ΑΠ 831/2013, Γ΄ Πολιτικό Τμήμα - Ενημερωτικό Σημείωμα

2018-01-18 06:10
 
ΑΠ 831/2013, Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
Πρόεδρος: Δ. Μαζαράκης, Αρεοπαγίτης (προεδρεύων)
Εισηγήτρια: Ελ. Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτης
Λοιπή Σύνθεση: Ν. Μπιχάκης, Ερ. Καλούδης, Αρ. Σταυράκης Αρεοπαγίτες. 
Δικηγόροι: Σ. Θεοδωρόπουλος – Δ. Καραγιαννακίδης. 
Διατάξεις: ΚΠολΔ (άρθ. 559 αριθ. 1, 18-19, άρθ. 579 § 1) -  Σύντ. (άρθ. 5, 13 § 1, 105 § 1, 3) – ΕΣΔΑ (άρθ. 9) – ΑΚ (άρθ. 174, 175, 281) - Καταστατικός Χάρτης Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ) έτους 1926 (άρθ. 101, 103, 132, 188) και κυρωτικό αυτού Ν.Δ. της 10/16.9.1926 – ΕισΝΑΚ (άρθ. 99).
Λήμματα: κληρονομική διαδοχή αγιορειτών μοναχών, καταστατικός χάρτης Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο), κοινοβιάτες και ιδιορρυθμίτες μοναχοί, περιουσία μοναχού αποκτηθείσα πριν και μετά την κουρά. 
Περίληψη: Συνταγματικό καθεστώς προνομιακής αυτοδιοικήσεως του Αγίου Όρους-Άθω (105 Συντ.).- Καταστατικός Χάρτης Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ, 1926), όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 10/16.9.1926.- Αυξημένης τυπικής ισχύος νομοθετικά κείμενα, με περιεχόμενο λεπτομερείς ρυθμίσεις, που εφαρμόζονται ειδικά στη χερσόνησο του Αγίου Όρους και είναι γνωστές ως «αγιορειτικά καθεστώτα».- Κληρονομική διαδοχή μοναχών. Η περιουσία που αποκτά ο αγιορείτης μοναχός μετά την κουρά και εγκαταβίωσή του σε κάποια από τις 20 μονές του Άθω, περιέρχεται στην οικεία μονή.- Οι σχετικές ρυθμίσεις (101 ΚΧΑΟ) αποτελούν ειδικό κληρονομικό δίκαιο (lex specialis), που κατισχύουν των γενικών αντίστοιχων διατάξεων του ΑΚ.- Άκυρη, ως αντίθετη σε κανόνες δημοσίας τάξεως (174-175 ΑΚ), η διαθήκη μοναχού με αντικείμενο διάθεση περιουσίας αποκτηθείσας μετά την κτήση της μοναχικής ιδιότητας.- Δεν αναιρείται η ΕφΑθ 1433/2010.
 
Επειδή, κατά το άρθ. 105 § 1 και 3 του Συντάγματος η Χερσόνησος του Άθω, από της Μεγάλης Βίγλας και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου Όρους, είναι σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ’ αυτό παραμένει άθικτη, ο δε λεπτομερής καθορισμός των αγιορειτικών καθεστώτων και του τρόπου της λειτουργίας τους, γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ), τον οποίο, με σύμπραξη των αντιπροσώπων του κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ι. Μονές. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 101 του από 10 Μαΐου 1924 ΚΧΑΟ, που κυρώθηκε από το Ν.Δ. της 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 (ΦΕΚ Α΄ 309) και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθ. 99 του Εισαγωγικού αυτού Νόμου, κάθε περιουσία που απέκτησε ο μοναχός, μετά την, κατά τους θείους και ι. κανόνες δια της μοναχικής κουράς, πρόσκτηση της ιδιότητος του μοναχού και εγκαταβιούντος σε κάποια από τις Ι. Μονές που απαρτίζουν την Ι. Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους, περιέρχεται στην οικεία αυτού μόνη της μετανοίας του, οπουδήποτε και αν αυτός αποβιώσει και αν ακόμη αυτός απεχώρησε από την Μονή αυθαιρέτως, δηλαδή όχι νομίμως, άνευ απολυτηρίου της μονής του. 
Η μετά την πρόσκτηση της μοναχικής ιδιότητος κτηθείσα περιουσία του μοναχού διέπεται αποκλειστικώς από τις άνω διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. και όχι από τις διατάξεις του ΑΚ. Η ανωτέρω ρύθμιση, περί της κληρονομικής διαδοχής των μοναχών του Αγίου Όρους, συμπλέει και προς το σύνολο των ι. κανόνων και των παραδόσεων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, που έχουν επαυξημένη τυπική δύναμη, κατά το άρθ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, λόγω της ρητής στους εν λόγω κανόνες και διατάξεις γινομένης υπό του Κ.Χ.Α.Ο. παραπομπής, δια της διατάξεως του άρθ. 188, που ορίζει ότι ο εν λόγω Καταστατικός Χάρτης απορρέει «εκ των αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων τε και τυπικών, πατριαρχικών σιγιλλίων, σουλτανικών φιρμανίων, ισχυόντων γενικών κανονισμών και αρχαιοτάτων μοναχικών θεσμών και καθεστώτων». Σύμφωνα δε με τους εν λόγω ι. κανόνες και ι. παραδόσεις, ο μοναχός δια της κουράς του υποβάλλεται εκουσίως στην κατάσταση της υπακοής και της ακτημοσύνης (πενίας), υπαγόμενος έκτοτε υπό την κανονική εξουσία της μονής, την οποία εγκαταβιώνει, η δε δια της κουράς δημιουργούμενη μοναχική κατάσταση παραμένει αναλλοίωτη και μετά την άνευ απολυτηρίου αποχώρηση εκ της μονής, μη απαλλασσομένου της στην μονή της μετανοίας του υπεξουσιότητας. Εξαίρεση από τα ανωτέρω ισχύει μόνον προκειμένου περί μοναχών που αποχωρούν από την μονή, χειροτονούμενοι επίσκοποι, λόγω διαταγής της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής, οπότε καθίσταται περιττή η έκδοση από την ανωτέρω μονή του υπό του άρθ. 103 Κ.Χ.Α.Ο. προβλεπόμενου απολυτηρίου, δεδομένου ότι η εξ αυτής αποχώρησή του έγινε με βάση διαταγή της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής, υπό την κανονική διοικητική εξουσία της οποίας τελεί η μονή και για τον λόγο αυτό ο αποχωρήσας μοναχός, χωρίς να χάνει τη μοναχική του ιδιότητα, απαλλάσσεται μόνο της στην μονή υπεξουσιότητας και εντεύθεν οι εξ αυτής συνέπειες, όπως οι υπό του μοναχού δοθείσες επαγγελίες της υπακοής και της ακτημοσύνης, ως εντελώς ασυμβίβαστοι προς το βαθμό της αρχιεροσύνης, στον οποίο προήχθη ο μοναχός, ατονούν (κανών Β΄ της εν Αγία Σοφία Συνόδου). 
Η ως άνω δε υπό του ΚΧ προβλεπόμενη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής των μοναχών, στην οποία περιλαμβάνεται και η περίπτωση που αυτοί εγκατέλειψαν τη μονή της μετανοίας των αυθαιρέτως, άνευ απολυτηρίου, δεν αντιβαίνει: α) στις διατάξεις του άρθ. 5 του Συντάγματος που προστατεύει την οικονομική ελευθερία του ατόμου, στην οποία εντάσσεται και η ελευθερία διαθέσεως της περιουσίας με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, β) στις διατάξεις του άρθ. 13 § 1 του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως και γενικότερα τη θρησκευτική ελευθερία, περιλαμβάνουσα την ελευθερία επιλογής θρησκείας, την ελευθερία της μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων ή και την ελευθερία να μην πρεσβεύει κάποιος οποιαδήποτε θρησκεία και γ) στις διατάξεις του άρθ. 9 ΕΣΔΑ. Τούτο δε γιατί ο μοναχός που υπέστη την μοναχική κουρά και ενεγράφη στο οικείο μοναχολόγιο, εκουσίως υπεβλήθη στο ιδιαίτερο νομικό και κανονικό καθεστώς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, στο οποίο, συνταγματικώς κατοχυρούμενο, εξακολουθεί να υπάγεται, ενόσω δεν απέβαλε την ιδιότητα του μοναχού. Ενόψει δε της προδιαληφθείσας ρυθμίσεως της κληρονομικής διαδοχής του μοναχού του Αγίου Όρους, η υπ’ αυτού δια διαθήκης γενόμενη διάθεση της περιουσίας του που απέκτησε μετά την κτήση της μοναχική του ιδιότητας, ως αντικειμένη σε κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 175 ΑΚ άκυρη. 
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε διεκδικητικής ή περί κλήρου αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε το δικαίωμά του. […].
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τον προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής πραγματικά περιστατικά: «Στις 14 Απριλίου του έτους 1979, απεβίωσε στη ... ο μοναχός ..., κατά κόσμον Γ.Ε.Κ., ο οποίος κατοικούσε στο εκεί Ησυχαστήριο επ` ονόματι Π.Ε.Α.Ε. Ο μοναχός αυτός προσήλθε στην ενάγουσα μονή του Αγίου Όρους και μετά από σχετική δοκιμασία εκάρη, σύμφωνα με τους θείους, ιερούς, αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες μοναχός, το έτος 1926. Από τότε ανήκε, ως αγιορείτης μοναχός, στη μονή της …, καταχωρημένος στο μοναχολόγιό της με στοιχεία 420/1/61, όπου εμόνασε μέχρι το έτος 1937, οπότε αποχώρησε από τη μονή αυτή για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως. Ακολούθως, εγκαταστάθηκε στο άνω Ησυχαστήριο Α.Ε., που έχει έκταση σαράντα [40] περίπου στρέμματα και επ’ αυτού κτίσματα, διώροφο εντευκτήριο οίκο, αίθουσες και παρεκκλήσια, τα οποία αυτός απέκτησε με αγορά και συνένωση δύο μικρότερων αγρών, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../11-2-1937 συμβολαίου αγοράς του Συμβολαιογράφου Αθηνών …, νομίμως μεταγεγραμμένου, όλου δε του ακινήτου με συνεχή και αδιάκοπη διάνοια κυρίου, έκτοτε και μέχρι του θανάτου του, νομή του, επί χρόνο κατά πολύ μεγαλύτερο της 20ετίας. Εξάλλου δυνάμει των υπ’ αριθ. .../1953 και .../1953 συμβολαίων αγοράς των Συμβολαιογράφων Λαυρίου … και …, τα οποία μεταγράφτηκαν νόμιμα, ο θανών αγόρασε έναν αγρό, εκτάσεως τεσσάρων [4] περίπου στρεμμάτων, που προήλθε από συνένωση δύο μικρότερων τμημάτων εμβαδού 1 και 1/2 και 2 και 1/2 στρεμμάτων αντιστοίχως και δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1956 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Λαυρίου …, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, έναν αγρό εκτάσεως 1 και 1/2 στρέμματος περίπου. Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται στη θέση ... του Δήμου Κ. Αττικής και μεταβιβάστηκαν σε αυτόν, κατά κυριότητα, από τους αληθείς κυρίους τους. Η Ιερά Σύναξη εν απαρτία σε Δικαστική Συνεδρία της Ι. Μονής Μ. Λ., με την υπ’ αριθ. ΝΓ`/4-3-1948 απόφασή της, αποφάσισε να παραλάβει την Καλύβη Α. Τ. του μοναχού Γ. και να διαγράψει αυτόν εκ του Ομολόγου της εν λόγω Καλύβης και του μοναχολογίου, σύμφωνα με το άρθ. 132 ΚΧΑΟ, λόγω αδικαιολόγητης απουσίας του από τη Σκήτη, επί σειρά ετών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον θανόντα. Όμως αυτός δεν διαγράφηκε ποτέ από το μοναχολόγιο της ενάγουσας Μονής Μ. Λ., ούτε έλαβε ποτέ απολυτήριο απ’ αυτή, όπως προκύπτει από το, με αριθμό …/23-12-2001 πιστοποιητικό της μονής. Σε αλληλογραφία, που είχε ο θανών επί σειρά ετών, από την αποχώρησή του μέχρι του θανάτου του, με την μονή εγκαταβιώσεώς του, ελάμβανε οδηγίες για την διευθέτηση των υποθέσεών του, ζητούσε άδεια απ’ αυτήν για να κείρει μοναχούς, δόκιμους μοναχούς τους οποίους είχε στη συνοδεία του και για τους οποίους επίσης είχε ζητήσει άδεια να τους έχει κοντά του ως δόκιμους, άδεια προς μετάβαση μοναχού στο εξωτερικό για θεραπευτικούς λόγους, ζητούσε τον εφοδιασμό ταυτοτήτων των μοναχών της Ι. Μονής στην οποία ανήκουν, ενώ η ενάγουσα ζητούσε την αποστολή μοναχολογίου, στο οποίο να αναφέρονται άπαντες οι μοναχοί, χορηγούσε στους μοναχούς πιστοποιητικά και ταυτότητες και αποφάσιζε για θέματα που αφορούσαν τα Ησυχαστήρια. Ο θανών υπέγραφε την αλληλογραφία ως ο Οικονόμος των Ημετέρων Ησυχαστηρίων, ενέργειες από τις οποίες αποδεικνύεται μία σχέση πλήρους εξάρτησης του θανόντος από την ενάγουσα Ι. Μονή, δεδομένου ότι ο θανών θεωρούσε τον εαυτόν του μοναχό ...... ... , που ανήκε σ’ αυτήν. Η ενάγουσα είχε χορηγήσει σε αυτόν, κατά το έτος 1975, νέο Ομόλογο, αντί εκείνου από το οποίο διαγράφηκε, το έτος 1948. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο θανών είχε διενέξεις με την ενάγουσα Ι. Μονή, ως μέσο πίεσης προς αυτήν, ζητούσε να του χορηγηθεί απολυτήριο. Ο θανών αγιορείτης μοναχός ..., συνέταξε την από 1-1-1977 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τα υπ’ αριθμ. …/1979 πρακτικά του. Με αυτή εγκατέστησε κληρονόμους στην περιουσία του τον μεν Φ. ή Φ. Π., ιερομόναχο επί του Ησυχαστηρίου Α. Ε., ο οποίος δεν είναι πλέον διάδικος, την δε Αδελφότητα του Ι. Ησυχαστηρίου Π. Α. Αττικής επί των δύο ελαιοπεριβόλων του στην ..... . Ο μοναχός ..., ο οποίος απεβίωσε στις 14-4- 1979, εξακολουθούσε να είναι γραμμένος στο μοναχολόγιο της ενάγουσας Ι. Μονής, χωρίς μέχρι τον χρόνο του θανάτου του να έχει λάβει απολυτήριο από αυτή. Η κατά το έτος 1937 αποχώρησή του από την ενάγουσα δεν έγινε νόμιμα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και γι’ αυτό η περιουσία που απέκτησε ο μοναχός αυτός μετά την κουρά του, περιέρχεται στην ενάγουσα Ι. Μονή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε χωρίς να λάβει απολυτήριο από αυτή, μονή εγκαταβιώσεώς του. 
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ενάγουσα είναι κληρονόμος του θανόντος εκ του νόμου, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες ο θανών μοναχός, στερείτο της εξουσίας διαθέσεως της περιουσίας που απέκτησε μετά την κουρά του, η οποία περιέρχεται στην Μονή του Αγίου Όρους και επομένως η γενομένη με την ως άνω διαθήκη, διάθεση της περιουσίας του αυτής, όπως και η ίδια η διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο προσκρούει στις ως άνω δημοσίας τάξεως διατάξεις, είναι άκυρη. Το εκκαλούν Σωματείο με την επωνυμία Αδελφότητα του Ι. Ησυχαστηρίου Π. Α. Σ. Π. Ο., ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η ενάγουσα έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του μοναχού Γ., στηριζόμενο στο άρθ. 101 Κ.Χ.Α.Ο., οπωσδήποτε το δικαίωμα αυτό, ασκούμενο μετά από 23 χρόνια από τον θάνατό του, 54 ολόκληρα χρόνια από τη διαγραφή του και μετά από 17 χρόνια από την έγερση της προγενέστερης αγωγής εναντίον του, από την οποία η αντίδικός του παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, είχαν δημιουργήσει, τόσο στον διαθέτη όσο και σ’ αυτό, την ακράδαντο πεποίθηση, ότι δεν θα επιχειρήσει πλέον αυτή την ακύρωση της διαθήκης, αντιθέτως θα σεβαστεί τη βούληση του διαθέτη. Ότι η ενάγουσα μέχρι τον θάνατο του ηγουμένου της .... , τον Οκτώβριο του 1984, αναγνώριζε πλήρως την διαθήκη και σεβόταν το κύρος της και για το λόγο αυτό δεν είχε ενοχλήσει την αδελφότητα του Ι. Ησυχαστηρίου της Α. Σ., με διεκδικήσεις. Το αυτό πίστευε το εκκαλούν, μετά τη ματαίωση της προγενέστερης αγωγής εναντίον του, διότι θεώρησε δεδομένο ότι μετά την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων, η αντίδικός του θα απείχε από την άδικη σε βάρος του διεκδίκηση, πεποίθηση την οποία ενίσχυε η γνώση της διαγραφής του διαθέτη από το μοναχολόγιο της Ι. Μονής Μ. Λ. του Αγίου Όρους από το έτος 1948 . Πλην όμως 17 έτη μετά την ματαίωση της αγωγής της, η ενάγουσα-εφεσίβλητη επιχειρεί εκ νέου να αποκτήσει κτήματα που δεν δικαιούται, εγείροντας την κρινόμενη αγωγή και ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της, έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο άρθ. 281 ΑΚ και πρέπει εκ του λόγου τούτου, να απορριφθεί η αγωγή της. Η ένσταση αυτή, προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την οποία νομίμως επαναφέρει το εκκαλούν στο Εφετείο, είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Η ενάγουσα …, προέβη εξ αρχής, ως νόμιμη κληρονόμος, σε όλες τις ενέργειες και αποδέχθηκε την κληρονομία του ιερομονάχου …, με την υπ’ αριθ. ....../18-9-1984 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών …, που μεταγράφτηκε νόμιμα στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Αχαρνών. Στη συνέχεια άσκησε την από 28-1-1985 αγωγή, με το ίδιο με την κρινόμενη, περιεχόμενο, η δε απόφαση περί ασκήσεως αυτής, είχε ληφθεί ζώντος του …, ο οποίος με το υπ’ αριθμ. .../30-9-1983 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας … να ασκήσει την παραπάνω αγωγή, διεκδικώντας την κληρονομιαία περιουσία του αδελφού τους Γ. ιερομόναχου. Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, η ενάγουσα παραιτήθηκε ενόψει του ότι, οι εναγόμενοι ιερομόναχος Φ. και το εδρεύον στην ... Σωματείο, με την επωνυμία Αδελφότητα του Ι. Ησυχαστηρίου …, ζήτησαν από την ενάγουσα, να σταματήσει τις κατ’ αυτών διεκδικήσεις με αγωγές και να παραμείνουν αυτοί (εναγόμενοι) στη χρήση μόνο των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων του ιερομονάχου Γ., ως εκπρόσωποι της Ι.Μ.Μ. Λαύρας, όπως μέχρι τότε ήταν και αναγνώρισαν την επί της κληρονομιαίας περιουσίας κυριότητα της ενάγουσας, η οποία, δεχθείσα το αίτημα αυτό, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αρχικά ασκηθείσας, από 28-1-1985 αγωγής, κατά των εναγομένων Φ. ή Φ. Π. και της αδελφότητας του Ι. Ησυχαστηρίου Π. Α. Σ.. Η ενάγουσα Ι. Μ. Μ. Λ. Αγίου Όρους …, δεν έπαψε ποτέ να δηλώνει παντοιοτρόπως την ιδιοκτησιακή παρουσία της προς τους εναγομένους και προς τους μοναχούς οικονόμους και εκπροσώπους τους. Μετά τον θάνατο του ιερομονάχου Γ. και την αποδοχή της κληρονομίας του από την ενάγουσα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, εκπρόσωποι αυτής, επισκέπτονταν το Ησυχαστήριο Ά. Ε. και την αδελφότητα Α. Σ. στην ... όχι για προσκυνηματικούς λόγους, αλλά προς επίβλεψη της κληρονομιαίας περιουσίας του αδελφού τους Γ. και προς συζήτηση και διευθέτηση των ζητημάτων, που ανέκυπταν απ’ αυτή. Την διαθήκη του ιερομονάχου Γ., οι εκπρόσωποι της ενάγουσας θεωρούσαν άκυρη εξ αρχής και πάντοτε. Τούτο είχαν καταστήσει γνωστό στους εναγομένους αμέσως μετά τον θάνατο του διαθέτη, όπως και το γεγονός ότι αυτός ουδέποτε διεγράφη από το μοναχολόγιο του Αγίου Όρους και η περιουσία του περιήλθε στην οικεία αυτού μονή, από την οποία δεν είχε πάρει απολυτήριο. Ο μάρτυρας αποδείξεως και γνώστης του θέματος Ν. Ιερομόναχος, με σαφήνεια καταθέτει, ότι συνεχώς και όλα τα χρόνια από τον θάνατο του Γ. (14-4-1979) και έως την έγερση της ένδικης αγωγής (12-3-2002) εξαρχία πατέρων της ενάγουσας, στην οποία συνήθως συμμετείχε και ο ίδιος, επισκέφθηκε, τουλάχιστον επτά (7) φορές, την Αδελφότητα του Ι. Ησυχαστηρίου Π. Α. Σ. Π. Ό., προς τακτοποίηση του θέματος της κληρονομίας Γ.. Κατά την μακρόχρονη προσπάθεια με πρωτοβουλία της ενάγουσας για την διευθέτηση της συγκεκριμένης υποθέσεως μεταξύ των διαδίκων, οι εναγόμενοι αντιμετώπιζαν τους εκπροσώπους της (ενάγουσας) ως ιδιοκτήτες, μέχρι τις αρχές της 10ετίας του έτους 2000, οπότε, πρωτοστατούσας της αδελφότητας της … δια του Ηγουμένου της, ο οποίος επηρέαζε και τον ιερομόναχο Φ. του Ησυχαστηρίου Α. Ε., άρχισαν να εκδηλώνουν αντίθετη στάση προς τα συμφωνημένα και να συμπεριφέρονται ως ιδιοκτήτες της κληρονομιαίας περιουσίας του Γ., γεγονός που ανάγκασε την ενάγουσα να εγείρει για δεύτερη φορά, την περί κλήρου αγωγή, εναντίον τους. Από τα πραγματικά αυτά περιστατικά που επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι η Ι. Μ. Μ. Λ., ουδέποτε παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της επί της κληρονομίας Γ., ούτε ποτέ αδράνησε να διεκδικήσει το κληρονομικό της δικαίωμα, ούτε άφησε την παραμικρή αμφιβολία περί των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της επί της κληρονομιαίας περιουσίας του ιερομονάχου της Γ., ώστε να δημιουργήσει στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκούσε αυτά (ιδιοκτησιακά δικαιώματα). Από τις παραπάνω ενέργειες, στις οποίες προέβη η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα, από τον χρόνο ματαίωσης της συζήτησης, της κατά το έτος 1985 ασκηθείσης αγωγής της, έως τον χρόνο (12-3-2002) άσκησης της κρινόμενης αγωγής, αποδεικνύεται ότι ούτε αδράνεια ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, κατά του εναγομένου Ι. Ησυχαστηρίου Α. Σ., υπήρξε, ούτε συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου ενάγουσας, ενόψει των οποίων και της αδράνειας αυτής, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, να τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ.». 
Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού με σαφήνεια και πληρότητα διέλαβε σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που κατά νόμον επάγονται την ακυρότητά της υπό του μοναχού Γ. συνταχθείσας διαθήκης και την περιέλευση, εκ του νόμου, της υπ’ αυτού αποκτηθείσας περιουσίας, μετά την αποχώρηση από την ανωτέρω μονή άνευ απολυτηρίου, στην αναιρεσίβλητη. Επίσης, δεν παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο., ρυθμιστικές της κληρονομικής διαδοχής των μοναχών του Αγίου Όρους που, με βάση τις άνω παραδοχές, ήσαν εφαρμοστέες και όχι οι διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1712, 1713, 1721, 1774, 1776, και 1778 Α.Κ., ούτε και εκείνες των άρθρων 5 και 13 Συντ. καθώς και εκείνες του άρθ. 9 ΕΣΔΑ και 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ιδίας Διεθνούς Συμβάσεως, καθώς και εκείνες των άρθρων 174 και 175 Α.Κ.. Περαιτέρω το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, όσον αφορά απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβασίμου της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, αφού με πληρότητα και σαφήνεια διέλαβε στην απόφαση αυτή όλα τα περιστατικά που κατά νόμον αποκλείουν την εφαρμογή της, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, την οποία και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση όλα τα περιστατικά που υποδηλώνουν την ανυπαρξία αδρανείας της αναιρεσίβλητης να ασκήσει του επίδικο δικαίωμά της από τότε που το απέκτησε κατά νόμον, ήτοι μετά το θάνατό του, στο μοναχολόγιο αυτής εγγεγραμμένου και ουδέποτε διαγραφέντος άνω μοναχού. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19, τρίτος και πέμπτος κατά το υπόλοιπο μέρος και έκτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τους ίδιους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της διατάξεως του άρθ. 105 Συντ. Η αιτίαση αυτή, στην οποίαν δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, αναφορικώς με την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Τέλος η ίδια του τρίτου και έκτου λόγου προβαλλομένη αιτίαση για παραβίαση της διατάξεως του άρθ. 17 Συντ., είναι απορριπτέα, ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της, ούτε και ήταν εφαρμοστέα ενόψει των άλλων παραδοχών. [Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως της ΕφΑθ 1433/2010].
 
Ενημερωτικό Σημείωμα 
1.- Με την σχολιαζόμενη απόφασή του το Γ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεση που ασκήθηκε από ιερομόναχο και ένα Ησυχαστήριο εναντίον Αγιορείτικης Μονής, επικυρώνοντας τελικά την πρωτόδικη απόφαση επί αγωγής περί κλήρου της Μονής του Αγίου Όρους εναντίον των πρώτων. Με την αγωγή αιτούνταν να κηρυχτεί άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 174 και 175 ΑΚ, η διαθήκη αποθανόντος ιερομονάχου της, που κατέλειπε στους αναιρεσείοντες το σύνολο της ακίνητης και κινητής κληρονομιαίας περιουσίας του. Σύμφωνα με το εμπεριστατωμένο σκεπτικό του Δικαστηρίου, που άπτεται του ιδιάζοντος θέματος της κληρονομικής διαδοχής των αγιορειτών μοναχών, εν προκειμένω υποχωρούν οι σχετικές διατάξεις του κοινού κληρονομικού δικαίου του ΑΚ και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ. 101 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους (εφεξής: Κ.Χ.Α.Ο.). 
2.- Οι Μονές και οι εγγεγραμμένοι σε αυτές μοναχοί του Αγίου Όρους, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ελληνική επικράτεια, διέπονται από ένα εξαιρετικό και προνομιακό καθεστώς, το οποίο αποτυπώνεται λεπτομερώς στον Κ.Χ.Α.Ο. (1924) και το κυρωτικό του Ν.Δ. (1926). Το καθεστώς αυτό διαμορφώθηκε με τη βαθμιαία και σταδιακή παραχώρηση σειράς προνομίων από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και τις εκκλησιαστικές αρχές ήδη από τα πρώτα χρόνια οργάνωσης του μοναχικού βίου στον Άθω (9ος αιώνας) και δεν αποτελεί πρωτογενές δημιούργημα του σύγχρονου πολιτειακού νομοθέτη [Ν. Αντωνόπουλος, Η συνταγματική προστασία του αγιορειτικού καθεστώτος, Αθήνα 1997 (ανατύπωση)˙ Κ. Παπαγεωργίου, Θεσμοί Δικαίου Αγίου Όρους, Θεσσαλονίκη-Τρίκαλα 2009˙ Δ. Παπαχρυσάνθου, O Αθωνικός Μοναχισμός. Αρχές και οργάνωση, Αθήνα 1992].
3.- Σύμφωνα με το άρθρο 105 Συντ. η περιοχή του Αγίου Όρους, όπως εκεί ορίζεται γεωγραφικώς, αποτελεί τμήμα του ελληνικού κράτους που απολαμβάνει αυτοδιοικήσεως, μέσα στα πλαίσια τα οποία χαράζει η συνταγματική διάταξη, χωρίς να θίγεται κατά τα λοιπά η σχετική κρατική κυριαρχία. Αυτό σημαίνει ότι η κοινή νομοθεσία είναι καταρχήν εξολοκλήρου εφαρμοστέα και στο Άγιο Όρος, εφόσον δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση για το συγκεκριμένο κάθε φορά θέμα, προβλεπόμενη από την αγιορείτικη νομοθεσία. Επομένως, ισχύει εδώ ως προς την ελληνική νομοθεσία η αρχή της επικουρικότητας (πρβλ. την εμπεριστατωμένη ΝΣΚ 708/2002, ΤΝΠ ‘Νόμος’ 326812˙ πρόσθεσε: ΑΠ 462/2008, με παρατ. Σ. Τρωιάνου, «Εκκλησία», τεύχ. 8-9/2008, 991 επ. και ΤΝΠ ‘Νόμος’ 453308).
4.- Η διάταξη του άρθ. 101 Κ.Χ.Α.Ο για την κληρονομική διαδοχή των αγιορειτών μοναχών, ως αυξημένης τυπικής ισχύος που είναι, δεν μπορεί να τροποποιηθεί με κοινό νόμο παρά μόνο με την διαδικασία του άρθ. 105 § 3 Συντ., δηλαδή με τη σύνταξη νέου Κ.Χ.Α.Ο από τις 20 μονές του Αγίου Όρους, τον οποίο θα εγκρίνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και θα επικυρώσει η Ελληνική Πολιτεία. Επιπλέον, δεν απαιτείται επίκληση του άρθ. 99 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να στηριχθεί η διατήρηση σε ισχύ του άρθ. 101 Κ.Χ.Α.Ο., λόγω της αυξημένης τυπικής ισχύος του τελευταίου έναντι του κοινού κληρονομικού δικαιώματος του Α.Κ. [πρβλ. Δ. Καραγιαννακίδης, «Οι πηγές του δικαίου της αγιορείτικης αυτοδιοίκησης και το «αρχαίο προνομιακό καθεστώς» του Αγίου Όρους (άρθρο 105 Σ.)», ΤοΣ 22 (1996) 667-704].
5.- Οι νομοτεχνικές, ωστόσο, αδυναμίες του άρθ. 101 ΚΧΑΟ έχουν προκαλέσει σημαντικά ερμηνευτικά προβλήματα, που σε ορισμένο βαθμό κλήθηκαν να λύσουν θεωρία και νομολογία [ενδεικτικά: Σ. Τρωιάνος, «Παρατηρήσεις στο κληρονομικό δίκαιο του Αγίου Όρους», Αρμ. 48 (1994) 645-649)· ΑΠ 462/2008 (ό.π.)· ΝΣΚ 708/2002 (ό.π.)· ΕφΑθ 649/1998, ΝοΒ 48 (2000) 1135-1137· ΕφΑθ 1101/1989, ΕλλΔνη 31 (1990) 1610-1612, με παρατ. Γ. Κατρά· ΜονΠρΧαλκιδικής 27/1974, Αρμ. 28 (1974) 565-566, με παρατ. Θ. Παπαζήση]. 
6.- Υπογραμμίζεται κατ’ αρχάς ότι, για την ορθή εφαρμογή της διάταξης, πρέπει να αποσαφηνιστεί η διαφορετική νομική μεταχείρισης που επιφυλάσσεται: 
- ως προς τους ‘κοινοβιάτες’ μοναχούς, που δεν δικαιούνται να έχουν ατομική περιουσία, σε αντιδιαστολή με τους ‘ιδιορρυθμίτες’, στους οποίους αναγνωρίζεται το δικαίωμα κτήσης, κάρπωσης και εν γένει διαχείρισης ατομικών περιουσιακών στοιχείων, και
- ως προς την περιουσία που είχε ο μοναχός πριν από την κουρά του, από εκείνη την οποία απέκτησε μετά την τελετή αυτή (βλ. Κ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Θεωρία-Νομολογία, Θεσσαλονίκη 2013, 722 – 725). 
7.- (Α) Ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο μοναχό πριν από την κουρά του (όταν δηλαδή ήταν λαϊκός ή δόκιμος) και δεν μεταβιβάσθηκαν τότε με οποιοδήποτε τρόπο στη μονή, διακρίνουμε: (α) Αν πρόκειται για μοναχό μιας από τις οκτώ ιδιόρρυθμες σκήτες που υπάρχουν στο Αγ. Όρος (ιδιόρρυθμες μονές δεν υπάρχουν σήμερα εκεί), θα παραμείνουν στην κυριότητα και τη διαχείριση του ίδιου του ιδιορρυθμίτη μοναχού, κατά τα προρρηθέντα. (β) Αν όμως πρόκειται για κοινοβιάτη μοναχό τότε —σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη— τα περιουσιακά του αυτά στοιχεία θα περιέλθουν στους κληρονόμους του, με αναλογική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ΑΚ. Και τούτο, όχι μόνο διότι κάθε κοινοβιάτης μοναχός χάνει, από την κουρά του και μετά, το δικαίωμα να έχει ατομική περιουσία, αλλά και γιατί, όπως ερμηνευτικά προκύπτει από το άρθ. 101 εδ. α΄ ΚΧΑΟ, δεν επιτρέπεται να περιέλθουν στη μονή του Αγ. Όρους περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από όσα ο υποψήφιος μοναχός της είχε πριν την κουρά του μεταβιβάσει.
(Β) Ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την κουρά, διακρίνουμε (σύμφωνα με όσα λέχθηκαν): (α) Αν ο μοναχός ανήκει σε μονή, περιέρχονται σε αυτήν. (β) Αν όμως πρόκειται για μοναχό ιδιόρρυθμης σκήτης, τότε αυτός όχι μόνο διατηρεί την κυριότητα κάθε πράγματος που αποκτά (από οποιαδήποτε, επαχθή ή χαριστική, αιτία), αλλά και μπορεί να διαχειρίζεται ή διαθέτει αυτό ελεύθερα (όχι όμως και με πράξη αιτία θανάτου· βλ. την αμέσως επόμενη παράγραφο).
(Γ) Κληρονόμος κάθε αγιορείτη μοναχού χωρίς διάκριση —είτε ιδιορρυθμίτη είτε κοινοβιάτη— είναι η οικεία του μονή, εφόσον αυτός δεν έχει αποχωρήσει με την έκδοση κανονικού απολυτηρίου. Έγκυρη είναι η διαθήκη του αγιορείτη μοναχού μόνον όταν αυτός αποχώρησε νόμιμα από τη μονή του.
(Δ) Ο ΚΧΑΟ δεν προβλέπει ιδιαίτερη ρύθμιση για τα κινητά περιουσιακά στοιχεία του αγιορείτη μοναχού. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 101 ΚΧΑΟ.
(Ε) Η περιουσία όσων μοναχών ή κληρικών αποχώρησαν αυθαίρετα (χωρίς δηλαδή τη λήψη νόμιμου απολυτηρίου από τη μονή τους) από το Άγ. Όρος, εξακολουθεί να διέπεται —και μετά τη μη νόμιμη αποχώρηση— από το άρθ. 101 ΚΧΑΟ. Για το λόγο αυτό, εξακολουθεί να ισχύει η απαγόρευση της διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων των ανωτέρω μοναχών, τυχόν δε διάθεση αυτών θεωρείται άκυρη υπέρ της μονής, η οποία μπορεί να ζητήσει την ακύρωσή της (πρβλ. ΝΣΚ 708/2002). 
(ΣΤ) Εξαιρούνται της πιο πάνω δέσμευσης οι αγιορείτες μοναχοί που εξήλθαν μεν χωρίς απολυτήριο, αλλά χειροτονήθηκαν επίσκοποι, επί των οποίων εφαρμόζεται το κοινό κληρονομικό δίκαιο [ΑΠ 170/1964,ΕΕΝ 31 (1964) 521-522].
(Ζ) Η περιουσία των αγιορειτών μοναχών ή ιερομονάχων που αποχώρησαν οριστικά και νόμιμα από τη μονή της μετανοίας τους, είτε γιατί έλαβαν νόμιμο απολυτήριο (άρθ. 103 ΚΧΑΟ) προκειμένου να ζήσουν εκτός του Άθω (υπηρετώντας ως εφημέριοι, ιεροκήρυκες, καθηγητές κ.λπ.), είτε γιατί καθαιρέθηκαν και απέβαλαν το ιερατικό σχήμα, διέπεται από το κοινό δίκαιο, αφού ο ΚΧΑΟ δεν περιέχει σχετική ρύθμιση.
8.- Σύμφωνα με την παρουσιαζόμενη απόφαση, η προσφυγή των αναιρεσειόντων στην εφαρμογή της ΑΚ 281 δεν αδρανοποιεί τα σχετικά δικαιώματα της Μονής, δεδομένου ότι αυτή από την πρώτη στιγμή προέβαλε με σαφήνεια τις αξιώσεις της, θεωρώντας άκυρη εξαρχής την επίδικη διαθήκη.
9.- Ορθά επίσης κρίθηκε από το δικαστήριο ότι η διάταξη του άρθ. 101 Κ.Χ.Α.Ο δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 13 § 1 Συντ., ούτε στις διατάξεις του άρθ. 9 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι ο μοναχός με την κουρά του και την συνακόλουθη εγγραφή του στο μοναχολόγιο της Μονής, εκουσίως και με προσωπική του απόφαση επέλεξε να υποβληθεί στο συνταγματικώς κατοχυρωμένο ιδιαίτερο νομικό και κανονικό καθεστώς της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. 
 
*Δημοσιευμένο σε: Αρμ. 11/2015