Κεντρικό Άρθρο

της Παλιούρα Ελένης, Αρχισυντάκτριας

Αυτή την εβδομάδα (15/16.2) θα πραγματοποιηθεί το συνέδριο με τίτλο: «Θρησκευτικές κοινότητες: Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων ζητημάτων», με χορηγό επικοινωνίας το Άρθρο 13. Ο ειδικότερος τίτλος «Νομοκανονικές προσεγγίσεις ιστορικών και επίκαιρων ζητημάτων» θέτει με τον πρώτο του όρο τη βάση των εισηγήσεων και περιλαμβάνει μια διαίρεση των ζητημάτων που σχετίζονται με τις θρησκευτικές κοινότητες σε ιστορικά και επίκαιρα. Η διαίρεση αυτή πραγματοποιήθηκε, για να δοθεί η δυνατότητα παρουσίασης θεμάτων συνδεδεμένων  με σημαντικά γεγονότα που επηρέασαν την εσωτερική δομή μιας θρησκευτικής κοινότητας, καθώς και θεμάτων που σχετίζονται με την επικαιρότητα, εκείνων δηλαδή που βρίσκονται την τρέχουσα περίοδο στο δημόσιο διάλογο. 
Το θρησκευτικό φαινόμενο είναι άμεσα συνυφασμένο με την πολιτική και κοινωνική ζωή, καθώς επί αιώνες αποτέλεσε την αφορμή πολλαπλών μεταβολών τόσο στις κατά τόπους πολιτειακές έννομες τάξεις όσο και στον τρόπο διαβίωσης στο πλαίσιο της οικογένειας. Κράτος και θρησκευτικές κοινότητες, δύο παράγοντες διαμόρφωσης της συλλογικότητας με κοινό σημείο αναφοράς τον πολίτη – θρησκευόμενο/άθρησκο/άθεο. Τα ως άνω συντέλεσαν στη διαμόρφωση δύο διαφορετικών δικαιικών τάξεων που συνυπάρχουν έως σήμερα εντός της ίδιας γεωγραφικής περιοχής. Πρόκειται για την πολιτειακή δικαιοταξία και τη θρησκευτική δικαιοταξία {βλ.και πρακτικά Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων για το ν.4301/2014, συνεδρίαση 23.9.2014 ώρα 14:30, ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΞΟΥΛΙΔΟΥ: «Θα ήθελα, επίσης, να προσθέσω ότι δεν είναι μόνο οι σχέσεις κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εξετάζονται, είναι οι σχέσεις του κράτους με όλες τις γνωστές θρησκείες και τις ενώσεις τους στην Ελλάδα. Όλα αυτά στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας ως αναφαίρετου δικαιώματος που επιτρέπει την ανεμπόδιστη άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων, καθώς και την ειρηνική συνύπαρξή τους μέσα στους κόλπους μιας πολυσυλλεκτικής κοινωνίας»}. Η τελευταία διαιρείται σε τόσα μέρη όσα και οι θρησκευτικές κοινότητες που λειτουργούν εντός της πρώτης. Στο ελληνικό κράτος ο ευρύτερος κλάδος του Δικαίου των Θρησκευμάτων ή Θρησκευτικών κοινοτήτων περιλαμβάνει επιμέρους κλάδους που θα μπορούσαν να  παρουσιαστούν ως εξής: το εν γένει Εκκλησιαστικό Δίκαιο (σημειώνεται ότι ο όρος Εκκλησία είναι πολυσήμαντος με ομολογιακό και μη περιεχόμενο), το Δίκαιο των Θρησκευτικών Κοινοτήτων που έχουν τη μορφή ν.π.δ.δ., το Δίκαιο των Θρησκευτικών Κοινοτήτων που είναι ν.π.ι.δ., το Κανονικό Δίκαιο. 
Κανονικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καθώς οι πολιτειακοί νόμοι που ρυθμίζουν τη χριστιανική δικαιοταξία δεν είναι δυνατόν να καταστούν αντιληπτοί σε βάθος χωρίς τη γνώση του δικαίου των ιερών κανόνων. Αυτοί οι δύο διαφορετικοί επιστημονικοί κλάδοι, που ο ένας περιέχεται ουσιαστικά στον άλλον, έχουν σημεία συνάντησης και σημεία απόκλισης ως προς την προσέγγισή τους, γι’ αυτό και ο διάλογος μεταξύ των επιστημόνων καταξιωμένων ή νέων που ανήκουν στο δυναμικό τους συμβάλλει τόσο στην αποσαφήνιση των ως άνω σημείων όσο και στη διεύρυνση του γνωστικού αντικειμένου.
Διάλογος και Συνεργασία, οι δύο έννοιες που χρειάζεται ένας επιστημονικός κλάδος για να επιβιώσει, να αναπτυχθεί και να διαμορφώσει άτομα με ήθος (επιστημονικό και μη), διάθεση για συμβολή και ξεκάθαρη στάση.
*Κεντρικό Άρθρο-Αφιέρωμα
Με αφορμή τον χθεσινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, δόθηκε η αφορμή να αναλογιστώ τη σημασία της καθιέρωσης της εορτής ως πανεπιστημιακού εορτασμού για το λεγόμενο «εθνικό αφήγημα» του 19ου και 20ου αιώνα, που στοχεύει στην προβολή του ενιαίου και αδιαίρετου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και βρίσκει την ιδανική πραγμάτωσή του στους τρεις λόγιους Ιεράρχες, που αποτελούν ταυτόχρονα πυλώνες της θεολογικής σκέψης, αλλά και βαθείς κοινωνούς της αρχαιοελληνικής γραμματείας. 
Το ζήτημα αυτό που εξετάστηκε πρόσφατα (βλ. το βιβλίο της Ε. Γαζή Ο Δεύτερος Βίος των Τριών Ιεραρχών) και σίγουρα η ενασχόληση μαζί του είναι χρήσιμη για τη καλύτερη κατανόηση της πνευματικής ιστορίας του νεοελληνικού κράτους. Πιστεύω, όμως, ότι δεν πρέπει να εξαντλείται η σημασία της σχέσης των Τριών Ιεραρχών με την παιδεία στη σύγχρονη προβολή της εορτής. Επιπλέον, θα πρέπει να λεχθεί προκαταβολικά ότι η σύνδεση των Ιεραρχών με την παιδεία, και δη του ανωτάτου επιπέδου, είναι απόλυτα θεμιτή σε τελική ανάλυση, δεδομένης και της δική τους φοίτησης σε διακεκριμένα ιδρύματα, δίπλα σε επιφανείς λογίους της εποχής τους, που τους επέτρεψαν μία πλατειά γνώση της κλασικής παιδείας και του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Ωστόσο, θα πρέπει να αποφευχθεί μία τυποποιημένη, και ίσως φολκλορική, για να θυμηθώ μία παρατήρηση του  Καθ. Κιτρομηλίδη, προσέγγιση, που προϋποθέτει έναν πλήρη εξελληνισμό του Χριστιανισμού ή εκχριστιανισμού του Ελληνισμού σε μία συνεχή, εν πολλοίς γραμμική πορεία μέχρι το νεοελληνικό κράτος. 
Το διακύβευμα μίας τέτοιας θεώρησης και η σημασία αποφυγής της μπορεί να γίνουν αντιληπτά μέσα από την πραγματεία του Μεγάλου Βασιλείου «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων». Στην περίφημη αυτή πραγματεία, γραμμένη προς το τέλος του βίου του Ιεράρχη, παρατίθενται παιδαγωγικές παροτρύνσεις για τη μελέτη της αρχαίας γραμματείας, μέσα από την οποία οι χριστιανοί νέοι θα μπορούν να ωφεληθούν, ακολουθώντας ηθικά πρότυπα που συμβάλλουν ως μία προπαρασκευή, ένα προγύμνασμα, στον δρόμο προς την αρετή, και τη χριστιανική αλήθεια. Στο πρώτο τμήμα ο Ιεράρχης απαριθμεί τα οφέλη από τη μελέτη από τα έργα ποιητών, πεζογράφων και ρητόρων. Ωστόσο, επισημαίνει και τα στοιχεία που πρέπει, κατ΄ αυτόν, να αποφέυγονται, όπως «τὴν περὶ τὸ ψεύδεσθαι τέχνην» των ρητόρων, τα οποία μπορούν να εμποδίσουν την προσέγγιση της αρετής, μέγιστο υμνητή της οποίας θεωρεί τον Όμηρο, ιδίως με το παράδειγμα του Οδυσσέα. Τη δε ιδέα της αρετής ως μόνου αναφαίρετου κτήματος την επεκτείνει περαιτέρω με παραδείγματα από τον Σόλωνα, τον Θέογνη και τον Πρόδικο τον Κείο. Στη συνέχεια αναφέρεται σε επιφανείς άνδρες της Αρχαιότητας (Περικλή, Σωκράτη, Μεγ. Αλέξανδρο κ. ά.) που μπορούν να χρησιμεύσουν ως υποδείγματα πραότητας και ανεξικακίας. Τέλος, αφού και πάλι αναφερθεί σε γενικά παραδείγματα από τον στίβο και τους μουσικούς αγώνες, θα απαντήσει στο ερώτημα «τί οὖν ποιῶμεν» με το «τί ἄλλο γε ἢ τῆς ψυχῆς ἐπιμέλειαν». Στον στόχο αυτό, προς την απελευθέρωση των παθών, βασικό υποστηρικτικό ρόλο έχει η φιλοσοφία, όπως φαίνεται από την ειδικότερη αναφορά στον Πλάτωνα. 
Αυτό που γίνεται άμεσα αντιληπτό στον κάθε αναγνώστη της πραγματείας είναι η πλατειά και σε βάθος γνώση της αρχαίας γραμματείας από τον Μέγα Βασίλειο. Αυτή αποτελεί καρπό της μακράς του θητείας στα γράμματα, που κορυφώνεται κατά τη διαμονή του στην Αθήνα, στην οποία έφτασε το 350. Η πόλη, παρόλο που είχε ήδη πληγεί από τη βαρβαρική επιδρομή των Ερούλων το 267, διατηρούσε ακόμα την αίγλη της μέσα από τη μακρά πολιτιστική της παράδοση, με πλήθος φιλοσοφικών σχολών που προσέλκυαν φοιτητές από όλο το Imperium. Στην Αθήνα ο Βασίλειος θα συνδεθεί με αδελφική φιλία με έναν άλλο επιφανή νέο σπουδαστή και μετέπειτα Ιεράρχη, τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, ενώ αμφότεροι θα αναπτύξουν φιλία με έναν άλλο σπουδαστή, τον ξάδελφο του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β΄ και μετέπειτα αυτοκράτορα, Ιουλιανό. 
Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον ότι παρά τις μετέπειτα διαφορετικές θέσεις τους, τις προσωπικότητες αυτές συνδέει μία βαθειά αγάπη και θαυμασμός για την Αθήνα των γραμμάτων. Στον Επιτάφιο του Μεγάλου Βασιλείου, ο Γρηγόριος ανακαλεί και επαινεί «τὰς Ἀθήνας τὰς χρυσὰς ὄντως ἐμοὶ καὶ τῶν καλῶν προξένους» (PG 36, 513a), ενώ ο Ιουλιανός, αναφερόμενος μεταφορικά στις πηγές της γνώσης που επιχωριάζουν στην Αθήνα, παρατηρεί ότι «τῶν ᾿Αθηνῶν δὲ πολλὰ μὲν καὶ καθαρὰ καὶ ἐπιχώρια τὰ νάματα, πολλὰ δὲ ἔξωθεν ἐπιρρεῖ καὶ ἐπιφέρεται τίμια τῶν ἔνδον οὐ μεῖον• οἱ δὲ ἀγαπῶσι καὶ στέργουσι» (Εὐσεβίας τῆς βασίλιδος ἐγκώμιον 119d).
Αυτή η μακρά θητεία του Μεγάλου Βασιλείου στην κλασική, «θύραθεν» παιδεία αποτυπώνεται σε κάθε τμήμα της πραγματείας του προς τους νέους, ήδη από το προοίμιο, που παραπέμπει λεκτικά και νοηματικά στα δημηγορικά προοίμια του Δημοσθένους. Πλήθος φράσεων συνδέουν τον λόγο του Ιεράρχη με επιφανείς μορφές της γραμματείας, π.χ. τον Όμηρο, τον Ισοκράτη, τον Πλούταρχο και προπαντός τον Πλάτωνα. Η μεγάλη επιρροή του τελευταίου καθίσταται απτή τόσο μέσα από λεπτές αναφορές, αλλά και από την επιστράτευση της πλατωνικής διδασκαλίας για τη σημασία της απελευθέρωσης της ψυχής από το «δεσμωτήριο» των παθών του σώματος. 
Φυσικά, είναι ορθή η παρατήρηση ότι ο Μέγας Βασίλειος προσεγγίζει επιλεκτικά τα αρχαία κείμενα, επικεντρώνοντας σε αυτά που θεωρεί χρήσιμα για την προπαρασκευή της μέθεξης των θείων λόγων. Αυτό, ωστόσο, δε σημαίνει ότι τοποθετεί τα κείμενα σε μία προκρούστεια κλίνη, παραλλάσσοντάς τα και διαστρέφοντάς τα νοηματικά κατά το δοκούν, ως ένας άτεγκτος και αρνητικά διακείμενος εκκλησιαστικός συγγραφέας. Εδώ απέχουμε πολύ από το πνεύμα του αναθέματος της Κυριακής της Ορθοδοξίας για όσους μελετούν τα ελληνικά γράμματα «μὴ διὰ παίδευσιν μόνον». Σίγουρα, η ερμηνεία και πρόσληψη των κειμένων διαμορφώνεται από τη δική του, χριστιανική εν προκειμένω, θεώρηση, αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να αναμένουμε από τον κάθε κριτικά σκεπτόμενο συγγραφέα και μελετητή, λαμβάνοντας υπόψιν και το πλαίσιο της εποχής του. Η πραγματεία του αποτελεί μία διδακτική θεωρία πάνω στα κείμενα, απόλυτα θεμιτή, καρπό μακράς ενασχόλησης και ανυπόκριτου θαυμασμού προς την κλασική παιδεία. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μέγας Βασίλειος εντάσσεται στην παράδοση του Ιουστίνου και των μεγάλων Απολογητών του 3ου αιώνα (Κλήμης, Ωριγένης), που διερεύνησαν διεξοδικά τη σχέση της  ελληνικής φιλοσοφίας και ποίησης με τον θείο Λόγο και τη χριστιανική πίστη.
Έτσι, η πραγματεία του Μεγάλου Βασιλείου αποτελεί επιφανές παράδειγμα του χρυσού αιώνα της πατερικής θεολογίας και της κορύφωσης μίας μακράς, διαλεκτικής σχέσης του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, οι απαρχές της οποίας μπορούν να αναχθούν και στην προ της ίδρυσης της Εκκλησίας εποχή, όταν ο όρος ἑλληνισμὸς εμφανίζεται τον 3ο αι. π. Χ., συνδεόμενος με την πολιτισμική ώσμωση ανάμεσα σε Ιουδαίους και Έλληνες, που έφερε και τη μετάφραση των Εβδομήκοντα. Η μακρά αυτή οργανική σχέση και επίδραση των κλασικών γραμμάτων στους χριστιανούς διανοητές οδήγησε πέρα από τη μορφολογική επίδραση, στο να υπάρχει «οργανικά διαπεπλεγμένο» στη θεολογία ένα σημαντικό τμήμα του Ελληνισμού (Στ. Παπαδόπουλος, Ορθοδοξία και Ελληνισμός, 11-2). 
Ταυτόχρονα θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η διάδραση δεν προϋποθέτει διάχυση του Ελληνισμού στον Χριστιανισμό και αντίστροφα. Για να επανέλθω στο ζήτημα που έθιξα στην αρχή, μία τέτοια γενικεύουσα προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε ένα ερμηνευτικό σχήμα που διαμορφώνεται εν πολλοίς από μία μάλλον ή ήττον σύγχρονη, εθνολογικής χροιάς, ερμηνευτική επιδίωξη. Η προσεκτική μελέτη του κειμένου της πραγματείας του Μεγάλου Βασιλείου, μέσα από την οποία γίνεται αντιληπτή η συνάντηση αυτών των δύο διακριτών μεγεθών, του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, δεικνύει τις δυνατότητες, μα και τα όρια, της σχέσης αυτής. Μέσα από αυτή καθίσταται σαφέστερα αντιληπτό ότι η πορεία και δυναμική της φιλοσοφικής/θεολογικής σκέψης και, τηρουμένων των αναλογιών, της σύγχρονης τους κοινωνίας, καθώς κινούμαστε από την ύστερη Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα, δεν είναι γραμμική, αλλά χαρακτηρίζεται από ιδιομορφίες, συνέχειες και ασυνέχειες που δεν υπακούν σε κάποιο προκαθορισμένο ερμηνευτικό μοντέλο.
Με αφορμή τη νέα χρονιά που μας έρχεται σε μερικές ώρες θα ήθελα να αναφερθώ στην αλλαγή. Τίποτα δε μένει στάσιμο. Όλα γύρω μας αλλάζουν. Από τα λουλούδια, τα δέντρα, τα ζώα, τα κτίρια, την τεχνολογία μέχρι και τους ανθρώπους. Η ίδια η έννοια της αλλαγής είναι συνυφασμένη με τη ζωή. Ζωή χωρίς αλλαγή δεν υπάρχει. Η ζωή είναι μια ρόδα που γυρίζει. Και γυρίζοντας φέρνει τα πάνω – κάτω και τα κάτω – πάνω. Άλλοτε οι αλλαγές που επέρχονται είναι θετικές και άλλοτε αρνητικές. Αν και, πάλι, το τι είναι θετικό και το τι αρνητικό εξαρτάται πώς το βλέπει κανένας. Εάν κάποιος είναι αισιόδοξος, τότε μάλλον είναι δεκτικός στις αλλαγές. Αντίθετα, εάν κάποιος είναι πεσιμιστής, τότε μάλλον οι αλλαγές του φαντάζουν τρομακτικές.
Ανεξάρτητα, πάντως, από το αν οι αλλαγές στη ζωή μας φοβίζουν ή όχι, σημασία έχει να προχωράμε παρακάτω. Να μη μένουμε στάσιμοι αλλά να αναπτυσσόμαστε και να εξελισσόμαστε. Να μην οπισθοχωρούμε, αλλά να βλέπουμε μπροστά. Υπάρχουν πάντα δρόμοι που ανοίγονται μπροστά μας και πλήθος ευκαιριών, για να αξιοποιήσουμε. Κανένας δεν μπορεί να μας σταματήσει παρά μονάχα ο ίδιος μας ο εαυτός. Αυτός, λοιπόν, που μπορεί να αποτελέσει την τροχοπέδη μας, μπορεί την ίδια στιγμή να αποτελέσει και την κινητήριό μας δύναμη, για να βελτιωθούμε υλικά, ηθικά και πνευματικά. Αρκεί να πιστέψουμε ότι μπορούμε και θα καταφέρουμε. Τίποτα δεν είναι αδύνατο!
Η αλλαγή του χρόνου, αν το δει κανείς αντικειμενικά, δεν είναι δα και κάτι το ιδιαίτερο. Είναι μια ακόμα νύχτα που περνά. Και μετά, αντί το ημερολόγιο να γράφει π.χ. 2017, γράφει 2018, 2019 κ.ο.κ. Συμβολικά, εντούτοις, είναι κατά τη γνώμη μου μια ευκαιρία να αλλάξουμε. Και έτσι πρέπει να το βλέπουμε. Σαν δυνατότητα να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να διορθώσουμε τα λάθη μας και να κάνουμε καλές πράξεις. 
Εύχομαι από καρδιάς σε όλους σας ένα ευτυχισμένο 2018 με αγάπη και υγεία. Με θετική σκέψη, καλή διάθεση, πάθος, δύναμη και ενέργεια, ώστε να πραγματοποιήσετε τα όνειρά σας!
 
Ραφαήλ Παπασυκιώτης, Αρχισυντάκτης

Η ομάδα του Άρθρο 13 σας εύχεται καλά Χριστούγεννα και καλές εορτές, με υγεία, αγάπη και δημιουργία.

Εκ της Αρχισυνταξίας

Προϊόντα: 1 - 4 από 21
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Νέα

Συνέντευξη πατρός Γ....
Η πρώτη μας εκδήλωση!!
ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
<< 3 | 4 | 5 | 6 | 7 >>

Λίγα λόγια...

Η ηλεκτρονική μας εφημερίδα  έχει ως τίτλο: ΑΡΘΡΟ 13. Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια παρέα έξι φοιτητών που κατασκεύασαν τον ιστότοπο, για να εκφράσουν τις επιστημονικές τους ανησυχίες.
Ο αρχικός τίτλος ήταν ΑΡΘΡΟ 13: Φοιτητική Ηλεκτρονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Στην πορεία προστέθηκε η αρχαιολογική σύμπραξη, η οποία εξελίχθηκε σε διεπιστημονική σύμπραξη στην προσπάθεια πολύπλευρης προσέγγισης του κεντρικού αντικειμένου του ιστοτόπου που είναι το εκκλησιαστικό δίκαιο. 
Ο βασικός τίτλος της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας είναι ΑΡΘΡΟ 13. Το εμπνευστήκαμε από το ομώνυμο άρθρο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματός, στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει:
1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 
4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 
5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.
Το ΑΡΘΡΟ 13 είναι μια συλλογική προσπάθεια ανάδειξης του ιδιαίτερου κλάδου του Εκκλησιαστικού Δικαίου μέσα από ένα διάλογο επιστημονικό και επίκαιρο, μέσα από μία σύμπραξη νέων επιστημόνων και καταξιωμένων. Είναι ανεξάρτητο και απευθύνεται σε όλο το επιστημονικό δυναμικό του οικείου χώρου. 
Σκοπός η δημιουργία ενός χώρου προσβάσιμου σε όλους, προσιτού και στον προπτυχιακό φοιτητή που αναζητά το επιστημονικό αντικείμενο που του ταιριάζει, χρήσιμου και στον ερευνητή που αναζητά υλικό για κάποια επιστημονική του μελέτη. 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας: