Κεντρικό Άρθρο

της Ελένης Παλιούρα

Στο προηγούμενο άρθρο μου {Πολιτειακές δικαιοταξίες και θρησκευτικό φαινόμενο} πραγματεύτηκα το ζήτημα της «εξωτερικής» και «εσωτερικής» δικαϊκής ρύθμισης του θρησκευτικού φαινομένου. Η διττή αυτή ρύθμιση, λοιπόν, οφείλεται στην παράλληλη συνύπαρξη δύο διακριτών δικαιοταξιών, της εκκλησιαστική και της πολιτειακής, από τη γέννηση του χριστιανισμού εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως σήμερα. Το τελευταίο αυτό γεγονός συνεπάγεται το ειδικότερο της πρώτης έννομης τάξης έναντι της δεύτερης, διότι ένα μέλος της χριστιανικής κοινότητας είναι ταυτόχρονα και πολίτης του κράτους, ένας πολίτης του κράτους, όμως, δεν είναι απαραίτητα και μέλος της ως άνω κοινότητας, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται κανονιστικά από αυτήν. 

Το αντικειμενικό γεγονός της συνύπαρξης δημιουργεί μια περίπλοκη προβληματική πάνω στη σχέση των δύο δικαϊκών συστημάτων. Χαρακτηριστικά:

1.Πολιτειακοί όροι σε «εκκλησιαστικά νομοθετήματα» - Κανονική ορολογία σε πολιτειακά νομοθετήματα: Παράδειγμα αποτελεί αρχικά η έννοια της εκκλησιαστικής οικονομίας, που έχει την καταγωγή της στο ρωμαϊκό δίκαιο (Σ.Τρωιάνος-Γ.Πουλής, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 20032, σ.22), αλλά διαμορφώθηκε από την εκκλησιαστική δικαιοταξία. Η έννοια αυτή απαντά και σε πολιτειακό νομοθέτημα, τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν.590/1977) στο κεφάλαιο που ρυθμίζει το ανώτατο διοικητικό κεντρικό όργανό της, την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας. Ορίζει, λοιπόν, ότι η ΙΣΙ «αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της Εκκλησίας» (Άρθρο 4 περ. δ ν.590/1977: Αποφασίζει περί της ασκήσεως της εκκλησιαστικής οικονομίας, συγκαταβάσεως και επιεικείας της εκκλησίας.. Επίσης, στο αρθρο 6 παρ. 3 αναφέρεται ότι οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου τα Ιεραρχίας επί ζητήματος ασκήσεως εκκλησιαστικής οικονομίας λαμβάνονται με πλειοψηφία 2/3 τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών της Ιεραρχίας, ως ζητήματος θεμελιώδους σημασίας και σπουδαιότητας.). Αναγνωρίζει η πολιτεία τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της έννοιας της οικονομίας, γεγονός που διαφαίνεται και στη νομολογία των πολιτειακών δικαστηρίων, και ιδιαίτερα του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, ήτοι του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ορολογία της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, συνεπώς, δεν μπορεί να ταυτιστεί με ορολογία της πολιτειακής ακόμα και αν φαίνεται να διαθέτει παρόμοιο περιεχόμενο. 

2. Η ως άνω αδυναμία ταύτισης οφείλεται πρωτίστως στο ότι κάθε έννομη τάξη λειτουργεί διαφορετικά. Η ορολογία, λοιπόν, που αναφέρεται σε κανονιστικό πλαίσιο της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας, και που φέρει έννομες συνέπειες στο εσωτερικό της  (οι έννομες συνέπειες που τυχόν επέρχονται και στο εξωτερικό της, οφείλονται στην εκάστοτε νομοθετική αντιμετώπιση του θρησκευτικού φαινομένου εκ μέρους της πολιτείας), όταν συναντάται σε πολιτειακά νομοθετήματα, δεν μπορεί συναντάται με τρόπο τέτοιο που να παραβιάζει τον αυτοπροσδιορισμό της οικείας θρησκευτικής κοινότητας. 

3. Τι είναι, όμως, το «εκκλησιαστικό νομοθέτημα»: Από πολιτειακή άποψη είναι ο τυπικός νόμος ή ο κανονισμός (οι κανονισμοί της Εκκλησίας δεν μπορούν να ενταχθούν στο εσωτερικό της δίκαιο, αφού εκδίδονται βάσει του πολιτειακού κανονιστικού πλαισίου) που ρυθμίζει ζητήματα της εκκλησίας. Από άποψη εσωτερικού δικαίου της Εκκλησίας, πρόκειται για τις διατάξεις που εκδίδονται βάσει της οικείας νομοπαραγωγικής διαδικασίας.

4. Κανονικό Δίκαιο και πολιτειακό Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Η σχέση μεταξύ των δύο αυτών κλάδων του δικαίου είναι κατά πρώτο λόγο συμπληρωματική, γι’ αυτό και σε πανεπιστημιακούς χώρους του εξωτερικού δεν διαχωρίζονται. Το πολιτειακό Εκκλησιαστικό Δίκαιο, στη βάση του εξετάζει κανόνες δικαίου που έχει θεσπίσει το Κράτος για την Εκκλησία, ή που έχουν εκδοθεί από τη δεύτερη κατ’ εξουσιοδότηση. Γι’ αυτό το λόγο εξαρτάται από την εκάστοτε εθνική έννομη τάξη, σε αντίθεση με το κανονικό πλαίσιο της Εκκλησίας, που είναι αυτό το οποίο ανάλογα με την ισχύ και την εφαρμογή του στην πολιτεία καθορίζει και το περιεχόμενο του πολιτειακού Εκκλησιαστικού της Δικαίου, υπό την έννοια ότι αφενός το σημείο αναφοράς του τελευταίου είναι η εκκλησιαστική κοινότητα αφετέρου συμφωνεί ή αντιτίθεται στο εσωτερικό οργανωτικό της σύστημα και στην εσωτερική δικαϊκή της συγκρότηση.

 
Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· 
ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ
οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, 
ἀλλ᾿ ἕξειτὸ φῶς τῆς ζωῆς
(Ιω. 8:12, από το Ευαγγελικό ανάγνωσμα 
της εορτής της Πεντηκοστής)
 
 
1. Βιβλική θεμελίωση και αφετηρία
H Πεντηκοστή, ή εορτή των Εβδομάδων, αποτελούσε μια από τις τρεις μεγάλες προσκυνηματικές εορτές του αρχαίου Ισραήλ μαζί με τηνεορτή των Αζύμων και την εορτή της Σκηνοπηγίας. Ακολουθούσε πενήντα ημέρες μετά την εορτή των Αζύμων. Το περιεχόμενο της εορτής σχετίζεται με την ανάμνηση της παράδοσης του Νόμου από τον Θεό στον Μωυσή, ηγέτη των ενωμένων δώδεκα φυλών του Ισραήλ, στο όρος Σινά «ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον» (Εξ. 33:11). Κυρίως συνδεόταν η εορτή των Εβδομάδων με το θερισμό και πιο συγκεκριμένα με το θερισμό του σιταριού (Εξ. 34:22). Γύρω από την Τορά (Νόμος του Μωυσέως), συσπειρώθηκαν οι ενωμένες φυλές του Ισραήλ. Απαλλαγμένες από τη δουλεία της Αιγύπτου, σταδιακά κατέκτησαν τη γη της Επαγγελίας. Την περίοδο της Βασιλείας των Δαυίδ και Σολομώντα, το βασίλειο του Ισραήλ θα φθάσει στο αποκορύφωμα της ισχύος του με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, ενώ τότε κτίζεται ο περίφημος ναός του Σολομώντα ή πρώτος ναός.
---------
Η χριστιανική Πεντηκοστή, διαγράφει τη δική της πορεία μέσα στη βιβλική ιστορία. Στη θέση της εορτής των Αζύμων, ευρίσκουμε τον κενό τάφο του Ιησού. Αντί της ανάμνησης της παράδοσης του Νόμου του Μωυσή στο φλεγόμενο από τη θεία παρουσία Σινά, δεικνύεται το καινό πολίτευμα της βασιλείας των Ουρανών, το οποίο ακούει στο όνομα «Χάρις και Ἀλήθεια» (Ιω. 1:17). Εορτάζεται η εκπλήρωση της επαγγελίας του ανεστημένου Κυρίου, ο οποίος, αφού είπε στους μαθητές του ότι το Ευαγγέλιό πρέπει και πρόκειται να κηρυχθεί σε όλη την κτίση με αφετηρία την Ιερουσαλήμ, πρόσθεσε:
«καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει ῾Ιερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους» (Λκ. 24:49).
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων (2:1-11), ο Λουκάς εξιστορεί τον είσοδο του Παράκλητου Πνεύματος, του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδας στη ζωή της χριστιανικής Εκκλησίας:
Εν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι• καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαν το λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν• γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν. ἐξίσταν το δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους• οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήν ην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;
Ένα από τα κύρια συμβάντα του γεγονότος της Πεντηκοστής, αναφέρει ο Λουκάς, είναι ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος εν είδει πύρινων γλωσσών συνοδεύθηκε με το χάρισμα της γλωσσολαλίας,  το οποίο οδήγησε στην αποκατάσταση της ενότητας της ανθρωπότητας σε επίπεδο γλωσσικής κατανοήσεως και επικοινωνίας. Στη θέση τέλος των θερισμένων σιτηρών, έχουμε τον πνευματικό «θερισμό» τριών περίπου χιλιάδων ψυχών, οι οποίες δέχονται το κήρυγμα μετανοίας του Πέτρου και αποτελούν τα ιεραποστολικά πρωτόλεια στη μερίδα των σωζομένων. 
 
2. Ενότητα, ετερονομία και αγαθοποιΐα
Στη μακρά βιβλική ιστορία καταγράφονται επανειλημμένα κινήματα ενότητας. Πολλές όμως από τις ενώσεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν προς δοξαν Θεού, όπως εκείνες οι οποίες εορτάζονται κατά την ιουδαϊκή και τη χριστιανική Πεντηκοστή, αλλά υπό την επίδραση μιας άλλης δύναμης. Έλαβαν σάρκα και οστά υπό την επιρροή και την αιχμαλωσία ενός «νόμου ἑτέρου», όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί ο Παύλος, ο οποίος διαρκώς ανταγωνίζεται με και αντιστρατεύεται στον Νόμο του Θεού από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης μέχρι και τα ανώτατα κλιμάκια των κυβερνήσεων και των δικαιοταξιών αυτού του κόσμου (Ρωμ. 7:23). Ο έτερος αυτός νόμος είχε και έχει τα δικά του ενωτικά καλέσματα.
-----------------
Η πρώτη ετερόνομη πανανθρώπινη ένωση καταγράφεται στη βιβλική ιστορία πως έγινε με αφορμή τη σαρκική ηδονή. Η επιμιξία που ακολούθησε μεταξύ των ὑιώντοῦΘεοῦκαι των θυγατέρων τῶν ἀνθρώπων, όπως σχετικά διηγείται η Γένεση, οδήγησε σε μια ανθρωπότητα ασύλληπτης κακίας και πονηρίας, που χρειάστηκε ένας παγκόσμιος κατακλυσμός για να την εξαλείψει και να αποπλύνει τα ανομήματά της από το πρόσωπο της Γης  (Γεν. 6-8). 
--------------------
Η δεύτερη ετερόνομη ένωση έγινε για να κτιστεί η πόλη και ο πύργος που θα έφθανε μέχρι τον ουρανό, φωστήρας μέγας στο στερέωμα της αυτόφωτης ανθρωπότητας, πριν η τελευταία διασπαρείστα πέρατα της γης. Εξωβιβλικές πηγές (Ιώσηππος, Ταλμούδ), αποδίδουν στον Νεβρώδ, μια από της πρώτες βασιλικές προσωπικότητες της Μεσοποταμίας, την πρωτοβουλία του όλου εγχειρήματος. Ασφαλέστερο εξ απόψεως βιβλικής ιστορίας είναι να αποδώσουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της οικοδόμησης της πόλης και του πύργου της Συγχύσεως (Βαβέλ), όπως έκτοτε χαρακτηριστικά ονομάστηκε, σε συλλογικό κυβερνητικό σχήμα, το οποίο πιθανότατα απαρτιζόταν από τους γενάρχες και τους επικεφαλής της μετακατακλυσμιαίας ανθρωπότητας, όπως οι τελευταίοι καταγράφονται στον λεγόμενο Πίνακα των Εθνών (Γεν. 10-11). Για την κατασκευή αξιοποιήθηκαν νέα, για την εποχή, υλικά και τεχνολογία, ενώ το όλο εγχείρημα υπήρξε καρπός, σύμφωνα με το συγγραφέα της Γενέσεως, της ιδέας ότι, με όχημα την ενότητα, η ανθρωπότητα θα μπορούσε να βρει η ίδια το δρόμο της προς τη δύναμη, τη δικαιοσύνη και τη δόξα. Αυτή τη φορά, ήταν η ετερονομία της φιλοδοξίας. Το εγχείρημα όμως δεν ευοδώθηκε. Η πόλη και ο πύργος της Συγχύσεως έμειναν, τελικά, και εγκαταλείφθηκαν ημιτελείς. Με τη σύγχυση των γλωσσών, η δικαιοσύνη του Θεού απέτρεψε τη φιλόδοξη όσο και νεαρά ανθρωπότητα από να καταχραστεί την ενότητα, και ιδιαίτερα τη γλωσσική ενότητα, ως κεφάλαιο αυτοδυναμίας και μεγαλομανίας (Γεν. 11).
------------------------
Μια τρίτη παγκόσμια ετερόνομη ένωση, κατά πολύ μεγαλύτερη των προηγουμένων, περιγράφεται γλαφυρά στο προφητικό βιβλίο του Δανιήλ. Πρόκειται για το όνειρο του Ναβουχοδονόσορα, βασιλέα της Βαβυλώνας και καταστροφέας της Ιερουσαλήμ. Στο πρώτο στιγμιότυπο του ονείρου, παρουσιάζεται ένα τεράστιο και φοβερό άγαλμα. Το κεφάλι του αγάλματος ήταν από χρυσάφι, το στήθος και οι βραχίονες από ασήμι, η κοιλιά και οι μηροί από χαλκό, οι κνήμες από σίδερο, και τα πόδια από σίδερο και πηλό. Έπειτα, μια πέτρα αποσπάσθηκε από ένα παρακείμενο βουνό και χτύπησε τα πόδια του αγάλματος. Το άγαλμα έγινε θρύψαλα που τα πήρε ο άνεμος. Η πέτρα όμως έγινε μεγάλο βουνό που γέμισε τη γη. Ο Δανιήλ ερμηνεύει το όνειρο αποκαλύπτωντας στον Χαλδαίο ηγεμόνα ότι. Το χρυσό κεφάλι συμβολίζει τη βασιλεία των Βαβυλωνίων (1830 π.Χ.-1531 π.Χ., 626 π.Χ.-539 π.Χ.) (Δαν. 2:38). Το ασημένιο τμήμα, την Μηδο-περσική αυτοκρατορία (550 π.Χ. -330 π.Χ.) (Πρβλ. Δαν. 5:26-31). Το χάλκινο, την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα Ελληνιστικά Βασίλεια, στα οποία η τελευταία διασπάστηκεμετά τον πρόωρο θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη (336 π.Χ. -323 π.Χ., 323 π.Χ. - 31 π.Χ.) (Πρβλ. Δαν. 8:20-21, 10:20-11:14). Οι σιδερένιες κνήμες, την κραταιά Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (509 π.Χ. - ). Το κράμα σιδήρου και πηλού του πέμπτου και τελευταίου μέρους του αγάλματος, συμβολίζει, αποκαλύπτει ο Δανιήλ, ένα διαιρεμένο βασίλειο. Η ταυτότητα του πέμπτου και τελευταίου ετερόνομου αυτού βασιλείου αποτελεί, μέχρι στιγμής, ζήτημα θεολογούμενο επιδεκτικό πληθώρας ερμηνειών και αναγνώσεων. Ακροθιγώς θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι η χρονική περίοδος εντός της οποίας αναμένεται η εμφάνιση αυτού του διαιρεμένου βασιλείου εκτείνεται από την πρώτη διαίρεση της Ρώμης από μονοκρατορία σε τετραρχία (με εισηγητή τον Διοκλητιανό, 286 π.Χ.), διέρχεται μέσα από τις διάφορες εκδοχές και αναφάνειες του δυτικού ρωμαϊκού κράτους (καταλύθηκε το 476 μ.Χ. από τους Γότθους και εκ δευτέρου το 1805 μ.Χ. από το Μεγάλο Ναπολέοντα) και της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (καταλύθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας και το 1435 μ.Χ. από τους Οθωμανούς Τούρκους), και καταφθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Εκείνο ωστόσο το οποίο είναι σαφές στην ερμηνεία του Δανιήλ, είναι ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του πέμπου βασιλείου, ο «λίθος ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» (Μτ. 21:42) θα συντρίψει οριστικά και τελεσίδικα την ετερονομία και την ετεροδημιουργίατων βασιλέων της γης και θα εγκαθιδρύσει βασιλεία θείας δικαιοσύνης η οποία δεν θα έχει τέλος. Στο ίδιο πνεύμα με το προειρημένο όνειρο εντάσσεται και το όνειρο που είδε ο ίδιος ο Δανιήλ με τα τέσσερα θηρία τα οποία είδε να ανεβαίνουν εκ της θαλάσσης της μεγάλης και τα οποία αντιστοιχούν στα τέσσερα πρώτα στοιχεία του αγάλματος (Δαν. 7:1-14).
Οι δικαιοταξίες των προαναφερθέντων κρατικών μορφωμάτων αποκαλούνται εξ απόψεως χριστιανικής θεολογίας ετερόνομες, στο βαθμό που υφίστανται και λειτουργούν με αφετηρία και επίκεντρο τον ανθρώπινο και όχι το θείο παράγοντα. Η ετερονομία αυτού του είδους διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική ετερονομία αναφέρεται στη ρύθμιση θεμάτων τα οποία ο ετερόνομος νομοθέτης θεωρεί ως κατεξοχήν ίδιες υποθέσεις, για παράδειγμα, το καθεστώς λειτουργίας του δημοσίου τομέα. Εξωτερική ετερονομία παρατηρείται εκεί που ο νομοθέτης αποπειράται να ρυθμίσει δικαιϊκά οντότητες με δραστηριότητα μεν εντός, ταυτότητα δε εκτός της ετερόνομης δικαιοδοσίας του. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και η περίπτωση της Εκκλησίας η οποία ανά τον κόσμο ενδύεται διαφορετική νομική μορφή, η ίδια όμως πάντοτε και πανταχού αποκαλύπτει εαυτή ως σώμα Χριστού, λαός του Θεού, βασιλεία «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ιω. 18:36), ως οργανισμός θεοΐδρυτος, θεοσκέπαστος και θεοφρούρητος σε όλες του τις εκφάνσεις. Σημαντικό τμήμα του Κανονικού και του Εκκλησιαστικού Δικαίου αφιερώνεται στην απόπειρα εξισορροπημένης ρύθμισης της αμφίδρομης όσο και αμφιλεγόμενης συχνά, αυτής σχέσης Εκκλησίας και Κόσμου, καθώς και μεγάλο ανάπτυγμα της παγκόσμιας ιστορίας, εκκλησιαστικής και πολιτικής.
 
3. Ενότητα, Χάρις και αγαθοποιΐα
Δύο χιλιετίες σχεδόν μετά την πρώτη Πεντηκοστή της, Η Εκκλησία του Χριστού παραμένει εδραία στη διδασκαλία της ότι αποτελεί ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη «ὁδὸν ζωῆς». Τον δρόμο της μπορούν να βαδίσουν όλες και όλοι οι άνθρωποι ενωμένοι χωρίς διακρίσεις και διαχωρισμούς ως τέκνα και λαός Θεού ηγαπημένος.
Η Εκκλησία του Χριστού, επίσης από θεολογικής απόψεως, αποτελεί αυτοδύναμη και παγκόσμια δικαιοταξία. Ο Νόμος της Χάριτος που διέπει την εκκλησιαστική ζωή φανερώνεται μέσα από τέσσερα δικαϊκά στοιχεία, τις ιερές εντολές, τους ιερούς κανόνες, τους θεοσεβείς νόμους και τους διακριτικούς/ψυχωφελείς λόγους. Οι εντολές εμπεριέχονται στο σύνολό τους στον Κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής με έμφαση, φυσικά, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Οι Ιεροί Κανόνες αποτελούν καρπό των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων καθώς και Πατέρων της Εκκλησίας. Οι θεοσεβείς νόμοι αναφέρονται σε νομική παραγωγή ηγετών, στο βαθμό που οι τελευταίοι νομοθετούν και ενεργούν ωςεπίσκοποι των «έξω» και ως «οὐκ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν» (Ρωμ. 13:3). Οι διακριτικοί λόγοι τέλος έχουν προαιρετικό και προσωπικό, κυρίως, χαρακτήρα και απευθύνονται από ηγιασμένα μέλη της χριστιανικής κοινότητας (Πνευματικούς ή/και χαρισματούχους Γέροντες) προς καθένα ο οποίος τους υπέβαλε το αίτημα «εἰπέ μοι λόγονινα σωθώ».
Είναι μέσα από αυτό το σύστημα της Χάριτος που διαπορθμεύονται η αγάπη και η χαρά, η ειρήνη και η μακροθυμία, η χρηστότητα και η αγαθωσύνη, η πραότητα και η εγκράτεια, η πίστη και η ελπίδα και σύνολο το πλήρωμα των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, σε όλη την οικουμένη.

της Ραφαέλλας Σταυριδάκη

Για τη σπουδαιότητα της Μονής ως πνευματικού κέντρου αρκετοί ερευνητές επικαλούνταιτην διάταξη του τυπικού, που αναφέρεται στην ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίου (Κεφ. λα΄ «Περί των νεογνών παιδίων, εν οις οφείλουσι διάγειν και ανατρέφεσθαι και τα ιερά γράμματα εκπαιδεύεσθαι»: «Μαθητευθήτωσαν δε εκ των ειρημένων παίδων παρά τω δηλωθέντι γηραιώ ιερεί παίδες τον αριθμόν εξ, λαμβάνοντες από της μεγάλης μονής τας διατροφάς αυτών και τα παντοία ενδύματα κατά το αρμόδιον, και έστωσαν εκείσε, έως ου τελείως μαθώσι και φθάσωσιν εις τάξιν ιερατείας»). Όπως, όμως, προκύπτει από τη διατύπωση του τυπικού και τα συμπεράσματα της σύγχρονης έρευνας, πρόθεση του Πακουριανού δεν ήταν η δημιουργία μίας ιερατικής σχολής, αλλά ενός εκπαιδευτηρίου που προετοίμαζε τους μελλοντικούς ιερείς και μοναχούς, με αποκλειστικό σκοπό τη μελλοντική στελέχωση και την κάλυψη των αναγκών της Μονής. Η Μονή, επίσης, διέθετε Γηροκομείο και Βιβλιοθήκη, γεγονός που την καθιστούσε σημαντικό κέντρο κοινωνικής μέριμνας για την ευρύτερη περιοχή. 
Τον 13ο αιώνα οι Βυζαντινοί Ιβηριανοί Μοναχοί έχασαν την κυριότητα του Μοναστηριού (παρά τις προθέσεις του ιδρυτή του), αλλά οι παραδόσεις τους διατηρήθηκαν μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα και σώζεται μέχρι σήμερα ένα Αρμενικό Ευαγγέλιο του 10ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το Μοναστήρι τέθηκε υπό την προστασία του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ, όπως αποδεικνύεται από μια εικόνα του στις αψίδες του νάρθηκα του οστεοφυλακίου. Πιστεύεται ότι ο ιδρυτής της Φιλολογικής Σχολής του Τάρνοβο και τελευταίος πατριάρχης της μεσαιωνικής Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριάρχης Ευθύμιος εξορίσθηκε από τους Τούρκους και εργάσθηκε στη σχολή του μοναστηριού στις αρχές του 15ου αιώνα.
Αν και το μοναστήρι επέζησε των πρώτων κυμάτων της Τουρκικής εισβολής στα Βουλγαρικά εδάφη, αργότερα λεηλατήθηκε και καταστράφηκε, αλλά ανακαινίστηκε προς το τέλος του 15ου αιώνα. Η τραπεζαρία, της οποίας οι τοιχογραφίες από ανώνυμο ζωγράφο έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία, ανακατασκευάσθηκε το 1601 και η Εκκλησία της Παναγίας, που σώζεται ακόμη, ολοκληρώθηκε το 1604. Το Μοναστήρι του Μπάτσκοβο υπήρξε, επίσης, η τελευταία κατοικία του Πατριάρχη Ευθύμιου (1330–1404), του Έξαρχου Στεφάνου Α΄(1878-1957) και του Πατριάρχη Κυρίλλου (1901–1971).
Το μόνο τμήμα που έχει διασωθεί από το αρχικό κτίριο του μοναστηριού είναι το οστεοφυλάκιο, που έχει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και παλιές τοιχογραφίες και βρίσκεται 300 μέτρα από το σύγχρονο μοναστηριακό συγκρότημα. Το κτίριο έχει δύο ορόφους, από τους οποίους μόνο ο ένας φαίνεται από τα νότια. Από αρχιτεκτονική άποψη το σχέδιό του φαίνεται ξένο προς τις τοπικές παραδόσεις. Θυμίζει Συριοπαλαιστινιακούς νεκροθαλάμους, με τους δύο ορόφους του ταυτόσημου σχεδιασμού. Κάθε όροφος έχει ένα νάρθηκα, ένα ενιαίο κλίτος και μια αψίδα. Το ισόγειο προορίζεται για κρύπτη και έχει 14 θέσεις ταφής. Η αψίδα στον άνω όροφο, την κυρίως εκκλησία (γνωστή ως Εκκλησία της Αγίας Τριάδας), είναι ημικυκλική στο εσωτερικό και πενταγωνική στο εξωτερικό με 3 ανοίγματα που αφήνουν λίγο φως να περνά στο ιερό. Το κτίριο είναι θολωτό. Το οστεοφυλάκιο είναι ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο κατασκευής του, αποτελώντας ένα μείγμα Αρμενικής, Γεωργιανής και Βυζαντινής κατασκευαστικής παράδοσης. 
Το Καθολικό της Παρθένου Μαρίας (χρονολογούμενο από το 1604) είναι το μέρος, όπου φυλάσσεται μια πολύτιμη εικόνα της Παρθένου Μαρίας από το 1310 (προερχόμενη από τη Γεωργία). Σύμφωνα με θρύλο η εικόνα είναι θαυματουργή, προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές. Αυτή η εκκλησία χτίστηκε στη θέση της παλιότερης εκκλησίας του μοναστηριού, που καταστράφηκε από τους Τούρκους. Το κτίριο έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα στην αρχική του μορφή της τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο με τρεις πενταγωνικές αψίδες. Ένας επάργυρος σταυρός πάνω στον τρούλο φέρει την επιγραφή "Πάντα νίκα !" στα Γεωργιανά. Οι τοιχογραφίες στον ευρύχωρο νάρθηκα ζωγραφίστηκαν το 1643 και απεικονίζουν σε φυσικό μέγεθος τον Γκεόργκι και το γιο του Κονσταντίν, υψηλόβαθμους προύχοντες στην Κωνσταντινούπολη και δωρητές του ναού. Οι νωπογραφίες στον κυρίως ναό ζωγραφίστηκαν πολύ αργότερα, το 1850, από το Γιόαν Μος (Μόσκο). Οι δύο κεντρικές εικόνες στο εικονοστάσι, της Αγίας Παρθένου και του Ιησού Χριστού, χρονολογούνται με ακρίβεια (1793). Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, ο επισκοπικός θρόνος και άλλα σχετικά χρονολογούνται από το 18ο αιώνα.
 
Την προηγούμενη εβδομάδα είχα την ωραία ευκαιρία να κάνω έναν ιστορικό-αρχαιολγικό περίπατο με φίλες και φίλους, παλιούς συνυποτρόφους της Ακαδημίας Αθηνών, ξεκινώντας από τη μεγαλύτερη πύλη της αρχαίας Αθήνας, το Δίπυλο στον Κεραμεικό και ακολουθώντας νοητά την πορεία της αρχαίας επίσημης οδού, του λεγόμενου και Δρόμου, φτάσαμε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, 1,5 χιλιόμετρο περίπου στα δυτικά. Η ευρεία αυτή οδός, με πλάτος περίπου 40 μέτρων, γνωστή αρχικώς ως Ὁδὸς Κεραμεικοῦ, διέσχιζε τον ομώνυμο αρχαίο δήμο της Αθήνας και οδηγούσε σε ένα από τα τρία γυμνάσια της πόλης, στην περιοχή της Ακαδημίας. Εκεί το 387 ο Πλάτωνας ίδρυσε τη φιλοσοφική του σχολή, που οδήγησε στο να καταστεί  το όνομα της Ακαδημίας  συνώνυμο των ανώτερων πνευματικών ιδρυμάτων. 
Μέσα στο μικρό τμήμα της αρχαίας οδού που βρίσκεται εντός του ανεσκαμμένου αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού έχουν αποκαλυφθεί τα κατάλοιπα ορισμένων εντυπωσιακών ταφικών μνημείων, που είχαν ανεγερθεί δημοσία δαπάνη για τους πεσόντες σε πολεμικές επιχειρήσεις υπέρ της πόλης και για επιφανείς άνδρες του δημοσίου βίου. Αυτά συνέχιζαν και εκτός του χώρου, ευρισκόμενα εκατέρωθεν και πέριξ της οδού, μέχρι και την απόληξή της στην Ακαδημία. Αποτελούσαν το δημόσιο νεκροταφείο, το Δημόσιον Σῆμα, στο οποίο εκφωνούνταν και οι επιτάφιοι προς τιμή των πεσόντων, με γνωστότερο, φυσικά, τον λόγο του Περικλή για τους πεσόντες του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου που διασώζεται από τον Θουκυδίδη στις Ἱστορίες του (Β΄, 34-46). Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέπτεται την Αθήνα κατά τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., κατευθυνόμενος προς την Ακαδημία απαριθμεί πλήθος ταφικών μνημείων διασήμων ανδρών, ανάμεσα στα οποία του Περικλή και του ρήτορα Λυκούργου, η θέση του οποίου έχει εντοπιστεί, και πεσόντων σε πολέμους, από τους κλασικούς χρόνους και εξής (1, 29,2- 16).
Περπατώντας σε αυτό το άλλοτε «κάλλιστον προάστειον τῆς πόλεως», για να θυμηθώ και πάλι τον Θουκυδίδη (Β, 34,4), μπορούμε να δούμε σε μερικά σημεία των συγχρόνων οδών που βρίσκονται πάνω από τον αρχαίο Δρόμο, πολύ λίγα ψήγματα αυτής της οδού και ό,τι έχει απομείνει από τα ταφικά μνημεία. Χαρακτηριστική, σχετικά πρόσφατη περίπτωση είναι η αποκάλυψη ενός τμήματος ενός πολυανδρίου, ενός κοινού τάφου πολεμιστών από το πρώτο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., σε ένα σημείο της πεζοδρομημένης οδού Σαλαμίνος, όπου έχει διαμορφωθεί μία πλατεία που αποτελεί δημοφιλές σημείο συνάντησης σήμερα. 
Σε σημεία σαν και αυτά μέσα στον αστικό ιστό μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή η σχέση του ιστορικού παρελθόντος της πόλης με το παρόν, μία απτή αίσθηση  της διαχρονία της Αθήνας, για να δανειστώ έναν όρο της γλωσσολογίας. Αυτό, αν μη τι άλλο, είναι ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα για όλους όσους κατοικούν ή έστω επισκέπτονται το «κλεινὸν ἄστυ», που κατατάσσεται στις παλαιότερες πόλεις του κόσμου. 
Ταυτόχρονα, όμως, όλοι σχεδόν οι παριστάμενοι συνυπότροφοι, με ρώτησαν γιατί δεν έχει αναδειχθεί όλο αυτό το ιστορικό τμήμα της αρχαίας πόλης, αλλά παραμένει απογοητευτικά αποσπασματικό και μη εύκολα κατανοητό για τον μέσο περαστικό. Εδώ ερχόμαστε στην άλλη πτυχή που διέπει τη διαχρονία στην πόλη της Αθήνας και την πρόσληψή της, το ζήτημα της συνύπαρξης των αρχαιοτήτων με τη συνεχώς αναπτυσσόμενη σύγχρονη πόλη και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εύρεση και ανάδειξη τμημάτων των αρχαίων, αλλά και νεώτερων φάσεων του παρελθόντος της Αθήνας. 
Μια βασική ασυμφωνία μεταξύ των παρελθουσών φάσεων και του αναπτυσσόμενου συγχρόνου άστεως εκδηλώθηκε από τους πρώτους χρόνους μετά την Επανάσταση το 1821. Ήδη πριν την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους, οι  αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Schaubert το 1832 εκπόνησαν ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, το οποίο προέβλεπε πλατείες οδούς και άλλα στοιχεία ορθής ρυμοτομίας και οργάνωσης που στερήθηκε η Αθήνα στη συνέχεια. Επιπλέον, είχαν προνοήσει ώστε να παραμείνει ελεύθερο οικοδόμησης το τμήμα αυτού που σήμερα καλούμε ιστορικό κέντρο της Αθήνας, και να διενεργηθούν ανασκαφές για την ανάδειξη της αρχαίας πόλης. Τελικώς, όμως, μετά από αντιδράσεις των Αθηναίων, το σχέδιο αυτό ουδέποτε εφαρμόστηκε  και η Κυβέρνηση ανέθεσε στον Βαυαρό von Klenze, αρχιτέκτονα του βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Α΄, να το τροποποιήσει, μετριάζοντας τις δραστικές παρεμβάσεις στον υπάρχοντα αστικό ιστό της Αθήνας και, ανάμεσα σε άλλα, μειώνοντας και την έκταση της προβλεπόμενης αρχαιολογικής ζώνης. 
Ήδη από  τα πρώτα εκείνα χρόνια η δόμηση ή η διατήρηση των υφιστάμενων κτηρίων μέσα στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ερχόταν συνεχώς σε σύγκρουση με τις οποίες προσπάθειες για αρχαιολογικές έρευνες, που ούτως ή άλλως δυσχεραίνονταν από τη συνεχή έλλειψη επαρκών πόρων για απαλλοτριώσεις. Αυτό το φαινόμενο γιγαντώθηκε, φυσικά, κατά τους μεταπολεμικούς χρόνους. Η ανεξέλεγκτη έκρηξη της δόμησης με τη μέθοδο της αντιπαροχής, πολλές φορές χωρίς τη μελέτη αρχιτέκτονα, και η αυθαίρετη δόμηση που ολοένα αυξανόταν, μετέτρεψαν την Αθήνα σε μια απρόσωπη «μοντέρνα» πρωτεύουσα. Πάρα πολλά τμήματα της αρχαίας πόλης και του φυσικού της τοπίου έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί και μας είναι γνωστά μόνο από περιγραφές περιηγητών, παλαιά σχέδια ή φωτογραφίες και σύντομες, συνήθως, αναφορές των αρχαιολόγων κατά τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών.  
Παρόλα ταύτα, αν και πολλά έχουν χαθεί, υπάρχει ακόμα η δυνατότητα ανάδειξης της μοναδικής διαχρονίας που διαθέτει η Αθήνα μέσα από αυτά που διατηρούνται ή από αυτά που μπορούν να εντοπιστούν σε μελλοντικές έρευνες. Είναι κατανοητό, βέβαια, ότι αυτό αποτελεί ένα ιδιαιτέρως δύσκολο πεδίο της έρευνας, με πλείστες νομικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους, που καθιστούν αναγκαία τη συνεργασία πλήθους φορέων, περά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει την ευθύνη, αλλά και τον έλεγχο των ερευνών. Η διαχείριση και ανάδειξη των αρχαιοτήτων είναι μία απαραίτητη πτυχή της αρχαιολογικής  έρευνας σήμερα (σίγουρα όχι αυτόνομη επιστήμη, όπως καθ΄ υπερβολή άκουσα κάποτε να αποκαλείται), που συμβάλλει θετικά στην προστασία των μνημείων, αλλά και στη δημιουργική σύνδεσή τους με τον σύγχρονο αστικό περίγυρο. Σε αυτήν την κατεύθυνση, μπορούν να γίνουν πολλά, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα υπάρξουν και αποφασιστικές κινήσεις για την αντιμετώπιση χρονίων κακοδαιμονιών της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, στις οποίες θα αναφερθώ σε μελλοντικό άρθρο. 
Προϊόντα: 1 - 4 από 33
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Νέα

Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ (I,...
ΣτΕ 4596/2014: Απόρριψη...
Η αξίωση των θρησκευτικών...
Κανόνες και Νόμοι: Ζητήματα...
Οι Αποφάσεις του Συμβουλίου...
«Πεντηκοστὴν ἐορτάζομεν»: από...
Η Ι. Μονή Πετριτζού {Β'...
ΣτΕ 1983/2007: αντικατάσταση...
Διαχρονίες και Ασυμφωνίες
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Λίγα λόγια...

Η ηλεκτρονική μας εφημερίδα  έχει ως τίτλο: ΑΡΘΡΟ 13. Διεπιστημονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια παρέα έξι φοιτητών που κατασκεύασαν τον ιστότοπο, για να εκφράσουν τις επιστημονικές τους ανησυχίες.
Ο αρχικός τίτλος ήταν ΑΡΘΡΟ 13: Φοιτητική Ηλεκτρονική Εφημερίδα Εκκλησιαστικού Δικαίου. Στην πορεία προστέθηκε η αρχαιολογική σύμπραξη, η οποία εξελίχθηκε σε διεπιστημονική σύμπραξη στην προσπάθεια πολύπλευρης προσέγγισης του κεντρικού αντικειμένου του ιστοτόπου που είναι το εκκλησιαστικό δίκαιο. 
Ο βασικός τίτλος της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας είναι ΑΡΘΡΟ 13. Το εμπνευστήκαμε από το ομώνυμο άρθρο του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματός, στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο αναφέρει:
1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 
4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 
5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.
Το ΑΡΘΡΟ 13 είναι μια συλλογική προσπάθεια ανάδειξης του ιδιαίτερου κλάδου του Εκκλησιαστικού Δικαίου μέσα από ένα διάλογο επιστημονικό και επίκαιρο, μέσα από μία σύμπραξη νέων επιστημόνων και καταξιωμένων. Είναι ανεξάρτητο και απευθύνεται σε όλο το επιστημονικό δυναμικό του οικείου χώρου. 
Σκοπός η δημιουργία ενός χώρου προσβάσιμου σε όλους, προσιτού και στον προπτυχιακό φοιτητή που αναζητά το επιστημονικό αντικείμενο που του ταιριάζει, χρήσιμου και στον ερευνητή που αναζητά υλικό για κάποια επιστημονική του μελέτη. 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο newsletter μας: