Κεντρικό Άρθρο

της Ραφαέλλας Σταυριδάκη

Για τη σπουδαιότητα της Μονής ως πνευματικού κέντρου αρκετοί ερευνητές επικαλούνταιτην διάταξη του τυπικού, που αναφέρεται στην ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίου (Κεφ. λα΄ «Περί των νεογνών παιδίων, εν οις οφείλουσι διάγειν και ανατρέφεσθαι και τα ιερά γράμματα εκπαιδεύεσθαι»: «Μαθητευθήτωσαν δε εκ των ειρημένων παίδων παρά τω δηλωθέντι γηραιώ ιερεί παίδες τον αριθμόν εξ, λαμβάνοντες από της μεγάλης μονής τας διατροφάς αυτών και τα παντοία ενδύματα κατά το αρμόδιον, και έστωσαν εκείσε, έως ου τελείως μαθώσι και φθάσωσιν εις τάξιν ιερατείας»). Όπως, όμως, προκύπτει από τη διατύπωση του τυπικού και τα συμπεράσματα της σύγχρονης έρευνας, πρόθεση του Πακουριανού δεν ήταν η δημιουργία μίας ιερατικής σχολής, αλλά ενός εκπαιδευτηρίου που προετοίμαζε τους μελλοντικούς ιερείς και μοναχούς, με αποκλειστικό σκοπό τη μελλοντική στελέχωση και την κάλυψη των αναγκών της Μονής. Η Μονή, επίσης, διέθετε Γηροκομείο και Βιβλιοθήκη, γεγονός που την καθιστούσε σημαντικό κέντρο κοινωνικής μέριμνας για την ευρύτερη περιοχή. 
Τον 13ο αιώνα οι Βυζαντινοί Ιβηριανοί Μοναχοί έχασαν την κυριότητα του Μοναστηριού (παρά τις προθέσεις του ιδρυτή του), αλλά οι παραδόσεις τους διατηρήθηκαν μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα και σώζεται μέχρι σήμερα ένα Αρμενικό Ευαγγέλιο του 10ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το Μοναστήρι τέθηκε υπό την προστασία του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ, όπως αποδεικνύεται από μια εικόνα του στις αψίδες του νάρθηκα του οστεοφυλακίου. Πιστεύεται ότι ο ιδρυτής της Φιλολογικής Σχολής του Τάρνοβο και τελευταίος πατριάρχης της μεσαιωνικής Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριάρχης Ευθύμιος εξορίσθηκε από τους Τούρκους και εργάσθηκε στη σχολή του μοναστηριού στις αρχές του 15ου αιώνα.
Αν και το μοναστήρι επέζησε των πρώτων κυμάτων της Τουρκικής εισβολής στα Βουλγαρικά εδάφη, αργότερα λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, αλλά ανακαινίστηκε προς το τέλος του 15ου αιώνα. Η τραπεζαρία, της οποίας οι τοιχογραφίες από ανώνυμο ζωγράφο έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία, ανακατασκευάσθηκε το 1601 και η Εκκλησία της Παναγίας, που σώζεται ακόμη, ολοκληρώθηκε το 1604. Το Μοναστήρι του Μπάτσκοβο υπήρξε, επίσης, η τελευταία κατοικία του Πατριάρχη Ευθύμιου (1330–1404), του Έξαρχου Στεφάνου Α΄(1878-1957) και του Πατριάρχη Κυρίλλου (1901–1971).
Το μόνο τμήμα που έχει διασωθεί από το αρχικό κτίριο του μοναστηριού είναι το οστεοφυλάκιο, που έχει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και παλιές τοιχογραφίες και βρίσκεται 300 μέτρα από το σύγχρονο μοναστηριακό συγκρότημα. Το κτίριο έχει δύο ορόφους, από τους οποίους μόνο ο ένας φαίνεται από τα νότια. Από αρχιτεκτονική άποψη το σχέδιό του φαίνεται ξένο προς τις τοπικές παραδόσεις. Θυμίζει Συριοπαλαιστινιακούς νεκροθαλάμους, με τους δύο ορόφους του ταυτόσημου σχεδιασμού. Κάθε όροφος έχει ένα νάρθηκα, ένα ενιαίο κλίτος και μια αψίδα. Το ισόγειο προορίζεται για κρύπτη και έχει 14 θέσεις ταφής. Η αψίδα στον άνω όροφο, την κυρίως εκκλησία (γνωστή ως Εκκλησία της Αγίας Τριάδας), είναι ημικυκλική στο εσωτερικό και πενταγωνική στο εξωτερικό με 3 ανοίγματα που αφήνουν λίγο φως να περνά στο ιερό. Το κτίριο είναι θολωτό. Το οστεοφυλάκιο είναι ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο κατασκευής του, αποτελώντας ένα μείγμα Αρμενικής, Γεωργιανής και Βυζαντινής κατασκευαστικής παράδοσης. 
Το Καθολικό της Παρθένου Μαρίας (χρονολογούμενο από το 1604) είναι το μέρος, όπου φυλάσσεται μια πολύτιμη εικόνα της Παρθένου Μαρίας από το 1310 (προερχόμενη από τη Γεωργία). Σύμφωνα με θρύλο η εικόνα είναι θαυματουργή, προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές. Αυτή η εκκλησία χτίστηκε στη θέση της παλιότερης εκκλησίας του μοναστηριού, που καταστράφηκε από τους Τούρκους. Το κτίριο έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα στην αρχική του μορφή της τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο με τρεις πενταγωνικές αψίδες. Ένας επάργυρος σταυρός πάνω στον τρούλο φέρει την επιγραφή "Πάντα νίκα !" στα Γεωργιανά. Οι τοιχογραφίες στον ευρύχωρο νάρθηκα ζωγραφίστηκαν το 1643 και απεικονίζουν σε φυσικό μέγεθος τον Γκεόργκι και το γιο του Κονσταντίν, υψηλόβαθμους προύχοντες στην Κωνσταντινούπολη και δωρητές του ναού. Οι νωπογραφίες στον κυρίως ναό ζωγραφίστηκαν πολύ αργότερα, το 1850, από το Γιόαν Μος (Μόσκο). Οι δύο κεντρικές εικόνες στο εικονοστάσι, της Αγίας Παρθένου και του Ιησού Χριστού, χρονολογούνται με ακρίβεια (1793). Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, ο επισκοπικός θρόνος και άλλα σχετικά χρονολογούνται από το 18ο αιώνα.
 
Την προηγούμενη εβδομάδα είχα την ωραία ευκαιρία να κάνω έναν ιστορικό-αρχαιολγικό περίπατο με φίλες και φίλους, παλιούς συνυποτρόφους της Ακαδημίας Αθηνών, ξεκινώντας από τη μεγαλύτερη πύλη της αρχαίας Αθήνας, το Δίπυλο στον Κεραμεικό και ακολουθώντας νοητά την πορεία της αρχαίας επίσημης οδού, του λεγόμενου και Δρόμου, φτάσαμε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, 1,5 χιλιόμετρο περίπου στα δυτικά. Η ευρεία αυτή οδός, με πλάτος περίπου 40 μέτρων, γνωστή αρχικώς ως Ὁδὸς Κεραμεικοῦ, διέσχιζε τον ομώνυμο αρχαίο δήμο της Αθήνας και οδηγούσε σε ένα από τα τρία γυμνάσια της πόλης, στην περιοχή της Ακαδημίας. Εκεί το 387 ο Πλάτωνας ίδρυσε τη φιλοσοφική του σχολή, που οδήγησε στο να καταστεί  το όνομα της Ακαδημίας  συνώνυμο των ανώτερων πνευματικών ιδρυμάτων. 
Μέσα στο μικρό τμήμα της αρχαίας οδού που βρίσκεται εντός του ανεσκαμμένου αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα ορισμένων εντυπωσιακών ταφικών μνημείων, που είχαν ανεγερθεί δημοσία δαπάνη για τους πεσόντες σε πολεμικές επιχειρήσεις υπέρ της πόλης και για επιφανείς άνδρες του δημοσίου βίου. Αυτά συνέχιζαν και εκτός του χώρου, ευρισκόμενα εκατέρωθεν και πέριξ της οδού, μέχρι και την απόληξή της στην Ακαδημία. Αποτελούσαν το δημόσιο νεκροταφείο, το Δημόσιον Σῆμα, στο οποίο εκφωνούνταν και οι επιτάφιοι προς τιμή των πεσόντων, με γνωστότερο, φυσικά, τον λόγο του Περικλή για τους πεσόντες του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου που διασώζεται από τον Θουκυδίδη στις Ἱστορίες του (Β΄, 34-46). Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέπτεται την Αθήνα κατά τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., κατευθυνόμενος προς την Ακαδημία απαριθμεί πλήθος ταφικών μνημείων διασήμων ανδρών, ανάμεσα στα οποία του Περικλή και του ρήτορα Λυκούργου, η θέση του οποίου έχει εντοπιστεί, και πεσόντων σε πολέμους, από τους κλασικούς χρόνους και εξής (1, 29,2- 16).
Περπατώντας σε αυτό το άλλοτε «κάλλιστον προάστειον τῆς πόλεως», για να θυμηθώ και πάλι τον Θουκυδίδη (Β, 34,4), μπορούμε να δούμε σε μερικά σημεία των συγχρόνων οδών που βρίσκονται πάνω από τον αρχαίο Δρόμο, πολύ λίγα ψήγματα αυτής της οδού και ό,τι έχει απομείνει από τα ταφικά μνημεία. Χαρακτηριστική, σχετικά πρόσφατη περίπτωση είναι η αποκάλυψη ενός τμήματος ενός πολυανδρίου, ενός κοινού τάφου πολεμιστών από το πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., σε ένα σημείο της πεζοδρομημένης οδού Σαλαμίνος, όπου έχει διαμορφωθεί μία πλατεία που αποτελεί δημοφιλές σημείο συνάντησης σήμερα. 
Σε σημεία σαν και αυτά μέσα στον αστικό ιστό μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή η σχέση του ιστορικού παρελθόντος της πόλης με το παρόν, μία απτή αίσθηση  της διαχρονία της Αθήνας, για να δανειστώ έναν όρο της γλωσσολογίας. Αυτό, αν μη τι άλλο, είναι ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα για όλους όσους κατοικούν ή έστω επισκέπτονται το «κλεινὸν ἄστυ», που κατατάσσεται στις παλαιότερες πόλεις του κόσμου. 
Ταυτόχρονα, όμως, όλοι σχεδόν οι παριστάμενοι συνυπότροφοι, με ρώτησαν γιατί δεν έχει αναδειχθεί όλο αυτό το ιστορικό τμήμα της αρχαίας πόλης, αλλά παραμένει απογοητευτικά αποσπασματικό και μη εύκολα κατανοητό για τον μέσο περαστικό. Εδώ ερχόμαστε στην άλλη πτυχή που διέπει τη διαχρονία στην πόλη της Αθήνας και την πρόσληψή της, το ζήτημα της συνύπαρξης των αρχαιοτήτων με τη συνεχώς αναπτυσσόμενη σύγχρονη πόλη και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εύρεση και ανάδειξη τμημάτων των αρχαίων, αλλά και νεώτερων φάσεων του παρελθόντος της Αθήνας. 
Μια βασική ασυμφωνία μεταξύ των παρελθουσών φάσεων και του αναπτυσσόμενου συγχρόνου άστεως εκδηλώθηκε από τους πρώτους χρόνους μετά την Επανάσταση το 1821. Ήδη πριν την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους, οι  αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Schaubert το 1832 εκπόνησαν ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, το οποίο προέβλεπε πλατείες οδούς και άλλα στοιχεία ορθής ρυμοτομίας και οργάνωσης που στερήθηκε η Αθήνα στη συνέχεια. Επιπλέον, είχαν προνοήσει ώστε να παραμείνει ελεύθερο οικοδόμησης το τμήμα αυτού που σήμερα καλούμε ιστορικό κέντρο της Αθήνας, και να διενεργηθούν ανασκαφές για την ανάδειξη της αρχαίας πόλης. Τελικώς, όμως, μετά από αντιδράσεις των Αθηναίων, το σχέδιο αυτό ουδέποτε εφαρμόστηκε  και η Κυβέρνηση ανέθεσε στον Βαυαρό von Klenze, αρχιτέκτονα του βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Α΄, να το τροποποιήσει, μετριάζοντας τις δραστικές παρεμβάσεις στον υπάρχοντα αστικό ιστό της Αθήνας και, ανάμεσα σε άλλα, μειώνοντας και την έκταση της προβλεπόμενης αρχαιολογικής ζώνης. 
Ήδη από  τα πρώτα εκείνα χρόνια η δόμηση ή η διατήρηση των υφιστάμενων κτηρίων μέσα στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ερχόταν συνεχώς σε σύγκρουση με τις οποίες προσπάθειες για αρχαιολογικές έρευνες, που ούτως ή άλλως δυσχεραίνονταν από τη συνεχή έλλειψη επαρκών πόρων για απαλλοτριώσεις. Αυτό το φαινόμενο γιγαντώθηκε, φυσικά, κατά τους μεταπολεμικούς χρόνους. Η ανεξέλεγκτη έκρηξη της δόμησης με τη μέθοδο της αντιπαροχής, πολλές φορές χωρίς τη μελέτη αρχιτέκτονα, και η αυθαίρετη δόμηση που ολοένα αυξανόταν, μετέτρεψαν την Αθήνα σε μια απρόσωπη «μοντέρνα» πρωτεύουσα. Πάρα πολλά τμήματα της αρχαίας πόλης και του φυσικού της τοπίου έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί και μας είναι γνωστά μόνο από περιγραφές περιηγητών, παλαιά σχέδια ή φωτογραφίες και σύντομες, συνήθως, αναφορές των αρχαιολόγων κατά τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών.  
Παρόλα ταύτα, αν και πολλά έχουν χαθεί, υπάρχει ακόμα η δυνατότητα ανάδειξης της μοναδικής διαχρονίας που διαθέτει η Αθήνα μέσα από αυτά που διατηρούνται ή από αυτά που μπορούν να εντοπιστούν σε μελλοντικές έρευνες. Είναι κατανοητό, βέβαια, ότι αυτό αποτελεί ένα ιδιαιτέρως δύσκολο πεδίο της έρευνας, με πλείστες νομικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους, που καθιστούν αναγκαία τη συνεργασία πλήθους φορέων, περά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει την ευθύνη, αλλά και τον έλεγχο των ερευνών. Η διαχείριση και ανάδειξη των αρχαιοτήτων είναι μία απαραίτητη πτυχή της αρχαιολογικής  έρευνας σήμερα (σίγουρα όχι αυτόνομη επιστήμη, όπως καθ΄ υπερβολή άκουσα κάποτε να αποκαλείται), που συμβάλλει θετικά στην προστασία των μνημείων, αλλά και στη δημιουργική σύνδεσή τους με τον σύγχρονο αστικό περίγυρο. Σε αυτήν την κατεύθυνση, μπορούν να γίνουν πολλά, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα υπάρξουν και αποφασιστικές κινήσεις για την αντιμετώπιση χρονίων κακοδαιμονιών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, στις οποίες θα αναφερθώ σε μελλοντικό άρθρο. 
 
Article 14: Separation of the religious communities from the State Religious communities shall be separated from the state. Religious communities shall be equal and free in the exercise of religious rites and religious affairs, βλ. Montenegro's Constitution of 2007, www.constituteproject.org
Church of Scotland Act 1921, An Act to declare the lawfulness of certain Articles declaratory of the Constitution of the Church of Scotland in matters spiritual prepared with the authority of the General Assembly of the Church.[28th July 1921]…. 2 Other Churches not to be prejudiced.Nothing contained in this Act or in any other Act affecting the Church of Scotland shall prejudice the recognition of any other Church in Scotland as a Christian Church protected by law in the exercise of its spiritual functions….. www.legislation.gov.uk
Act of Supremacy 1558, An Acte restoring to the Crowne thauncyent Jurisdiction over the State Ecclesiasticall and Spirituall, and abolyshing all Forreine Power repugnaunt to the same…. VIII All Spiritual Jurisdiction united to the Crown… www.legislation.gov.uk
---------------------------------------------
Το θρησκευτικό φαινόμενο αναπτύσσεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πολιτειακή δικαιοταξία αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο της, καθώς εκτός από τον κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό του αντίκτυπο, έχει ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση ενός παράλληλου δικαιικού συστήματος που έχει τόσο "εξωτερικές" όσο και "εσωτερικές" συνέπειες. Τα ανωτέρω κανονιστικά κείμενα είναι απλά παραδείγματα μερικής ρύθμισης της θρησκευτικής έννομης τάξης εντός διαφορετικών κρατικών δικαιοταξιών.
Η "εξωτερική" και η "εσωτερική" ρύθμιση του θρησκευτικού φαινομένου έχουν να κάνουν ακριβώς με την ενότητα των δύο δικαιοταξιών, της θρησκευτικής και της πολιτειακής. Η ενότητα αυτή δε θεμελιώνεται μόνο στο γεγονός του δικαιώματος κάθε πολίτη να είναι και μέλος μια θρησκευτικής κοινότητας, αλλά και στη λειτουργία εντός ενός συγκεκριμένου κράτους, εντός μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, ενός αριθμού θρησκευτικών κοινοτήτων. Με την "εξωτερική" ρύθμιση του θρησκευτικού φαινομένου σχετίζονται τα κανονιστικά κείμενα είτε της μίας είτε της άλλης δικαιοταξίας που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Αυτές οι σχέσεις μπορεί να καθορίζονται σε ιεραρχικά ανώτερα κανονιστικά κείμενα και να εξειδικεύονται σε ιεραρχικά κατώτερα. Για παράδειγμα, το ισπανικό Σύνταγμα, προβλέπει τη μη ύπαρξης κρατικής θρησκείας (το καθεστώς αυτό οφείλεται στην πολιτική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί κατά τη δικτατορία του Franisco Franco, όταν δηλαδή η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διέθετε πλήθος προνομίων με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη, ενδ. Π.Δημητρόπουλος, Κράτος και Εκκλησία, 2001, σ.45). Με κοινό νομοθέτημα, δηλαδή με κανονιστικό κείμενο μικρότερης ισχύος, προβλέπεται η δυνατότητα απόκτησης νομικής προσωπικότητας εκ μέρους θρησκευτικών ενώσεων, ρυθμίζεται δηλαδή μια βασική έκφανση της ύπαρξης και της λειτουργίας των θρησκευτικών κοινοτήτων εντός του καθεστώτος που έχει επιλεγεί ως προς τις σχέσεις του κράτους προς αυτές. 
Με την "εσωτερική" ρύθμιση του θρησκευτικού φαινομένου σχετίζονται τα κανονιστικά κείμενα που ρυθμίζουν τις σχέσεις μέσα στη θρησκευτική κοινότητα, η οποία διέπεται από ένα ιδιαίτερο δικαιικό καθεστώς που δεν πρόκειται για απλές πνευματικές επιταγές, κάτι που καθίσταται αντιληπτό αρχικά από την απονομή της δικαιοσύνης στο πλαίσιο της κοινότητας. 
Οι ως άνω γενικές κρίσεις λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε κράτος, όπως με διαφορετικό τρόπο λειτουργεί πλήθος άλλων ζητημάτων, από το πολιτικό καθεστώς που επικρατεί μέχρι το πλαίσιο διαβίωσης των πολτών. Γι’ αυτό το λόγο ούτε σκόπιμη είναι η μεταφορά ενός ζητήματος θρησκευτικού φαινομένου διαφορετικής κρατικής έννομης τάξης στην ελληνική, με στόχο την αναλλοίωτη εφαρμογή του, ούτε ωφελούν οι υποδείξεις ως προς τη διαμόρφωση της ελληνικής πραγματικότητας με βάση στοιχείων εθνικών εννόμων τάξεων, δίχως μάλιστα τη σε βάθος γνώση τους. Για παράδειγμα, το τελευταίο διάστημα έχει απασχολήσει η απόφαση του Βαυαρού πρωθυπουργού Markus Söder για τοποθέτηση σταυρού στην είσοδο κάθε δημόσιου κτηρίου και η αρνητική προς αυτή στάση ορισμένων Εκκλησιών. Το ζήτημα, η γέννηση του και η αιτιολογία του, έχει να κάνει πρωτίστως με την οικεία έννομη τάξη, όπου οι σχέσεις κράτους – θρησκευμάτων σε όλα τα επίπεδα έχει διαμορφωθεί και συνεχίζει να διαμορφώνεται με τρόπο διαφορετικό από τις αντίστοιχες σχέσεις στην ελληνική έννομη τάξη.
 
Η Μονή Πετριτζού είναι σημαντικό μνημείο χριστιανικής αρχιτεκτονικής και ένα από τα μεγαλύτερα και αρχαιότερα Ορθόδοξα μοναστήρια στην Ευρώπη. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Ποταμού Ασένιτσα (ή Τσεπελάρε), 189 χλμ. από τη Σόφια και 10 χλμ. νότια του Ασένοβγκραντ και σήμερα υπάγεται άμεσα στην Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το μοναστήρι θεωρείται ως μοναδικός συνδυασμός Βυζαντινού, Γεωργιανού και Βουλγαρικού πολιτισμού, με κοινό σημείο μεταξύ τους την Ορθόδοξη πίστη.
Ιδρύθηκε το 1083 από τον Μέγα Δομέστικο της Δύσης Γρηγόριο Πακουριανό, εξέχοντα πολιτικό και στρατιωτικό διοικητή στην υπηρεσία των Βυζαντινών. Ο Γρηγόριος Πακουριανός (λατινικά: Gregorius Pacurianus, γεωργιανά: გრიგოლბაკურიანის-ძე, αρμενικά: Գրիգոր Բակուրյան, βουλγαρικά: Григорий Бакуриани) ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους στρατιωτικούς του Βυζαντίου κατά τον 11ο αι. Υπήρξε γιος του Γεωργιανού Δούκα Πακουριανού (Bakurian) της περιοχής της Ταόχης (γεωργιανά: Τάο) στη σημερινή Ανατολική Τουρκία, κοντά στα σύνορα με Γεωργία και Αρμενία, η οποία το 1001 προσαρτήθηκε από το Βυζάντιο. Έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία και επειδή η οικογενειακή περιουσία μοιράστηκε στις πολλές αδελφές του αναγκάστηκε, μαζί με τον αδελφό του Απάσιο (ο οποίος αναφέρεται στο τυπικό της Μονής), να εγκαταλείψει την πατρίδα του, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Τέθηκε στην υπηρεσία των Βυζαντινών και διακρίθηκε ως διοικητής στρατευμάτων για τις πολεμικές του αρετές. Έτσι ανέλαβε κατά καιρούς το αξίωμα του Δούκα στην Τραπεζούντα, στην Θεοδοσιούπολη, στο Κάρς, στα Σμολενά και τέλος, το 1081, έγινε Μέγας Δομέστικος της Δύσης. Ο Μέγας Δομέστικος της Δύσης (πρώην Δομέστικος των Σχολών) ήταν ένα άκρως σημαντικό αξίωμα με μεγάλη ισχύ, καθώς ουσιαστικά σήμαινε την αρχιστρατηγία των βυζαντινών δυνάμεων στις εκστρατείες αντικαθιστώντας τον ίδιο τον Αυτοκράτορα. 
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, ο Γρηγόριος Πακουριανός αμείφθηκε για τις υπηρεσίες του με πολλά κτήματα, κυρίως στη Θράκη και στη Μακεδονία. Επιπλέον, απέκτησε σημαντική περιουσία όταν κληρονόμησε τον αδελφό του Απάσιο, που είχε γίνει μάγιστρος (ανώτατος υπάλληλος της κεντρικής διοίκησης της Αυτοκρατορίας) και διετέλεσε διοικητής Αντιοχείας. Στην σωτηρία, δε, της ψυχής του αδελφού του, όπως άλλωστε και της δικής του, αφιέρωσε ο Γρηγόριος τη Μονή του. 
Ο Γρηγόριος Πακουριανός  συνδέθηκε, επίσης, φιλικά με τον Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό, ώστε μετά την ανάρρησή του τελευταίου στον αυτοκρατορικό θρόνο (στην οποία είχε συνεργήσει και ο ίδιος ως στρατιωτικός διοικητής) έλαβε νέους τίτλους και αξιώματα. Αγωνίστηκε μαζί με τον Αλέξιο για την αντιμετώπιση των επιδρομών των Νορμανδών, των Κομάνων και των Πετσενέγκων. Σκοτώθηκε σε αρκετά μεγάλη ηλικία, το 1086, πολεμώντας κατά των Πετσενέγκων υπέρ της ακεραιότητας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, που την είχε υπηρετήσει σε όλη του τη ζωή. 
Σε έκταση που του είχε παραχωρηθεί από τον αυτοκράτορα κοντά στη σημερινή Στενήμαχο ίδρυσε τη Μονή Πετριτζού, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ως Σταυροπηγιακή (δηλαδή ανεξάρτητη από τον τοπικό επίσκοπο, υπαγόμενη απ’ ευθείας στον Πατριάρχη), Ιβηριανή (το θέμα της Ιβηρίας περιελάμβανε αρκετά εδάφη της Γεωργίας και της Αρμενίας) και Ορθόδοξη μονή. Όπως υπερηφανεύεται στο τυπικό, ίδρυσε τη Μονή αποκλειστικά με δικούς του πόρους, χωρίς να εκμεταλλευτεί τους χωρικούς, που ζούσαν στα κτήματά του. Ο Γρηγόριος προίκισε με σημαντική περιουσία και για την καλύτερη λειτουργία της συνέταξε το εδώ μελετώμενο τυπικό. Επίσης, την προίκισε με μια πολύ σημαντική συλλογή από εικόνες. 
Προϊόντα: 1 - 4 από 31
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Νέα

Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β'...
ΣτΕ 1983/2007: αντικατάσταση...
Διαχρονίες και Ασυμφωνίες
Το μάθημα των Θρησκευτικών...
Πολιτειακές δικαιοταξίες και...
5ο Ετήσιο Επιστημονικό...
Η Ι. Μονή Πετριτζού {Α'...
Ἡ διαστημικὴ τεχνολογία ὡς...
Ξερή πολυμάθεια
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Λίγα λόγια...

Η ηλεκτρονική μας εφημερίδα  έχει ως τίτλο: ΑΡΘΡΟ 13. Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια παρέα έξι φοιτητών που κατασκεύασαν τον ιστότοπο, για να εκφράσουν τις επιστημονικές τους ανησυχίες.
Ο αρχικός τίτλος ήταν ΑΡΘΡΟ 13: Φοιτητική Ηλεκτρονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Στην πορεία προστέθηκε η αρχαιολογική σύμπραξη, η οποία εξελίχθηκε σε διεπιστημονική σύμπραξη στην προσπάθεια πολύπλευρης προσέγγισης του κεντρικού αντικειμένου του ιστοτόπου που είναι το εκκλησιαστικό δίκαιο. 
Ο βασικός τίτλος της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας είναι ΑΡΘΡΟ 13. Το εμπνευστήκαμε από το ομώνυμο άρθρο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματός, στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει:
1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 
4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 
5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.
Το ΑΡΘΡΟ 13 είναι μια συλλογική προσπάθεια ανάδειξης του ιδιαίτερου κλάδου του Εκκλησιαστικού Δικαίου μέσα από ένα διάλογο επιστημονικό και επίκαιρο, μέσα από μία σύμπραξη νέων επιστημόνων και καταξιωμένων. Είναι ανεξάρτητο και απευθύνεται σε όλο το επιστημονικό δυναμικό του οικείου χώρου. 
Σκοπός η δημιουργία ενός χώρου προσβάσιμου σε όλους, προσιτού και στον προπτυχιακό φοιτητή που αναζητά το επιστημονικό αντικείμενο που του ταιριάζει, χρήσιμου και στον ερευνητή που αναζητά υλικό για κάποια επιστημονική του μελέτη. 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας: