Κεντρικό Άρθρο

του Δημητρίου Αλεξόπουλου

Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, 
ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε. 
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, 
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, 
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
(Ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς)
 
Υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα η καταμέτρηση του πλήθους των αναφορών από τα έθνη και τις γλώσσες των ανθρώπων «εἴτε προφάσει εἴτε ἀληθείᾳ» (Φιλ. 1:18), στο πρόσωπο εκείνης, για την οποία ο Αρχάγγελος έψαλε για πρώτη φορά το «Ἄξιόν ἐστι» μια καλοκαιρινή νύκτα στον Άθωνα. Ανήκει αληθινά στα μεγαλεία του Παντοδύναμου και Πανάγαθου Θεού το πως τόσοι ομιλούν και γράφουν για εκείνη που στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης παρουσιάζεται να ομιλεί μόλις πέντε φορές, και εκείνες εξαιρετικά σύντομες. 
Ξεκινούμε με τον Ευαγγελισμό και το διάλογο της Παρθένου με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, η οποία κατακλείεται με το «Ἰδού, ἡ δούλη Κυρίου» (Λουκ. 1:38). Ακολουθεί το «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον», η ευχαριστήριος Ωδή της Θεοτόκου, την οποία η τελευταία εξέπεμψε προς τον Θεό στην Ορεινή. Ως τρίτος θεομητορικός λόγος έρχεται το «τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε.» (Λουκ. 2:48), το οποίο εκφράζει με αφοπλιστική απλότητα, αλλά και γλαφυρότητα τη γονική αγωνία, καθώς ανήσυχοι Μαρία και Ιωσήφ αναζητούσαν χωρίς αποτέλεσμα τον δωδεκαετή Ιησού στην Ιερουσαλήμ και το Ναό. Στη συνέχεια, ο τέταρτος λόγος της Παναμωμήτου Κόρης συνδέεται με το γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας: «Οἶνον οὐκ ἔχουσι» (Ιω. 2:3) και «ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» (Ιω. 2:5). Ο πέμπτος και έσχατος λόγος, είναι μια ειδοποίηση, μέσω τρίτων, προς τον Ιησού ότι «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου καὶ αἱ ἀδελφαί σου ἔξω ζητοῦσίν σε» (Μαρκ. 3:32), η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια κηρύγματος του Θεανθρώπου στην περιοχή της Γαλιλαίας. 
Σε αντίθεση με άλλες μητρικές μορφές της Βίβλου, είναι αξιοσημείωτο ότι δεν καταγράφονται θεομητορικοί λόγοι από τη Θεία Γέννηση και τα γεγονότα στη Βηθλεέμ. Ομοίως σιωπηλή και θαυμάζουσα μένει η Παναγία κατά την τελετή της περιτομής του Ιησού και στην προφητική εξαγγελία που απευθύνει προς εκείνη ο Συμεών ο Θεοδόχος (Λουκ. 34:35). Πιστό τέκνο της ιερής ησυχίας παραμένει, επίσης, η Πανάμωμος τόσο κατά το πάθος και την ταφή, όσο και κατά την ανάσταση του Χριστού, και το βίο της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων «συντηροῦσα καὶ συμβάλλουσα πάντα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (πρβλ. Λουκ. 2:19).
Εάν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε ακόμη περισσότερο τη θεομητορική αυτή παρακαταθήκη του λόγου και της ιερής ησυχίας, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε από τους πέντε λόγους στις πέντε ακόλουθες λέξεις: «Ζητήσατε τὸν Κύριον» (Σοφον. 2:3) και «Ἔρχου Κύριε» (πρβλ. Αποκ. 22:17). Το μήνυμα; Χριστός καταγγέλεται: Ζητήσατε τον Κύριο να έλθει στον κόσμο σας, ζητήσατε να έλθει στη ζωή σας. Ζητήσατε και εκείνο που δαπανήθηκε θα το αναπληρώσει, εκείνο που χάθηκε θα το αποκαταστήσει. Ζητήσατε και «πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6:33) από Εκείνον που είναι το φως και η ζωή και η ανάσταση του σύμπαντος κόσμου. Ένα μήνυμα που πραγματικά «ἄξιόν ἐστι» για κάθε εποχή να το αναζητεί, να το καλλιεργεί και καρποφόρα να το προσλαμβάνει.
 
Το τυπικό που εξέδωσε ο Γρηγόριος Πακουριανός για τη Μονή Πετριτζού ανήκει στην κατηγορία των λεγόμενων κτητορικών τυπικών, δηλαδή εκείνων που συντάχθηκαν από τον ιδρυτή της Μονής. Η συνήθεια της ρύθμισης των λεπτομερειών της μοναστικής ζωής με πράξη του ιδρυτή της Μονής εμφανίζεται από τον 9ο αι. και μετά, δηλαδή μετά το τέλος της περιόδου της Εικονομαχίας, και εκφράζει τον κατά βάση ατομικιστικό χαρακτήρα του Ορθόδοξου Μοναχισμού καθώς και την τάση αποκέντρωσης της μοναστηριακής διοίκησης (Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 456). Είναι, δε, χαρακτηριστικό για την εν λόγω τάση ότι ουδέποτε  στο Βυζάντιο δημιουργήθηκαν μοναστικά τάγματα κατά το πρότυπο της Δυτικής Ευρώπης.
Μέσω του κτητορικού τυπικού ο εκάστοτε ιδρυτής μίας Μονής απέβλεπε στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών, οι οποίοι είναι φανεροί και στο τυπικό της Μονής Πετριτζού: Κατ’ αρχήν ρύθμιζε θέματα ολόκληρης της ζωής του μοναστηριού, ώστε να διαφυλάσσεται η ειρήνη και η τάξη. Επίσης, μέσω των τυπικών ο κτήτορας της Μονής όριζε τον διάδοχό του, τον οποίο καθιστούσε παράλληλα και κληρονόμο της μονής. Με τον τρόπο αυτόν αποτρεπόταν οποιαδήποτε διαταραχή κατά τη διαδικασία διαδοχής, καθώς και τυχόν εξωτερικές επεμβάσεις ή συγγενικές διεκδικήσεις επί της μοναστηριακής περιουσίας. Οι κτήτορες αποσκοπούσαν, επίσης, στον εφοδιασμό της Μονής με κάποιο ισχυρό έγγραφο ενώπιον των αρχών και των Δικαστηρίων σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων της και, κυρίως, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της. Τέλος, η ύπαρξη τυπικού επεδίωκε κατά κύριο λόγο τη διασφάλιση της ελευθερίας της Μονής από κάθε εκκλησιαστική (με βάση βέβαια το Κανονικό Δίκαιο η διοίκηση των Ι. Μονών βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από την κανονική δικαιοδοσία του οικείου Επισκόπου) ή πολιτειακή αρχή και στόχευε στην απαλλαγή της από φορολογικά βάρη (και Μοναχός Αιμιλιανός (Τσιπούρας), Τα αυτοδέσποτα και ελεύθερα Μοναστήρια σύμφωνα με τα βυζαντινά μοναστηριακά Τυπικά, σελ. 32 επ.). 
Τα τυπικά θέσπιζαν μία νέα τάξη μοναστηριακής ζωής, περισσότερο οργανωμένη και πιο αυστηρή από ό,τι ίσχυε στο παρελθόν. Καθώς όλα τα τυπικά βασίζονται στις ίδιες αρχές και είχαν δεχθεί τις ίδιες επιρροές, δεν παρατηρείται ουσιώδης απόκλιση μεταξύ των κανόνων που θεσπίζουν λόγω τοπικής ή χρονικής απόστασης. Οι επιδράσεις αυτές είναι ολοφάνερες και στις επιμέρους ρυθμίσεις του τυπικού του Γρηγορίου Πακουριανού.
Το εν λόγω τυπικό, όπως προκύπτει από τον επίλογό του, συντάχθηκε σε τρεις γλώσσες, στην ελληνική, στην ιβηρική (γεωργιανή) και στην αρμένικη. Υπεγράφη από το συντάκτη του, Γρηγόριο Πακουριανό, ο οποίος υπέγραψε στην αρμένικη γλώσσα, και από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ευθύμιο (Στ. 1845 του τυπικού: «Το δε παρόν τυπικόν εγράφη ρωμαϊκόν, ιβηρικόν τε και αρμένικον … και υπεγράφη παρ’ εμού τε αυτού του σεβαστού Γρηγορίου και μεγάλου δομεστίκου της δύσεως του Πακουριανού δια αρμενικών γραμμάτων, και του παναγιωτάτου πατριάρχου Ιεροσολύμων κυρού Ευθυμίου».).  Εντύπωση πάντως δημιουργεί το γεγονός της παρουσίας του Πατριάρχη Ιεροσολύμων στη Μονή την περίοδο εκείνη. Σύμφωνα με πηγές, ο Πατριάρχης φιλοξενήθηκε στη Μονή και για λόγους τιμητικούς ο Γρηγορίος Πακουριανός του ζήτησε να συνυπογράψει το τυπικό της Μονής.  Ως πρωτότυπο κείμενο, όμως, το οποίο έφερε και τις υπογραφές, ίσχυε το ελληνικό, ενώ οι άλλες δύο εκδόσεις είχαν βοηθητικό χαρακτήρα και αποσκοπούσαν σε χρήση από τους μοναχούς που δεν θα γνώριζαν τα ελληνικά (Στ. 1855-1860 του τυπικού: «Εγράφη δε ρωμαϊκόν, ιβηρικόν και αρμένικον δια το τους μοναχούς της τοιαύτης μονής Ιβήρας τε τυγχάνειν και μη επιστάσθαι ρωμαϊκά γράμματα, αλλ’ οφείλει μετέρχεσθαι το τοιούτον τυπικόν δια τε των ιβηρικών και αρμενικών γραμμάτων. Το κύρος δε τυπούμεν έχειν την ενταύθα ρωμαϊκήν άπασαν γραφήν ότι και εν τω τέλει του ταυτής ύφους την υπογραφήν εδέξατο».). 

της Ελένης Παλιούρα

Στο προηγούμενο άρθρο μου {Πολιτειακές δικαιοταξίες και θρησκευτικό φαινόμενο} πραγματεύτηκα το ζήτημα της «εξωτερικής» και «εσωτερικής» δικαϊκής ρύθμισης του θρησκευτικού φαινομένου. Η διττή αυτή ρύθμιση, λοιπόν, οφείλεται στην παράλληλη συνύπαρξη δύο διακριτών δικαιοταξιών, της εκκλησιαστική και της πολιτειακής, από τη γέννηση του χριστιανισμού εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως σήμερα. Το τελευταίο αυτό γεγονός συνεπάγεται το ειδικότερο της πρώτης έννομης τάξης έναντι της δεύτερης, διότι ένα μέλος της χριστιανικής κοινότητας είναι ταυτόχρονα και πολίτης του κράτους, ένας πολίτης του κράτους, όμως, δεν είναι απαραίτητα και μέλος της ως άνω κοινότητας, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται κανονιστικά από αυτήν. 

Το αντικειμενικό γεγονός της συνύπαρξης δημιουργεί μια περίπλοκη προβληματική πάνω στη σχέση των δύο δικαϊκών συστημάτων. Χαρακτηριστικά:

1.Πολιτειακοί όροι σε «εκκλησιαστικά νομοθετήματα» - Κανονική ορολογία σε πολιτειακά νομοθετήματα: Παράδειγμα αποτελεί αρχικά η έννοια της εκκλησιαστικής οικονομίας, που έχει την καταγωγή της στο ρωμαϊκό δίκαιο (Σ.Τρωιάνος-Γ.Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 20032, σ.22), αλλά διαμορφώθηκε από την εκκλησιαστική δικαιοταξία. Η έννοια αυτή απαντά και σε πολιτειακό νομοθέτημα, τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν.590/1977) στο κεφάλαιο που ρυθμίζει το ανώτατο διοικητικό κεντρικό όργανό της, την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας. Ορίζει, λοιπόν, ότι η ΙΣΙ «αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της Εκκλησίας» (Άρθρο 4 περ. δ ν.590/1977: Αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της εκκλησίας.. Επίσης, στο αρθρο 6 παρ. 3 αναφέρεται ότι οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου τα Ιεραρχίας επί ζητήματος ασκήσεως εκκλησιαστικής οικονομίας λαμβάνονται με πλειοψηφία 2/3 τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών της Ιεραρχίας, ως ζητήματος θεμελιώδους σημασίας και σπουδαιότητας.). Αναγνωρίζει η πολιτεία τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της έννοιας της οικονομίας, γεγονός που διαφαίνεται και στη νομολογία των πολιτειακών δικαστηρίων, και ιδιαίτερα του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, ήτοι του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ορολογία της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, συνεπώς, δεν μπορεί να ταυτιστεί με ορολογία της πολιτειακής ακόμα και αν φαίνεται να διαθέτει παρόμοιο περιεχόμενο. 

2. Η ως άνω αδυναμία ταύτισης οφείλεται πρωτίστως στο ότι κάθε έννομη τάξη λειτουργεί διαφορετικά. Η ορολογία, λοιπόν, που αναφέρεται σε κανονιστικό πλαίσιο της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, και που φέρει έννομες συνέπειες στο εσωτερικό της  (οι έννομες συνέπειες που τυχόν επέρχονται και στο εξωτερικό της, οφείλονται στην εκάστοτε νομοθετική αντιμετώπιση του θρησκευτικού φαινομένου εκ μέρους της πολιτείας), όταν συναντάται σε πολιτειακά νομοθετήματα, δεν μπορεί συναντάται με τρόπο τέτοιο που να παραβιάζει τον αυτοπροσδιορισμό της οικείας θρησκευτικής κοινότητας. 

3. Τι είναι, όμως, το «εκκλησιαστικό νομοθέτημα»: Από πολιτειακή άποψη είναι ο τυπικός νόμος ή ο κανονισμός (οι κανονισμοί της Εκκλησίας δεν μπορούν να ενταχθούν στο εσωτερικό της δίκαιο, αφού εκδίδονται βάσει του πολιτειακού κανονιστικού πλαισίου) που ρυθμίζει ζητήματα της εκκλησίας. Από άποψη εσωτερικού δικαίου της Εκκλησίας, πρόκειται για τις διατάξεις που εκδίδονται βάσει της οικείας νομοπαραγωγικής διαδικασίας.

4. Κανονικό Δίκαιο και πολιτειακό Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Η σχέση μεταξύ των δύο αυτών κλάδων του δικαίου είναι κατά πρώτο λόγο συμπληρωματική, γι’ αυτό και σε πανεπιστημιακούς χώρους του εξωτερικού δεν διαχωρίζονται. Το πολιτειακό Εκκλησιαστικό Δίκαιο, στη βάση του εξετάζει κανόνες δικαίου που έχει θεσπίσει το Κράτος για την Εκκλησία, ή που έχουν εκδοθεί από τη δεύτερη κατ’ εξουσιοδότηση. Γι’ αυτό το λόγο εξαρτάται από την εκάστοτε εθνική έννομη τάξη, σε αντίθεση με το κανονικό πλαίσιο της Εκκλησίας, που είναι αυτό το οποίο ανάλογα με την ισχύ και την εφαρμογή του στην πολιτεία καθορίζει και το περιεχόμενο του πολιτειακού Εκκλησιαστικού της Δικαίου, υπό την έννοια ότι αφενός το σημείο αναφοράς του τελευταίου είναι η εκκλησιαστική κοινότητα αφετέρου συμφωνεί ή αντιτίθεται στο εσωτερικό οργανωτικό της σύστημα και στην εσωτερική δικαϊκή της συγκρότηση.

 
Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· 
ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ
οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, 
ἀλλ᾿ ἕξειτὸ φῶς τῆς ζωῆς
(Ιω. 8:12, από το Ευαγγελικό ανάγνωσμα 
της εορτής της Πεντηκοστής)
 
 
1. Βιβλική θεμελίωση και αφετηρία
H Πεντηκοστή, ή εορτή των Εβδομάδων, αποτελούσε μια από τις τρεις μεγάλες προσκυνηματικές εορτές του αρχαίου Ισραήλ μαζί με τηνεορτή των Αζύμων και την εορτή της Σκηνοπηγίας. Ακολουθούσε πενήντα ημέρες μετά την εορτή των Αζύμων. Το περιεχόμενο της εορτής σχετίζεται με την ανάμνηση της παράδοσης του Νόμου από τον Θεό στον Μωυσή, ηγέτη των ενωμένων δώδεκα φυλών του Ισραήλ, στο όρος Σινά «ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον» (Εξ. 33:11). Κυρίως συνδεόταν η εορτή των Εβδομάδων με το θερισμό και πιο συγκεκριμένα με το θερισμό του σιταριού (Εξ. 34:22). Γύρω από την Τορά (Νόμος του Μωυσέως), συσπειρώθηκαν οι ενωμένες φυλές του Ισραήλ. Απαλλαγμένες από τη δουλεία της Αιγύπτου, σταδιακά κατέκτησαν τη γη της Επαγγελίας. Την περίοδο της Βασιλείας των Δαυίδ και Σολομώντα, το βασίλειο του Ισραήλ θα φθάσει στο αποκορύφωμα της ισχύος του με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, ενώ τότε κτίζεται ο περίφημος ναός του Σολομώντα ή πρώτος ναός.
---------
Η χριστιανική Πεντηκοστή, διαγράφει τη δική της πορεία μέσα στη βιβλική ιστορία. Στη θέση της εορτής των Αζύμων, ευρίσκουμε τον κενό τάφο του Ιησού. Αντί της ανάμνησης της παράδοσης του Νόμου του Μωυσή στο φλεγόμενο από τη θεία παρουσία Σινά, δεικνύεται το καινό πολίτευμα της βασιλείας των Ουρανών, το οποίο ακούει στο όνομα «Χάρις και Ἀλήθεια» (Ιω. 1:17). Εορτάζεται η εκπλήρωση της επαγγελίας του ανεστημένου Κυρίου, ο οποίος, αφού είπε στους μαθητές του ότι το Ευαγγέλιό πρέπει και πρόκειται να κηρυχθεί σε όλη την κτίση με αφετηρία την Ιερουσαλήμ, πρόσθεσε:
«καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει ῾Ιερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους» (Λκ. 24:49).
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων (2:1-11), ο Λουκάς εξιστορεί τον είσοδο του Παράκλητου Πνεύματος, του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδας στη ζωή της χριστιανικής Εκκλησίας:
Εν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι• καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαν το λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν• γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. ἐξίσταν το δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους• οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήν ην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
Ένα από τα κύρια συμβάντα του γεγονότος της Πεντηκοστής, αναφέρει ο Λουκάς, είναι ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος εν είδει πύρινων γλωσσών συνοδεύθηκε με το χάρισμα της γλωσσολαλίας,  το οποίο οδήγησε στην αποκατάσταση της ενότητας της ανθρωπότητας σε επίπεδο γλωσσικής κατανοήσεως και επικοινωνίας. Στη θέση τέλος των θερισμένων σιτηρών, έχουμε τον πνευματικό «θερισμό» τριών περίπου χιλιάδων ψυχών, οι οποίες δέχονται το κήρυγμα μετανοίας του Πέτρου και αποτελούν τα ιεραποστολικά πρωτόλεια στη μερίδα των σωζομένων. 
 
2. Ενότητα, ετερονομία και αγαθοποιΐα
Στη μακρά βιβλική ιστορία καταγράφονται επανειλημμένα κινήματα ενότητας. Πολλές όμως από τις ενώσεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν προς δοξαν Θεού, όπως εκείνες οι οποίες εορτάζονται κατά την ιουδαϊκή και τη χριστιανική Πεντηκοστή, αλλά υπό την επίδραση μιας άλλης δύναμης. Έλαβαν σάρκα και οστά υπό την επιρροή και την αιχμαλωσία ενός «νόμου ἑτέρου», όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί ο Παύλος, ο οποίος διαρκώς ανταγωνίζεται με και αντιστρατεύεται στον Νόμο του Θεού από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης μέχρι και τα ανώτατα κλιμάκια των κυβερνήσεων και των δικαιοταξιών αυτού του κόσμου (Ρωμ. 7:23). Ο έτερος αυτός νόμος είχε και έχει τα δικά του ενωτικά καλέσματα.
-----------------
Η πρώτη ετερόνομη πανανθρώπινη ένωση καταγράφεται στη βιβλική ιστορία πως έγινε με αφορμή τη σαρκική ηδονή. Η επιμιξία που ακολούθησε μεταξύ των ὑιώντοῦΘεοῦκαι των θυγατέρων τῶν ἀνθρώπων, όπως σχετικά διηγείται η Γένεση, οδήγησε σε μια ανθρωπότητα ασύλληπτης κακίας και πονηρίας, που χρειάστηκε ένας παγκόσμιος κατακλυσμός για να την εξαλείψει και να αποπλύνει τα ανομήματά της από το πρόσωπο της Γης  (Γεν. 6-8). 
--------------------
Η δεύτερη ετερόνομη ένωση έγινε για να κτιστεί η πόλη και ο πύργος που θα έφθανε μέχρι τον ουρανό, φωστήρας μέγας στο στερέωμα της αυτόφωτης ανθρωπότητας, πριν η τελευταία διασπαρείστα πέρατα της γης. Εξωβιβλικές πηγές (Ιώσηππος, Ταλμούδ), αποδίδουν στον Νεβρώδ, μια από της πρώτες βασιλικές προσωπικότητες της Μεσοποταμίας, την πρωτοβουλία του όλου εγχειρήματος. Ασφαλέστερο εξ απόψεως βιβλικής ιστορίας είναι να αποδώσουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της οικοδόμησης της πόλης και του πύργου της Συγχύσεως (Βαβέλ), όπως έκτοτε χαρακτηριστικά ονομάστηκε, σε συλλογικό κυβερνητικό σχήμα, το οποίο πιθανότατα απαρτιζόταν από τους γενάρχες και τους επικεφαλής της μετακατακλυσμιαίας ανθρωπότητας, όπως οι τελευταίοι καταγράφονται στον λεγόμενο Πίνακα των Εθνών (Γεν. 10-11). Για την κατασκευή αξιοποιήθηκαν νέα, για την εποχή, υλικά και τεχνολογία, ενώ το όλο εγχείρημα υπήρξε καρπός, σύμφωνα με το συγγραφέα της Γενέσεως, της ιδέας ότι, με όχημα την ενότητα, η ανθρωπότητα θα μπορούσε να βρει η ίδια το δρόμο της προς τη δύναμη, τη δικαιοσύνη και τη δόξα. Αυτή τη φορά, ήταν η ετερονομία της φιλοδοξίας. Το εγχείρημα όμως δεν ευοδώθηκε. Η πόλη και ο πύργος της Συγχύσεως έμειναν, τελικά, και εγκαταλείφθηκαν ημιτελείς. Με τη σύγχυση των γλωσσών, η δικαιοσύνη του Θεού απέτρεψε τη φιλόδοξη όσο και νεαρά ανθρωπότητα από να καταχραστεί την ενότητα, και ιδιαίτερα τη γλωσσική ενότητα, ως κεφάλαιο αυτοδυναμίας και μεγαλομανίας (Γεν. 11).
------------------------
Μια τρίτη παγκόσμια ετερόνομη ένωση, κατά πολύ μεγαλύτερη των προηγουμένων, περιγράφεται γλαφυρά στο προφητικό βιβλίο του Δανιήλ. Πρόκειται για το όνειρο του Ναβουχοδονόσορα, βασιλέα της Βαβυλώνας και καταστροφέας της Ιερουσαλήμ. Στο πρώτο στιγμιότυπο του ονείρου, παρουσιάζεται ένα τεράστιο και φοβερό άγαλμα. Το κεφάλι του αγάλματος ήταν από χρυσάφι, το στήθος και οι βραχίονες από ασήμι, η κοιλιά και οι μηροί από χαλκό, οι κνήμες από σίδερο, και τα πόδια από σίδερο και πηλό. Έπειτα, μια πέτρα αποσπάσθηκε από ένα παρακείμενο βουνό και χτύπησε τα πόδια του αγάλματος. Το άγαλμα έγινε θρύψαλα που τα πήρε ο άνεμος. Η πέτρα όμως έγινε μεγάλο βουνό που γέμισε τη γη. Ο Δανιήλ ερμηνεύει το όνειρο αποκαλύπτωντας στον Χαλδαίο ηγεμόνα ότι. Το χρυσό κεφάλι συμβολίζει τη βασιλεία των Βαβυλωνίων (1830 π.Χ.-1531 π.Χ., 626 π.Χ.-539 π.Χ.) (Δαν. 2:38). Το ασημένιο τμήμα, την Μηδο-περσική αυτοκρατορία (550 π.Χ. -330 π.Χ.) (Πρβλ. Δαν. 5:26-31). Το χάλκινο, την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα Ελληνιστικά Βασίλεια, στα οποία η τελευταία διασπάστηκεμετά τον πρόωρο θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη (336 π.Χ. -323 π.Χ., 323 π.Χ. - 31 π.Χ.) (Πρβλ. Δαν. 8:20-21, 10:20-11:14). Οι σιδερένιες κνήμες, την κραταιά Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (509 π.Χ. - ). Το κράμα σιδήρου και πηλού του πέμπτου και τελευταίου μέρους του αγάλματος, συμβολίζει, αποκαλύπτει ο Δανιήλ, ένα διαιρεμένο βασίλειο. Η ταυτότητα του πέμπτου και τελευταίου ετερόνομου αυτού βασιλείου αποτελεί, μέχρι στιγμής, ζήτημα θεολογούμενο επιδεκτικό πληθώρας ερμηνειών και αναγνώσεων. Ακροθιγώς θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι η χρονική περίοδος εντός της οποίας αναμένεται η εμφάνιση αυτού του διαιρεμένου βασιλείου εκτείνεται από την πρώτη διαίρεση της Ρώμης από μονοκρατορία σε τετραρχία (με εισηγητή τον Διοκλητιανό, 286 π.Χ.), διέρχεται μέσα από τις διάφορες εκδοχές και αναφάνειες του δυτικού ρωμαϊκού κράτους (καταλύθηκε το 476 μ.Χ. από τους Γότθους και εκ δευτέρου το 1805 μ.Χ. από το Μεγάλο Ναπολέοντα) και της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (καταλύθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας και το 1435 μ.Χ. από τους Οθωμανούς Τούρκους), και καταφθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Εκείνο ωστόσο το οποίο είναι σαφές στην ερμηνεία του Δανιήλ, είναι ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του πέμπου βασιλείου, ο «λίθος ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Μτ. 21:42) θα συντρίψει οριστικά και τελεσίδικα την ετερονομία και την ετεροδημιουργίατων βασιλέων της γης και θα εγκαθιδρύσει βασιλεία θείας δικαιοσύνης η οποία δεν θα έχει τέλος. Στο ίδιο πνεύμα με το προειρημένο όνειρο εντάσσεται και το όνειρο που είδε ο ίδιος ο Δανιήλ με τα τέσσερα θηρία τα οποία είδε να ανεβαίνουν εκ της θαλάσσης της μεγάλης και τα οποία αντιστοιχούν στα τέσσερα πρώτα στοιχεία του αγάλματος (Δαν. 7:1-14).
Οι δικαιοταξίες των προαναφερθέντων κρατικών μορφωμάτων αποκαλούνται εξ απόψεως χριστιανικής θεολογίας ετερόνομες, στο βαθμό που υφίστανται και λειτουργούν με αφετηρία και επίκεντρο τον ανθρώπινο και όχι το θείο παράγοντα. Η ετερονομία αυτού του είδους διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική ετερονομία αναφέρεται στη ρύθμιση θεμάτων τα οποία ο ετερόνομος νομοθέτης θεωρεί ως κατεξοχήν ίδιες υποθέσεις, για παράδειγμα, το καθεστώς λειτουργίας του δημοσίου τομέα. Εξωτερική ετερονομία παρατηρείται εκεί που ο νομοθέτης αποπειράται να ρυθμίσει δικαιϊκά οντότητες με δραστηριότητα μεν εντός, ταυτότητα δε εκτός της ετερόνομης δικαιοδοσίας του. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και η περίπτωση της Εκκλησίας η οποία ανά τον κόσμο ενδύεται διαφορετική νομική μορφή, η ίδια όμως πάντοτε και πανταχού αποκαλύπτει εαυτή ως σώμα Χριστού, λαός του Θεού, βασιλεία «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιω. 18:36), ως οργανισμός θεοΐδρυτος, θεοσκέπαστος και θεοφρούρητος σε όλες του τις εκφάνσεις. Σημαντικό τμήμα του Κανονικού και του Εκκλησιαστικού Δικαίου αφιερώνεται στην απόπειρα εξισορροπημένης ρύθμισης της αμφίδρομης όσο και αμφιλεγόμενης συχνά, αυτής σχέσης Εκκλησίας και Κόσμου, καθώς και μεγάλο ανάπτυγμα της παγκόσμιας ιστορίας, εκκλησιαστικής και πολιτικής.
 
3. Ενότητα, Χάρις και αγαθοποιΐα
Δύο χιλιετίες σχεδόν μετά την πρώτη Πεντηκοστή της, Η Εκκλησία του Χριστού παραμένει εδραία στη διδασκαλία της ότι αποτελεί ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη «ὁδὸν ζωῆς». Τον δρόμο της μπορούν να βαδίσουν όλες και όλοι οι άνθρωποι ενωμένοι χωρίς διακρίσεις και διαχωρισμούς ως τέκνα και λαός Θεού ηγαπημένος.
Η Εκκλησία του Χριστού, επίσης από θεολογικής απόψεως, αποτελεί αυτοδύναμη και παγκόσμια δικαιοταξία. Ο Νόμος της Χάριτος που διέπει την εκκλησιαστική ζωή φανερώνεται μέσα από τέσσερα δικαϊκά στοιχεία, τις ιερές εντολές, τους ιερούς κανόνες, τους θεοσεβείς νόμους και τους διακριτικούς/ψυχωφελείς λόγους. Οι εντολές εμπεριέχονται στο σύνολό τους στον Κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής με έμφαση, φυσικά, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Οι Ιεροί Κανόνες αποτελούν καρπό των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων καθώς και Πατέρων της Εκκλησίας. Οι θεοσεβείς νόμοι αναφέρονται σε νομική παραγωγή ηγετών, στο βαθμό που οι τελευταίοι νομοθετούν και ενεργούν ωςεπίσκοποι των «έξω» και ως «οὐκ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν» (Ρωμ. 13:3). Οι διακριτικοί λόγοι τέλος έχουν προαιρετικό και προσωπικό, κυρίως, χαρακτήρα και απευθύνονται από ηγιασμένα μέλη της χριστιανικής κοινότητας (Πνευματικούς ή/και χαρισματούχους Γέροντες) προς καθένα ο οποίος τους υπέβαλε το αίτημα «εἰπέ μοι λόγονινα σωθώ».
Είναι μέσα από αυτό το σύστημα της Χάριτος που διαπορθμεύονται η αγάπη και η χαρά, η ειρήνη και η μακροθυμία, η χρηστότητα και η αγαθωσύνη, η πραότητα και η εγκράτεια, η πίστη και η ελπίδα και σύνολο το πλήρωμα των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, σε όλη την οικουμένη.
Προϊόντα: 1 - 4 από 35
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Νέα

Εκλογή Μητροπολιτών
Από τους Κλασικούς...
<< 25 | 26 | 27 | 28 | 29

Λίγα λόγια...

Η ηλεκτρονική μας εφημερίδα  έχει ως τίτλο: ΑΡΘΡΟ 13. Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια παρέα έξι φοιτητών που κατασκεύασαν τον ιστότοπο, για να εκφράσουν τις επιστημονικές τους ανησυχίες.
Ο αρχικός τίτλος ήταν ΑΡΘΡΟ 13: Φοιτητική Ηλεκτρονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Στην πορεία προστέθηκε η αρχαιολογική σύμπραξη, η οποία εξελίχθηκε σε διεπιστημονική σύμπραξη στην προσπάθεια πολύπλευρης προσέγγισης του κεντρικού αντικειμένου του ιστοτόπου που είναι το εκκλησιαστικό δίκαιο. 
Ο βασικός τίτλος της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας είναι ΑΡΘΡΟ 13. Το εμπνευστήκαμε από το ομώνυμο άρθρο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματός, στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει:
1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 
4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 
5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.
Το ΑΡΘΡΟ 13 είναι μια συλλογική προσπάθεια ανάδειξης του ιδιαίτερου κλάδου του Εκκλησιαστικού Δικαίου μέσα από ένα διάλογο επιστημονικό και επίκαιρο, μέσα από μία σύμπραξη νέων επιστημόνων και καταξιωμένων. Είναι ανεξάρτητο και απευθύνεται σε όλο το επιστημονικό δυναμικό του οικείου χώρου. 
Σκοπός η δημιουργία ενός χώρου προσβάσιμου σε όλους, προσιτού και στον προπτυχιακό φοιτητή που αναζητά το επιστημονικό αντικείμενο που του ταιριάζει, χρήσιμου και στον ερευνητή που αναζητά υλικό για κάποια επιστημονική του μελέτη. 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας: