Κεντρικό Άρθρο

του Νικολάου Χαροκόπου

«’Δῶ μιὰ φορὰ ἦταν ἄνθρωπος, κι ἐκεῆ ’ταν ἕνας τόπος»
Προ ημερών φυλλομέτρησα μία προσφάτως ολοκληρωθείσα διδακτορική διατριβή από ένα άτομο που φαινόταν «παιδὶ ζωηρό, φανατικὸ γιὰ γράμματα» και είχε καταπιαστεί με ένα μείζον θέμα. Ομολογώ ότι απογοητεύτηκα. Δεν θα μείνω στον άκαμπτο λόγο, δεν είναι, άλλωστε, λογοτεχνικό έργο η διατριβή. Αυτό που με απογοήτευσε είναι ότι ενώ έχει συγκεντρώσει έναν μεγάλο αριθμό πληροφοριών, ο τρόπος διάρθρωσης της μελέτης και παράθεσης των πληροφοριών δίνει την εντύπωση μίας αγωνιώδους προσπάθειας απόδειξης της ευρυμάθειας και εύρους της μελέτης, που τελικά υπονομεύει τον σκοπό της. Φαίνεται σαν μία αναψηλάφηση ενός πολύ γνωστού θέματος, με αράδιασμα σκέψεων που μοιάζουν τελικά ασύνδετες και δεν δίνουν κάτι ουσιαστικά καινούργιο, περιορίζονται σχεδόν σε τυπικά συμπεράσματα, που μοιάζουν αυτονόητα. Εξ ου και ο λόγος που θυμήθηκα το παραπάνω σολωμικό δίστιχο.  
Οι στίχοι του ποιητή μου έφεραν στο νου και ένα συναφές γνωμικό του Ηρακλείτου : «Πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει». Η παραπάνω διατριβή, και άλλες αντίστοιχες, παρόλη την κατά κανόνα καλή πρόθεση όλων των εμπλεκομένων, πέφτουν θύματα μίας συνεχώς διευρυνόμενης, και, κατ’ εμέ, εν πολλοίς λανθασμένης, θεώρησης των διδακτορικών σπουδών σήμερα. Προ καιρού εξεπλάγην κάπως, όταν διάβασα ένα άρθρο για τον αριθμό των ατόμων με διδακτορικό τίτλο στην Ελλάδα, που ξεπερνά τις σαράντα χιλιάδες. Εν συνεχεία προβληματίστηκα. Σίγουρα, η  αύξηση του αριθμού ανταποκρίνεται εν μέρει, όπως παρατηρούσε ο αρθρογράφος, στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις για εξειδίκευση στα διάφορα επιστημονικά πεδία. Ωστόσο, νομίζω ότι αυτή η εν πολλοίς, ας μου επιτραπεί ο όρος,  βιομηχανοποίηση της συγγραφής διατριβών ενέχει τον κίνδυνο να υποβαθμιστεί η πρωταρχική σημασία και στόχος της εκπόνησης μίας διατριβής- η προώθηση της έρευνας. 
Αρκετοί, πλέον, λόγω της συνεχούς αυξανόμενης ανταγωνιστικότητας, προσεγγίζουν την κοπιώδη διαδικασία ενός διδακτορικού εξαρχής λανθασμένα, βλέποντάς το μηχανιστικά, ως ένα επιπλέον asset, όπως λέγεται στην τεχνοκρατική γλώσσα, για την επαγγελματική ή και ακαδημαϊκή τους ανάδειξη. Ακόμη και η έννοια της επιστημονικής άμιλλας, έχει διαστρεβλωθεί και καταλήγει σε έναν κενό, μικρόψυχο ανταγωνισμό, που περιορίζει τη σημασία του διδακτορικού στην προσωπική προβολή και την απόκτηση, εν τέλει, λίγο παραπάνω μορίων για τη δουλειά του καθενός…
Ας μη θεωρηθεί ότι οι σκέψεις αυτές εκφράζουν έναν ελιτισμό και περιφρόνηση απέναντι στους τωρινούς και μελλοντικούς υποψηφίους διδάκτορες. Ακριβώς το αντίθετο. Έχοντας περάσει από τη σχετική διαδικασία, κατανοώ πλήρως τις προκλήσεις και προσπαθώ να επισημάνω τους κινδύνους υποβάθμισης για τωρινούς και μελλοντικούς κατόχους διδακτορικού. Η υπερπαραγωγή διδακτορικών, ιδίως με τις τρέχουσες συνθήκες και παθογένειες της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στη de facto υποβάθμιση του τίτλου. 
Χρειάζεται μια ουσιαστική επαναπροσέγγιση του ζητήματος, που δεν είναι ανεξάρτητο φυσικά από το γενικότερο ζήτημα της υπερπληθώρας πανεπιστημιακών τίτλων, που δημιουργούν συνθήκες κορεσμού και τελικώς προσλαμβάνονται από πολλούς ως επιστημονικοφανείς. Αναμφισβήτητα, η ευκόλως προτεινόμενη μείωση του αριθμού των ατόμων που κατέχουν διδακτορικό είναι μία απλοϊκή προσέγγιση του θέματος. Δεν μπορεί ένα γενικός περιορισμός της  πρόσβασης στη γνώση και την έρευνα να αποτελέσει μία ουσιαστική λύση, όπως, όμως, λύση δεν αποτελεί και η συνεχής, χωρίς επικαιροποιημένες επεμβάσεις, αύξηση των διδακτόρων. Αυτό που απαιτείται για τη διαμόρφωση των σωστών προϋποθέσεων είναι η παροχή μίας πολύπλευρης στήριξης από τους θεσμούς και τους ίδιους τους επιβλέποντες καθηγητές, που θα οδηγήσει στην κατάθεση ολοκληρωμένων προτάσεων έρευνας και στην ευδόκιμη ολοκλήρωσή τους. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο θα εκπληρώνεται πρωτίστως ο βασικός στόχος της διατριβής, η πρωτότυπη συμβολή στην έρευνα που δεν θα εκπίπτει σε μία ξερή πολυμάθεια.  
{Κατά την κανονιστική αναδιάρθωση της Εφημερίδας, αποφασίστηκε η ανανέωση του κεντρικού άρθρου κάθε Κυριακή. Λόγω της ημέρας, η συγγραφή του εν λόγω άρθρου ανατέθηκε στη στήλη με τίτλο Θέματα Κανονικού Δικαίου.
Εκ της Αρχισυνταξίας}
 
 
Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν!
Η  Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα οδηγεί στη λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου. Ο Θεάνθρωπος θυσιάστηκε οδηγούμενος εκουσίως σε σταυρικό θάνατο μεταβάλλοντάς τον από μέσο και εργαλείο φθοράς και καταισχύνης, σε μέσο αγιασμού σημείον λυτρώσεως και σωτηρίας. Η άφατη αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο πραγματοποιείται με τη σταυρική θυσία και τη φωτοφόρο Αυτού Ανάσταση. Ο Θεάνθρωπος πέθανε στο Σταυρό, υψώθηκε επί ξύλου για την παγκόσμια άφεση των αμαρτιών ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος. Αναστήθηκε δίδοντάς μας ελπίδα και γεύση ζωής αιωνίου, ο Παράδεισος άνοιξε εκ νέου τις πύλες του με την Ανάσταση του Χριστού, «του, κατά τον θεηγόρο Παύλο, Πρωτότοκου των νεκρών». 
Η σταυρική θυσία του Χριστού προηγείται της Αναστάσεως και η άρρηκτη σύνδεση των δύο γεγονότων αποτυπώνεται εντός του λειτουργικού, αλλά και του λυτρωτικού βιώματος. Η Ανάσταση είναι η πραγματικότητα που ακολουθεί μετά την άκρα ταπείνωση της σταυρικής κενώσεως. Ο Χριστός υπέμεινε το πάθος «δι᾿ ἡμᾶς», καθώς δια του σταυρού ήρθε η χαρά σε όλο το κόσμο, η χαρά της Ανάστασης, η νίκη της ζωής ενάντια στο θάνατο. Ο Χριστός με το θάνατό του νίκησε το θάνατο, ψάλλει και διακηρύσσει η Εκκλησία. Αμφότερα τα δύο μεγάλα αυτά γεγονότα της Θείας Οικονομίας, Πάθος και Ανάσταση, η Ορθοδοξία εορτάζει συνδυασμένα ως Πάσχα Σταυροαναστάσιμο. Πάσχα σημαίνει διάβαση από το θάνατο στην αιώνια ζωή και τη νίκη κατά της αμαρτίας και του διαβόλου. Η πνευματική δουλεία καταργείται και απελευθερωνόμαστε. 
Στην Ορθόδοξη σωτηριολογία, η Ανάσταση δεν είναι μετέωρο γεγονός. Εξ αυτού του λόγου η βίωση της Αναστάσεως δεν πρέπει να θεωρείται ως ανεξάρτητη και αυτοτελής, αλλά ως συνέχεια και ακολουθία της βιώσεως του Πάθους, καθώς πρόκειται για δύο αλληλοεξαρτώμενα και αλληλοσυμπληρούμενα μεγέθη. Οι πιστοί διαβαίνουμε την «Ερυθρά θάλασσα» των χαλεπών της πρόσκαιρης αυτής βιωτής. Κάθε άνθρωπος ζει το δικό του Πάθος και εν Χριστώ καλείται να εξέλθει νικηφόρος στη Χώρα των Ζώντων στην ακατάλυτη πραγματικότητα της Αναστάσεως. Υπό αυτό το Θεοκεντρικό και Χριστοκεντρικό πρίσμα, πρέπει να κατανοηθεί η μετά του Κυρίου συσταύρωση και συνανάστασή μας. Συμμετέχοντας, συνεπώς, οι πιστοί στην ανάμνησιν του Πάθους του Χριστού κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα δε θλίβονται και δεν απογοητεύονται, αντιθέτως χαίρονται και ελπίζουν ατενίζοντας προς το απαστράπτον φως της Αναστάσεως. Η ένδοξος έγερση του Θεανθρώπου, έπειτα από την Θεόσωμον ταφή Του και την κάθοδό Του στον Άδην σηματοδοτεί τη νίκη του ζωοδότη Χριστού έναντι του θανάτου, δίδοντας την ελπίδα και της δικής μας Ανάστασης, της ανθρώπινης φύσεως και σύνολης της κτίσεως. 

της Ραφαέλλας - Νικολέττας Σταυριδάκη

Η συζήτηση σχετικά με την απαγόρευση ή όχι της μουσουλμανικής μαντίλας έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, λόγω της ευαισθησίας της κοινής γνώμης σχετικά με τα ζητήματα που άπτονται της θρησκευτικής ελευθερίας. Ταυτοχρόνως, στο εν λόγω ζήτημα η θρησκευτική ελευθερία εμπλέκεται με πληθώρα άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων και θεμελιωδών αρχών, ώστε να μην μπορεί να δοθεί μία απλή και μονοσήμαντη απάντηση, αλλά πρέπει να συνεκτιμηθούν πολλές παράμετροι. Κυρίως, όμως, πίσω από κάθε νομική λύση υποκρύπτονται κοινωνικοί παράγοντες σχετικά με το πώς βιώνουν τη χρήση μαντίλας οι ίδιες οι Μουσουλμάνες, αλλά και οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες.
Από κοινωνιολογικής πλευράς, η μαντίλα παρουσιάζεται ως σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης από μία θρησκεία που υποτιμά τις γυναίκες. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια, καθώς η χρήση της μαντίλας επιβάλλεται από το παραδοσιακό οικογενειακό περιβάλλον. Υπάρχουν, όμως, και πολλές περιπτώσεις, στις οποίες νεαρές Μουσουλμάνες, αλλά και γυναίκες που στράφηκαν στο Μουσουλμανισμό, επιλεγούν οικειοθελώς να φοράνε μαντίλα. Για τις Μουσουλμάνες που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών είναι ένας τρόπος να τονίσουν την καταγωγή και την ταυτότητά τους μέσα στην ξένη για αυτές κοινωνία που κατοικούν. Επίσης, η χρήση της μαντίλας επιτρέπει σε γυναίκες από συντηρητικές οικογένειες να ξεφύγουν από το στενό οικιακό περιβάλλον και να αποκτήσουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και την εργασία. Άρα η μαντίλα υπό μία έννοια τις «απελευθερώνει». Και εκτός των πλαισίων των οικογενειών μεταναστών, όμως, η μαντίλα χρησιμοποιείται ως σύμβολο εναντίωσης απέναντι στην καπιταλιστική Δύση και σε όσα αυτή εκπροσωπεί (αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός, παγκοσμιοποίηση κλπ).
Βέβαια, και η προβολή της μαντίλας ως συμβόλου καταπίεσης χρησιμοποιείται από τις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες για να διαμορφώσουν ταυτότητα βάσει της αντίθεσης προς τον Μουσουλμάνο «ξένο». Προβάλλεται η υπεροχή των δυτικών αξιών (φιλελευθερισμός, δικαιώματα της γυναίκας κλπ), για να τονιστεί η ανωτερότητα της Δύσης και να δικαιολογηθούν ο ιμπεριαλισμός και η οικονομική επέκταση με το πρόσχημα της απελευθέρωσης των γυναικών που καταπιέζονται στα Κράτη αυτά.
Από νομικής άποψης, η χρήση της μαντίλας αποτελεί έκφραση της θρησκευτικής ελευθερίας. Η θρησκευτική ελευθερία, τόσο στο Ελληνικό Σύνταγμα (ά 13 Σ) όσο και στην ΕΣΔΑ (ά. 9), έχει δύο όψεις. Η εσωτερική όψη αφορά την ελευθερία των θρησκευτικών πεποιθήσεων και είναι απαραβίαστη ενώ η εξωτερική αφορά την εκδήλωση των πεποιθήσεων αυτών και μπορεί να περιοριστεί αν συγκρούεται με άλλα συνταγματικώς κατοχυρωμένα αγαθά. Η χρήση της μαντίλας υπάγεται στην δεύτερη περίπτωση της εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων και άρα μπορεί να περιοριστεί από το Νομοθέτη.
Στην Γαλλία απαγορεύτηκε η χρήση της μαντίλας από μαθήτριες των δημόσιων σχολείων καθώς και η κάλυψη του προσώπου σε όλους τους δημόσιους χώρους, γιατί θεωρήθηκε ότι προσβάλλει την αρχή του κοσμικού Κράτους (laïcité). Η αρχή αυτή επιβάλλει τον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας αλλά δεν συνεπάγεται αυτόματα τον αποκλεισμό των θρησκευτικών συμβόλων από τους δημόσιους χώρους. Στην Γαλλία υιοθετήθηκε μία σκληρή ερμηνεία της laïcité, η οποία επιβάλλει σε όλους να εισέρχονται στον δημόσιο χώρο ως πολίτες χωρίς να προβάλλουν την ιδιαιτερότητά τους και να εμφανίζονται ως μέλη ξεχωριστών θρησκευτικών κοινοτήτων που απειλούν την εθνική και κοινωνική ενότητα. Δημιουργείται έτσι μία πλαστή εικόνα ομογενοποιημένων πολιτών που αποκρύπτει τις υπάρχουσες διαφορές. Οι ξεχωριστές κοινότητες, όπως οι Μουσουλμάνοι, αισθάνονται, συνεπώς, καταπιεσμένες και απομονώνονται κοινωνικά και ριζοσπαστικοποιούνται.
Στη Γερμανία, αντιθέτως, επικράτησε η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας και τόσο μαθήτριες όσο και δασκάλες μπορούν να φορούν την μαντίλα εντός του σχολείου. Όπως έκρινε το Συνταγματικό Δικαστήριο, ο Νομοθέτης μπορεί να απαγορεύσει την χρήση μαντίλας μόνο για τις δασκάλες και όχι γενικά και απόλυτα, αλλά μόνο εφ’ όσον προκύπτει συγκεκριμένος κίνδυνος για τα δικαιώματα τρίτων, όπως των μαθητών άλλων θρησκευμάτων των οποίων η αρνητική θρησκευτική ελευθερία προσβάλλεται εφ’ όσον δέχονται προσηλυτισμό. 
Επιλογικά, μπορεί να ειπωθεί ότι η εκάστοτε λύση που επιλέγεται στο ζήτημα της μαντίλας δείχνει το βαθμό ανοχής και πλουραλισμού κάθε κοινωνίας.  

της Ελένης Παλιούρα

Κάθε πολιτειακή έννομη τάξη αποτελείται από ρυθμίσεις κανονιστικού περιεχομένου σχετικές με όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται εντός της. Αυτές οι διατάξεις διαφέρουν από δικαιοταξία σε δικαιοταξία, και συνεπώς η ρύθμιση του καθεστώτος των θρησκευτικών κοινοτήτων θα παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με τη σύνθεση της έννομης τάξης, στην οποία διαμορφώνεται το θρησκευτικό φαινόμενο ανά τις χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα, ο ελληνικός νόμος που ρυθμίζει το ζήτημα των θρησκευτικών ενώσεων (ν.4301/2014, Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων και λοιπές διατάξεις. {ΦΕΚ Α' 223/07-10-2014})  δε διαφέρει κατά τη συνολική του θεώρηση από το γενικότερη ευρωπαϊκή νομοθετική κατεύθυνση. Οι ιδιαιτερότητες και τα διαφορετικά κριτήρια που θεσπίζονται έχουν να κάνουν  κατά βάση με τα προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει η ελληνική νομική πρακτική στο επίμαχο ζήτημα, καθώς και με την ιστορική διαμόρφωση των σχέσεων κράτους – Εκκλησίας και κράτους – θρησκευτικών κοινοτήτων. Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί η εναρμόνιση ενός τέτοιου είδους νομοθετήματος με την εθνική έννομη τάξη από τη συγκριτική του επισκόπηση.
Η ρύθμιση του νομικού πλαισίου των θρησκευτικών κοινοτήτων εντός μιας επικράτειας είναι ένα ζήτημα όχι μόνο αμιγώς τεχνοκρατικό, αλλά και έντονα κοινωνικοπολιτικό, εφόσον το δίκαιο ισοδυναμεί και με  ένα κοινωνικό φαινόμενο αποτελώντας  ως προς το νομοπαραγωγικό του κομμάτι συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητος ένας διαχωρισμός μεταξύ του νομικού πλέγματος των σχέσεων κράτους – θρησκευμάτων (της de jure σχέσης δηλαδή) από τη σύνδεση του θρησκευτικού φαινομένου με την πολιτική (της de facto σύνδεσης δηλαδή, όσο και αν παρατηρείται μια αδιαμφισβήτητη αλληλεπίδραση. Αυτός ο διαχωρισμός, κατά την έρευνα ενός νομικού πάνω σε ένα συγκεκριμένο νομοθετικό/νομολογιακό ζήτημα συμβάλλει στην πρωτογενή αντιμετώπισή του στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των προσωπικών θέσεων του ερευνητή.  Αυτό διότι το κρίσιμο σημείο για την εύρυθμη λειτουργία οποιουδήποτε θεσμού, συστήματος ή ομάδας είναι η αμερόληπτη κρίση. Η αμερόληπτη κρίση, ωστόσο, αποκτάται μετά από βαθιά μελέτη ενός θέματος σε συνάρτηση με την έλλειψη συμφερόντων, τη διάθεση συνεργασίας, αλλά και την απουσία της άκρατης φιλοδοξίας. Η αμερόληπτη κρίση, επίσης, συνδέεται και με τη δυνατότητα διαχείρισης της εξουσίας που απορρέει από μια συγκεκριμένη θέση.
Καταληκτικά και βάσει των ανωτέρω: η διαμόρφωση γνώμης πάνω στη θέση των θρησκευτικών κοινοτήτων νομοθετικά, νομολογιακά και πολιτικά έχει στη βάση της την ορθή χρήση και κατανόηση της ορολογίας της δυσχερώς προσεγγίσιμης σε όλο της το περιεχόμενο θρησκευτικής δικαιοταξίας, όπως αυτή λειτουργεί εντός της πολιτειακής. Η ορολογία αυτή έχει ένα εξωτερικό και ένα εσωτερικό κομμάτι. Το εξωτερικό περιλαμβάνει την ορολογία που έχει διαμορφώσει η πολιτειακή έννομη τάξη για τη λειτουργία του θρησκευτικού φαινομένου εντός της (π.χ. θρησκευτική αυτονομία, όπου ο όρος αυτονομία δε θα πρέπει να συγχέεται με τη σημασία της αυτονομίας στην εκκλησιαστική δικαιοταξία), ενώ το εσωτερικό περιλαμβάνει την ορολογία της εκάστοτε θρησκευτικής κοινότητας, το περιεχόμενο της οποίας απαρτίζει και μία έκφανση της θρησκευτικής αυτοδιοίκησης (π.χ. ποιος είναι κληρικός και ποιο το περιεχόμενο της ιερατικής εξουσίας). 
Προϊόντα: 1 - 4 από 26
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Νέα

Ξερή πολυμάθεια
Δαμεσολάβηση και Δημόσιο...
Αναστάσεως ημέρα!Από τη...
Περιοδικό GRAECO-ARABICA:...
Ζ΄ Διεθνές Επιστημονικό...
Συνέντευξη - Αφιέρωμα
Με αφορμή το άρθρο μου για τη...
Περί θρησκευτικών κοινοτήτων
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου:...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Λίγα λόγια...

Η ηλεκτρονική μας εφημερίδα  έχει ως τίτλο: ΑΡΘΡΟ 13. Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια παρέα έξι φοιτητών που κατασκεύασαν τον ιστότοπο, για να εκφράσουν τις επιστημονικές τους ανησυχίες.
Ο αρχικός τίτλος ήταν ΑΡΘΡΟ 13: Φοιτητική Ηλεκτρονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Στην πορεία προστέθηκε η αρχαιολογική σύμπραξη, η οποία εξελίχθηκε σε διεπιστημονική σύμπραξη στην προσπάθεια πολύπλευρης προσέγγισης του κεντρικού αντικειμένου του ιστοτόπου που είναι το εκκλησιαστικό δίκαιο. 
Ο βασικός τίτλος της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας είναι ΑΡΘΡΟ 13. Το εμπνευστήκαμε από το ομώνυμο άρθρο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματός, στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει:
1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 
4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 
5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.
Το ΑΡΘΡΟ 13 είναι μια συλλογική προσπάθεια ανάδειξης του ιδιαίτερου κλάδου του Εκκλησιαστικού Δικαίου μέσα από ένα διάλογο επιστημονικό και επίκαιρο, μέσα από μία σύμπραξη νέων επιστημόνων και καταξιωμένων. Είναι ανεξάρτητο και απευθύνεται σε όλο το επιστημονικό δυναμικό του οικείου χώρου. 
Σκοπός η δημιουργία ενός χώρου προσβάσιμου σε όλους, προσιτού και στον προπτυχιακό φοιτητή που αναζητά το επιστημονικό αντικείμενο που του ταιριάζει, χρήσιμου και στον ερευνητή που αναζητά υλικό για κάποια επιστημονική του μελέτη. 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας: