοί θα καταστραφούν και οι ναοί που βρίσκονται μέσα σε αυτοκρατορικά κτήματα θα μεταφερθούν ή θα δοθούν σε άλλες πιο αρμόδιες χρήσεις. Οι ιδιοκτήτες τους θα υποχρεωθούν να τους καταστρέψουν.
Δεν θα επιτρέπεται διόλου να τελούνται συμπόσια για τον εορτασμό ιερόσυλων τελετουργιών σε νεκροταφεία ή να εορτάζεται οποιαδήποτε επίσημη τελετή. Δίνουμε στους επισκόπους αυτών των περιοχών το δικαίωμα να χρησιμοποιούν εκκλησιαστική ισχύ για να αποτρέψουν τέτοιες πρακτικές. Επιπλέον, υποβάλλουμε τους δικαστές σε πρόστιμο είκοσι λιβρών χρυσού και το διοικητικό τους προσωπικό σε ανάλογο ποσό, εάν παραλείψουν να επιβάλουν τους κανονισμούς αυτούς, συνεργώντας με τους δράστες. Παρεδόθη τη δέκατη έβδομη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Δεκεμβρίου στη Ρώμη το έτος της υπατείας του Βάσσου και του Φιλίππου — 13 Νοεμβρίου 408 ή 407275.
 
Περί των Εθνικών
 
16.10.13. Αυτοκράτορες Αύγουστοι Αρκάδιος και Ονώριος προς Ρούφινον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Ορίζουμε ότι κανείς δεν θα έχει το δικαίωμα να προσεγγίζει ναούς ή ιερά οπουδήποτε, ή να τελεί φρικτές θυσίες σε οποιονδήποτε τόπο ή χρόνο. Κατά συνέπεια, όλα τα άτομα που προσπαθούν να αποκλίνουν από το δόγμα της καθολικής θρησκείας θα πρέπει να μην ολιγωρήσουν να τηρήσουν τους κανόνες που θεσπίσαμε πρόσφατα, και να μην τολμήσουν να παραβλέψουν παλαιότερα διατάγματα που αναφέρονται είτε στους αιρετικούς είτε στους ειδωλολάτρες. Ας γνωρίζουν πως οτιδήποτε έχει θεσπιστεί εναντίον τους από τον πατέρα Μας, που τώρα βρίσκεται ανάμεσα στους αγίους, είτε αυτό ορίζει τιμωρία είτε πρόστιμο, τώρα θα εφαρμοστεί με ακόμη μεγαλύτερη αυστηρότητα. Επιπλέον, οι διοικητές των επαρχιών Μας και οι ακόλουθοί τους, καθώς επίσης και οι επικεφαλής των βουλευτών και οι υπερασπιστές των κοινοτήτων, καθώς επίσης και οι βουλευτές και οι διαχειριστές των κτημάτων Μας, μέσα στα οποία μαθαίνουμε ότι συνέρχονται αιρετικές συγκεντρώσεις χωρίς τον φόβο της απώλειας (της περιουσίας τους), αφού αυτά τα κτήματα δεν μπορούν να προσαρτηθούν στο αυτοκρατορικό ταμείο, γιατί ήδη ανήκουν στη δικαιοδοσία του, όλα λοιπόν τα ως άνω πρόσωπα ας γνωρίζουν ότι αν κάποιος έχει επιχειρήσει τέτοιο αδίκημα, αντίθετα προς ό, τι έχουμε ορίσει, και εάν ο δράστης δεν βρήκε αμέσως εκδίκηση και δεν τιμωρήθηκε τη στιγμή που τα διέπραττε αυτά, τα πρόσωπα αυτά θα υπόκεινται σε όλες τις απώλειες (περιουσίας) και τις τιμωρίες που ορίζονται από τα παλαιά διατάγματα.
Ειδικότερα όμως με το νόμο αυτό ορίζουμε και επικυρώνουμε πιο αυστηρές τιμωρίες κατά των διοικητών. Γιατί αν όλες οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις δεν εφαρμοστούν με επιμέλεια και προσοχή, οι διοικητές θα υπόκεινται όχι μόνο στο πρόστιμο που είχε οριστεί εναντίον τους, αλλά επίσης και στο πρόστιμο που είχε θεσπιστεί εναντίον εκείνων των προσώπων που φέρονται ως δράστες του εγκλήματος. Ωστόσο αυτά τα πρόστιμα δεν θα ανακαλούνται στην περίπτωση προσώπων που τιμωρήθηκαν δίκαια με την επιβολή αυτών των προστίμων, εξαιτίας της ιεροσυλίας τους.
Επιπλέον, κρίνουμε ότι τα μέλη του διοικητικού προσωπικού θα υπόκεινται σε ποινή θανάτου εάν παραβούν τις διατάξεις Μας. Παρεδόθη την έβδομη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Αυγούστου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της υπατείας του Ολύβριου και του Προβίνου ‒ 7 Αυγούστου 395276.
 
16.10.14. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Καισάριον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Εάν με τους παλαιούς νόμους είχαν δοθεί προνόμια σε ιερείς (sacerdotes), ministry, prefecti ή ιεροφάντες των παλαιών μυστηρίων, γνωστούς με τα ως άνω ονόματα ή με άλλα, τα προνόμια αυτά θα καταργηθούν εντελώς. Τα πρόσωπα αυτά δεν θα μπορούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των τυχερών που προστατεύονται με προνόμια, αφού το επάγγελμά τους καταδικάζεται από τον νόμο. Παρεδόθη την έβδομη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της τέταρτης υπατείας του Αυγούστου Αρκαδίου και της τρίτης υπατείας του Αυγούστου Ονωρίου — 7 Δεκεμβρίου 396277.
 
16.10.20. Αυτοκράτορες Ονώριος και Θεοδόσιος Αύγουστοι
Διατάσσουμε ότι οι ιερείς της ειδωλολατρικής δεισιδαιμονίας θα υπόκεινται στην τιμωρία που τους αντιστοιχεί, εκτός εάν αποχωρήσουν από την Καρχηδόνα πριν από τις Καλένδες του Νοεμβρίου και επιστρέψουν στις κοινότητες από τις οποίες προέρχονται. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ιερείς σε όλην την Αφρική θα υπόκεινται σε αντίστοιχη τιμωρία, εκτός εάν αποχωρήσουν από τις μητροπολιτικές πόλεις και επιστρέψουν στις δικές τους κοινότητες.
Επίσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Γρατιανού, που τώρα βρίσκεται μεταξύ των αγίων, διατάσσουμε ότι όλα τα μέρη που το εσφαλμένο δόγμα των παλαιών είχε εκχωρήσει στις ιερές τους τελετές θα περιέλθουν στην ιδιοκτησία του αυτοκρατορικού μας ταμείου. Γι’ αυτό, από τη στιγμή που απαγορεύθηκε να δίνονται δημόσια χρήματα στην αίσχιστη δεισιδαιμονία, τα οφέλη από τέτοια μέρη θα αφαιρούνται από τους παράνομους ιδιοκτήτες τους. Εάν όμως η γενναιοδωρία παλαιών αυτοκρατόρων ή η Μεγαλειότητά μας επιθυμεί να παραχωρηθεί οποιοδήποτε μέρος από αυτήν την περιουσία σε κάποια πρόσωπα, αυτή η περιουσία θα παραμείνει στην κυριότητά τους επ’ άπειρον. Ορίζουμε ότι αυτός ο κανονισμός θα ισχύει όχι μόνο σε όλην την Αφρική, αλλά σε όλες τις περιοχές που βρίσκονται μέσα στην επικράτειά μας.
Επιπλέον, εάν ηταν επιθυμία μας, όπως έχει εκφραστεί επανειλημμένως με νόμους, τέτοιου είδους περιουσία να ανήκει στη σεβαστή Εκκλησία, η χριστιανική θρησκεία θα μπορεί να διεκδικήσει την περιουσία αυτή για λογαριασμό της. Κατά συνέπεια, όλα τα κτήματα που ανήκαν σε μια δεδομένη στιγμή στη δεισιδαιμονία που δικαίως έχει καταδικασθεί, και όλοι οι τόποι που προηγουμένως ανήκαν στους Frediani278 ή στους Dendrophori ή σε άλλους που φέρουν διάφορα ονόματα και ειδωλολατρικά επαγγέλματα, και που προορίζονταν για τις γιορτές τους και τις δαπάνες τους, θα μπορούν τώρα να ενισχύουν το εισόδημα του οίκου Μας, αφού η προαναφερθείσα εσφαλμένη πίστη καταργηθεί.
Ασφαλώς, εάν κάτι έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ σε θυσίες και άρα έχει εξυπηρετήσει την εξαπάτηση ανθρώπων, θα απομακρυνθεί από τα λουτρά και από τα αγαπημένα μέρη όπου συχνάζει το κοινό, έτσι ώστε να μη δίνει αφορμή για σφάλματα.
Επιπλέον, ορίζουμε την απομάκρυνση των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων ή άλλων προσώπων που λέγεται ότι είχαν μονοπωλήσει για λογαριασμό τους την distributio του απλού λαού. Έτσι, κανείς δεν θα αποφεύγει την ποινή του θανάτου, εάν πάρει με τη θέλησή του τέτοιο τίτλο, ή ακόμη κι αν επιτρέψει παρά τη θέλησή του να τον διορίσουν σε τέτοια αίσχη. Παρεδόθη την τρίτη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Σεπτεμβρίου στη Ραβέννα το έτος της δέκατης υπατείας του Αυγούστου Ονωρίου και της έκτης υπατείας του Αυγούστου Θεοδοσίου — 30 Αυγούστου 415279.
 
16.10.21. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Αυρηλιανόν, δις Έπαρχο του Πραιτωρίου
(Κατόπιν άλλων ζητημάτων.) Αυτά τα άτομα που έχουν μολυνθεί από την ψευδή πίστη της ειδωλολατρίας ή έχουν διαπράξει το έγκλημα της τέλεσης ειδωλολατρικών τελετών, δηλαδή οι εθνικοί, δεν θα γίνονται δεκτοί στην αυτοκρατορική υπηρεσία και δεν θα τιμώνται με το αξίωμα του διοικητή ή του δικαστή. Παρεδόθη την έβδομη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Δεκεμβρίου το έτος της έβδομης υπατείας του Κυρίου Μας Θεοδοσίου Αυγούστου και της υπατείας του Παλλαδίου — 7 Δεκεβρίου 416 ή 415280.
 
16.10.22. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Ασκληπιόδοτον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
(Κατόπιν άλλων ζητημάτων.) Οι ρυθμίσεις νόμων που έχουν ήδη εκδοθεί θα εξαλείψουν όσους ειδωλολάτρες υπάρχουν, αν και πιστεύουμε ότι μέχρι τώρα δεν έχει μείνει κανείς πια (κ.λ.π.). Παρεδόθη την πέμπτη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Απριλίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της υπατείας του Ασκληπιόδοτου και του Μαρινιανού — 9 Απριλίου 423281.
 
16.10.23. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Ασκληπιόδοτον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
(Κατόπιν άλλων ζητημάτων.) Προγραφή της περιουσίας τους και εξορία, αν συλληθούν, θα συγκρατήσουν όσους ειδωλολάτρες εξακολουθούν να υπάρχουν από την τέλεση καταραμένων θυσιών σε δαίμονες, παρόλο που θα έπρεπε να υποβληθούν στην ποινή του θανάτου. Παρεδόθη την έκτη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της υπατείας του Ασκληπιόδοτου και του Μαρινιανού — 8 Ιουνίου 423282.
 
16.10.24. Οι ίδιοι Αυτοκράτορες προς Ασκληπιόδοτον, Έπαρχον του Πραιτωρίου
(Κατόπιν άλλων ζητημάτων.) Τιμωρούμε με προγραφή των αγαθών τους και εξορία τους μανιχαίους και όσους ονομάζονται πεπυζίτες. Επιπλέον, όλους αυτούς που είναι χειρότεροι από τους άλλους αιρετικούς εξαιτίας ενός και μόνου σημείου της πίστης τους επειδή δηλαδή διαφωνούν με όλους τους άλλους ως προς την ιερή μέρα του Πάσχα, θα τιμωρούνται με την ίδια τιμωρία, εάν επιμένουν στην τρέλα που προαναφέραμε.
Διατάσσουμε όμως ιδιαίτερα όσους είναι πραγματικοί χριστιανοί, ή ισχυρίζονται ότι είναι, ότι δεν θα πρέπει να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας που τους δίνει η θρησκεία και να τολμούν να απλώνουν βίαιο χέρι επάνω σε εβραίους ή εθνικούς που ζουν ήσυχα και δεν επιχειρούν τίποτε ενάντιο στην τάξη και την ησυχία ή ενάντιο στους νόμους. Γιατί εάν τέτοιοι χριστιανοί ασκήσουν βία εναντίον ανθρώπων που ζουν με ασφάλεια ή λεηλατήσουν τα αγαθά τους, θα υποχρεωθούν να αντικαταστήσουν εις διπλούν ή εις τριπλούν ή εις τετραπλούν το ποσό που έκλεψαν. Επίσης, οι διοικητές των επαρχιών και το προσωπικό τους και οι κάτοικοι των επαρχιών ας γνωρίζουν ότι εάν επιτρέψουν να διαπραχθεί ένα τέτοιο έγκλημα, θα τιμωρηθούν και αυτοί με τον ίδιο τρόπο όπως και όσοι διέπραξαν το έγκλημα. Παρεδόθη την έκτη ημέρα πριν από τις Ιδούς του Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της υπατείας του Ασκληπιόδοτου και του Μαρινιανού — 8 Ιουνίου 423283.
 
16.10.25. Αυτοκράτορες Αύγουστοι Θεοδόσιος και Βαλεντινιανός προς Ισίδωρον, Έπαρχο του Πραιτωρίου
Απαγορεύουμε σε όλα τα πρόσωπα που έχουν μιαρές ειδωλολατρικές απόψεις να προσφέρουν καταραμένες θυσίες και να προβαίνουν σε όλες τις άλλες πρακτικές που έχουν καταδικασθεί με παλαιότερες αποφάσεις. Διατάσσουμε ότι όλα τα ιερά τους και οι ναοί τους, αν βρίσκονται ακόμη άθικτα ακόμη και τώρα, θα καταστραφούν με διαταγή των τοπικών αρχών και θα εξαγνιστούν με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκείας. Όλοι οι άνθρωποι ας γνωρίζουν ότι εάν, με επαρκείς αποδείξεις και ενώπιον ικανού δικαστή, εμφανιστεί κάποιος που έχει παραβλέψει αυτό τον νόμο, θα τιμωρηθεί με την ποινή του θανάτου. Παρεδόθη τη δέκατη ογδόη ημέρα πριν από τις Καλένδες του Δεκεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη το έτος της δέκατης πέμπτης υπατείας του Αυγούστου Θεοδοσίου και της τέταρτης υπατείας του Αυγούστου Βαλεντινιανού — 14 Νοεμβρίου 435284.
 
 
4. Η φιλοπαγανιστική πολιτική του Ιουλιανού
 
Ο τίτλος De Paganis, Sacrificiis et Templis του Θεοδοσιανού Κώδικα δεν περιλαμβάνει τη νομοθεσία του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Η βασιλεία του τελευταίου διήρκεσε μόνο δυόμισι χρόνια και έμεινε στη μεταγενέστερη ιστοριογραφία με την έντονη χριστιανική ιδεολογία της με το παρωνύμιο «Παραβάτης», διότι η θρησκευτική του πολιτική είχε ως στόχο την επαναφορά των εθνικών θρησκειών στο προσκήνιο285 και όχι την κατάργηση του Χριστιανισμού, πράγμα για το οποίο επικρίθηκε από τους αντιπάλους του. Όταν έμεινε μόνος κύριος της αυτοκρατορίας εκδήλωσε ανοιχτά την αποστασία του από τον Χριστιανισμό. Στους δεκαεννέα μήνες που παρέμεινε στην εξουσία ως μονοκράτορας, ο αυτοκράτωρ θέσπισε γύρω στους ογδόντα νόμους και διατάγματα. Το σημαντικότερο διάταγμα που θέσπισε ήταν εκείνο με το οποίο αποκατέστησε επισήμως τη θρησκεία των ειδώλων, ενώ ταυτόχρονα διεσφάλιζε το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας286. Μάλιστα, έβαλε τέλος στα ειδικά προνόμια που είχαν παραχωρήσει στους Χριστιανούς ο Κωνσταντίνος και οι υιοί του287. Επιπλέον, ευνόησε την πρόσληψη Εθνικών ως υπαλλήλων και απέφευγε τον διορισμό Χριστιανών ως δικαστών288
Οι προσπάθειες του αυτοκράτορα αντικατοπτρίζονται μέσα στις πολυάριθμες επιστολές του, κυρίως προς συγγενικά του πρόσωπα και προς μέλη της αριστοκρατίας των πόλεων. Στις 17 Ιουνίου 362, ο Ιουλιανός εξέδωσε δύο διατάγματα για την παιδεία, τα οποία απαγόρευαν στους χριστιανούς να διδάσκουν την κλασική γραμματεία σε δημόσια σχολεία. Το πρώτο προέβλεπε ότι για την εκλογή και τον διορισμό των γραμματικών και των ρητόρων σε δημόσιες σχολές, ήταν αναγκαία η έγκριση του ιδίου του αυτοκράτορα, εκτός της άδειας των τοπικών αρχών289. Το χαρακτηριστικότερο, όμως, διάταγμα του αυτοκράτορα, το οποίο αντανακλά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και την αντίληψή του για τον κόσμο, είναι το «Ήδικτο περί Παιδείας»290. Με το Ήδικτο αυτό, το οποίο εξεδόθη το 362, ο αυτοκράτορας απαγορεύει σε Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν τα κλασικά γράμματα, διότι σύμφωνα με την άποψή του οι Χριστιανοί απογυμνώνουν τα έργα του παρελθόντος από την ουσία τους, παραγκωνίζοντας το πραγματικό τους νόημα, ήτοι την αγάπη προς τους θεούς του Ολύμπου291
Με το διάταγμα αυτό, ο Ιουλιανός κήρυξε πόλεμο κατά των Χριστιανών, καθότι απέκλειε τους τελευταίους όχι μόνον από την ελληνική παιδεία, αλλά και από τα διάφορα κρατικά αξιώματα και επαγγέλματα. Με την εφαρμογή του διατάγματος αυτού απολύθηκαν ή εγκατέλειψαν τις θέσεις τους ονομαστοί Χριστιανοί δάσκαλοι της ρητορικής και της φιλοσοφίας, όπως ο Μάριος Βικτωρίνος, δάσκαλος της ρητορικής στη Ρώμη και ο Προαιρέσιος, ο γνωστότερος σοφιστής των Αθηνών. Από την άλλη πλευρά, αρκετοί Χριστιανοί δάσκαλοι εγκατέλειψαν την αληθή πίστη και ασπάσθηκαν τη λατρεία των ειδώλων. Αντιθέτως, άλλοι εναντιώθηκαν στο διάταγμα αυτό, όπως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός292
Ο Ιουλιανός είχε ασπαστεί τη χριστιανική πίστη σε πολύ νεαρή ηλικία. Εντούτοις, τα τραγικά προσωπικά του βιώματα και το γεγονός ότι είχε εντρυφήσει στην αρχαία ελληνική γραμματεία, κλόνισαν τη χριστιανική του πίστη. Αντελήφθη ότι η τελευταία ήταν ασύμβατη με τα διδάγματα και τον πλουραλισμό της ελληνικής παιδείας. Ο αυτοκράτωρ αναπολούσε τον δάσκαλό του Μαρδόνιο, ο οποίος ήταν Εθνικός και στον ελεύθερο χρόνο του μελετούσε τα κείμενα των κλασικών συγγραφέων, που αποτελούσαν ακόμη τη βάση της εκπαίδευσης. Ο Ιουλιανός αγαπούσε ιδιαίτερα τη λιτή και ασκητική ζωή, η οποία συμβάδιζε με τα καθήκοντα του στρατιωτικού και με τις πνευματικές αναζητήσεις του φιλοσόφου. Μάλιστα, θεωρούσε ότι οι Χριστιανοί ήταν υποκριτές, διότι δε σέβονταν την ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας περί πνευματικότητας, αλλά την ασπάζονταν επιφανειακά. Ο αυτοκράτωρ εκδήλωνε έντονα αυτήν του την αντιπάθεια, πράγμα που τον έκανε αντιπαθή ιδιαίτερα μεταξύ των διοικητικών αξιωματούχων του και του αυλικού του κύκλου293.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται για ποιον λόγο η θρησκευτική του πολιτική συνάντησε ισχυρές αντιδράσεις. Εντούτοις, υπήρχαν και κάποιοι που τον υποστήριζαν, οι οποίοι προέρχονταν ως επί το πλείστον από την ηγετική τάξη των πόλεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές από τις αναθεματικές και τιμητικές επιγραφές πόλεων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αναφέρονται στον Ιουλιανό ως restitutor templorum294. Κατά τον T. Kotula οι βουλές των επαρχιακών πόλεων της Αφρικής ήταν υπέρ της ανανεωτικής προσπάθειας του Ιουλιανού και για τον λόγο αυτόν οι προσφωνήσεις τους προς τον αυτοκράτορα στις σωζόμενες επιγραφές είναι ένθερμες295.
Επί Ιουλιανού είχαν συντηρηθεί και επισκευασθεί πολλά ιερά. Αυτό προκύπτει από μία σειρά επιγραφών από όλες τις περιοχές της Αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτωρ προσπάθησε να αναστηλώσει τους ναούς ή τουλάχιστον να επιτρέψει την επισκευή τους με κονδύλια που θα τα παρείχαν οι τοπικές βουλές. Οι προσπάθειές του αυτές βρήκαν θετική ανταπόκριση από τους εναπομείναντες εθνικούς των πόλεων αλλά και της υπαίθρου, οι οποίοι είχαν λόγους να υποστηρίξουν φανερά την προσπάθεια του Ιουλιανού να εμποδίσει την πορεία του εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας296. Εντούτοις, ο τελευταίος δεν κατάφερε να ανακόψει την εδραίωση του Χριστιανισμού και θεωρείται ως ο τελευταίος θιασώτης του πολυθεϊσμού και ένθερμος θαυμαστής της ελληνικής φιλοσοφίας297.
Η βασιλεία του Ιουλιανού μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μία περίοδος παλινόρθωσης με την κυριολεκτική σημασία του όρου, καθότι επισκευάσθηκαν ναοί που κατέρρεαν και αποζημιώθηκαν για τις προσόδους τους που είχαν δημευθεί από τον Κωνσταντίνο ή τον Κωνστάντιο. Μεταξύ των μέτρων που πήρε ο Ιουλιανός και που εξόργισαν τους Χριστιανούς ήταν η διαταγή της εκταφής των Χριστιανών που βρίσκονταν θαμμένοι στους Δελφούς, κοντά στην Κασταλία, το γκρέμισμα ενός μνημείου μαρτυρίου στα Δίδυμα και η απομάκρυνση του τάφου του Αγίου Βαβύλα στη Δάφνη, ούτως ώστε να εξαγνιστούν αυτοί οι ιεροί τόποι των Εθνικών. Όμως, αυτές οι ενέργειες του αυτοκράτορα εξαγρίωσαν τους Χριστιανούς, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του και μετέφεραν το φέρετρο του Αγίου Βαβύλα από τη Δάφνη στην Αντιόχεια με πομπή298.
Μέσω αυτών των ενεργειών ο αυτοκράτωρ θέλησε να δημιουργήσει μία νέα θρησκεία οργανωμένη στο πρότυπο της χριστιανικής Εκκλησίας. Όμοια με τους Χριστιανούς, ο Ιουλιανός χρησιμοποίησε το διοικητικό σύστημα ως πρότυπο οργάνωσης για το οικοδόμημα της επίγειας πνευματικής εξουσίας. Επανέφερε σε ισχύ το αξίωμα του «ἀρχιερέως», που είχε καθιερώσει ο Μαξιμίνος Δάιας στις αρχές του τετάρτου αιώνα, ως ανάλογο του επισκόπου για τους Παγανιστές. Άξονας της θρησκευτικής μεταρρύθμισης του Ιουλιανού ήταν ο ιερέας, τον οποίo περιέλαβε με «ἐξουσίαν», όπως είχε πράξει και ο Κωνσταντίνος με τον χριστιανό επίσκοπο. Ο ιουλιάνειος ιερέας έχει σαφή νεοπλατωνική καταγωγή299. Επιπλέον, ο Ιουλιανός αντιγράφοντας τα χριστιανικά πρότυπα συμπεριέλαβε για πρώτη φορά και το καθήκον της φιλανθρωπίας ανάμεσα στα καθήκοντα των νέων αρχιερέων300. Ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι η Ειδωλολατρία είχε ανάγκη να υιοθετήσει ένα ηθικό σύστημα ανάλογο με αυτό του Χριστιανισμού301. Ο Ιουλιανός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη λατρευτική διάσταση του ελληνισμού302. Πιθανότατα, αποπειράθηκε να τυποποιήσει μία εθνική λειτουργία, στη διάρκεια της οποίας θα εναλλάσσονταν αρχαίοι και νεώτεροι ύμνοι303. Στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας για την επανασύνδεση της αυτοκρατορικής λατρείας με τη λατρεία των παραδοσιακών θεών, ο αυτοκράτωρ κατήργησε το κωνσταντίνειο λάβαρο304 και χρησιμοποίησε ως βασιλικές εικόνες λατρευτικά αγάλματα του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος305.  Ο ίδιος παρέμεινε δέσμιος των δεισιδαιμονικών τελετουργιών306 προκαλώντας την ειρωνεία των Χριστιανών307.
 
Συμπεράσματα-Επίλογος
 
Η χριστιανική θρησκεία εμφανιζόταν ως μία οργανωμένη λατρεία, με πολλές προεκτάσεις στην κοινωνική και πνευματική ζωή της Αυτοκρατορίας και με ένα έντονο ιεραποστολικό έργο. Ωστόσο, υπήρχε μία σημαντική μερίδα του πληθυσμού που δε δεχόταν την κυριαρχία του Χριστιανισμού και εξακολουθούσε να πιστεύει στην Ειδωλολατρική θρησκεία. Επικρατεί η άποψη ανάμεσα σε έγκριτους ιστορικούς ότι η διαμάχη μεταξύ Ειδωλολατρίας και Χριστιανισμού είχε κυρίως κοινωνικές ρίζες308. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι Εθνικοί ανήκαν στις προνομιούχες τάξεις των πόλεων, τα μέλη των οποίων μετείχαν της ελληνικής παιδείας και επιθυμούσαν να διατηρήσουν τα προνόμια που συνεπαγόταν αυτή η παιδεία. Απεναντίας, ο Χριστιανισμός εμφανιζόταν ως μία θρησκεία που εξίσωνε τους ανθρώπους και καταργούσε τα προνόμια των τάξεων. Άλλωστε, για τον λόγο αυτό διαδόθηκε γρήγορα μεταξύ των λαϊκότερων στρωμάτων. Όμως, κατ’ άλλους η εξάπλωση του Χριστιανισμού δε γνώρισε κοινωνικούς φραγμούς και σύντομα προσείλκυσε μέλη των αριστοκρατικών οικογενειών των πόλεων, που γοητεύονταν από τον μυστηριακό του χαρακτήρα309.
Άλλωστε, η διαμάχη μεταξύ χριστιανικής φιλοσοφίας και εθνικής παιδείας δεν κορυφώθηκε παρά μόνο τον τέταρτο αιώνα. Την περίοδο εκείνη οι Πατέρες της Εκκλησίας συνειδητοποίησαν και υπογράμμισαν το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί από την ταυτόχρονη επικράτηση και των δύο αυτών θρησκειών. Για τον λόγο αυτό, προσπάθησαν να βρουν συμβιβαστικές λύσεις και διαύλους επικοινωνίας310. Η πάλη των δύο αυτών θρησκειών, ήτοι του Παγανισμού και του Χριστιανισμού311, ανέδειξε ως νικητή τον τελευταίο για ποικίλους λόγους. Ένας από τους σημαντικότερους ήταν η αίσθηση πραγματικής ισότητας, που έδωσε η νέα θρησκεία στους πολίτες της Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, έδωσε στους κατοίκους της τη βεβαιότητα πως η παιδεία ή ο πλούτος, επάνω στα οποία βασίζονταν οι κοινωνικές διακρίσεις, δεν έπαιζαν κανέναν απολύτως ρόλο στην τελική σωτηρία της ψυχής312.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η φιλοσοφική κίνηση του νεοπλατωνισμού γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην Ύστερη Αρχαιότητα313 και αποτέλεσε την απάντηση των Εθνικών στους Χριστιανούς. Όμως, την ίδια χρονική περίοδο το πνευματικό και θρησκευτικό κλίμα διακρινόταν και από μία τάση προς τον μονοθεϊσμό314.
Είναι γεγονός ότι η χριστιανική θρησκεία αντικατέστησε επάξια τις δομές που κατάφερε να καταργήσει. Κατάφερε να δώσει στη θρησκευτική ζωή της Αυτοκρατορίας έναν χαρακτήρα ενιαίο και κυρίως έναν χαρακτήρα πραγματικά κοινωνικό, ο οποίος έφτανε να καθορίζει όλες τις εκφάνσεις του οικογενειακού και του προσωπικού βίου αλλά και πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής. Από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία ανέλαβε τον ρόλο της προστασίας των απόρων, που ολοένα και αυξάνονταν μέσα στις μεγαλούπολεις της Αυτοκρατορίας. Συγκέντρωνε μέρος του πλούτου των εύπορων πολιτών με τη μορφή δωρεάς και τον μοίραζε στους πτωχούς μέσω των συσσιτίων και της δημιουργίας ιδρυμάτων για την ανακούφιση των αναξιοπαθούντων. Μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας, έγιναν γνωστοί από το φιλανθρωπικό τους έργο, ιδρύοντας νοσοκομεία, πτωχοκομεία, γηροκομεία και άλλα ιδρύματα κοινωνικού χαρακτήρα315.
Αδιαμφισβήτητα τον πέμπτο αιώνα Εθνικοί παρέμεναν κυρίως μέλη της ανώτερης τάξης των πόλεων και της πρωτεύουσας, καθώς και κάτοικοι κάποιων απομακρυσμένων περιοχών. Εντούτοις, αρκετές λαϊκές δοξασίες και έθιμα επεβίωσαν και μέσα στη χριστιανική θρησκεία316, καθότι οι άνθρωποι των αγροτικών περιοχών ήταν ιδιαίτερα συντηρητικοί στις αλλαγές που αφορούσαν τον τρόπο ζωής τους317. Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν οι Εθνικοί ήταν ότι ο Χριστιανισμός είχε την ικανότητα να μεταδώσει την κλασική κουλτούρα μίας ελίτ στον μέσο πολίτη του ρωμαϊκού κόσμου. Οι Χριστιανοί επίσκοποι ήταν οι ιεραπόστολοι αυτού του πολιτισμού, με τον οποίο είχαν ταυτιστεί. Ο Χριστιανισμός ήταν στην ουσία μία λαϊκή θρησκεία, που βρήκε μεγάλη απήχηση στις παρυφές της αστικής ζωής σ’ όλην την έκταση της Αυτοκρατορίας318.
Αξίζει να επισημανθεί ότι οι βυζαντινοί τήρησαν θετική στάση απέναντι στην ελληνική γλώσσα και παιδεία. Όμως, δε θέλησαν να κρατήσουν για τους εαυτούς τους το όνομα «Ἕλλην», διότι το όνομα αυτό ταυτιζόταν με τον Ειδωλολάτρη, όπως και προαναφέρθη. Επέλεξαν, λοιπόν, να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, ως συνεχιστές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ως ορθόδοξοι πολίτες της Κωνσταντινούπολης, ήτοι της Νέας Ρώμης. Το όνομα «Ῥωμαῑος» σημαίνει ουσιαστικά τη συνύπαρξη του ελληνικού πνεύματος με τη χριστιανική πίστη. Επομένως, δεν έχασαν τη συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος και της καταγωγής τους319
Θεμέλιο των αυτοκρατόρων από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και έπειτα ήταν η αδιάσπαστη συνέχιση της ενιαίας κρατικής υπόστασης της παλαιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του imperium romanum, με αντικειμενικό σκοπό τη στήριξη της αξίωσης για παγκόσμια κυριαρχία. Η αυτοκρατορία αυτή δεν είχε αποβάλει τυπικά τη φυσιογνωμία της κάτω από τη μορφή του imperium christianum. Ο τελευταίος αυτός όρος δήλωνε ότι στα χαρακτηριστικά της Πολιτείας είχε προστεθεί, μεταξύ άλλων, και ο συγκεκριμένος θρησκευτικός προσανατολισμός, στο πλαίσιο, βέβαια, της ορθοδοξίας. Εξάλλου, η οικοδόμηση της Κωνσταντινούπολης αποτελούσε στη συνείδηση τόσο των αυτοκρατόρων όσο και των πολιτών την ίδρυση μίας νέας πρωτεύουσας και όχι ενός νέου κράτους, αφού σκοπός των αυτοκρατόρων ήταν η ανασύσταση του imperium romanum320.
 
Παράρτημα
Η φιλόσοφος Υπατία και ο θάνατός της
 
Για τη ζωή και τη δράση της Αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας οι αναφορές των πηγών είναι σχετικά περιορισμένες. Σώζονται επτά επιστολές που της απηύθυνε ο μαθητής της Συνέσιος321, ένα μικρό σε έκταση αλλά εξίσου ενδιαφέρον απόσπασμα στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Σωκράτη, καθώς και ένα εκτενές και αρκετά διαφωτιστικό σχόλιο για τον βίο και τη δράση της στη Σούδα322. Στις αρχές της δεκαετίας του 390 είχε ήδη δημιουργηθεί ένας σταθερός κύκλος γύρω από τη φιλόσοφο Υπατία, ο οποίος είναι πιθανό να είχε αρχίσει να δημιουργείται στα τέλη της δεκαετίας του 380. Οι στενότεροι και πιστότεροι μαθητές της Υπατίας ήταν άτομα που αργότερα κατέλαβαν αυτοκρατορικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα. Άνθρωποι με αυτοκρατορικό κύρος έφθαναν στην Αλεξάνδρεια και δημιουργούσαν στενές σχέσεις μαζί της και πιθανότατα παρακολουθούσαν τις διαλέξεις της. Η μαρτυρία του Δαμασκίου υποστηρίζει την άποψη ότι η Υπατία κατείχε ισχυρή πολιτική, κοινωνική, αλλά και πολιτιστική θέση στην Αλεξάνδρεια, καθώς και σημαίνουσα θέση στην αλεξανδρινή κοινωνία. Με την πνευματική της υπεροχή, τις πολιτικές ικανότητές της και τη ρητορική της ικανότητα, προώθησε τον σεβασμό για τη φιλοσοφία και κέρδισε την εκτίμηση των κορυφαίων Αλεξανδρινών πολιτικών για τις αρχές της323. Εξαιτίας της πνευματικής της δεινότητας ισχυροί πολιτικοί ζητούσαν τη γνώμη της φιλοσόφου για τα θέματα της πολιτείας. Ένας από τους ακροατές των δημοσίων διαλέξεων της Υπατίας ήταν ο αυτοκρατορικός έπαρχος της Αλεξάνδρειας και πολιτικός κυβερνήτης της Αιγύπτου τα χρόνια 412-415324. Ο Σωκράτης επιβεβαιώνει την εξέχουσα θέση της Υπατίας στην Αλεξάνδρεια325. Η φιλόσοφος μετείχε στις υποθέσεις της πόλης και επηρέαζε την πολιτική και κοινωνική ζωή της326.
Η Υπατία γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια, η οποία ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας, έδρα του praefectus Augustalis και του dux Aegypti, αρκετών άλλων αυτοκρατορικών και δημοτικών αρχόντων, καθώς και έδρα των εκκλησιαστικών αρχών της Αιγύπτου και της Λιβύης. Ήταν η πόλη, η οποία ικανοποιούσε πλήρως τις πνευματικές ανάγκες της Υπατίας. Το Μουσείο, η βιβλιοθήκη, οι ειδωλολατρικοί ναοί, οι εκκλησίες, οι κύκλοι των θεολόγων, φιλοσόφων και ρητόρων, οι σχολές μαθηματικών και ιατρικής, ένα κατηχητικό σχολείο και μία ραβινική συναγωγή κάλυπταν τις πνευματικές και πολιτιστικές ανάγκες των κατοίκων της. Θυγατέρα του μαθηματικού Θέωνος, η Υπατία ξεπέρασε τις γνώσεις του πατέρα της, όπως μαρτυρούν τα σχόλια που αφιέρωσε στο τρίτο βιβλίο του Θέωνος περί της Μαθηματικής Συντάξεως του Πτολεμαίου, καθώς και τα υπομνήματα που έγραψε στον Διόφαντο Αλεξανδρείας και στα Κωνικά του Απολλωνίου, εκ των οποίων δε μας σώζεται κανένα απόσπασμα. Δίδαξε μαθηματικά, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και ιδίως το φιλοσοφικό σύστημα του Πορφυρίου και του Πλωτίνου, συγκεντρώνοντας στις παραδόσεις της την πνευματική και πολιτική αριστοκρατία της Αλεξάνδρειας. Οι φιλοσοφικές της απόψεις δεν είναι γνωστές, καθώς τίποτα από τα έργα της δεν έχει σωθεί, αλλά εικάζεται ότι ακολουθούσε την νεοπλατωνική παράδοση, όπως είχε διαμορφωθεί στην Αλεξάνδρεια από τον Αμμώνιο Σακκά και άλλους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους327.
Την περίοδο που οι μαθητές της Υπατίας ασχολούνταν με φιλοσοφικά θέματα, μελετούσαν τις μαθηματικές επιστήμες, διάβαζαν κάθε είδους θρησκευτική φιλολογία και έκαναν αστρονομικά πειράματα, ο πατριάρχης Θεόφιλος δρούσε εμφανώς κατά των Εθνικών. Από την αρχή της θητείας του, το 385, είχε αρχίσει μία εκστρατεία, εναντίον του Παγανισμού στην πόλη, εξαφανίζοντας με διάφορες μεθόδους τις θρησκευτικές λατρείες που εξακολουθούσαν να υπάρχουν εκεί328. Ο Θεόφιλος βρήκε την ευκαιρία να δώσει ένα ισχυρό χτύπημα στο Σεραπείο329 που ήταν κάποτε κέντρο λατρείας στην Αλεξάνδρεια. Εκείνην την περίοδο είχαν οικειοποιηθεί ειδωλολατρικοί ναοί από τη χριστιανική Εκκλησία. Η ενέργεια εναντίον του ναού έλαβε χώρα κατά μεν τον Schwarz το 391 και κατά δε τον Bowersock το 392. Πάντως, πρέπει να συνέβη μετά το διάταγμα του Θεοδοσίου Α΄ τον Ιούνιο του 391, το οποίο, απαγορεύοντας τις παγανιστικές λατρείες, άνοιξε το δρόμο για την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών330.
Η Υπατία έπεσε θύμα του θρησκευτικού φανατισμού και της μισαλλοδοξίας που καλλιεργούσαν οι περί τον Κύριλλο Αλεξανδρείας εκκλησιαστικοί κύκλοι331. Τόσο ο Σωκράτης όσο και η Σούδα αποδίδουν τα αίτια της δολοφονίας της στον φθόνο των Χριστιανών. Ειδικότερα, η Σούδα αποδίδει τον σχεδιασμό και την εντολη για τη δολοφονία της στον ίδιο τον Κύριλλο Αλεξανδρείας332. Το έργο της εξόντωσής της ανέλαβαν οι «Παραβολάνοι» ή «Παραβαλανεῑς»333, των οποίων ηγείτο κάποιος ονόματι Πέτρος334. Δολοφονήθηκε τον Μάιο του 415, δέκατο χρόνο της υπατείας του Ονωρίου και έκτο του Θεοδοσίου Β΄. Εντούτοις, από το κείμενο της Σούδας και του Σωκράτη γίνεται προφανές ότι η Υπατία δε δολοφονήθηκε απλώς και μόνο λόγω των φιλοσοφικών της απόψεων και της φήμης της. Στην κοινωνία της Αλεξάνδρειας, οι κοινωνικές και θρησκευτικές διαμάχες έπαιρναν τρομακτικές διαστάσεις και γι’ αυτό ήταν επόμενο να αντιμετωπίζεται εχθρικά από τους εκκλησιαστικούς κύκλους της πόλης. Σύμφωνα με τον Σωκράτη, η φιλόσοφος συνδεόταν στενά με τον Ορέστη, έπαρχο της Αιγύπτου και αυτή η σχέση απέβη μοιραία για τη ζωή της. Οι Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας θεωρούσαν ότι επηρέαζε αρνητικά τη στάση του επάρχου απέναντι στον Κύριλλο και όξυνε τις ήδη τεταμένες σχέσεις των δύο ανδρών335.
Με την άνοδο του Κυρίλλου336 στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας το 412, οι Χριστιανοί της Αιγύπτου αντιμετώπιζαν τον έπαρχο εχθρικά και αμφισβητούσαν τις αποφάσεις του. Την περίοδο εκείνη επήλθε ρήξη ανάμεσα στην Εκκλησία και την πολιτική εξουσία. Η αφορμή για τις ταραχές και τις στάσεις που ξέσπασαν λίγο πριν από τη δολοφονία της Υπατίας ήταν ασήμαντη, αλλά ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε στην πόλη αυτή. Το χριστιανικό στοιχείο την εποχή εκείνη βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση προς το πολυάριθμο εβραϊκό στοιχείο, προς το οποίο ο Ορέστης ήταν φιλικά διακείμενος. Στα επεισόδια τόσο κατά των Εβραίων όσο και κατά της Υπατίας αναμείχθηκαν και οι μοναχοί της Νιτρίας337. Όμως, η Υπατία δε δολοφονήθηκε εξαιτίας κάποιου αγώνα κατά των Παγανιστών. Το γεγονός ότι ήταν Εθνική απλώς την έκανε πιο ευάλωτη σε μία σύγκρουση που στην πραγματικότητα είχε να κάνει με την πολιτική ζωή της Αλεξάνδρειας338.
--------------------------
1.Η διάδοση του Χριστιανισμού στο ρωμαϊκό κράτος διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια του Αποστολικού αιώνα, Πράξεις (εφεξής Πραξ.) 2, 10. Η διάδοση του Χριστιανισμού στη Ρώμη από τους Αποστόλους και όχι από τον ίδιο τον Ιησού δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο Ιησούς δε δίδαξε πέρα από την Παλαιστίνη. Αντιθέτως, οι μαθητές του ταξίδεψαν αμέσως σ’ όλην τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όπου και διαδόθηκε ο Χριστιανισμός χάριν της διδασκαλίας τους, πρβλ.  DE STE. CROIX G.E.M., Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη: διωγμοί, αιρέσεις και ήθη, μετάφραση Ιωάννα Κράλλη, Αθήνα 2005, σ. xiv.
2.DODDS E., Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, μετάφραση Κώστας Αντύπας, Αθήνα, 1995, σ. 161-163.
3.BROWN P., Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας, 150-750 μ.Χ., μετάφραση Ελένη Σταμπόγλη, Αθήνα 2 1999, σ. 55-56. 
4.Για περισσότερα σχετικά με τη διάδοση του Χριστιανισμού βλ. ΦΕΙΔΑΣ ΒΛ., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α΄, Αθήναι, 32002, σ. 34-35.
5.ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία  όπ. π., σ. 47. 
6.Για περισσότερα σχετικά με την ανοχή που επεδείκνυε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στις ξένες θρησκείες βλ. MINALE V. M., Legislazione imperiale e manicheismo da Diocleziano a Costantino, Genesi di un’ eresia, Napoli 2013, σ. 105-106.
7.Βλ. και ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ.-ΠΟΥΛΗΣ Γ., Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 22003, σ. 53.
8.DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ.12-13, όπου αναφέρεται ότι το 186 η λατρεία του Βάκχου κατακρίθηκε λόγω εξώθησης σε ανήθικη συμπεριφορά, ωστόσο δε θεωρήθηκε παράνομη, απλώς περιορίσθηκε.
9.Κατά ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟ ΑΝ., Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήνα, 1965 (ανατύπωση 2005), σ. 26-27, «τοῡ genius αὐτοῡ». 
10.Βλ. σχετικώς ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν ό.π. π., σ. 26-27.
11.Βλ. σχετικώς ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία και ο Χριστιανισμός μέχρι των μέσων του Γ΄ αιώνος», Θεολογία 1 (1923), σ. 261-297, (εδώ 261-262), καθώς και ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Π., «Η πίστις της αρχαίας Εκκλησίας ως κανών ζωής ( 33-600 μ.Χ)», Θεολογία 29 (1958), σ. 541-558, (εδώ σ. 541-542).
12.TERTULLIANI, Apologeticus, c. 21.
13.Βλ. και την περίπτωση του Μαξιμιλιανού, ο οποίος αρνήθηκε την παροχή στρατιωτικής θητείας εξαιτίας της χριστιανικής του πίστης, MINALE, Legislazione imperiale όπ. π., σ. 114-117.
14.Βλ. σχετικώς ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ Γ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο όπ. π., σ. 53, «Η υποχρέωση αυτή για τους Εβραίους, που τύχαιναν ειδικής προνομιακής μεταχειρίσεως λόγω της μονοθεϊστικής τους θρησκείας, περιοριζόταν σε προσφορά θυσίας υπέρ του ηγεμόνα (όχι στον ηγεμόνα). Το ίδιο προνόμιο ίσχυσε αρχικά και για τους χριστιανούς, που οι Ρωμαίοι τους ταύτιζαν, εξαιτίας της προελεύσεώς τους, με τους Εβραίους. Μόλις, όμως, μετά τις πρώτες δεκαετίες, με την εξάπλωση του χριστιανισμού έγινε η διάκριση αντιληπτή, άρχισε (επί Νέρωνα το 64) η δίωξη των χριστιανών με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, λόγω της πολιτικής σημασίας της λατρείας του ηγεμόνα, ως εκδηλώσεως πολιτικής νομιμοφροσύνης», καθώς και DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ. 81-102, για τη διατάραξη της pax deorum εκ μέρους των Χριστιανών και το φόβο που προκλήθηκε εξαιτίας των πεποιθήσεών τους.
15.Πρβλ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ ΑΘ., Ρωμαϊκό Δίκαιο: Αναδρομή στις πηγές του σύγχρονου Δικαίου, Αθήνα, υπό έκδοση, σ.75.
16.Πραξ. 18.2. 
17.SUETONII, Vita Claudii, c. 25.
18.Βλ. σχετικώς ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 263-264.
19.Βλ. HUMBERT M., Πολιτικοί και Κοινωνικοί Θεσμοί της Αρχαιότητας, μετάφραση Ιωάννης Ε. Τζαμτζής, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 533 επ.
20.Πρβλ και ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ., Εκκλησιαστικό Δίκαιο, όπ. π., σ. 53-54, «Οι διωγμοί σε πρώτη φάση περιορίζονταν σε στενά πλαίσια, ανάλογα με την πρωτοβουλία των τοπικών διοικητών, αργότερα όμως (επί Δεκίου 249/250) επεκτάθηκαν και γενικεύτηκαν. Κύριο χαρακτηριστικό των διωγμών στην τελευταία αυτή μορφή ήταν ότι η έμπρακτη μετάνοια του κατηγορουμένου, δηλαδή η προσφορά θυσίας, τον απάλλασσε από την κατηγορία, γιατί σκοπός της πολιτικής αυτής του ρωμαϊκού κράτους δεν ήταν οπωσδήποτε η τιμωρία των χριστιανών, αλλά ο εξαναγκασμός τους να εγκαταλείψουν την πίστη τους, που οι αρχές θεωρούσαν επικίνδυνη για την κρατική υπόσταση».
21.Πρβλ. HUMBERT, Πολιτικοί και Κοινωνικοί Θεσμοί, όπ. π., σ. 533, «Επειδή απορρίπτουν εξ ορισμού όλες τις λατρείες, μεταξύ αυτών και τις σχετιζόμενες με τη συνέχεια και διάρκεια του κράτους, οι χριστιανοί εκλαμβάνονται ως απειλή εναντίον της ηθικής συνοχής της Αυτοκρατορίας».
22.Βλ. HUMBERT, Πολιτικοί και Κοινωνικοί Θεσμοί, όπ. π.., σ. 534, όπου αναφέρεται η ρήση του Τερτυλλιανού, «μια ψυχή δεν μπορεί να αφιερώνεται σε δύο κυρίους, στον Θεό και στον Καίσαρα».
23.Αναφορικά με την τριχοτόμηση των περιόδων των διωγμών βλ. DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ.29-30, όπου αναφέρεται ότι αν ληφθούν υπόψιν οι διεπόμενες από αντιχριστιανικό πνεύμα δράσεις του Λικίνιου στο πέρας του βίου του, η τρίτη περίοδος των διωγμών έληξε το 324.
24.Βλ. ΣΙΑΜΑΚΗΣ Κ., Εξωχριστιανικές μαρτυρίες για το Χριστό και τους Χριστιανούς, Αθήνα, 2000, σ. 38-39.
25.Σύμφωνα με την άποψη του GIRARDET KL., με βάση τις περιπτώσεις των Τιβερίου, Αδριανού, Αλεξάνδρου Σεβήρου, Φιλίππου του Άραβος, Κωνσταντίου Α΄ και Μαξεντίου, πιθανολογείται η ύπαρξη Χριστιανών αυτοκρατόρων πριν από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Την παραπομπή αυτή τη γνωρίζω από ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ., Οι Πηγές του Βυζαντινού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, 32011, σ. 32. Πρβλ. και ΣΙΑΜΑΚΗΣ, Εξωχριστιανικές μαρτυρίες όπ. π., σ. 7 επ., όπου αναφέρονται παραδείγματα αυτοκρατόρων των τριών κατηγοριών: φιλικώς διακείμενοι προς τους Χριστιανούς ήταν οι Αλέξανδρος Σεβήρος και Φίλιππος Άραψ, προς το τέλος της ζωής τους τάχθηκαν εναντίον τους οι Μάρκος Αυρήλιος, Σεπτίμιος Σεβήρος, Βαλεριανός, Αυρηλιανός, Διοκλητιανός, Μαξιμιανός, ενώ ιδιαιτέρως εχθρικοί ήταν οι Δέκιος, Γαλέριος και Λικίνιος. 
26.Πραξ. 6,8-8,3, βλ και ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ.35, σύμφωνα με τον οποίο «Ἡ ταχεία ὅμως διάδοση τοῡ Χριστιανισμοῡ στὴν Παλαιστίνη ἤδη μέχρι τὸ 45 πρέπει νὰ συνδεθῆ κυρίως μὲ τὸν διωγμὸ τῶν ἑλληνιστῶν χριστιανῶν τῶν Ἱεροσολύμων (37)».  
27.Για περισσότερα αναφορικά με τον διωγμό του Νέρωνα βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 264-269, ο οποίος ενστερνίζεται τα εξής: «.Καὶ εἴνε μὲν ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸν διωγμὸν τοῠτον ἐπὶ Νέρωνος δὲν καθωρίσθη, ὤς τινες νομίζουσιν, ἡ νομικὴ σχέσις τῆς Ρωμαϊκῆς Πολιτείας πρός τὸν Χριστιανισμὸν οὐδ’ ἐκηρύχθη οὗτος ὑπ’ αὐτῆς διὰ νόμου religio illicita ἢ collegium illicitum, ἀλλὰ καθωρίσθη, οὕτως εἰπεῖν, δικαστικὸν προηγούμενον ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῠ κράτους, πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ συμμορφῶνται αἱ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἀρχαὶ κατὰ τὰς πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς σχέσεις αὑτῶν».
28.TACITUS, Annales, XV, 44.
29.Βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ.117, «Ὁ χαρακτηρισμός τοῡ Χριστιανισμοῡ ὡς “βδελυρῆς δεισιδαιμονίας” (exitabilis superstitio) καὶ τῶν Χριστιανῶν ὡς φορέων “μίσους κατά τοῡ ἀνθρωπίνου γένους” (odium humani generis) εἶναι σημαντικὰ στοιχεῑα γιὰ τὴν ἑρμηνεία τόσο τῆς ἐχθρικῆς στάσεως τῆς ρωμαϊκῆς πολιτείας, ὅσο καὶ τῆς νομικῆς βάσεως τῶν διωγμῶν».
30.SUETONIUS, Vita Vespasiani, c. 15.
31.Βλ. σχετικώς ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 269.
32.SUETONIUS, Vita Domitiani, c. 12.
33.ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΡΩΜΗΣ (εφεξής Κλημ.), Προς Κορινθίους Α, 1.
34.Για περισσότερα αναφορικά με τον επί του Δομιτιανού διωγμό βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 271-273. 
35.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 273, 278.
36.PLINIUS Junius, Epistulae X, 96. C. PLINIUS TRAINO IMPERATORI. 
1 Sollemne est mihi, domine, omnia de quibus dubito ad te referre. Quis enim potest melius vel cunctationem meam regere vel ignorantiam instruere? Cognitionibus de Christianis interfui numquam: ideo nescio quid et quatenus aut puniri soleat aut quaeri. 2 Nec mediocriter haesitavi, sitne aliquod discrimen aetanum, an quamlibet teneri nihil a robustrioribus differant; detur paenitentiae venia, an ei, qui omnino Christianus fuit, desisse non prosit; nomen ipsum, si flagitiis careat, an  flagitia cohaerentia nomini puniantur. Interim, iis qui ad me tamquam Christiani deferebantur, hunc sum secutus modum. 3 Interrogavi ipsos an essent Christiani. Confitentes iterum ac tertio interrogavi supplicium minatus; perseverantes duci iussi. Neque enim dubitabam, qualecumque esset quod faterentur, pertinaciam certe et inflexibilem obstinationem debere puniri. 4 Fuerunt alii similis amentiae, quos, quia cives Romani errant, adnotavi in urbem remittendos. 
Mox ipso tractatu, ut fieri solet, dffundente se crimine plures species inciderunt. 5 Propositus est libellus sine auctore multorum nomina continens. Qui negabant esse se Christianos aut fuisse, cum praeeunte me deos appellarent et imagini tuae, quam propter hoc iusseram cum simulacris numinum afferi, ture ac vino supplicarent, praeterea male dicerent Christo, quorum nihil cogi posse dicuntur qui sunt re vera Christiani, dimittendos putavi. 6 Alii ab indice nominati esse se Christianos dixerunt et mox negaverunt; fuisse quidem sed desisse, quidam ante triennium, quidam ante plures annos, non nemo etiam ante viginti. quoque omnes et imaginem tuam deorumque simulacra venerati sunt et Christo male dixerunt. 7 Affirmabant autem hanc fuisse summam vel culpae suae vel erroris, quod essent soliti stato die ante lucem convenire, carmenque Christo quasi deo dicere secum invicem seque sacramento non in selus aliquod obstringere, sed ne furta ne latrocinia ne adulteria committerent, ne fidem fallerent, ne depositum appellati abnegarent. Quibus peractis morem sibi discedendi fuisse rursusque coeundi ad capiendum cibum, promiscuum tamen et innoxium; quod ipsum facere desisse post edictum meum, quo secundum mandata tua hetaerias esse vetueram. 8 Quo magis necessarium credidi ex duabus ancillis, quae ministrae dicebantur, quid esset veri, et per tormenta quaerere. Nihil aliud inveni quam superstitionem pravam et immodicam.
9 Ideo dilata cognitione ad consulendum te decucurri. Visa est enim mihi res digna consultatione, maxime propter periclitantium numerum. Multi enim omnis aetatis, omnis ordinis, utriusque sexus etiam vocantur in periculum et vocabuntur. Neque civitates tantum, sed vicos etiam atque agros superstitionis istius contagio  pervagata est; quae videtur sisti et corrigi posse. 10 Certe satis constat prope iam desolata templa coepisse celebrari, et sacra sollemnia diu intermissa repeti passimque venire victimarum, cuius adhuc rarissimus emptor inveniebatur. Ex quo facile est opinari, quae turba hominum emendari possit, si sit paenitentiae locus. Η μετάφραση του Σιαμάκη Κωνσταντίνου από ΣΙΑΜΑΚΗΣ, Εξωχριστιανικές μαρτυρίες ό.π. π., σ. 21-24.
37.Για περισσότερα αναφορικά με την επιστολή του Πλινίου βλ. και ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» ό.π. π., σ.278-284, αλλά και την άποψη του Φειδά ό.π. π., σ. 115, «Ὁ βιθυνιάρχης Πλίνιος ὁ Νεώτερος στό ἔγγραφό του πρός τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανό (98-117) συνδέει τοὺς διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν ὄχι πρὸς τὴν ἄσκηση ἀστυνομικῆς δικαιοδοσίας (coercitio), ἀλλὰ πρὸς τὴν ἄσκηση ποινικῆς δικαιοδοσίας (cognitio)».
38.PLINIUS όπ. π.,  X, 97. TRAIANUS PLINIO.
1 Actum quem debuisti, mi Secunde, in excutiendis causis eorum, qui Christiani ad te delati fuerant, secutus es. Neque enim in universum aliquid, quod quasi certam formam habeat, constitui potest. 2 Conquirendi non sunt; si deferantur et arguantur, puniendi sunt, ita tamen ut, qui negaverit se Christianum esse idque re ipsa manifestum fecerit, id est supplicando dis nostris, quamvis suspectus in praeteritum, veniam ex paenitentia impetret. Sine auctore vero propositi libelli nullo crimine locum habere debent. Nam et pessimi exempli nec nostri  saeculi est. Η μετάφραση του Σιαμάκη Κωνσταντίνου από ΣΙΑΜΑΚΗΣ, Εξωχριστιανικές μαρτυρίες ό.π. π., σ. 25.
39.Για περισσότερα σχετικά με τον διωγμό που διενεργήθηκε στη Βιθυνία, ο οποίος θεμελιώθηκε σε νόμο κατά των μυστικών εταιριών, hetaerias, επί τη βάσει του οποίου διατυπώθηκαν επώνυμες ή και ανώνυμες καταγγελίες εναντίον των Χριστιανών βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία  όπ. π., σ. 121. 
40.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 284-285.
41.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, 4, 10.
42.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» ό.π. π., σ.285-288, καθώς και ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 122. 
43.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 261-297 και 288-289.  
44.Αναφορικά με τις σχέσεις του Μάρκου Αυρηλίου προς τον Χριστιανισμό βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., Θεολογία  2 (1924), σ. 7-23, (εδώ σ. 8).
45.Για περισσότερα σχετικά με τον διωγμό που εξαπέλυσε ο Μάρκος Αυρήλιος στις Γαλλικές Επαρχίες δες ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π. σ. 12-17.
46.Βλ. σχετικώς και ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ., «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 105-120, (εδώ σ. 108-115).
47.Για τη ζωή και το μαρτύριο της Περπέτουας βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 108-120.
48.Βλ. ΙΩΣΗΦ Δ., «Christianos ad Leonem. Οι διωγμοί των χριστιανών και οι επιλογές τους. Η περίπτωση της Περπέτουας», Μνήμων 26 (2004), σ. 201-218, (εδώ σ. 201-202).
49.Βλ. ΙΩΣΗΦ Δ., «Christianos» ό.π. π., σ. 202-203.  
50.ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ Π., Τὸ ἡμερολόγιο τῆς ἁγίας Περπέτουας, Αθήνα, 1999.
51.ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Θ., Τερτυλλιανοῡ, Μαρτύριον Περπέτουας καὶ τῶν σὺν αὐτῇ, Αθήνα, 2002.
52.III. {«Ἔτι» φησὶν «ἡμῶν παρατηρουμένων, ἐπεχείρει ὁ πατήρ μου λόγοις πείθειν με κατὰ τὴν ἐαυτοῦ εὐσπλαγχνίαν τῆς προκειμένης ὁμολογίας έκπεσεϊν. Κἀγὼ πρὸς αὐτόν· “Πάτερ”, ἔφην, “ὁρᾷς λόγου χάριν σκεῦος κείμενον ἢ ἄλλο τι τῶν τοιούτων;” Κἀκεῖνος ἀπεκρίθη• “Ὁρῶ”. Κἀγώ· “Ἄλλο ὸνομάζειν αὐτὸ μὴ θέμις. Οὐδὲ δύναμαι εἰ μὴ ὅ εἰμι, τουτέστιν Χριστιανή”. Τότε ὁ πατήρ μου, ταραχθεὶς τῷδε τῷ λόγῳ, ἐπελθὼν ἠθέλησεν τοὺς ὀφθαλμούς μου ὲξορύξαι- ἔπειτα μόνον κράξας ὲξῆλθεν νικηθεὶς μετὰ τῶν τοῡ διαβόλου μηχανῶν. Τότε ὁλίγας ἡμέρας ἀποδημήσαντος αὐτοῡ, ηὐχαρίστησα τῷ κυρίῳ καὶ ἥσθην ἀπόντος αὐτοῡ. Καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἡμέραις ἐβαπτίσθημεν· καὶ ἐμὲ ὑπηγόρευσε τὸ πνεῡμα τὸ ἅγιον μηδὲν ἄλλο αἰτήσασθαι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ βαπτίσματος, εἰ μὴ σαρκὸς ὑπομονήν. Μετὰ δὲ ὀλίγας ἡμέρας ἐβλήθημεν εἰς φυλακήν, καὶ ἐξενίσθην· οὐ γὰρ πώποτε τοιοῦτον ἑωράκειν σκότος. Ὣ δεινὴν ἡμέραν καῦμά τε σφοδρόν· καὶ γὰρ ἀνθρώπων πλῆθος ἦν ἐκεῖ, ἄλλως τε καὶ στρατιωτῶν συκο- φαντίαι πλεῖσται· μεθ’ἃ δὴ πάντα κατεπονούμην διὰ τὸ νήπιον τέκνον. Τότε Τέρτιος καὶ Πομπόνιος, εὐλογημένοι διάκονοι οἳ διηκόνουν ἡμῖν, τιμὰς δόντες ἐποίησαν ἡμᾶς εἰς ἡμερώτερον τόπον τῆς φυλακῆς μεταχθῆναι. Τότε ἀναπνοῆς ἐτύχομεν, καὶ δὴ ἕκαστοι προσαχθέντες ἐσχόλαζον ἑαυτοῖς· καὶ τὸ βρέφος ἠνέχθη πρός με, καὶ ἐπεδίδουν αὐτῷ γάλα ἤδη αὐχμῷ μαρανθέν<τι>· τῇ μητρὶ προσελάλουν, τὸν ἀδελφὸν προετρεπόμην, τὸ νήπιον παρετιθέμην· ἐτηκόμην δὲ ὅτι ἐθεώρουν αὐτοὺς δι’ ἐμὲ λυπουμένους. Οὕτως περίλυπος πλείσταις ἡμέραις οὖσα, ᾔτησα καὶ τὸ βρέφος ἐν τῇ φυλακῇ μετ’ ἐμοῦ μένειν· κἀκεῖνο ἀνέλαβεν καὶ ἐγὼ ἐκουφίσθην ἀπὸ ἀνίας καὶ πόνου, καὶ ἰδοὺ ἡ φυλακὴ ἐμοὶ γέγονεν πραιτώριον, ὡς μᾶλλον με ἐκεῖ θέλειν εἶναι καὶ οὐκ ἀλλαχοῦ}. Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 26-29.
53.IV. {Τότε εἶπέν μοι ὁ ἀδελφός· “Κυρία ἀδελφή, ἤδη ἐν μεγάλῳ ἀξιώματι ὑπάρχεις, τοσαύτη οὖσα ὡς εἰ αἰτησείας ὀπτασίας, όπτασίαν λάβοις ἂν είς τὸ δειχθῆναί σοι εἴπερ ἀναβολὴν ἔχεις ἢ παθεῖν μέλλεις”. Κἀγὼ ἥτις ᾓδειν με ὁμιλοῦσαν θεῷ, οὗ γε δὴ τοσαύτας εὐεργεσίας εἶχον, πίστεως πλήρης οὖσα ἐπηγγειλάμην αὐτῷ εἰποῦσα· “Αὔριόν σοι ἀπαγγέλῶ”. Ἠι|τησάμην δέ, καὶ ἐδείχθη μοι τοῦτο· Εἶδον κλίμακα χαλκῆν θαυμαστοῦ μήκους, ἧς τὸ μῆκος ἄχρις ούρανοῦ· στενὴ δὲ ἦν ὡς μηδένα δι’αὐτῆς δύνασθαι εἰ μὴ μοναχὸν ἕνα ἀναβῆναι. Ἐξ ἑκατέρων δὲ τῶν τῆς κλίμακος μερῶν πᾶν εἶδος ἦν ἐμπεπηγμένον ἐκεῖ ξιφῶν, δοράτων, ἀγκίστρων, μαχαιρῶν, ὀβελίσκων, ἵνα πᾶς ὁ ἀναβαίνων ἀμελῶς καὶ μὴ ἀναβλέπων τοῖς ἀκοντίοις τὰς σάρκας σπαραχθῇ. Ἦν δὲ ὑπ’ αύτῇ τῇ κλίμακι δράκων ὑπερμεγέθης, ὃς δὴ τοὺς ἀναβαίνοντας ἐνήδρευεν, ἐκθαμβῶν ὃπως μὴ τολμῶσιν ἀναβαίνειν. Ἀνέβη δὲ ὁ Σάτυρος, ὃς δὴ ὓστερον δι’ ἡμᾶς ἑκὼν παρέδωκεν ἑαυτόν (αὐτοῦ γὰρ καὶ οἰκοδομὴν ἦμεν), ἀλλ’ ὃτε συνελήφθημεν ἀπῆν. Ὡς οὖν πρὸς τὸ ἄκρον τῆς κλίμακος παρεγένετο, ἐστράφη καὶ εἶπεν· “Περπέτουα, περιμένω σε· ἀλλὰ βλέπε μη σε ὁ δράκων δάκῃ” Καὶ εἶπον· “Οὐ μη με βλάψῃ, έν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ”. Καὶ ὑποκάτω τῆς κλίμακος, ὡσεὶ φοβούμενός με, ἠρέμα τὴν κεφαλὴν προσήνεγκεν· καὶ ὡς εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν ἠθέλησα ἐπιβῆναι, τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπάτησα.| Καὶ εἶδον ἐκεὶ κῆπον μέγιστον, καὶ ἐν μέσῳ τοῦ κήπου ἄνθρωπον πολιὸν καθεζόμενον, ποιμένος σχῆμα ἔχοντα, ὑπερμεγέθη, ὃς ἤμελγεν τὰ πρόβατα· περιειστήκεισαν δὲ αὐτῷ πολλαὶ χιλιάδες λευχειμονούντων. Ἐπάρας δὲ τὴν κεφαλὴν ἐθεάσατό με καὶ εἶπεν· “Καλῶς ἐλήλυθας, τέκνον”. Καὶ ἐκάλεσέν με καὶ ἐκ τοῦ τυροῦ· οὗ ἤμελγεν, ἔδωκέν μοι ὡσεὶ ψωμίον· καὶ ἔλαβον ζεύξασα τὰς χεῖράς μου καὶ ἔφαγον· καὶ εἶπαν πάντες οἱ παρεστῶτες· “Ἀμὴν”. Καὶ πρὸς τὸν ἦχον τῆς φωνῆς ἐξυπνίσθην, ἔτι τι ποτε μασωμένη γλυκύ. Καὶ εὐθέως διηγησάμην τῷ ἀδελφῷ· καὶ ἐνοήσαμεν ὅτι δέοι παθεῖν. Καὶ ἠρξάμην ἔκτοτε μηδεμίαν ἐλπίδα ἐν τῷ αἰώνι τούτῳ ἔχειν}. Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 28-33.
54.V. {Μετὰ δὲ ἡμέρας ὀλίγας ἔγνωμεν μέλλειν ἡμᾶς ἀκουσθήσεσθαι. Παρεγένετο δὲ καὶ ὀ πατὴρ ἐκ τῆς πόλεως, ἀδημονίᾳ μαραινόμενος, καὶ ἀνέβη προς με προτρεπόμενος με καταβαλεῖν, λέγων· “Θύγατερ, ἐλέησον τὰς πολιάς μου· ἐλέησον τὸν πατέρα σου, εἴπερ ἄξιός εἰμι ὀνομασθῆναι πατήρ σου· μνήσθητι ὅτι ταῖς χερσὶν ταύταις πρὸς τὸ τοιοῦτον ἄνθος τῆς ἡλικίας ἀνήγαγόν σε, καὶ προειλόμην| σε ὑπὲρ τοὺς ἀδελφούς σου** ὅρα τὴν σὴν μητέρα καὶ τὴν τῆς μητρός σου ἀδελφήν, ἴδε τὸν υἱόν σου ὅς μετὰ σὲ ζῆν οὐ δύναται. Ἀπόθου τοὺς θυμοὺς καὶ μὴ ἡμᾶς πάντας ἐξολοθρεύσῃς· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν μετὰ παρρησίας λαλήσει, ἐὰν τί σοι συμβῇ”. Ταῦτα ἔλεγεν ὡς πατὴρ κατὰ τὴν τῶν γονέων εὔνοιαν, καὶ κατεφίλει μου τὰς χεῖρας καὶ ἑαυτὸν ἔρριπτεν ἔμπροσθεν τῶν ποδῶν μου, καὶ ἐπιδακρύων οὐκέτι με θυγατέρα, ἀλλὰ κυρίαν ἐπεκάλει. Ἐγὼ δὲ περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ πατρὸς ἤλγουν, ὅτι ἐν ὅλῳ τῷ ἐμῷ γένει μόνος οὐκ ἠγαλλιᾶτο ἐν τῷ ἐμῷ πάθει. Παρεμυθησάμην δὲ αὐτὸν εἰπουσα· “Τοῦτο γενήσεται ἐν τῷ βήματι ἐκείνῳ <ὅ> ἐὰν θέλῃ ὁ κύριος· γνῶθι γὰρ ὅτι οὐκ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλ’ ἐν τῇ τοῦ θεοῦ ἐσόμεθα”. Καὶ ἐχωρίσθη ἀπ’ ἐμοῦ ἀδημονῶν}. Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 32-35.  
55.VI. {Καὶ τῇ ἡμετέρᾳ ἐν ῇ ὥριστο ἡρπάγημεν ἵνα ἀκουσθῶμεν. Καὶ ὠς παρεγενήθημεν εἰς τὴν ἀγορὰν, φήμη εὐθὺς εἰς τὰ ἐγγὺς μέρη διῆλθεν, καὶ συνέδραμεν πλεῖστος ὄχλος. Ὡς δὲ ἀνέβημεν εἰς τὸ βῆμα, ἐξετασθέντες οἱ λοιποὶ ὡμολόγησαν. Ἤμελλον δὲ κἀγὼ ἐξετάζεσθαι. Καὶ ἐφάνη ἐκεῖ | μετὰ τοῦ τέκνου μου ὁ πατήρ, καὶ καταγαγών με πρὸς ἑαυτὸν εἶπεν· “Ἐπίθυσον ἐλεήσασα τὸ βρέφος”. Καὶ Ἱλαριανός τις ἐπίτροπος, ὅς τότε τοῦ ἀνθυπάτου ἀποθανόντος Μινουκίου Ὀππιανοῦ ἐξουσίαν εἰλήφει μαχαίρας, λέγει μοι· “Φεῖσαι τῶν πολιῶν τοῦ πατρός σου, φεῖσαι τῆς τοῦ παιδίου νηπιότητος· ἐπίθυσον ὑπὲρ σωτηρίας τῶν αὐτοκρατόρων”. | Κἀγὼ ἀπεκρίθην. “Οὐ θύω”. Καὶ εἶπεν Ἱλαριανός· “Χριστιανὴ εἰμι”. | Καὶ ὡς ἐσπούδαζεν ὁ πατήρ μου καταβαλεῖν με ἀπὸ τῆς ὁμολογίας, κελεύσαντος Ἱλαριανοῦ ἐξεβλήθη· προσέτι δὲ καὶ τῇ ράβδῳ τῶν δορυφόρων τις ἐτύπτησεν αὐτόν· Κἀγὼ σφόδρα ἤλγησα, ἐλεήσασα τὸ γῆρας αὐτοῦ. Τότε ἡμᾶς πάντας πρὸς θηρία κατακρίνει· καὶ χαίροντες κατῄειμεν εἰς φυλακήν. Ἐπειδὴ δὲ ὑπ’ ἐμοῦ ἐθηλάζετο τὸ παιδίον καὶ μετ’ ἐμοῦ ἐν τῇ φυλακῇ εἰώθει μένειν, πέμπω πρὸς τὸν πατέρα μου Πομπόνιον διάκονον, αἰτοῦσα τὸ βρέφος. | Ὁ δὲ πατὴρ οὐκ ἔδωκεν. Πλήν, ὡς ὁ θεὸς ᾠκονόμησεν, οὔτε ὁ παῖς μασθοὺς ἐπεθύμησεν ἔκτοτε, οὔτε ἐμοί τις προσγέγονεν φλεγμονή· ἴσως ἵνα <μὴ> καὶ τῇ τοῦ παιδίου φρον|τίδι καὶ τῇ τῶν μασθῶν ἀλγήδονι καταπονηθῶ}. Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 34-37. 
56.VII. «Καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας προσευχομένων ἡμῶν ἁπάντων, έξαίφνης ἐν μέσῳ τῆς προσευχῆς ἀφῆκα φωνὴν καὶ ὠνόμασα Δεινοκράτην. Καὶ ἔκθαμβος ἐγενήθην, διότι ούδέποτε εἰ μὴ τότε ἀνάμνησιν αὐτοῦ πεποιήκειν· ἤλγησα δὲ εἰς μνήμην ἐλθοῦσα τῆς αὐτοῦ τελετῆς. Πλὴν εὐθέως ἔγνων ἐμαυτὴν ἀξίαν οὖσαν αἴτησιν ποιήσασθαι περὶ αὐτοῦ, καὶ ἠρξάμην πρὸς κύριον μετὰ στεναγμῶν προσεύχεσθαι τὰ πλεῖστα. Καὶ εὐθέως αὐτῇ τῇ νυκτὶ ἐδηλώθη μοι τοῦτο· Ὁρῶ Δεινοκράτην ἐξερχόμενων ἐκ τόπου σκοτεινοῦ, ὅπου καὶ ἄλλοι πολλοὶ καυματιζόμενοι καὶ διψῶντες ἦσαν, ἐσθῆτα ἔχοντα ῥυπαράν, ὠχρὸν τῇ χρόᾳ· καὶ τὸ τραῦμα ἐν τῇ ὄψει αὐτοῦ, [τελευτῶν] ὅπερ περιὼν ἕτι εἶχεν. Οὗτος δὲ ὁ Δεινοκράτης, ὁ καὶ ἀδελφός μου κατὰ σάρκα, ἑπταετής τεθνήκει ἀσθενήσας καὶ τὴν ὄψιν αὐτοῦ γαγγραίνῃ σαπείς, ὡς τὸν θάνατον αὐτοῦ στυγητὸν γενέσθαι πᾶσιν ἀνθρώποις. Ἐθεώρουν οὖν μέγα διάστημα ἀνὰ μέσον αύτοῦ καὶ ἐμοῦ, ὡς μὴ δύνασθαι ἡμᾶς ἀλλήλοις προσελθεῖν. Ἐν ἐκείνῳ δὲ τῷ τόπῳ | ἐν ᾧ ἦν ὁ ἀδελφός μου, κολυμβήθρα ἦν, ὕδατος πλήρης, ὑψηλοτέραν δὲ εἶχεν τὴν κρηπῖδα ὑπὲρ τὸ τοῦ παιδίου μῆκος. Πρὸς ταύτην ὁ Δεινοκράτης διετείνετο πιεῖν προαιρούμενος. Ἐγὼ δὲ ἤλγουν, διότι καὶ ἡ κολυμβήθρα ἦν πλήρης ὕδατος, καὶ τὸ παιδίον οὐκ ἠδύνατο πιεῖν διὰ τὴν ὐψηλότητα τῆς κρηπῖδος. Καὶ ἐξυπνίσθην, καὶ ἔγνων κάμνειν τὸν ἀδελφόν μου· ἐπεποίθειν δὲ δύνασθαί με αὐτῷ βοηθῆσαι ἐν ταῖς ἀνὰ μέσον ἡμέραις, ἐν αἷς κατήχθημεν εἰς τὴν ἄλλην φυλακὴν τὴν τοῦ χιλιάρχου· ἐγγὺς γὰρ ἦν τῆς παρεμβολῆς οὗ ἠμελλομεν θηριομαχεῖν· γενέθλιον γὰρ ἤμελλεν ἐπιτελεῖσθαι Καίσαρος. Εἶτα προσευξαμένη μετὰ στεναγμῶν σφοδρῶς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου ἡμέρας τε καὶ νυκτός, δωρηθῆναί μοι αὐτὸν ἠξίωσα». Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 36-39.  
57.VIII. «Καὶ εὐθὺς ἐν τῇ ἑσπέρᾳ ἐν ῇ ἐν νέρβῳ ἐμείναμεν, ἐδείχθη μοι τοῦτο· Ὁρῶ τόπῳ ἐν ᾧ ἑωράκειν τὸν Δεινοκράτην καθαρῷ σώματι ὄντα καὶ καλῶς ἠμφιεσμένον καὶ ἀναψύχοντα· καὶ ὅπου τὸ τραῦμα ἦν, ούλὴν ὁρῶ. Καὶ ἡ κρηπὶς τῆς κολυμβήθρας κατήχθη ἕως τοῦ ὀμφαλίου | αὐτοῦ· ἔρρεεν δὲ ἐξ αὐτῆς ἀδιαλείπτως ὕδωρ. Καὶ ἐπάνω τῆς κρηπῖδος ἦν χρυσῆ φιάλη μεστή. Καὶ προσελθὼν ὁ Δεινοκράτης ἤρξατο ἐξ αὐτῆς πίνειν, ἡ δὲ φιάλη οὐκ ἐνέλειπεν. Καὶ ἐμπλησθεὶς ἤρξατο παίζειν, ἀγαλλιώμενος ὡς τὰ νήπια. Καὶ ἐξυπνίσθην. Καὶ ἐνόησα ὅτι μετετέθη ἐκ τῶν τιμωριῶν». Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 38-39.  
58.IX. «Καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας Πούδης τις στρατιώτης, ὁ τῆς φυλακῆς προϊστάμενος, μετὰ πολλῆς τῆς σπουδῆς ἤρξατο ἡμᾶς τιμᾶν καὶ δοξάζειν τὸν θεόν, ἐννοῶν δύναμιν μεγάλην εἶναι περὶ ἡμᾶς. Διὸ καὶ πολλοὺς εἰσελθεῖν πρὸς ἡμᾶς οὐκ ἐκώλυεν εἰς τὸ ἡμᾶς διὰ τῶν ἐπαλλήλων παραμυθιῶν παρηγορεῖσθαι. Ἤγγισεν δὲ ἡ ἡμέρα τῶν φιλοτιμιῶν, καὶ εἰσέρχεται προς με ὁ πατήρ, τῇ ἀκηδίᾳ μαρανθείς, καὶ ἤρξατο τὸν πώγωνα τὸν ἴδιον ἐκτίλλειν ῥίπτειν τε ἐπὶ γῆς, καὶ πρηνὴς κατακείμενος κακολογεῖν, τὰ ἑαυτοῦ ἔτη κατηγορῶν καὶ λέγων τοιαῦτα ῥήματα ὡς πᾶσαν δύνασθαι τὴν κτίσιν σαλεῦσαι. Ἐγὼ δὲ ἐπένθουν διὰ τὸ ταλαίπωρον γῆρας αὐτοῦ». Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 38-41.  
59.X. {Πρὸ μιᾶς οὖν τοῦ θηριομαχεῖν ἡμᾶς βλέπω ὅραμα τοιοῦτον· Πομπόνιος ὁ διάκονος» φησὶν «ἦλθεν πρὸς τὴν θύραν τῆς φυλακῆς καὶ ἔκρουσεν σφόδρα. Ἐξελθοῦσα ἤνοιξα αὐτῷ· καὶ ἦν ἐνδεδυμένος ἐσθῆτα λαμπρὰν καὶ περιεζωσμένος, εἶχεν δὲ ποικίλα ὑποδήματα. | Καὶ λέγει μοι· “Σὲ περιμένω, ἐλθέ”. Καὶ ἐκράτησεν τὰς χεῖράς μου, καὶ ἐπορεύθημεν διὰ τραχέων καὶ σκολιῶν τόπων. Καὶ μόλις παρεγενόμεθα εἰς τὸ ἀμφιθέατρον, καὶ εἰσήγαγέν με εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει μοι· “Μὴ φοβηθῇς·ἐνθάδε εἰμὶ μετὰ σοῦ, συγκάμνων σοι”. Καὶ ἀπῆλθεν. | Καὶ ἰδοῦ βλέπω πλεῖστον ὄχλον ἀποβλέποντα τῇ θεωρίᾳ σφόδρα· κἀγὼ ἥτις ᾔδειν πρὸς θηρία με καταδικασθεῖσαν, ἐθαύμαζον ὅτι ούκ ἔβαλλόν μοι αὐτά. Καὶ ἦλθεν προς με Αἰγύπτιός τις ἄμορφος τῷ σχήματι μετὰ τῶν ὑπουργούντων αὐτῷ, μαχησόμενός μοι. Καὶ ἔρχεται πρὸς με νεανίας τις εὐμορφότατος, τῷ κάλλει ἐξαστράπτων, καὶ ἕτεροι μετ’ αὐτοῦ νεανίαι ὡραῖοι, ὑπηρέται καὶ σπουδασταὶ ἐμοί. Καὶ ἐξεδύθην, καὶ ἐγενήθην ἄρρην· καὶ ἤρξαντο οἱ ἀντιλήμπτορές μου ἐλαίῳ με ἀλείφειν, ὡς ἔθος ἐστὶν ἐν ἀγῶνι· καὶ ἄντικρυς βλέπω τὸν Αἰγύπτιον ἐκεῖνον ἐν τῷ κονιορ|τῷ κυλιόμενον. Ἐξῆλθεν δε τις ἀνὴρ θαυμαστοῦ μεγέθους, ὑπερέχων τοῦ ἄκρου τοῦ αμφιθεάτρου, διεζωσμένος ἐσθῆτα, ἥτις εἶχεν οὐ μόνον ἐκ τῶν δύο ὤμων τὴν πορφύραν, ἀλλὰ καὶ ἀνὰ μέσον ἐπὶ τοῦ στήθους· εἶχεν δὲ καὶ ὑποδήματα ποικίλα ἐκ χρυσίου καὶ ἀργυρίου· ἐβάσταζεν δὲ καὶ ῥάβδον, ὡς βραβευτὴς ἢ ἐπιστάτης* μονομάχων· ἔφερεν δὲ καὶ κλάδους χλωροὺς ἔχοντας μῆλα χρυσᾶ. Καὶ αἰτήσας σιγὴν γενέσθαι ἔφη· “Οὖτος ὁ Αἰγύπτιος ἐὰν ταύτην νικήσῃ, ἀνελεῖ αὐτὴν μαχαίρᾳ· αὕτη δὲ ἐὰν νικήσῃ αὐτόν, λήψεται τὸν κλάδον τοῦτον”. Καὶ ἀπέστη. | Προσήλθομεν δὲ ἀλλήλοις καὶ ἠρξάμεθα παγκρατιάζειν· ἐκεῖνος ἐμοῦ τοὺς πόδας κρατεῖν ἠβούλετο, ἐγὼ δὲ λακτίσμασιν τὴν ὄψιν αὐτοῦ ἔτυπτον. Καὶ ἰδοῦ ἐπῆρα ἐπ’ ἀέρος, καὶ ἠρξάμην αὐτὸν οὕτως τύπτειν ὡς μὴ πατοῦσα τὴν γῆν. Ἰδοῦσα δὲ ὡς οὐδέπω ᾔκιζον αὐτὸν, ζεύξασα τὰς χεῖράς μου καὶ δακτύλους δακτύλοις ἐμβαλοῦσα τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐπελαβόμην, καὶ ἔρριψα αὐτὸν ἐπ’ ὄψει καὶ ἐπάτησα τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Καὶ ἤρξατο πᾶς ὁ ὄχλος βοᾶν, καὶ οἱ σπουδασταί μου | ἐγαυρίων. Καὶ προσῆλθον τῷ βραβευτῇ καὶ ἔλαβον τὸν κλάδον. Καὶ ἠσπάσατό με καὶ εἶπεν· “Εἰρήνη μετὰ σοῦ, θύγατερ”. Καὶ ἠρξάμην εὐθὺς πορεύεσθαι μετὰ δόξης πρὸς πύλην τὴν λεγομένην Ζωτικήν. Καὶ ἐξυπνίσθην. Καὶ ἐνόησα ὅτι οὐ πρὸς θηρία μοι, ἀλλὰ πρὸς τὸν διάβολόν ἐστιν ἡ ἐσόμενη μάχη, καὶ συνῆκα ὅτι νικήσω αὐτὸν. Ταῦτα ἕως πρὸ μιᾶς τῶν φιλοτιμιῶν ἔγραψα. Τὰ ἐν τῷ ἀμφιθεάτρῳ γενησόμενα ὁ θέλων συγγραψάτω»}. Το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση αυτού της Αθανασιάδη Πολύμνιας από ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Τὸ ἡμερολόγιο όπ. π., σ. 40-45.
60.Για περισσότερα αναφορικά με την Καρχηδόνα βλ. ΙΩΣΗΦ, «Christianos» όπ. π, σ. 207-208.
61.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, όπ. π.,  6.1.1.
62.Για περισσότερα σχετικά με το ημερολόγιο της Περπέτουας βλ. ΙΩΣΗΦ, «Christianos» ό.π. π., σ. 209-210, η οποία αναφέρει τα εξής: «Το ημερολόγιο της Περπέτουας ξεκινά με την απεγνωσμένη προσπάθεια του πατέρα της να την πείσει να αναθεωρήσει την απόφασή της και να δεχθεί να θυσιάσει ώστε να αφεθεί ελεύθερη και να λήξει η ταλαιπωρία τους. Ακολουθεί η βάπτιση της Περπέτουας και των συντρόφων της, ο εγκλεισμός στη φυλακή και το αίτημά της να παραμείνει το μωρό της στη φυλακή. Στη συνέχεια, καταγράφεται το πρώτο της όνειρο ως κρατούμενης, η δεύτερη συγκινητική προσπάθεια του πατέρα και η δίκη στην αγορά παρουσία όχλου, στην οποία η Περπέτουα εμμένει στην απόφασή της, δηλώνει «οὐ θύω», ο πατέρας της ξυλολοπείται, και αυτή καταδικάζεται με τους συντρόφους της σε θάνατο. Οι μέλλοντες μάρτυρες δέχονται την ετυμηγορία με χαρά, γυρνούν στη φυλακή και η Περπέτουα μέσω του διακόνου Πομπονίου ζητάει το μωρό της από τον πατέρα της. Αυτός της το αρνείται. Ακολουθεί, δεύτερο όνειρο, μεταφορά σε άλλη φυλακή και τρίτο όνειρο. Ο προϊστάμενος της φυλακής στρατιώτης Πούδης εκδηλώνει τον ενθουσιασμό του για τους μάρτυρες, κατανοώντας τη μεγάλη τους δύναμη και τους επιτρέπει επισκεπτήρια χωρίς περιορισμούς. Ο πατέρας της καταβάλλει μια ύστατη προσπάθεια να την μεταπείσει. Το ημερολόγιο κλείνει με το τέταρτο όνειρο της Περπέτουας. Αμέσως μετά, και πριν από τα σχόλια, του συντάκτη, δίνεται το όνειρο του Σατύρου, συγκρατούμενου της Περπέτουας, γραμμένο από τον ίδιο κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή, με θέμα τον παράδεισο που προσδοκούσαν».
63.Βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ.115.
64.Για περισσότερα αναφορικά με τη φιλοχριστιανική πολιτική του Αλεξάνδρου Σεβήρου βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ.116-117.
65.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, όπ. π., 6,28.
66.Για περισσότερα βλ. σχετικώς ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 118.
67.Βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 118-119.
68.Βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 124-125, όπου αναφέρεται ότι το μη σωζόμενο διάταγμα αφορούσε την ενίσχυση της ρωμαϊκής θρησκείας. Γενικά, υλοποιούνταν έλεγχος σχετικά με το ποιος προσέφερε τις υποχρεωτικές θυσίες και ποιος όχι, ενώ ακόμη εξέδιδαν προς τον σκοπό αυτό πιστοποιητικά, «λίβελλους».
69.Ο επίσκοπος Καρχηδόνας Κυπριανός μαρτύρησε επί Βαλεριανού. Ο Κυπριανός είχε χωρίσει τους χριστιανούς σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη στάση που υιοθέτησαν κατά την περίοδο των διωγμών. Στην πρώτη κατηγορία υπάγονταν οι lapsi, οι οποίοι είχαν θυσιάσει ή διέθεταν ψευδή πιστοποιητικά ότι είχαν θυσιάσει. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν οι confessorεs, οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από αυτούς που αρνήθηκαν να θυσιάσουν και ομολόγησαν δημόσια ότι ήταν χριστιανοί. Εντούτοις, δε θανατώθηκαν από τις αρχές. Την τρίτη κατηγορία αποτελούσαν οι stantes, οι οποίοι δε συμμετείχαν στις θυσίες και ούτε εξασφάλισαν πιστοποιητικά ότι θυσίασαν. Οι ανήκοντες στην τελευταία κατηγορία διακινδύνευαν ανά πάσα στιγμή να συλληφθούν και να θανατωθούν βλ. σχετικώς ΙΩΣΗΦ, «Christianos» όπ. π., σ.207.
70.Πρβλ. DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ. 145-146.
71.Για περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τα ιστορικά στοιχεία των διωγμών βλ. ΓΛΑΒΙΝΑΣ ΑΠ., Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προκωνσταντίνεια εποχή, Κατερίνη, 1992.
72.Βλ. HUMBERT, Πολιτικοί και Κοινωνικοί Θεσμοί ό.π. π., σ. 527-528, όπου αναλύεται ο θεσμός της τετραρχίας. Πρόκειται για έναν χωρισμό του κράτους σε ανατολικό και δυτικό χάριν της βέλτιστης διοικήσεως, στην οποία θα μετείχαν δύο Αύγουστοι και δύο Καίσαρες. Για την έκδοση ενός διατάγματος έπρεπε να υπογράφουν και οι τέσσερεις.
73.Για τη διάσταση των απόψεων αναφορικά με ποιά νομική βάση διώκονταν οι Χριστιανοί βλ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑ Κ., «Ο βίος και τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου ως πηγή νομικών πληροφοριών», στο Ἐπιλογὴ  Μελετῶν Ἱστορίας Δικαίου (Ρωμαϊκό-Βυζαντινό-Μεταβυζαντινό Δίκαιο και Θεσμοί), Αθήνα, 2017, σ. 47-60, (εδώ σ. 50).
74.Βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν όπ. π., σ. 27.
75.Βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία ό.π. π., σ.119, καθώς και   ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Η πίστις» όπ. π., σ. 543.
76.Βλ υπ. 64.
77.ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ, Ρωμαϊκό Δίκαιο όπ. π., σ. 136-137.
78.ΓΛΑΒΙΝΑΣ, Οι διωγμοί ό.π. π., σ. 58, «Ο ίδιος ο Δομετιανός ανύψωσε υπέρμετρα την αυτοκρατορική λατρεία και επέτρεψε να ονομάζεται Dominus et Deus (Κύριος και Θεός). Έτσι κατέληξε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς τρόμου και βαρβαρότητας από το οποίο σκληρή πείρα είχαν οι Χριστιανοί».
79.Για την ιστορική εξέλιξη του εγκλήματος της καθοσιώσεως, την αντικειμενική υπόστασή του, τη δίωξή του και τις συνέπειες για τον ένοχο αυτού του εγκλήματος βλ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑ, Καθοσίωσις και τυραννίς…Το πολιτικό αδίκημα στο Βυζάντιο (8ος – 13ος αιώνας), Αθήνα, 2015, σ. 275-316.
80.Βλ. ΓΛΑΒΙΝΑΣ, Οι διωγμοί όπ. π., σ. 58-59.
81.Βλ. υπ. 67.
82.Codex Theodosianus (εφεξής C. Th)  9.5.
83.Βλ. ΓΛΑΒΙΝΑΣ, Οι διωγμοί όπ. π., σ. 96-97.
84.Βλ. ΓΛΑΒΙΝΑΣ, Οι διωγμοί όπ. π., σ. 104-105.
85.Aλλά και μετά το 250, όπου και παρατηρούνται γενικές νομοθετικές διατάξεις, υπάρχουν αναφορές και για ειδικότερη νομοθεσία σχετική με τους Χριστιανούς. Για παράδειγμα, το 257, ο Πάτερνος αναφέρεται σε ένα ειδικό διάταγμα που υποχρέωνε τον χριστιανικό κλήρο, υπό την απειλή εξορίας, να τελέσει συγκεκριμένες ιεροπραξίες, Eos qui Romanam religionem non colunt debere Romanas caerimonias recognoscere, βλ. DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ. 101-102. 
86.Βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ.118-119, όπου αναφέρεται και ένας υπαινιγμός του Τερτυλλιανού σχετικά με την ύπαρξη γενικής νομοθετικής διάταξης επί Νέρωνος για τον διωγμό των Χριστιανών, ωστόσο, κάτι τέτοιο φαίνεται να μην ευσταθεί. Επιπλέον, επί Νέρωνος μπορεί να μην εφαρμόστηκε κάποια συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη για τη δίωξη των Χριστιανών, εντούτοις, δημιουργήθηκε δικαστικό προηγούμενο στο συγκεκριμένο ζήτημα βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ.268-269.  
87.Βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ.271-272. 
88.Για περισσότερα σχετικά με το έγκλημα της καθοσίωσης βλ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑ, Καθοσίωσις και τυραννίς όπ. π., σ. 275.
89.Αναφέρεται χαρακτηριστικά και στην επιστολή του Πλινίου, qui ad me tamquam Christiani deferebantur.
90.Πρβλ. DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ. 35-121.
91.Για τη μετάφραση του κειμένου της επιστολής βλ. ΣΙΑΜΑΚΗΣ, Εξωχριστιανικές μαρτυρίες όπ. π., σ. 30-32.
92.Πρβλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ. 7-16.
93.Βλ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Ρωμαϊκή πολιτεία» όπ. π., σ.105-108.
94.Για περαιτέρω παραπομπές στο θέμα των διωγμών Βλ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑ Κ., Το δίκαιο στα αγιολογικά κείμενα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1987, όπως και της ιδίας, το «Βίοι μαρτύρων της Θεσσαλονίκης του 4ου αιώνα ως πηγή νομικών πληροφοριών» και «Ο βίος και τα θαύματα» όπ. π., σ. 61-78 και σ. 47-60 αντιστοίχως.
95.Βλ. DE STE. CROIX, Ο Χριστιανισμός όπ. π., σ. 157 επ. Το κείμενο του πρώτου διατάγματος μεταφέρει ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική του ιστορία.
96.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, όπ. π., 8, 17.
97.Βλ. Βεν Π., (VEYNE PAUL), Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός (312-394 μ.Χ.), Αθήνα, 2012, σ. 11-12.
98.Βλ. LACTANTIUS, De mortibus persecutorum, 34 και ΕΥΣΕΒΙΟΣ, όπ. π., Η΄17,3-10.
99.Βλ. LACTANTIUS όπ. π., 18,1 και για τη συμπληρωματική epistula judicibus 34,5 για την οποία μιλά το διάταγμα του Γαλερίου το 311.
100.Κατά Βεν, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός όπ. π., σ. 16, το mandatum απεστάλη στις 15 Ιουνίου του 313, ενώ κατά την Χριστοφιλοπούλου ΑΙΚ., Βυζαντινή ιστορία, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 21992, σ. 132, το mandatum απεστάλη στις 13 Ιουνίου 313.
101.Βλ. ALFÖLDI A., The Conversion of Constantine and Pagan Rome, translated by Harold Mattingly, London, 1948, (reprinted 1969), σ. 37, «As the acts of Maxentius had lost their validity he presumably called back into force the Edict of Galerius».
102.Βλ. ΒΕΝ, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός όπ. π., σ. 16-17. Για την άποψη αυτή βλ. και ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ., «Η κωνσταντίνεια καμπή», στο Ψηφίδες ιστορίας δικαίου απώτερης και νεώτερης, Αθήνα, 2013, σ. 110, όπως και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν όπ. π., σ. 32-33, καθώς και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή ιστορία όπ. π., σ. 130-133, αλλά και ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ Γ., «1700 χρόνια από το «Διάταγμα» των Μεδιολάνων. Η σημασία του για την εποχή και η προβολή του στη σύγχρονη πραγματικότητα», Ο Εκκλησιολόγος, σ. 13, ο οποίος σημειώνει ότι «Πρόκειται ουσιαστικά για μία αυτοκρατορική επιστολή προς τους διοικητές των ρωμαϊκών επαρχιών, προκειμένου να προβούν στην αυστηρή εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών». Βλ, επίσης, και ΧΟΡΣΤ ΕΜΠ., Μέγας Κωνσταντίνος, Βιογραφία, μετάφραση Αλεξάνδρα Παύλου, Αθήνα, 2007, σ. 196-197, «Μόλις λίγες μέρες πριν απ’ το θάνατό του ανακάλεσε δημόσια ο Γαλέριος τα μέτρα κατά των χριστιανών και στα τέλη Απριλίου του 311 εξέδωσε στη Σερδική ένα διάταγμα περί ανεξιθρησκίας, το οποίο προκάλεσε τεράστια εντύπωση. Ήταν ένα γεγονός ανεκτίμητης σημασίας για την εποχή, για την ιστορία του Κωνσταντίνου και για τους άμεσα θιγόμενους Χριστιανούς. Ο ετοιμοθάνατος Γαλέριος ανακοίνωσε το τέλος των οκτάχρονων ανελέητων διωγμών των Χριστιανών». Επιπροσθέτως, βλ. DRAKE H., «The Impact of Constantine on Christianity», στο LENSKI N. (επιμ), The Cambridge Companion to the Age of Constantine, Cambridge, New York, 2006, σ. 121-136, (εδώ σ. 121-122).
103.Για την πολιτειακή σημασία του Ηδίκτου βλ. ALFÖLDI, The Conversion of Constantine όπ. π., σ. 38.
104.Βλ. και άποψη Ανδρουτσόπουλου, «1700 χρόνια από το «Διάταγμα» των Μεδιολάνων» όπ. π., σ. 13 «Κατοχυρώνεται, δηλαδή, η ελευθερία της λατρείας, η οποία, μαζί με την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως (forum internum), εννοιοδοτούν το περιεχόμενο της θρησκευτικής ελευθερίας».
105.Ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε ξεκινήσει πόλεμο εναντίον του Μαξεντίου, για να κατακτήσει την Ιταλία, τον οποίο και νίκησε την 28η Οκτωβρίου του 312, στα προάστια της Ρώμης, στις όχθες του Τίβερη. Πρόκειται για τη νίκη της Μιλβίας Γέφυρας. Έπειτα, στις 29 Οκτωβρίου του 312, ο Κωνσταντίνος ως επικεφαλής του στρατού έκανε την επίσημη είσοδό του στη Ρώμη. Κατά ΒΕΝ, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός όπ. π., σ. 16, «αυτή η ημερομηνία, η 29η Οκτωβρίου 312 (και όχι η ημερομηνία του υποτιθέμενου «διατάγματος των Μεδιολάνων», το 313) μπορεί να θεωρηθεί το τέλος της παγανιστικής αρχαιότητας και η αφετηρία της χριστιανικής εποχής».
106.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κωνσταντίνεια καμπή» όπ. π., σ. 109.
107.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ. – ΒΕΛΙΣΣΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ Ι., Ιστορία Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, 42010, σ. 128, αλλά και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΙΚ, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα, 2004, σ. 21-25.
108.Βλ. ΒΕΝ, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός όπ. π., σ. 75.
109.Βλ. σχετικώς ΒΕΝ, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός όπ. π. σ. 18-19, «Οι εποχές είχαν αλλάξει: το 312, η θρησκεία που απολάμβανε την ανεκτικότητα ήταν ο χριστιανισμός∙ το 324, ήταν ο παγανισμός», καθώς και ALFÖLDI, The Conversion of Constantine όπ. π., σ. 88.
110.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κωνσταντίνεια καμπή» όπ. π., σ. 109-110.
111.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ό.π. π., 10.6.1-5.
112.C. Th., 16.2.2.
113.C. Th., 16.2.3.
114.Βλ. σχετικώς NOVAK R., Χριστιανισμός και Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μετάφραση Ντίνα Σιδέρη, Αθήνα, 2008, σ. 250-252 και 254, αλλά και MacMullen., Christianizing the Roman Empire, A.D. 100-400, New Haven and London, 1984, σ. 50, «Ο φόβος που ενέπνευσε στους υπηκόους του, χωρίς να χρειάζεται επιπροσθέτως η δύναμη των όπλων, είναι ευνόητος. Η αυτοκρατορία δεν είχε ποτέ στον θρόνο έναν άντρα τόσο επιρρεπή στην αιμοχαρή βία, όπως τον Κωνσταντίνο».
115.Βλ. σχετικώς ODAHL CH., Constantine and the Christian Empire, London, New York, 2004, σ. 268-276. Για περισσότερα αναφορικά με τη σχέση του Μεγάλου Κωνσταντίνου με την Εκκλησία βλ. BAYNES N., Constantine the Great and the Christian Church, London, 1972, σ. 1-30, καθώς και ΦΥΤΡΑΚΗΣ ΑΝΔ., Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής αυτού, Εν Αθήναις, 1945, σ. 73-80.
116.Πρβλ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ, Ρωμαϊκό Δίκαιο όπ. π., σ. 76, καθώς και HUMBERT, Πολιτικοί και Κοινωνικοί Θεσμοί ό.π. π., σ. 536.
117.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κωνσταντίνεια καμπή» όπ. π., σ. 110-111.
118.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Η κωνσταντίνεια καμπή» όπ. π., σ. 110.
119.Για τον ορισμό της Ἐκκλησίας βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν εκκλησιαστικόν δίκαιον, όπ. π., σ. 7, «Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς σωτηρίας τοῡ ἀνθρωπίνου γένους ὑπὸ τοῡ Ἰησοῡ Χριστοῡ ἱδρυθεὶς ἱερὸς ὀργανισμός, περιλαμβάνων πάντας τοὺς διὰ τοῡ μυστηρίου τοῡ βαπτίσματος καθαγιασθέντας καὶ ἀποδεχομένους τὴν χριστιανικὴν πίστιν τ. ἔ τὸ σύνολον τῶν χριστιανῶν».
120.Βλ. ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ Γ., Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως των Εκκλησιών αυτής υπό του Αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον, τ. Α΄, Εν Αθήναις, 1954-1960, (ανατύπωση 2011), σ. 312. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τον διωγμό του Στεφάνου, αποτέλεσαν την αφορμή ώστε να υπερνικηθούν τελικά οι δισταγμοί των μελών της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων περί του προορισμού του κηρύγματος περί της «βασιλείας του Θεού» μόνο για τον «περιούσιο λαό» του Κυρίου και να διαδοθεί το Ευαγγέλιο στα Έθνη.
121.Βλ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ Β., Ἐκκλησιαστική ἱστορία ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Αθήνα, 61998, σ. 28.
122.Βλ. σχετικώς ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ.312-313.
123.Αναφορικά με την ίδρυση της Εκκλησίας βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 29-30. Για την έννοιά της βλ. και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον όπ.π., σ. 7-8, extra ecclesiam nulla salus, ή κατά τη διατύπωση του Καρχηδόνος Κυπριανού, habere jam non potest Deum patrem, qui Ecclesiam non habet matrem.
124.Βλ. σχετικώς ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 310-311. Το κήρυγμα του Ιησού από τη Ναζαρέτ διαδόθηκε γρήγορα στον ακμάζοντα Ανατολικό Ελληνισμό, λόγω του έργου της Εκκλησίας της Αντιοχείας και της δράσεως του Αποστόλου Παύλου. Αυτό συνέβη, διότι οι ζωτικές δυνάμεις του Ελληνισμού είχαν προ πολλού μετακινηθεί, μέσω του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, από την ευρωπαϊκή του κοιτίδα και είχαν διασκορπισθεί στην Ανατολή, όπου και δημιούργησαν τον Οικουμενικό Ελληνισμό, επί του οποίου οικοδομήθηκε κυρίως η εξ Εθνών, μέσω του Αποστόλου Παύλου και του έργου του, Καθολική Εκκλησία. 
125.Πρβλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 30-31 και 35. Ο όρος Χριστιανοί χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για τα μέλη της Εκκλησίας της Αντιόχειας.
126.Βλ. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 129 επ. για τη θεία προέλευση των εξουσιών.
127.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο όπ. π., σ. 1-3 και συγκεκριμένα σ. 2, «Το πολυσήμαντο της έννοιας Εκκλησία αποτελεί για τους θεωρητικούς σοβαρό εμπόδιο στη διατύπωση ενός γενικά αποδεκτού ορισμού. Σύμφωνα με την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία Εκκλησία ονομάζεται το ιερό καθίδρυμα που συστήθηκε μεν από τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού για τη σωτηρία και τον αγιασμό των ανθρώπων και φέρει το θείο κύρος και την αυθεντία Του, αποτελείται δε από ανθρώπους με μία πίστη, κοινωνούς των ίδιων μυστηρίων, διακρινόμενους σε λαό και σε διοικούντα κλήρο, ο οποίος ανάγει με αδιάκοπη διαδοχή την αρχή του στους Αποστόλους και μέσω αυτών στον Κύριο».
128.Β΄ Κορ. ια΄, 28.
129.Για το αρχικό στάδιο της οργάνωσης της Εκκλησίας με την αυστηρή ιεραρχία αυτής βλ. D’ ELBÉE J., Constantin le Grand, Paris, 1947.
130.ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορίa  όπ. π., σ. 370.
131.α΄ Κλήμ. 42,4-6.46,2.
132.α΄ Κλήμ. 1, 3. 21, 6. 44, 5. 47, 6. 54, 2. 57, 1.
133.44,1 και 4. 6.
134.Βλ. σχετικώς και ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, ό.π. π., σ. 391, «Ὃθεν θέτουσιν πρὸ ἡμῶν τὸ αἴνιγμα: ποῦ κεῖται ὁ ἐπίσκοπος εἰς τὸ σχῆμα: πρεσβύτεροι ἢ ἐπίσκοποι καὶ διάκονοι».
135.5,1 και 3. 6,1. 11,1.
136.Πρβλ. DAGRON G., Empereur et prệtre, Paris, 1996, passim.
137.Για την οργάνωση των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων βλ. ΧΟΡΣΤ ΕΜΠ., Μέγας Κωνσταντίνος όπ. π., σ. 61-62.
138.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ.-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό όπ. π., σ. 187.
139.Αναφορικά με την πρωτοβάθμια υποδιαίρεση της Εκκλησίας βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό  όπ. π., σ. 187-188, «Εξαίρεση στο γενικό αυτό μέτρο αποτέλεσαν, εκτός από τον επίσκοπο Ρώμης, οι επίσκοποι Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Ο πρώτος ασκούσε μητροπολιτική εξουσία σε περισσότερες από μία πολιτικές επαρχίες. Το ίδιο και ο δεύτερος, αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Οι εκκλησιαστικές επαρχίες διέθεταν δικό τους όργανο, την επαρχιακή σύνοδο, για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που τις αφορούσαν και είχαν διοικητική αυτοτέλεια, δηλαδή δεν τελούσαν σε κανενός είδους εξάρτηση από κάποια υπερκείμενη, μόνιμα συγκροτημένη εκκλησιαστική αρχή».
140.Για περισσότερα αναφορικά με τη δευτεροβάθμια υποδιαίρεση της Εκκλησίας και τον ανταγωνισμό για την απόκτηση της πραγματικής «υπερμητροπολιτικής» εξουσίας μέσα στα όρια των εκκλησιαστικών «διοικήσεων» μεταξύ των επισκόπων των διοικητικών πρωτευουσών που διεκδικούσαν «εξαρχικά δίκαια» και των θρόνων με το γενικά αναγνωρισμένο κύρος, βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό  όπ. π., σ. 188-190.
141.«Η Εκκλησία σταδιακά αποκτούσε συνείδηση ότι αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της res publica Christiana, της οποίας η δημιουργία βρισκόταν σε εξέλιξη μετά την πολιτικο-θρησκευτική αναδιάρθρωση του κράτους», ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ., «Έννοια και περιεχόμενο του νόμου στους Έλληνες πατέρες», σε «Επίσημοι Λόγοι» Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών 1995-1996, Αθήνα, 2002, σ. 2323-2341, (εδώ σ. 2334).
142.Βλ. σχετικώς ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο όπ. π., σ. 54, «Ως προς τη θέση του αυτοκράτορα μέσα στην εκκλησία σχετικά πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι αυτή διαμορφώθηκε με βάση παλαιοδιαθηκικά πρότυπα».
143.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο ό.π. π., σ. 54-55.
144.ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 446.
145.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο όπ .π., σ. 55, «Με αυτά τα δεδομένα αποτέλεσε η Εκκλησία από πολύ ενωρίς μέρος της έννοιας του «κράτους» (όπως κι αν εκληφθεί ο όρος αυτός) και, επομένως, θεσμό «κρατικό». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή αύξηση του ενδιαφέροντος για τα οργανωτικά θέματα της Εκκλησίας και την ολοένα σε μεγαλύτερη έκταση παρατηρούμενη επέμβαση με τη νομοθεσία στα θέματα αυτά».
146.Για λεπτομέρειες αναφορικά με τον σημαίνοντα ρόλο του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Σύνοδο της Νίκαιας βλ. MINALE, Legislazione imperiale όπ. π.  σ. 201-204.
147.Για περισσότερα βλ. MINALE, Legislazione imperiale  ό.π. π., σ. 226.
148.Για περισσότερα σχετικά με την ενεργή υποστήριξη του Κωνσταντίνου προς την Εκκλησία βλ. MACKINNON J., From Christ to Constantine, London, New York, Toronto, 1936, σ. 538-539.
149.C. Th., 16.2.1, 2.2.
150.C. Th., 16.2.4.
151.C. Th., ΙΙ 8.1 και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν εκκλησιαστικόν δίκαιον  όπ. π., σ. 33.
152.Η μετάφραση του Τρωιάνου από «Οι ημέρες αργίας στα βυζαντινά δικαστήρια», Τιμητικός Τόμος του Κώστα Μπέη, Αθήνα, 2003, σ. 4121-4152, (εδώ σ. 4122), ο οποίος στην ελληνική μετάφραση της διατάξεως απέδωσε τον όρο iudices ως «δικαστές», ακολουθώντας το παράδειγμα όλων των μεταγενέστερων (ελληνικών) κειμένων, στα οποία η παραπάνω διάταξη εμφανίζεται. Όμως, σύμφωνα με τον ΙΔΙΟ, στους κωνσταντίνειους χρόνους και στη συγκεκριμένη διάταξη με το όρο iudices νοούνταν όχι μόνον οι δικαστές υπό την τεχνική έννοια της λέξης, αλλά γενικότερα όλοι οι αυτοκρατορικοί υπάλληλοι, στους οποίους είχε ανατεθεί πολιτική ή στρατιωτική διοίκηση, δοθέντος ότι δεν υπήρχε διάκριση των εξουσιών και επομένως ασκούσαν αυτοί, μεταξύ των άλλων, και δικαιοδοτικά καθήκοντα βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Οι ημέρες αργίας» όπ. π., σ. 4122-4123.
153.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Οι ημέρες αργίας» όπ. π., σ. 4122-4124.
154.Για λεπτομέρειες σχετικά με την audientia episcopalis βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ., Η εκκλησιαστική δικονομία μέχρι του θανάτου του Ιουστινιανού, Αθήνα, 1964 (ανατύπωση 2004), σ. 8-14.
155.Βλ. Α΄ Κορ. ς΄ 1,: «Τολμᾷ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον, κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἀγίων;».
156.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία  όπ. π., σ. 8-9.
157.C. Th. 1.27.1.
158.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 9-10.
159.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 10-11.
160.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 13-14 και 42.
161.Για περισσότερα σχετικά με τις σχέσεις εκκλησιαστικής και ποινικής δικαιοδοσίας, καθώς και για την καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 15-18 και 42-48 αντιστοίχως.
162.Για περισσότερα σχετικά με τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας τη βυζαντινή περίοδο βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ -ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο όπ. π., σ. 56. Επιπλέον, υποστηρίχθηκε από δυτικούς συγγραφείς σε μία προσπάθεια υπεραπλουστεύσεως των πραγμάτων ότι στο βυζαντινό κράτος υφίστατο «καισαροπαπισμός». Όμως, αυτή η άποψη απορρίφθηκε από τη νεώτερη βιβλιογραφία βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο όπ. π., σ. 56-57.
163.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 48.
164.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 49.
165.Για περισσότερα σχετικά με την αίτηση αναθεωρήσεως βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η εκκλησιαστική δικονομία όπ. π., σ. 148-150.
166.Για περισσότερα σχετικά με την επέμβαση των αυτοκρατόρων στα θέματα της Εκκλησίας βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν εκκλησιαστικόν δίκαιον, όπ. π., σ. 34. 
167.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, Βίος Κωνσταντίνου, 4, 24.
168.ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ό.π. π. 1, 44.
169.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Ψηφίδες  όπ. π., σ. 170.
170.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΒΕΛΙΣΣΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, Ιστορία Δικαίου όπ. π., σ. 175.
171.Βλ. σχετικώς ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΒΕΛΙΣΣΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, Ιστορία Δικαίου όπ. π., σ. 175-176.
172.Πρβλ. ΒΕΝ, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός όπ. π., σ. 104.
173.MacMullen R., Christianity & Paganism in the Fourth to Eighth Centuries, London, 1997, σ. 25-29, 151-152 και κεφάλαιο 4 passim.
174.Βλ. CHUVIN P., Οι τελευταίοι Εθνικοί, ένα χρονικό της ήττας του παγανισμού, μετάφραση Ολυμπία Χειμωνίδου, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 19-20, όπου αναγράφεται και η μη κρατούσα άποψη του Zahn Th., ο οποίος πρότεινε ως αφετηρία μία άλλη σημασία του paganus, αυτήν του «πολίτη» σε αντιδιαστολή προς τον «στρατιωτικό», καθώς στα απολογητικά κείμενα του 3ου αιώνα οι χριστιανοί αποκαλούνται συχνά «στρατιώτες του Χριστού».
175.Για την άποψη αυτή βλ. LANE FOX R., Pagans and Christians, London, 1986, σ. 30-31 και CHADWICK H., The Early Church, London, New York, 1990, σ. 152.
176.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί όπ. π., σ. 21-22.
177.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί  όπ. π., σ. 157.
178.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί  όπ. π., σ 19, καθώς και BROWN, Ο κόσμος όπ.π., σ. 78, {Έως τα τέλη του 6ου αιώνα, ένας ευρύς κύκλος «Ελλήνων» πρόβαλε αντίσταση σ’ αυτή τη «βάρβαρη θεοσοφία» - τον χριστιανισμό. Ενδεικτικό του γοήτρου αυτού του κύκλου είναι πως, στον ελληνικό κόσμο, «Έλληνας» σήμαινε «παγανιστής». Εδώ υπάρχει κάτι το παράδοξο: στον ελληνικό κόσμο, ο Κωνσταντίνος είχε εκχριστιανίσει εξ ολοκλήρου τον κρατικό μηχανισμό. Τον 4ο αιώνα η ανατολική αυτοκρατορία ήταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό μια «χριστιανική αυτοκρατορία» απ’ ό, τι η δυτική. Και όμως, ο παγανισμός επιβίωσε στην πολιτιστική ζωή της ανατολικής αυτοκρατορίας για πολύ μεγαλύτερο διάστημα απ’ ό, τι στη Δύση: «Έλληνες» που έχαιραν μεγάλου σεβασμού συντήρησαν την πανεπιστημιακή ζωή της Αθήνας, της Αλεξάνδρειας και αμέτρητων άλλων μικρότερων κέντρων μέχρι τα χρόνια της αραβικής κατάκτησης}.
179.Βλ. BOWERSOCK G., Ο Ελληνισμός στην Ύστερη Αρχαιότητα, μετάφραση Μαίρη Γιόση, Αθήνα, 22000, σ. 26-27.
180.Βλ. BOWERSOCK G., Ο Ελληνισμός όπ. π., σ. 31-32.
181.Βλ. BOWERSOCK G., Ο Ελληνισμός όπ. π., σ. 34.
182.Βλ. BOWERSOCK G., Ο Ελληνισμός όπ. π., σ. 33.
183.Βλ. BOWERSOCK G., Ο Ελληνισμός  όπ. π., σ. 25-26.
184.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί  όπ. π., σ. 22 και 24.
185.Βλ. BOWERSOCK G., Ο Ελληνισμός  όπ. π., σ. 33.
186.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί  όπ. π., σ. 23.
187.ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ Γ., Εκκλησιαστική Ιστορία όπ. π., σ. 446.
188.Βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ ΑΠ., Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι, τ. Α΄, Αθήνα, 1997, σ. 175.
189.Βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί Ιστορικοί όπ. π., σ. 176-177.
190.Βλ. NOVAK, Χριστιανισμός όπ. π., σ. 249-250.
191.Βλ. NOVAK , Χριστιανισμός  όπ. π., σ. 249.
192.NOVAK, Χριστιανισμός  ό.π. π., σ. 249-250.
193.Για το θέμα αυτό βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ., «Μαγεία και Διάβολος από τη Ρώμη στο Βυζάντιο», Digesta Τμήματος Νομικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης 3 (2000), σ. 1-33 (εδώ σ. 1-10), καθώς και ο ΙΔΙΟΣ, Εισηγήσεις Βυζαντινού Δικαίου, Αθήνα, 2014, σ. 207-209.
194.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ ΣΠ., Μαγεία και Δίκαιο στο Βυζάντιο, Αθήναι, 1997, σ. 10-11.
195.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 11.
196.C. Th. 9.16.1 και ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 12. Επίσης, βλ. σχετικώς και για τους άλλους συναφείς νόμους του Μεγάλου Κωνσταντίνου LUCREZI F. «Costantino e gli aruspici», Atti di Accademia di Scienze Morali e Politiche in Napoli 97 (1986), σ. 171-198., καθώς και GIOVANNI L., Costantino e il mondo pagano, Napoli, 1982, σ. 15 επ.
197.C. Th. 9.16.2.
198.C. Th. 16.10.1.
199.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 13.
200.C. Th. 9.16.3. Η μετάφραση του Τρωιάνου από Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 14.
201.{Ο όρος «μαύρη μαγεία» προέρχεται από τη λέξη nigromantie, με την οποία λανθασμένα αποδόθηκε η «νεκρομαντεία». Σε αντίθεση προς αυτή δημιουργήθηκε (για διάκριση) ο όρος «λευκή μαγεία»} βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 15.
202.Βλ. Digesta  50.13.1.
203.Βλ. C. Th. 9.16.4, 16.10.4 και 16.10.5-6 (ετών 353 και 356). Όμως, μερικές από αυτές τις ρυθμίσεις ανατράπηκαν αργότερα από τον Βαλεντινιανό Β΄. Βλ. C. Th. 9.16.9 (έτ. 371) και ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 16.
204.«Βλ. τις διαδοχικές απαγορεύσεις, από τις οποίες προκύπτει βαθμιαία σκλήρυνση της στάσης του αυτοκράτορα αυτού, στον C. Th. 16.10.7 (έτ. 381), 16.10.8 (έτ. 382), 16.10.9 (έτ. 385), 9.38.8 (έτ. 385) και 16.10.17 (έτ. 399). Η ένταση όμως των διωκτικών μέτρων κατά των μάγων φαίνεται ότι οδήγησε και σε πολλές καταχρήσεις, κυρίως με τη μορφή της εξοντώσεως προσωπικών εχθρών υπό το πρόσχημα ότι ήσαν μάγοι. Αυτό συνάγεται από διάταξη του έτους 389, που απειλούσε με την εσχάτη των ποινών όποιον αντιλαμβανόταν μάγο και, αντί να τον παραδώσει στις αρχές, τον θανάτωνε ο ίδιος, C. Th. 9.16.11» βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 16-17.
205.C. Th. 9.38.6.
206.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 16-17.
207.Βλ. C. Th. 9.16.6 και 9.16.4.
208.C. Th. 3.16.1. Βλ., επίσης, και άποψη Τρωιάνου, Μαγεία και Δίκαιο όπ. π., σ. 24-26, όπου συν τοις άλλοις αναφέρει, «Δεν ισχυρίζομαι ότι ο παραπάνω νόμος του Μ. Κωνσταντίνου, που ασφαλώς, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να νομιμοποιήσει απλώς μία, όπως μόλις είδαμε, υφιστάμενη πρακτική (έχουμε, άλλωστε, και από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου τη μαρτυρία του βιογράφου του Ευσεβίου Καισαρείας για τη χρησιμοποίηση μαγικών μεθόδων στη νοσηλευτική), αποτέλεσε την αφορμή, αλλ’ οπωσδήποτε ευνόησε την προσφυγή στις διάφορες, κυρίως τις «ιατρικές» υπηρεσίες των μάγων».
209.C. Th. 15.12.1. IMP. CONSTANTINUS A. MAXIMO PRAEFECTO PRAETORIO. Cruenta spectacula in otio civili et domestica quiete non placent. Quapropter, qui omnino gladiatores esse prohibemus eos, qui forte delictorum causa hanc condicionem adque sententiam mereri consueverant, metallo magis facies inservire, ut sine sanguine suorum scelerum poenas agnoscant. PROPOSITA BERYTO KAL. OCTOB. PAULINO ET IULIANO CONSS. (325 Oct. 1).
210.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ ΑΦΡ., Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία τῆς Ὕστερης Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέσα ἀπὸ τοὺς Κώδικες, Αθήνα, 2000, σ. 17.
211.«Πρέπει να διευκρινιστεί εδώ ότι η νομοθεσία περιλάμβανε μόνο τα μέτρα που στρέφονταν κατά των παλαιών παραδοσιακών θρησκειών, και συγκεκριμένα αυτής του (ρωμαϊκού και ελληνικού) δωδεκαθέου, των μυστηριακών λατρειών που γνώρισαν διάδοση στην αυτοκρατορία κατά τους πρώιμους αιώνες και της αυτοκρατορικής λατρείας. Οι γνωστικής αποχρώσεως αιρέσεις ή άλλες θεότητες και λατρείες που δεν είχαν σχέση με τη λατρεία των ειδώλων περιλαμβάνονταν σε άλλα άρθρα του κώδικα» βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π. σ. 40.
212.C. Th. 16.10., De paganis, sacrificiis et templis.
213.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 23-28.
214.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 35-36.
215.C. Th. 16.10.3.
216.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 36.
217.C. Th. 16.10.4.
218.C. Th. 16.7.1. IMPPP. GRATIANUS, VALENTINIANUS ET THEODOSIUS AAA. Ad eutropium praefectum praetorio. His, qui ex christianis pagani facti sunt, eripiatur facultas iusque testandi et omne defuncti, si quod est testamentum submota conditione rescindatur. DAT. VI NON. MAI. CONSTANTINOPOLI, SYAGRIO ET EUCHERIO CONSS. (381 Mai. 2).
219.Για τη σύγκρουση Χριστιανισμού και Παγανισμού και την ήττα του τελευταίου βλ. LAISTNER M.L.V., Christianity and Pagan Culture in the Later Roman Empire, New York, 1967, σ. 1-24.
220.Πρβλ. και ΚΑΜΑΡΑ ΑΦΡ., Λιβανίου, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα ὑπὲρ τῶν ἱερῶν, Αθήνα, 1998, σ. 49-103, αναφορικά με τους βανδαλισμούς που συνέβησαν στη χώρα της Αντιόχειας από ορδές Χριστιανών μοναχών.
221.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 37.
222.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 100.
223.Για τα ιερά πράγματα και το δίκαιο της εκκλησιαστικής περιουσίας βλ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΕΛ., Η νομολογία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου σε θέματα περιουσιακού δικαίου, τ. Α΄: ενοχικό και εμπράγματο δίκαιο, Αθήνα, 1992, σ. 257-258.
224.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 38.
225.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 103-105.
226.C. Th. 16.1.2.
227.C. Th. 16.7.1 (έτ. 381), 7.2 (έτ. 383), 7.4. (έτ.391), 7.5 (έτ. 391) και 11.39.11 (έτ. 391).
228.C. Th. 16.10.10 (έτ. 391), 10.11 (έτ. 391) και 10.12 (έτ. 392), καθώς και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν όπ. π., σ. 33. 
229.ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή ιστορία όπ. π., σ. 176.
230.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Εισηγήσεις όπ. π., σ. 194.
231.C. Th. 16.10.10.
232.C. Th. 16.10.12.
233.Βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή ιστορία όπ. π., 174-177 και κυρίως 175-176, όπου περιγράφεται, μεταξύ άλλων, και η γενικότερη εκκλησιαστική πολιτική του Θεοδοσίου Α΄. Για τη θρησκευτική πολιτική του αυτοκράτορα βλ. και HEIM FR., La Théologie de la victoire, de Constantin à Théodose, Paris, 1992, δεύτερο μέρος passim. Επίσης, ως προς τη σταδιακή παρακμή των Ολυμπιακών Αγώνων βλ. REMIJSEN S., «Looking at Athletics in the Fourth Century: The Unification of the Spectacle Landscape in East and West», στο DIJKSTRA R.-POPPEL S.-SLOOTJES D. (επιμ.), East and West in the Roman Empire of the Fourth Century, Boston, 2015, σ. 121-146, (εδώ 130-136 ), όπως και της ιδίας, «The Imperial Policy on Athletic Games in Late Antiquity», στο UIBOPUU K.-KRUSE TH., Sport und Recht in der Antike, Wien, τ. II., 2014, σ. 329-347, (εδώ σ. 329-334). 
234.Βλ. WEILER I., «Theodosius I und die Olympischen Spiele», Nikephoros 17 (2004), σ. 53-75, passim.
235.C. Th. 8.8.3.
236.Βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Οι ημέρες αργίας» όπ. π., σ. 4124-4125.
237.C. Th. 2.8.24.
238.C. Th. 15.5.5
239.C. Th. 2.8.21 και ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Οι ημέρες αργίας» όπ. π., σ. 4126. Βλ., επίσης και ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ Ελ., Τὰ οἰκονομικὰ τοῡ ἔγγαμου κλήρου στὸ Βυζάντιο, Αθήνα, 1986, σ. 35 επ., αναφορικά με τα δημοσιονομικά προνόμια των κληρικών και τη διάσταση των απόψεων ως προς το διάταγμα του Θεοδοσίου Α΄, του 381, C. Th. 16.2.26.
240.Βλ. NOVAK, Χριστιανισμός όπ. π., σ. 323.
241.C. Th. 16.10.3.
242.C. Th. 16.10.8.
243.C. Th. 16.10.15. Βλ., όμως και το διάταγμα των Αρκαδίου και Ονωρίου του έτους 396, C. Th. 10.10.14, με το οποίο καταργήθηκαν όλα τα προνόμια που είχαν απονεμηθεί στους Ειδωλολάτρες ιερείς, καθώς και το διάταγμα των ιδίων του έτους 399, C. Th. 2.8.23, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύονταν οι θεατρικές παραστάσεις, οι ιπποδρομίες και άλλα ζωντανά θεάματα την Κυριακή, όπως και το διάταγμα που εξεδόθη από αυτούς, το 405, κατά τον Pharr, ενώ σύμφωνα με το κείμενο, το 400, C. Th. 2.8.24, με το οποίο απαγορεύονταν τα δημόσια θεάματα, ιπποδρομίες, θεατρικές παραστάσεις επτά ημέρες πριν από την Κυριακή της Ορθοδοξίας, τη Μεγάλη Εβδομάδα, τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνια.
244.C. Th. 16.10.16.
245.C. Th. 16.10.18.
246.C. Th. 16.10.9.
247.C. Th. 16.10.25. Για τη στάση του Θεοδοσίου Β΄ απέναντι στους Παγανιστές βλ. MILLAR F., A Greek Roman Empire, Berkeley, Los Angeles, London, 2006, σ. 116-123.
248.Για τη γενικότερη στάση των Χριστιανών απέναντι στα ειδωλολατρικά μνημεία βλ. SARADI-MENDELOVICI H., «Christian Attitudes toward Pagan Monuments in Late Antiquity and their Legacy in Later Byzantine Centuries», Dumbarton Oaks Papers, Vol. 44 (1990), σ. 47-61.
249.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 40-41. Για περισσότερα σχετικά με τη σύγκρουση μεταξύ του Παγανισμού και του Χριστιανισμού, όπως αυτή περιγράφεται στον Θεοδοσιανό Κώδικα βλ. BOYD W., The Ecclesiastical Edicts of the Theodosian Code, London, 21922, σ. 9-33.
250.C. Th. 10.10.21. IMPP. ARCADIUS ET HONORIUS AA. Laurentio comiti rerum privatarum. sit haec mensura bona poscentium, ne quis oblatis precibus in petitione bonorum auri atque argenti faciat mentionem. ac ne generaliter in omnes haec fuerit constituta, summis dignitatibus usque ad secundicerium notariorum hoc servari decernimus ceteris ab hac licentia retentatis, ne, dum nimia largitas tenditur, publica commoditas neglegatur, ita ut, si qui post hanc legem textum impetratae petitionis adtulerit, effectu denegato frustretur. DAT. VIII KAL. MAI. Constantinopoli Arcadio IIII  et Honorio III AA. CONSS. (396 Apr. 24).
251.{Η σπλαχνοσκοπία ήταν μία από τις μορφές μαντικής τέχνης της αρχαιότητας. Άλλες διαδεδομένες μορφές ήταν η ονειρομαντεία, η οιωνοσκοπία και, λιγότερο προσφιλής στον ρωμαϊκό κόσμο, η πυρομαντεία. Η μνεία σπλαχνοσκόπων, haruspices, προκαλεί το ενδιαφέρον, αφού για να επιτελέσουν το έργο τους θα έπρεπε να θυσιάσουν ζώα, να καταφύγουν δηλαδή σε μία πρακτική που είχε αρχίσει να θεωρείται μιαρή και να καταδικάζεται ως ειδωλολατρική. Το άρθρο αυτό του Κώδικα αποτελεί μια «γέφυρα» μεταξύ του κόσμου των εθνικών και αυτού των χριστιανών και μαρτυρεί πως η αλλαγή στις νοοτροπίες ήταν πολύ πιο δύσκολη από ό, τι η αλλαγή στους θεσμούς. Στην προκειμένη περίπτωση βλέπουμε ότι παραδοσιακές πρακτικές βρίσκονταν ακόμη σε εφαρμογή} βλ. Καμάρα,  Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 90.
252.Το άρθρο αυτό του Θεοδοσιανού Κώδικα αποτελεί την πρώτη μαρτυρία για την κατάργηση των θυσιών. Από την εποχή της εμφάνισης του Χριστιανισμού η τέλεση των θυσιών ήταν σημείο σύγκρουσης μεταξύ Χριστιανών και Εθνικών. Οι θυσίες ζώων ήταν θεμελιωδώς αντίθετες στη νοοτροπία και τις πεποιθήσεις των Χριστιανών και γι’ αυτό ήταν οι πρώτες που καταργήθηκαν, όταν ο Χριστιανισμός αναγνωρίστηκε ως θρησκεία του κράτους. Άλλωστε, οι δικαστές εντόπιζαν τους κρυπτοπαγανιστές ακριβώς από καταγγελίες πολιτών ότι οι τελευταίοι τελούσαν θυσίες μέσα σε ιδιωτικά ιερά ή και στα ίδια τους τα σπίτια βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 90-91.
253.C. Th. 16.10.1. IMP. CONSTANTINUS A. AD MAXIMUM. Si quid de palatio nostro aut ceteris operibus publicis degustatum fulgore esse constiterit, retento more veteris observantiae quid portendat, ab haruspicibus requiratur et diligentissime scriptura collecta ad nostram scientiam referatur, ceteris etiam usurpandae huius consuetudinis licentia tribuenda, dummodo sacrificiis domesticis abstineant, quae specialiter prohibita sunt. (320/1 dec. 17) .Eam autem denuntiationem adque interpretationem, quae de tactu amphitheatri scripta est, de qua ad heraclianum tribunum et magistrum officiorum scripseras, ad nos scias esse perlatam. DAT. XVI KAL. IAN. SERDICAE; ACCEPTA VIII ID. MAR. CRISPO II ET CONSTANTINO II CC. CONSS. (320/1 Dec. 17). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 46-49.
254.Κατά τους πρώιμους αυτοκρατορικούς χρόνους η νομοθεσία καταδίκαζε τον Χριστιανισμό ως superstitio. Όμως, μετά την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ανεκτής θρησκείας, η ειδωλολατρεία χαρακτηρίζεται με τον ίδιο όρο βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 91-92.
255.C. Th. 16.10.2. IMP. CONSTANTIUS A. AD MADALIANUM AGENTEM VICEM PRAEFECTORUM PRAETORIO. Cesset superstitio, sacrificiorum aboleatur insania. Nam quicumque contra legem divi principis parentis nostri et hanc nostrae mansuetudinis iussionem ausus fuerit sacrificia celebrare, competens in eum vindicta et praesens sententia exeratur. ACCEPTA MARCELLINO ET  PROBINO CONSS. (341 ....). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 48-49.
256.C. Th. 16.10.5. IDEM A. AD CEREALEM PRAEFECTUM URBI. Aboleantur sacrificia nocturna magnentio auctore permissa et nefaria deinceps licentia repellatur. ET CETERA. DAT. VIIII KAL. DEC. CONSTANTIO A. VI ET  CAES. II CONSS. (353 Nov. 23). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 52-53.
257.«Ο Ιουλιανός συνυπογράφει το διάταγμα αυτό παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν Εθνικός. Το να ομολογούσε όμως ανοιχτά τις πεποιθήσεις του αυτές όσο ήταν ζωνταντός ο Κωνστάντιος θα ισοδυναμούσε με πολιτική και φυσική αυτοκτονία και ο διορατικός και φιλόδοξος Ιουλιανός το απέφυγε επιμελώς» βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 93.
258.C. Th. 16.10.6. IDEM A. ET IULIANUS CAES. Poena capitis subiugari praecipimus eos, quos operam sacrificiis dare vel colere simulacra constiterit. DAT. XI KAL. MART. MEDIOLANO CONSTANTIO A.. VIII ET IULIANO CAES. CONSS. (356 Febr. 19). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 52-53.
259.Η αναζήτηση χρησμών εξακολουθούσε να είναι ένας από τους κυριότερους λόγους επίσκεψης ενός εθνικού ναού. Οι Χριστιανοί χαρακτήριζαν την αναζήτηση χρησμών ως δεισιδαιμονία βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 94.
260.C. Th. 16.10.7. IMPPP. GRATIANUS, VALENTINIANUS ET THEODOSIUS AAA. FLORO PRAEGECTO PRAETORIO. Si qui vetitis sacrificiis diurnis nocturnisque velut vesanus ac sacrilegus, incertorum consultorem se inmerserit fanumque sibi aut templum ad huiuscemodi sceleris executionem adsumendum crediderit vel putaverit adeundum, proscriptione se noverit subiugandum, cum nos iusta institutione moneamus castis deum precibus excolendum, non diris carminibus profanandum. DAT. XII KAL. IAN. CONSTANTINOPOLI EUCHERIO ET SYAGRIO CONSS.  (381 Dec. 21). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 52-55.
261.Το άρθρο 16.10.1 περιλαμβάνει διάταξη του Κωνσταντίνου που επιτρέπει τη χρήση σπλαγχνοσκοπίας για τη διαλεύκανση αιτίων φυσικών καταστροφών. Εντούτοις, με το άρθρο 16.10.9. η σπλαχνοσκοπία και η μαντική τέχνη εν γένει απαγορεύονται αυστηρά. Παραλήπτης του edictum αυτού είναι ο Μάτερνος Κυνήγιος, ένας από τους φανατικότερους πολέμιους της ειδωλολατρίας βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 96.
262.C. Th. 16.10.9. IDEM AAA. CYNEGIO PRAEFECTO PRAETORIO. Ne quis mortalium ita faciendi sacrificii sumat audaciam, ut inspectione iecoris extorumque praesagio vanae spem promissionis accipiat vel, quod est deterius, futura sub execrabili consultatione cognoscat. Acerbioris etenim inminebit supplicii cruciatus eis, qui contra vetitum praesentium vel futurarum rerum explorare temptaverint veritatem. Dat. VIII KAL. IUN. CONSTANTINOPOLI ARCADIO A.I ET BAUTONE V. C.. CONSS. (385 Mai. 25). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 56-57.
263.C. Th. 16.10.10. IDEM AAA. AD ALBINUM PRAEFECTUM PRAETORIO. Nemo se hostiis polluat, nemo insontem victimam caedat, nemo delubra adeat, templa perlustret et mortali opere formata simulacra suspiciat, ne divinis adque humanis sanctionibus reus fiat. Iudices quoque haec forma contineat, ut, si quis profano ritui deditus templum uspiam vel in itinere vel in urbe adoraturus intraverit, quindecim pondo auri ipse protinus inferre cogatur nec non officium eius parem summam simili maturitate dissolvat, si non et obstiterit iudici et confestim publica adtestatione rettulerit. Consulares senas, officia eorum simili modo, correctores et praesides quaternas, apparitiones illorum similem normam aequali sorte dissolvant. DAT. VI KAL. MART. MEDIOLANO TATIANO ET SYMMACHO CONSS. (391 Febr. 24). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 56-58.
264.C. Th. 16.10.11. IDEM AAA. EVAGRIO PRAEFECTO AUGUSTALI ET ROMANO COMITI AEGYPTI. Nulli sacrificandi tribuatur potestas, nemo templa circumeat, nemo delubra suspiciat. Interclusos sibi nostrae legis obstaculo profanos aditus recognoscant adeo, ut, si qui vel de diis aliquid contra vetitum sacrisque molietur, nullis exuendum se indulgentiis recognoscat. Iudex quoque si quis tempore administrationis suae fretus privilegio potestatis polluta loca sacrilegus temerator intraverit, quindecim auri pondo, officium vero eius, nisi collatis viribus obviarit, parem summam aerario nostro inferre cogatur. DAT. XVI KAL. IUL AQUILEIAE TATIANO ET SYMMACHO CONSS. (39 Iun. 16). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 58-61.
265.C. Th. 16.10.12. IMPPP. THEODOSIUS, ARCADIUS ET HONORIUS AAA. AD RUFINUM PRAEFECTUM PRAETORIO. Nullus omnino ex quolibet genere ordine hominum dignitatum vel in potestate positus vel honore perfunctus, sive potens sorte nascendi seu humilis genere condicione ortuna in nullo penitus loco, in nulla urbe sensu carentibus simulacris vel insontem victimam caedat vel secretiore piaculo larem igne, mero genium, penates odore veneratus accendat lumina, imponat tura, serta suspendat. Quod si quispiam immolare hostiam sacrificaturus audebit aut spirantia exta consulere, ad exemplum maiestatis reus licita cunctis accusatione delatus excipiat sententiam competentem, etiamsi nihil contra salutem principum aut de salute quaesierit. Sufficit enim ad criminis molem naturae ipsius leges velle rescindere, illicita perscrutari, occulta recludere, interdicta temptare, finem quaerere salutis alienae, spem alieni interitus polliceri. Si quis vero mortali opere facta et aevum passura simulacra imposito ture venerabitur ac ridiculo exemplo, metuens subito quae ipse simulaverit, vel redimita vittis arbore vel erecta effossis ara cespitibus, vanas imagines, humiliore licet muneris praemio, tamen plena religionis iniuria honorare temptaverit, is utpote violatae religionis reus ea domo seu possessione multabitur, in qua eum gentilicia constiterit superstitione famulatum. Namque omnia loca, quae turis constiterit vapore fumasse, si tamen ea in iure fuisse turificantium probabuntur, fisco nostro adsocianda censemus. Sin vero in templis fanisve publicis aut in aedibus agrisve alienis tale quispiam sacrificandi genus exercere temptaverit, si ignorante domino usurpata constiterit, viginti quinque libras auri multae nomine cogetur inferre, coniventem vero huic sceleri par ac sacrificantem poena retinebit. Quod quidem ita per iudices ac defensores et curiales singularum urbium volumus custodiri, ut ilico per hos comperta in iudicium deferantur, per illos delata plectantur. si quid autem ii tegendum gratia aut incuria praetermittendum esse crediderint, commotioni iudiciariae, subiacebunt; illi vero moniti si vindictam dissimulatione distulerint, triginta librarum auri dispendio multabuntur, officiis quoque eorum damno parili subiugandis. DAT. VI ID. NOV. CONSTANTINOPOLI ARCADIO A. II ET RUFINO CONSS. (392 Nov. 8). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 60-67.
266.C. Th. 16.10.17. IDEM AA APOLLODORO PROCONSULI AFRICAE. Ut profanos ritus iam salubri lege submovimus, ita festos conventus civium et communem omnium laetitiam non patimur submoveri. Unde absque ullo sacrificio atque ulla superstitione damnabili exhiberi populo voluptates secundum veterem consuetudinem, iniri etiam festa convivia, si quando exigunt publica vota, decernimus. DAT. XIII KAL SEPT. PATAVI THEODORO V. C. CONS. (399 Aug. 20). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 74-75.
267.C. Th. 16.10.3. IDEM AA. AD CATULLINUM PRAEFECTUM URBI. Quamquam omnis superstitio penitus eruenda sit, tamen volumus, ut aedes templorum, quae extra muros sunt positae, intactae incorruptaeque consistant. Nam cum ex nonnullis vel ludorum vel circensium vel agonum origo fuerit exorta, non convenit ea convelli, ex quibus populo Romano praebeatur priscarum sollemnitas voluptatum. DAT. KAL. NOV. CONSTANTIO IIII ET CONSTANTE III AA. CONSS. (346 [342] Nov. 1). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 49-51.
268.«Η τέλεση θυσιών τιμωρείται με τον νόμο αυτόν με την ποινή του θανάτου δι’ αποκεφαλισμού. Είναι η ίδια ποινή που, μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, επιφυλασσόταν στους θιασώτες της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού» βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 93.
269.«Αυτό είναι το πρώτο edictum σύμφωνα με το οποίο η ευθύνη για την εφαρμογή της αντιπαγανιστικής (και γενικότερα θρησκευτικής) νομοθεσίας του κράτους ανατίθεται στους διοικητές των επαρχιών» βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 93.
270.C. Th. 16.10.4. IDEM AA. AD TAURUM PRAEFECTUM PRAETORIO. Placuit omnibus locis adque urbibus universis claudi protinus templa et accessu vetito omnibus licentiam delinquendi perditis abnegari. Volumus etiam cunctos sacrificiis abstinere. Quod si quis aliquid forte huiusmodi perpetraverit, gladio ultore sternatur. Facultates etiam perempti fisco decernimus vindicari et similiter adfligi rectores provinciarum, si facinora vindicare neglexerint. DAT. KAL. DEC. CONSTANTIO IIII  ET  CONSTANTE  III  AA. CONSS. (346 [354?] Dec. 1). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 50-51.
271.C. Th. 16.10.8. IDEM AAA. PALLADIO DUCI OSDROENAE. Aedem olim frequentiae dedicatam coetui et iam populo quoque communem, in qua simulacra feruntur posita artis pretio quam divinitate metienda iugiter patere publici consilii auctoritate decernimus neque huic rei obreptivum officere sinimus oraculum. Ut conventu urbis et frequenti coetu videatur, experientia tua omni votorum celebritate servata auctoritate nostri ita patere templum permittat oraculi, ne illic prohibitorum usus sacrificiorum huius occasione aditus permissus esse credatur. DAT. PRID. KAL. DEC. CONSTANTINOPOLI ANTONIO ET SYAGRIO CONSS. (382 Nov. 30). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 54-57.
272.C. Th. 16.10.15. IDEM AA. MACROBIO VICARIO HISPANIARUM ET PROCLIANO VICARIO QUINQUE PROVINCIARUM. Sicut sacrificia prohibemus, ita volumus publicorum operum ornamenta servari. Ac ne sibi aliqua auctoritate blandiantur, qui ea conantur evertere, si quod rescriptum, si qua lex forte praetenditur. Erutae huiusmodi chartae ex eorum manibus ad nostram scientiam referantur, si illicitis evectiones aut suo aut alieno nomine potuerint demonstrare, quas oblatas ad nos mitti decernimus. Qui vero talibus cursum praebuerint, binas auri libras inferre cogantur. Dat. IIII Kal. Feb. Ravennae Theodoro V. C. Cons. (399 Ian. 29). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ.70-73.
273.C. Th. 16.10.16. IDEM AA. AD EYTYCHIANUM PRAEFECTUM PRAETORIO. Si qua in agris templa sunt, sine turba ac tumultu diruantur. His enim deiectis atque sublatis omnis superstitioni materia consumetur. Dat. VI ID. IUL. ; PROPOSITA DAMASCO THEODORO  V. C. CONS. Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 72-75.
274.C. Th. 16.10.18. IDEM AA. APOLLODORO PROCONSULI AFRICAE. Aedes illicitis rebus vacuas nostrarum beneficio sanctionum ne quis conetur evertere. Decernimus enim, ut aedificiorum quidem sit integer status, si quis vero in sacrificio fuerit deprehensus, in eum legibus vindicetur, depositis sub officio idolis disceptatione habita, quibus etiam nunc patuerit cultum vanae superstitionis impendi. DAT. XIII KAL. SEPT. PATAVI THEODORO  V. C. CONS. (399 Aug. 20). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 74-77.
275.C. Th. 16.10.19. IMPPP. ARCADIUS, HONORIUS ET THEODOSIUS AAA. OURTIO PRAEFECTO PRAETORIO. POST ALIA: Templorum detrahantur annonae et rem annonariam iuvent expensis devotissimorum militum profuturae. Simulacra, si qua etiamnunc in templis fanisque consistunt et quae alicubi ritum vel acceperunt vel accipiunt paganorum, suis sedibus evellantur, cum hoc repetita sciamus saepius sanctione decretum. Aedificia ipsa templorum, quae in civitatibus vel oppidis vel extra oppida sunt, ad usum publicum vindicentur. Arae locis omnibus destruantur omniaque templa in possessionibus nostris ad usus adcommodos transferantur; domini destruere cogantur. Non liceat omnino in honorem sacrilegi ritus funestioribus locis exercere convivia vel quicquam sollemnitatis agitare. Episcopis quoque locorum haec ipsa prohibendi ecclesiasticae manus tribuimus facultatem; iudices autem viginti librarum auri poena constringimus et pari forma officia eorum, si haec eorum fuerint dissimulatione neglecta. DAT. XVII KAL DEC. ROMAE BASSO ET PHILIPPO CONSS. (408 [407] Nov. 15). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 76-79.
276.C. Th. 16.10.13. IMPP. ARCADIUS ET HONORIUS AA. RUFINO PRAEFECTO PRAETORIO. Statuimus nullum ad fanum vel quodlibet templum habere quempiam licentiam accedendi vel abominanda sacrificia celebrandi quolibet loco vel tempore. igitur universi, qui a catholicae religionis dogmate deviare contendunt, ea, quae nuper decrevimus, properent custodire et quae olim constituta sunt vel de haereticis vel de paganis, non audeant praeterire, scituri, quidquid divi genitoris nostri legibus est in ipsos vel supplicii vel dispendii constitutum, nunc acrius exsequendum. sciant autem moderatores provinciarum nostrarum et his apparitio obsecundans, primates etiam civitatum, defensores nec non et curiales, procuratores possessionum nostrarum, in quibus sine timore dispendii coetus illicitos haereticos inire comperimus, eo, quod fisco sociari non possunt, quippe ad eius dominium pertinentes, si quid adversus scita nostra temptatum non fuerit vindicatum adque in vestigio ipso punitum, omnibus se detrimentis et suppliciis subiugandos, quae scitis sunt veteribus constituta. Speciatim vero hac lege in moderatores austeriora sancimus et decernimus: namque his non custoditis omni industria adque cautela non solum hanc multam, quae in ipsos constituta est, exerceri, verum etiam quae in eos praefinita est qui commissi videntur auctores, nec his tamen remissa, quibus ob contumaciam suam iuste est irrogata. Insuper capitali supplicio iudicamus officia coercenda, quae statuta neglexerint. DAT. VII ID. AUG CONSTANTINOPOLI OLYBRIO ET PROBINO CONSS. (395 Aug. 7). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 66-71.
277.C. Th. 16.10.14. IDEM AA. CAESARIO PRAETORIO PRAETORIO. Privilegia si qua concessa sunt antiquo iure sacerdotibus ministris praefectis hierofantis sacrorum sive quolibet alio nomine nuncupantur, penitus aboleantur nec gratulentur se privilegio esse munitos, quorum professio per legem cognoscitur esse damnata. Dat. VII ID. DEC. Constantinopoli Arcadio IIII ET HONORIO III AA.CONSS. (396 Dec. 7). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ.70-71.
278.Η παράγραφος αυτή είναι πολύ σημαντική, καθώς για πρώτη φορά ορίζεται ως τιμωρία για την παράβαση της απαγόρευσης τέλεσης θυσιών η κατάσχεση της περιουσίας του δράστη και όχι η φυσική του τιμωρία. Είναι πλέον εμφανές ότι η Πολιτεία στρεφόταν κατά της αριστοκρατικής τάξης των πόλεων από την οποία προερχόταν μεγάλο μέρος των Εθνικών του τέλους του τέταρτου αιώνα, βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 100-101.
279.C. Th. 16.10.20. IMPP. HONORIUS ET THEODOSIUS AA. Sacerdotales paganae superstitionis competenti coercitioni subiacere praecipimus, nisi intra diem kalendarum. Novembrium de Karthagine decedentes ad civitates redierint genitales, ita ut simili quoque censurae per totam africam sacerdotales obnoxii teneantur, nisi de metropolitanis urbibus discesserint et remearint ad proprias civitates. Omnia etiam loca, quae sacris error veterum deputavit, secundum divi Gratiani constituta nostrae rei iubemus sociari ita ut ex eo tempore, quo inhibitus est publicus sumptus superstitioni deterrimae exhiberi, fructus ab incubatoribus exigantur, // quod autem ex eo iure ubicumque ad singulas quasque personas vel praecedentium principum largitas vel nostra maiestas voluit pervenire, id in eorum patrimoniis aeterna firmitate perduret. Quod non tam per Africam quam per omnes regions in nostro orbe positas custodiri decernimus. Ea autem, quae multiplicibus constitutes ad venerabilem ecclesiam voluimus pertinere, Christiana sibi merito religio vindicabit, ita ut omnis expensa illius temporis ad superstitionem pertinens, quae iure damnata est, omniaque loca, quae frediani, quae dendrophori, quae singular quaeque nomina et professions gentiliciae tenuerunt epulis vel sumptibus deputata, possint hoc errore submoto compendia nostrae domus sublevare. Sane si quondam sacrificiis deceptionem hominum praestiterunt, ab usibus lavacrorum vel publicis affiectibus separentur, ne inlecebram errantibus praestent. Chiliarchas insuper et centonarios vel qui sibi plebis distributionem usurpare dicuntur censuimus removendos, ita ut capitalem sententiam non evadat, si quis aut volens ad huiusmodi nomen accesserit aut passus fuerit vel invitum se huiusmodi praesumptioni atque invidiae deputari. DAT. III KAL. SEPT. RAVENNAE HONORIO X ET THEODOSIO VI AA. CONSS. (415 Aug. 30). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 79-83.
280.C. Th. 16.10.21. IDEM AA. AURELIANO PRAEFECTO PRAETORIO II. POST ALIA: Qui profano pagani ritus errore seu crimine polluuntur, hoc est gentiles, nec ad militiam admittantur nec administratoris vel iudicis honore decorentur. DAT. VII ID. DEC. D. N. THEODOSIO  A. VII ET PALADIO CONSS. (416 Dec. 7). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 82-85.
281.C. Th. 16.10.22. IDEM AA. ASCLEPIODOTO PRAEFECTO PRAETORIO. POST ALIA: Paganos qui supersunt, quamquam iam nullos esse credamus, promulgatarum ....Iam dudum praescripta compescant. ET CETERA. DAT. V ID. APRIL. CONSTANTINOPOLI ASCLEPIODOTO ET MARINIANO CONSS. (423 Apr. 9). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 84-85.
282.C.Th. 16.10.23. IDEM AA. ASCLEPIODOTO PRAEFECTO PRAETORIO. POST ALIA: Paganos qui supersunt, si aliquando in execrandis daemonum sacrificiis fuerint comprehensi, quamvis capitali poena subdi debuerint, bonorum proscriptio ac exilium cohercebit. DAT. VI ID. IUN. CONSTANTINOPOLI ASCLEPIODOTO ET MARINIANO CONSS. (423 Iun. 8). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 84-85.
283.C. Th. 16.10.24. IDEM AA. ASCLEPIODOTO PRAEFECTO PRAETORIO. POST ALIA: Manichaeos illosque, quos Pepyzitas vocant, nec non et eos, qui omnibus haereticis hac una sunt persuasione peiores, quod in venerabili die paschae ab omnibus dissentiunt, si in eadem amentia perseverant, eadem poena multamus, bonorum proscriptione atque exilio. Sed hoc christianis, qui vel vere sunt vel esse dicuntur, specialiter demandamus, ut iudaeis ac paganis in quiete degentibus nihilque temptantibus turbulentum legibusque contrarium non audeant manus inferre religionis auctoritate abusi. Nam si contra securos fuerint violenti vel eorum bona diripuerint, non ea sola quae abstulerint, sed conventi in triplum et quadruplum quae rapuerint restituere compellantur. Rectores etiam provinciarum et officia et provinciales cognoscant se, si fieri permiserint, ut eos qui fecerint puniendos. DAT. VI ID. IUN. CONSTANTINOPOLI ASCLEPIODOTO ET MARINIANO CONSS. (423 Iun. 8). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 86-89.
284.C. Th. 16.10.25. IMPP. THEODOSIUS ET VALENTINIANUS AA. ISIDORO PRAEFECTO PRAETORIO. Omnibus sceleratae mentis paganae exsecrandis hostiarum immolationibus damnandisque sacrificiis ceterisque antiquiorum sanctionum auctoritate prohibitis interdicimus cunctaque eorum fana templa delubra, si qua etiam nunc restant integra, praecepto magistratuum destrui collocationeque venerandae Christianae religionis signi expiari praecipimus, scientibus universis, si quem huic legi aput competentem iudicem idoneis probationibus illusisse constiterit, eum morte esse multandum. DAT. XVIII KAL. DEC. CONSTANTINOPOLI THEODOSIO XV ET VALENTINIANO IIII AA. CONSS. (435 Nov. 14). Η μετάφραση της Καμάρα Αφροδίτης από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 88-89.
285.Για το θέμα αυτό βλ. DZIELSKA M.-TWARDOWSKA K«The Divine Man of Late Hellenism: a sociable and popular figure», στo ATHANASSIADI P. (επιμ.), Mutations of Hellenism in Late Antiquity, London, New York, 22016, σ. 13-27 (εδώ σ. 25-27).
286.Βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 143 και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή ιστορία όπ. π., σ. 155.
287.Βλ. NOVAK, Χριστιανισμός όπ. π., σ, 269.
288.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 111-112, καθώς και ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή ιστορία όπ. π., σ. 155-156.
289.C. Th. 13.3.5. Τα έργα του Ιουλιανού υπάρχουν σε δύο βασικές εκδόσεις: Bidez J., Julien l’ Empereur, Oeuvres complètes, Παρίσι, 1964 και Wright W. (επιμ.), The works of the Emperor Julian, Loeb classical library, 2014 (3 τόμοι). Το «Edictum  περί παιδείας» είναι η υπ’ αριθμόν 42 επιστολή του δευτέρου μέρους του πρώτου τόμου στη γαλλική έκδοση και το υπ΄ αριθμόν 36 κείμενο του τρίτου τόμου στην αγγλική έκδοση. Ο τίτλος προστέθηκε αργότερα από φιλολόγους. 
290.Την ύπαρξη του ηδίκτου αυτού τη γνωρίζουμε από μία δημόσια επιστολή του αυτοκράτορα, στην οποία σχολιάζεται η ανακόλουθη στάση των χριστιανών δασκάλων έναντι των κειμένων που δίδασκαν, βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 144-145. 
291.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 112, καθώς και ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 144.
292.Βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 145-146.
293.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 93 και 113-114. Για την προσπάθεια αναχαίτισης του Χριστιανισμού από τον Ιουλιανό πρβλ. BRAUN R., «Julien et le Christianisme», στο BRAUN R.-RICHER J.(επιμ.), L’ Empereur Julien: De l’ histoire ὰ la légende ( 331-1715 ), Paris, 1978, 159-188. 
294.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 114.
295.Την άποψη αυτή γνωρίζω εκ παραπομπής από ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 114-115.
296.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 125 και 128.
297.Βλ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ, Ρωμαϊκό Δίκαιο όπ. π., σ.76.
298.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί όπ. π., σ. 58 και 62. Για το ζήτημα αυτό βλ. το άρθρο του ALONSO-NÚÑEZ, «The Emperor Julian’s ″Misopogon″ and the Conflict between Christianity and Paganism», Ancient Society 10 (1979), σ. 311-324.
299.Βλ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ Π., Ιουλιανός, μία βιογραφία, μετάφραση Δημήτρης Κυρίτσης, Αθήνα, 2001, σ. 256.
300.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί όπ. π., σ. 63.
301.Σύμφωνα με την άποψη του Whittaker J., η φιλανθρωπία απέναντι σε φίλους και εχθρούς χαρακτήριζε την αντίληψη περί ηθικής της Ύστερης Αρχαιότητας ήδη από τον δεύτερο αιώνα και δεν αποτελούσε ίδιον των Χριστιανών. Την παραπομπή αυτή τη γνωρίζω από Αθανασιάδη, Ιουλιανός όπ. π., σ. 264-265.
302.Γενικά για τον Ιουλιανό βλ. ΜΠΡΑΟΥΝ Π. (BROWN P.), Η κοινωνία και το Άγιο στην ύστερη Αρχαιότητα, μετάφραση Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, Αθήνα, 2000, σ. 91-109.
303.Βλ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Ιουλιανός όπ. π., σ. 266.
304.ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, 5.17.2.
305.Βλ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ, Ιουλιανός όπ. π., σ. 269.
306.Πρβλ. FARNEY R., La religion de l’ empereur Julien et le mysticisme de son temps, Paris, 1934, passim.
307.Βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή ιστορία όπ. π., σ. 155.
308.Για το θέμα αυτό βλ. JONES A. H. M., «The Social Background of the Struggle between Paganism and Christianity», στο MOMIGLIANO A. (επιμ.), The Conflict between Paganism and Christianity in the Fourth Century, Oxford, 1963, σ. 17-37.
309.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 32-33.
310.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 33. Για την προσέγγιση των Εθνικών από τους Πατέρες της Εκκλησίας πρβλ. ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ-ΠΙΣΙΝΑ Ε., Η προσέγγιση των Εθνικών κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, Αθήνα, 22016.
311.Για την πάλη αυτήν πρβλ. και BROWN P. - TESTA R. (επιμ.), Pagani e cristiani in dialogo, Bose, 2008, passim.
312.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 30.
313.Για τους νέο-πλατωνιστές πρβλ. ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ Δ., Δίκαιο και θεσμοί στην δευτέρα σοφιστική, Αθήνα-Κομοτηνή, 2004, passim.
314.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 33-34.
315.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 29-30.
316.Για το θέμα αυτό βλ. TIMOTHY GR., «The Survival of Paganism in Christian Greece», The American Journal of Philology, vol. 107 (1986), σ. 229-242.
317.Βλ. ΚΑΜΑΡΑ, Ἡ ἀντιπαγανιστικὴ νομοθεσία όπ. π., σ. 107.
318.Βλ. BROWN P., Ο κόσμος όπ. π., σ. 100.
319.Βλ. ΠΛΕΞΙΔΑΣ Ι., Αθανάσιος Αλεξανδρείας-Αθηναγόρας-Τατιανός, Λόγοι Χριστιανών κατά Εθνικών, Θεσσαλονίκη, 2004, σ.36.
320.Πρβλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Πηγές όπ. π., σ. 50-52.
321.Επιστ. 10, 15-16, 46, 81 και 154 βλ. GARZYA A., Synesii Cyrenensis Epistulae, Roma, 1979, σ. 30-31, 35-37, 86, 146-147, 271-277. Για τις επιστολές του Συνεσίου βλ. και CAMERON A.- LONG J., Barbarians and Politics at the Court of Arcadius, Berkeley-Los Angeles-Oxford, 1993, σ. 39-62.
322.Σούδα, Υ 166, Adler IV, 644-646 και ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί Ιστορικοί όπ. π., σ. 134.
323.Βλ. DZIELSKA M., Υπατία η Αλεξανδρινή, μετάφραση Γιώργος Κουσουνέλος, Αθήνα, 1997, σ. 60-61 και 78-79.
324.Βλ. DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 79, όπου αμφισβητείται η χρονολογία 412.
325.ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, «Χάρη στην αρχοντική ειλικρίνεια που τη διέκρινε λόγω της καλλιέργειάς της, διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με τους σημαντικότερους ανθρώπους της πόλης, οι οποίοι την εκτιμούσαν βαθύτατα και τη θαύμαζαν για τη σωφροσύνη της».
326.Βλ. DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 83.
327.Βλ. DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 127-128 και 131-132, καθώς και ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί Ιστορικοί όπ. π., σ. 134-135. 
328.Σύμφωνα με την άποψη του Rougé ο Θεόφιλος δε διέφερε ιδιαίτερα από τους προκατόχους ή τους διαδόχους του στην καταδίωξη του παγανισμού και ενεργούσε σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους. Την παραπομπή αυτή τη γνωρίζω από DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 150.
329.Για την καταστροφή του Σεραπείου βλ. και CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί όπ. π., σ. 85-89, «Ένα έδικτο με ημερομηνία 16 Ιουνίου 391, που στάλθηκε από την Ακυληία προς τον έπαρχο και τον κόμη (στρατιωτικό διοικητή) της Αιγύπτου αφορούσε την Αλεξάνδρεια. Ο επίσκοπος της πόλης Θεόφιλος το εκμεταλλεύτηκε αμέσως για να καταστρέψει με τη βοήθεια του στρατού (καθώς το edictum απευθυνόταν και στον κόμη) το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, αλλά και άλλα ιερά, μέσα και γύρω από την πόλη» , καθώς και DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 150.
330.Βλ. DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 149-150.
331.Για περισσότερα σχετικά με τις συνθήκες θανάτου της Υπατίας βλ. DZIELSKA, Υπατία όπ. π., σ. 157-186.
332.Σούδα, όπ. π., Υ 166. 645, 4-12. Υποστηρίζεται, βέβαια και η άποψη ότι ο πατριάρχης Κύριλλος δεν έφερε καμία ευθύνη και ούτε συμμετείχε στη δολοφονία της Υπατίας βλ. ΚΥΚΚΩΤΗΣ ΑΘ., Μητροπολίτης Κυρήνης, Μνήμη Υπατίας της φιλοσόφου, Λάρνακα, 2015, σ. 53-55.
333. Όπ. π., Υ 166. 645, 13-14.
334.ΣΩΚΡΑΤΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία. {Οι «παραβολάνοι» ή «παραβαλανεῑς» ήταν στην υπηρεσία της Εκκλησίας και την περίοδο αυτή τελούσαν υπό τις διαταγές του Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Οργανωμένοι σαν ομάδα κρούσεως αναμείχθηκαν στις εκκλησιαστικές διαμάχες της εποχής και σε μια προσπάθεια περιορισμού της δυνάμεώς τους ο αριθμός τους περιορίστηκε αρχικά σε 500 και αργότερα σε 600, C. Th. 16.2.42 και 43 του 416 και 418} βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 135-136.
335.Βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 136.
336.Για περισσότερα αναφορικά με τη δράση και την προσωπικότητα του πατριάρχη Κυρίλλου βλ. TRAINA G., 428 μ.Χ., Ιστορία μιας χρονιάς, μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, Αθήνα, 2011, σ. 195-196.
337.Βλ. ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, Βυζαντινοί ιστορικοί όπ. π., σ. 136-137.
338.Βλ. CHUVIN, Οι τελευταίοι Εθνικοί όπ. π., σ. 107-112.