Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου του ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
 

Από: Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου, Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Θεωρία και Νομολογία, ‘Bibliotheca Juris I’, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 52-90.

Αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.

 

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 

 

ΕΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ι. Μονογραφίες-Συλλογές πηγών: ΕΥ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 2000 ▪ ΑΝ. ΜΑΡΙΝΟΣ, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1984 ▪ Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, Εκκλησία και Δίκαιον. Θεωρία και Νομολογία, Αθήναι 2000 ▪ Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Τα όρια της εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης, τόμ. Ι: Κανονιστική αρμοδιότητα, Θεσσαλονίκη 2012 ▪ Γ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ - Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Εκκλησία και Ελληνισμός από το 1821 έως σήμερα: ιστορική επισκόπηση, Αθήνα 2005 ▪ Μ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ, Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας: η αυτοτέλειά τους στις μεταξύ τους σχέσεις και οι επιπτώσεις στο δημόσιο και το ιδιωτικό δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή 1993 ▪ Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), Αθήνα-Κομοτηνή 1999. ΙΙ. Μελέτες σε περιοδικά, συλλογικά έργα και τιμητικούς τόμους: ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ [ΑΡΧΟΝΤΩΝΗΣ], «Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τω Συντάγματι της Ελλάδος και εν τω Καταστατικώ Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος», Μνήμη Μητροπολίτου Ικονίου Ιακώβου, Εστία Θεολόγων Χάλκης, Αθήναι 1984, 391-413 ▪ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ, «Κοσμικό κράτος και Ορθόδοξη Εκκλησία: Σχέσεις θρησκείας, κοινωνίας και πολιτικής στη μεταπολίτευση», σε Χ. ΛΥΡΙΝΤΖΗΣ - Η. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ - Δ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.), Κοινωνία και Πολιτική. Όψεις της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1974-1994), Αθήνα 1996, 247-286 ▪ Γ. ΔΕΛΛΗΣ - Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, «Οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους υπό το πρίσμα της υπαγωγής της πρώτης στην έννοια του ‘ευρύτερου δημόσιου τομέα’ και στους κανόνες περί ‘διαπλοκής’», ΕΔΔΔ 45 (2001) 656-676 ▪ ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, «Νεώτερα στοιχεία περί της ανακηρύξεως της Ελληνικής Εκκλησίας ως Αυτοκεφάλου κατά το 1833», Μνημοσύνη 12 (1991-1993) 209 επ. ▪ Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, «Η διάκριση του πιστού από τον πολίτη», ΤοΣ 26 (2000) 641-646 ▪ Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Πορίσματα από την εκκλησιαστική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας του έτους 1987», ΕΕΑρμ 17 (1996) 31-47 ▪ Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Το σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα», ΕΔΔΔ 25 (1981) 332-343 ▪ Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Ο χωρισμός Πολιτείας και Εκκλησίας στο Σύνταγμα του 1975», Δίκαιο και Πολιτική 15 (1988) 53-59 ▪ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, «Δύο γνωμοδοτικά σημειώματα για τη σχέση Εκκλησίας-Κράτους για τη θρησκευτική ελευθερία», Δίκαιο και Πολιτική 15 (1987) 195-203 ▪ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Β΄: «Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας», Αθήνα-Κομοτηνή ²1993.

 

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Α. Οι πολιτειακές σχέσεις μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας διαμορφώνονται με ιδιαίτερο τρόπο ανά χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακολουθώντας την τοπική ιστορική και πολιτιστική παράδοση μεταξύ των δύο θεσμικών οντοτήτων ―όπως αυτή έχει μέχρι τις μέρες μας αποκρυσταλλωθεί και αποτυπωθεί στον οικείο συνταγματικό και εν γένει νομικό τους πολιτισμό.1 Παρά τις συχνά έντονες διαφορές, πολλές εντούτοις είναι οι κοινές κατευθύνσεις στο πεδίο αυτό μεταξύ όσων ευρωπαϊκών κρατών υιοθετούν κάποιο από τα συστήματα ‘χωρισμού’, ‘ένωσης’ ή απλώς ‘φιλικής συνεργασίας’ με τα θρησκεύματα της επικράτειάς τους.2

Κοινή συνταγματική αφετηρία όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στα θρησκεύματα, αποτελεί ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας και η απαγόρευση των —σοβαρών, τουλάχιστον— θρησκευτικών διακρίσεων (θρησκευτική ουδετερότητα). Παρά το γεγονός ότι, στο πλαίσιο αυτό, καταβάλλονται από το σύνολο των κρατών προσπάθειες απάλειψης των θρησκευτικών ανισοτήτων, στην πραγματικότητα, όμως, ο βαθμός αναγνώρισης και σεβασμού των δικαιωμάτων που συνδέονται με τη θρησκευτική ελευθερία διαφέρει από χώρα σε χώρα.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι σχετικές συνταγματικές προβλέψεις, όσο πανηγυρικές και αν είναι, δεν απεικονίζουν πάντοτε με ακρίβεια την ισχύουσα νομική πραγματικότητα στις σχέσεις μεταξύ τού κάθε κράτους και των θρησκευμάτων του. Όχι σπάνια, το περιεχόμενο των σχέσεων αυτών αποκλίνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από τις συναφείς επίσημες συνταγματικές εξαγγελίες, υποχωρώντας είτε σε ρυθμίσεις της κοινής νομοθεσίας είτε σε ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ κράτους και επιμέρους εκκλησιών ή θρησκευμάτων.3

Β. Στις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες μία αναβίωση του θρησκευτικού φαινομένου, σε περισσότερα κοινωνικά επίπεδα, γεγονός που συνδέεται αναμφίβολα με τη μαζική εισροή οικονομικών μεταναστών από αναπτυσσόμενες χώρες. Μεγάλος αριθμός των οικονομικών αυτών μεταναστών, που είναι προσωπικοί φορείς ενός ευρέος φάσματος θρησκευτικών παραδόσεων, προέρχονται από χώρες οι οποίες —σε αντίθεση με τη νεωτερική δυτικοευρωπαϊκή κουλτούρα― θεωρούν την θρησκεία υπόθεση όχι της ιδιωτικής, αλλά της δημόσιας σφαίρας.

Τα ευρωπαϊκά κράτη, από την πλευρά τους, είναι προφανές ότι ακολουθούν ολοένα και περισσότερο ουδετερόθρησκη πολιτική, επιλέγοντας τη χαλαρή συνεργασία με τα περισσότερα θρησκεύματα, μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αν και αυτό συχνά γίνεται κυρίως για λόγους κοινωνικής πολιτικής, έχει όμως ως παράλληλο αποτέλεσμα την διευρυνόμενη προστασία του κεφαλαιώδους δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και την εντονότερη εκκοσμίκευση (laïcité) του κράτους, που συμβαδίζει με θρησκευτικό αποχρωματισμό των δημόσιων θεσμών.

Η συγκριτική επισκόπηση και μελέτη των δικαιικών ρυθμίσεων που αφορούν τα θρησκεύματα στις διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκολύνει τη συναγωγή συμπερασμάτων με ενδεχόμενο σκοπό την πανευρωπαϊκή εναρμόνιση των κοινών τέτοιων ρυθμίσεων, όπου αυτές υπάρχουν. Αν και η προοπτική αυτή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως του άμεσου μέλλοντος, εν τούτοις, μία ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική ως προς τα θρησκεύματα θα ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί, πάνω στην κοινή βάση των μη κερδοσκοπικών (φιλανθρωπικών, κοινωφελών, εκπαιδευτικών ή άλλων) στόχων που αυτά επιδιώκουν, συμβάλλοντας στην κοινωνική συνοχή και διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό το ρόλο του κράτους.

Είναι γεγονός, ότι η τυπολογική κατάταξη των διάφορων μορφών σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας σε περισσότερες κατηγορίες ομοειδών συστημάτων,λαμβάνοντας υπόψη κοινά κριτήρια ή χαρακτηριστικά, βοηθά τη συστηματικότερη μελέτη τους και την εξαγωγή θεωρητικότερων, μάλλον, συμπερασμάτων. Η σημασία, ωστόσο, κάθε τέτοιας συστηματικής κατάταξης δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Η ιστορική, κοινωνική και θρησκευτική πραγματικότητα είναι εξόχως πολύμορφη και δυναμικά εξελισσόμενη, ώστε να μπορέσει να υποταχθεί με συνέπεια σε κάθε τέτοια κατάταξη. Έτσι, η τελευταία αποδεικνύεται συχνά μάλλον επιφανειακή και σχηματική. Μπορούμε όμως, για τις θεωρητικές και μόνον ανάγκες του παρόντος έργου, να διακρίνουμε γενικά το σύνολο των μορφών αυτών σχέσεων, σε ‘συστήματα ενώσεως’ και ‘συστήματα χωρισμού’.

Στα πρώτα, το κράτος διατηρεί ―για λόγους οι οποίοι συνηθέστερα ανάγονται σε κοινή ιστορική συμπόρευση και παραδοσιακούς κοινωνικούς και πολιτιστικούς δεσμούς των δύο αυτών θεσμών ― μία στενότερη πολιτειακή και διοικητική σχέση με ορισμένη εκκλησία ή θρήσκευμα, η οποία αναγνωρίζεται πανηγυρικά ως ‘επίσημη’, ‘κρατική’ ή απλώς ‘πλειοψηφούσα’. Στις περιπτώσεις αυτές, επιφυλάσσεται κατά κανόνα προς όφελος της συγκεκριμένης εκκλησίας ή θρησκεύματος μία λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκότερη κρατική μεταχείριση, πάνω σε μία κλίμακα η οποία διαφέρει από χώρα σε χώρα.

Στα συστήματα χωρισμού, αντίθετα, ακολουθείται μία πολιτική συνεπέστερης θρησκευτικής ουδετερότητας, που προσδίδει ένα λαϊκό χαρακτήρα εκκοσμίκευσης των δημόσιων θεσμών. Τούτο σημαίνει ότι η όποια δράση του θρησκευτικού φαινομένου εξωθείται σε περιορισμό στην ιδιωτική σφαίρα ζωής των πολιτών, μέσω μίας αυστηρότερης ή ηπιότερης πολιτικής θρησκευτικού αποχρωματισμού του κράτους —ανάλογα πάντοτε με το υπό συζήτηση κράτος. Παρά ταύτα, ακόμη και στη δεύτερη περίπτωση, ολοένα και συχνότερη εμφανίζεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες η διάθεση φιλικής, καλόπιστης και αμοιβαίας συνεργασία της κρατικής πολιτικής με τα σημαντικότερα και πολυπληθέστερα θρησκεύματα, για λόγους πάντοτε εξυπηρετήσεως των κοινωνικών σκοπών της πολιτείας.

ΙΙ. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Α. Ιστορική διαμόρφωση

1. Βυζαντινή περίοδος

Η μορφή και το θεσμικό περιεχόμενο των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ βυζαντινού κράτους και εκκλησίας, αποτέλεσε ανέκαθεν σημείο ερμηνευτικής διαφωνίας και τριβής για τους μελετητές της περιόδου. Δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι δύο θεσμοί ευρίσκονταν σε έναν διαρκή μεταξύ τους ανταγωνισμό —ηπιότερο ή οξύτερο, κατά περιόδους, και ανάλογα με τα διακυβευόμενα συμφέροντα— καθ’ όλη τη μακραίωνη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, με αντικείμενο τη νομή εξουσίας και την επικράτηση της μίας πλευράς πάνω στην άλλη. Σύμφωνα ωστόσο με άλλους ερευνητές, πολιτεία και εκκλησία συνεργάζονταν στο πλαίσιο της πολιτικής θεολογίας των βυζαντινών, με κοινό σκοπό την επίτευξη ή διατήρηση μίας συνεκτικής και αδιαίρετης χριστιανοσύνης, σε ένα κράτος ευάλωτο λόγω της εθνικής του ανομοιογένειας.5

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι αυτοκράτορες ή άλλοι κρατικοί φορείς και πολιτειακοί εκφραστές του βυζαντινού κράτους στάθηκαν συστηματικοί αρωγοί στην εμπέδωση και εξάπλωση της εκκλησιαστικής πολιτικής ιδεολογίας. Ταυτίζοντας, ωστόσο, οι ίδιοι την οργανωτική συνοχή ή εδαφική ακεραιότητα του βυζαντινού imperium με τη διοικητική σταθερότητα και δογματική καθαρότητα της Εκκλησίας, επεδίωξαν συστηματικά ή περιστασιακά την ανάμιξή τους, ακόμη και στις αμιγώς εσωτερικές εκκλησιαστικές υποθέσεις.6

Συνεκτιμώντας το συνολικό φάσμα των γνωμών που έχουν υποστηριχθεί, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι, αβεβαιότητα ως προς την εγκυρότητα των όποιων πορισμάτων μας, μπορεί να προκαλείται από έλλειψη πληρότητας ή μη αξιοπιστίας των σχετικών πηγών, πάνω στις οποίες βασίζονται οι ιστορικο-δικαιικές έρευνες. Πέραν όμως του προβλήματος αυτού, επειδή ούτε το πολιτειακό ούτε το κανονικό δίκαιο θεσπίζουν θεωρητικές αρχές για τη συστηματικότερη ρύθμιση των σχέσεων πολιτείας και εκκλησίας, η αντιμετώπιση του ζητήματος νομίζουμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, συναρτάται άμεσα με την προσωπική κοσμοθεωρία, τις επιδιώξεις ή και τις στρατηγικές των συγκεκριμένων ατόμων, που ενσάρκωναν κάθε φορά τους δύο θεσμούς. Με άλλη διατύπωση, πέρα από τις όποιες συστηματικές ή τυπολογικές προσεγγίσεις, αποφασιστικό νομίζουμε κριτήριο για τη ρεαλιστική αντιμετώπιση του όλου ζητήματος, αποδείχθηκε τελικά η ίδια η ατομική κοσμοθεωρία των προσωπικοτήτων που εκπροσωπούσαν εκάστοτε τους αντίστοιχους θεσμούς, υποστασιοποιώντας και νοηματοδοτώντας, με επιλογές προσωπικής τους ευθύνης την πολιτική του κράτους ή της εκκλησίας.7

Γεγονός πάντως υπήρξε ότι, από πλευράς τόσο μορφολογικής δομής όσο και εσωτερικής λειτουργίας, ο εκκλησιαστικός οργανισμός αποτέλεσε, σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, θεσμό με έντονα κρατικά χαρακτηριστικά. Για το λόγο αυτό, εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος οργανωτικά ή διοικητικά ζητήματα ρυθμίζονταν και με διατάξεις της αυτοκρατορικής πολιτειακής νομοθεσίας.8 Οι νομοθετικές αυτές επεμβάσεις στην εκκλησιαστική διοίκηση, είτε ήταν ευθείες και άμεσες είτε ακολουθούσαν πιο έμμεσες μεθόδους επιρροής, δεν επιτρεπόταν ωστόσο να αλλοιώνουν την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία, όπως αυτή είχε αποκρυσταλλωθεί με αποφάσεις των εκκλησιαστικών συνόδων ή συγγράμματα των πατέρων· σε όποιες περιπτώσεις τούτο συνέβη, η αντίδραση της εκκλησίας ήταν, κατά κανόνα, άμεση και έντονη προς την κατεύθυνση της διαφυλάξεως της πνευματικής ελευθερίας και δογματικής της ακεραιότητας —αρκεί βέβαια να ομοφωνούσαν οι ποικίλες εσωτερικές της τάσεις και ως προς αυτό.

2. Οθωμανική περίοδος

Κατά την ισλαμική οθωμανική παράδοση, οι αποκαλούμενοι ‘λαοί της Βίβλου’ (χριστιανοί και εβραίοι), εφόσον δεν είχαν προβάλει αντίσταση και εκπλήρωναν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, διατηρούσαν τη θρησκευτική τους αυτοδιοίκηση, τηρώντας τις οικείες θρησκευτικές ή κοινοτικές παραδόσεις. Για το λόγο αυτό, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής, συνεκτιμώντας τη θρησκευτική —κυρίως όμως την πολιτική— κατάσταση, όπως αυτή είχε πλέον διαμορφωθεί μετά την Άλωση (1453), παρείχε στον ανθενωτικό πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο σειρά γενικών και ειδικών προνομίων αυτοδιοικήσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με την εφαρμογή τους, τέθηκαν οι θεσμικές βάσεις συνύπαρξης του εκκλησιαστικού οργανισμού στο πλαίσιο του γιγαντιαίου οθωμανικού διοικη­τικού μηχανισμού, με σκοπό την αρμονικότερη ένταξη και λειτουργία του πρώτου σύμφωνα με την οθωμανική δικαιική τάξη.9

Θεμέλια της ειδικής μεταχειρίσεως της ορθόδοξης χριστιανοσύνης αποτέλεσαν τα ‘βεράτια’,10 τα προνομιακού δηλαδή περιεχομένου έγγραφα, που χορηγούσε η οθωμανική διοίκηση στους εκκλησιαστικούς ταγούς, αφορώντας είτε τον ίδιο τον πατριάρχη, ως θρησκευτικοπολιτικό ηγέτη των ορθοδόξων (ειδικά προνόμια) είτε την ορθόδοξη εκκλησία στο σύνολό της (γενικά προνόμια). Τα προνό­μια παρείχαν ελευθερία της λατρείας, εσωτερική αυτοδιοίκηση των χριστιανικών κοινοτήτων ή των ομόλογων ιδρυμάτων, με θρησκευ­τικούς σκοπούς, ελεύθερη διοίκηση και διαχείριση των εκκλησιαστικών περιουσιακών στοιχείων, φορολογικές απαλλαγές, άσκηση πνευματικής ή δικαστικής δικαιοδοσίας από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα επί υποθέσεων οικογενειακού ή κληρονομικού δικαίου κ.ά. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι συχνά τα ίδια προνόμια δεν γίνονταν σεβαστά, ιδίως σε περιοχές όπου οι χριστιανικοί πληθυσμοί ήταν περισσότερο ευάλωτοι στην καταπίεση των τοπικών οθωμανικών αρχών, χωρίς αμεσότερο έλεγχο από την κεντρική κρατική διοίκηση.

Πρόβλεψη αυξημένης προστασίας γνώρισαν τα δικαιώματα των μη μουσουλμάνων υπηκόων στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων (‘Τανζιμάτ’) που έλαβαν χώρα περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Η έκδοση δύο Διαταγμάτων —του ‘Χάτ­τι Σερίφ’ (3.11.1839) και του ‘Χάττι Χουμαγιούν’ (18.2.1856)11— εισήγαγε μια μορφή θρησκευτικής ισότητας όλων των υπηκόων της οθω­μανικής αυτοκρατορίας. Πρόσκαιρη συνέχεια στο ευοίωνο αυτό κλίμα έδωσαν οι ‘Εθνικοί ή Γενικοί Κανονισμοί’ (1860), με ρυθμιστικό αντικείμενο βασικά θέματα οργάνωσης και διοίκησης του Πατριαρχείου αλλά και σύνολης της ορθόδοξης ρωμιοσύνης της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, ο εθναρχικός και ευρύτερα πολιτικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως διαμορφωνόταν μέσα από τα πιο πάνω κείμενα, περιορίστηκε με τη συνθήκη της Λωζάννης (1923) στα αμιγώς θρησκευτικά του πλαίσια.12

3. Νεοελληνική περίοδος

Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα το 1821, επέφερε τη διακοπή της επικοινωνίας μεταξύ των εκκλησιαστικών επαρχιών των επαναστατημένων περιοχών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.13 Οι προσπάθειες του Ιωάννη Καποδίστρια για την αποκατάσταση των σχέσεων αυτών σταμάτησαν με τη δολοφονία του Κυβερνήτη.14 Την εξεταζόμενη περίοδο, η διοίκηση των ελληνικών εκκλησιαστικών πραγμάτων ασκούνταν κατ’ ουσίαν από το ‘Μινιστέριο (Υπουργείο) της Θρησκείας’. Από το 1829 και μετά, τις σχετικές αρμοδιότητες συνέχισε να ασκεί ειδική κρατική υπηρεσία, υπό την ονομασία ‘Γραμ­ματεία επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας’.15

Το σύνολο των συνταγματικών ελληνικών κειμένων, τόσο της επαναστατικής, όσο και της μετέπειτα περιόδου, περιείχαν διατάξεις που αναγνώριζαν με επίσημη διατύπωση την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως ‘επικρατούσα’ στη χώρα μας. Ωστόσο, τα ίδια κείμενα, διαπνεόμενα από φιλελεύθερο πνεύμα, προέβλεπαν με πανηγυρικό επίσης τρόπο, κατοχύρωση και προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, με ελεύθερη τέλεση της λατρείας των όποιων άλλων δογμάτων ή θρησκευμάτων, υπό την εγγύηση των κρατικών αρχών.16

Παρά το γεγονός ότι η αυτόβουλη ανεξαρτητοποίηση της ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνιστούσε αναμφίβολα μία σοβαρή κανονική εκτροπή, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν ότι τούτο, αν και εκκλησιαστικό ατόπημα, επιβαλλόταν ωστόσο από λόγους έκτακτων πολιτικών συνθηκών, που συνδέονταν με την εθνική επιβίωση των μόλις απελευθερωμένων περιοχών.

Από ανάλογες αντιλήψεις εμφορούνταν και τα μέλη του τριμελούς Συμβουλίου της Αντιβασιλείας του Όθωνα.17 Ειδικότερα, ο βαυαρός καθηγητής της Νομικής Σχολής του Μονάχου και αρμόδιος της Αντιβασιλείας επί εκκλησιαστικών θεμάτων Λουδοβίκος φον Μάουρερ, υποστήριζε μία ακραία πολιτειοκρατική εκδοχή ως προς τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, η εφαρμογή της οποίας ακύρωνε την όποια εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση, καθιστώντας την Εκκλησία οργανική προέκταση του Κράτους, πλήρως υποταγμένη στα ρυθμιστικά του κελεύσματα.18 Ο Μάουρερ, σε συνεργασία με σημαίνοντες εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, φορείς ανάλογων αντιλήψεων19 και με την έγκριση μέρους της ιεραρχίας, εκπόνησε το Διάταγμα της 23 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1833, που έφερε τον τίτλο «Διακήρυξις περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας».20

Με το ανωτέρω κείμενο, η Ελληνική Εκκλησία ανακηρυσσόταν «αυτοκέφαλος και ανεξάρ­τητος από πάσης άλλης εξουσίας», διατηρώντας απλώς δογματική ενότητα με τις υπόλοιπες ορθόδοξες εκκλησίες. Η ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία ασκούνταν από πε­νταμελή Σύνοδο Αρχιερέων, τα μέλη της οποίας διορίζονταν για ετήσια θητεία από την κυβέρνηση, με απεριόριστη δυνατότητα επαναδιορισμού τους. Η Σύνοδος της Εκκλησίας τελούσε «υπό την κυριαρχίαν του Βασιλέως» (ο οποίος, σημειωτέον, ήταν Ρωμαιοκαθολικός!). Ως εκπρόσωπός του στις εργασίες της Συνόδου παρίστατο υποχρεωτικά ο ‘Βασιλικός Επίτροπος’. Πέραν αυτών, ουδεμία συνοδική απόφαση είχε ισχύ, αν δεν επικυρωνόταν από την ίδια την κυβέρνηση. Όπως είναι αμέσως προφανές, με τον τρόπο αυτό καθιερωνόταν μία μορφή ασφυκτικού ελέγχου της διοικούσας Εκκλησίας από την κρατική διοίκηση,21 στην εκάστοτε πολιτική της οποίας η ελλαδική Εκκλησία όφειλε να λειτουργεί ως πειθήνιο όργανο.22

Πέραν των εύλογα αναμενόμενων αντιδράσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η αντικανονική και χωρίς συναίνεση του ίδιου ανακήρυξη του ελλαδικού ‘αυτοκεφάλου’, συνάντησε ισχυρό αντίλογο και στο εσωτερικό. Ιδιαίτερα δυναμικές, προς την κατεύθυνση αυτή, ήταν οι αντιδράσεις του κληρικού Κωνσταντίνου Οικονόμου ‘του εξ Οικονόμων’ (1780-1857),23 ενώ πιο μαζικό, αν και πρόσκαιρο, χαρακτήρα επιρροής είχαν λαϊκά κινήματα τα οποία εμφανίστηκαν στην Πελοπόννησο, έχοντας ως υποκινητές κυρίως τους κεφαλλονίτη Κοσμά Φλαμιάτο και μοναχό Χριστόφορο Παπουλάκο.24

Λύση στο όλο ζήτημα επέφερε η έκδοση του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, νομοκανονικό κείμενο με το οποίο το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακήρυξε Αυτοκέφαλη (όχι όμως αναδρομικά) την Εκκλησία της Ελλάδος, θέτοντας απλώς ορισμένους όρους ως προς τον ειδικότερο τρόπο διοικήσεώς της.25

Ακολούθησε το έτος 1852 η ψήφιση των δύο πρώτων καταστατικών χαρτών της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, ήτοι των Νόμων Σ΄, «Περί επισκοπών και επισκόπων και περί του υπό τους επι­σκόπους τελούντος κλήρου» και ΣΑ΄, «Νόμος Καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος»,26 στους οποίους, σημειωτέον, ότι δεν επαναλαμβανόταν η διάταξη περί κυριαρχίας του Βασιλέα στην Εκκλησία. Σε εφαρμογή των ρυθμίσεών τους, η έντονη πολιτειοκρατία υποχώρησε, προς όφελος μίας μεγαλύτερης αυτοδιοικήσεως της ελλαδικής εκκλησίας, αφού πλέον τα μέλη της Συνόδου δεν διορίζονταν από την Κυβέρνηση αλλά καλούνταν κάθε χρόνο κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους στην αρχιερωσύνη. Η Εκκλησία διαρθρωνόταν στη μητρόπολη Αθη­νών (της οποίας ο μητροπολίτης ήταν μόνιμος πρόεδρος της Συνόδου), σε 10 αρχιεπισκοπές και 13 επισκοπές. Οι επίσκοποι επιλέγονταν από τον Βασιλιά, μέσα από τριπρόσωπο που κατάρτιζε η Σύνοδος.

Με την έκδοση Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων των ετών 1866 και 1882, ενώνονται οριστικώς (‘αφομοιωτικώς’) με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος αντίστοιχα οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Επτανήσου27 και Θεσσαλίας (πλην της επαρχίας Ελασσώνας), καθώς και από την Ήπειρο η περιοχή της Άρτας.28

Η δημόσια παρουσία της Εκκλησίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σημαδεύτηκε από την ενεργό συμμετοχή της στα πολιτικά πράγματα, που οδήγησαν αργότερα στον εθνικό διχασμό μεταξύ βασιλικών και φιλελεύθερων (1917). Τα γεγονότα της περιόδου είχαν μεταξύ άλλων ως συνέπεια την καθαίρεση και αντικατάσταση του αρχιεπισκόπου, όπως και πλειάδας άλλων επισκόπων, καταδεικνύοντας το σε πιο βαθμό εκκλησιαστικές αποφάσεις ή πράξεις μπορούσαν να υπερβούν τον πνευματικό τους ρόλο και να εκτραπούν σε κοινού χαρακτήρα ανάμιξη στα πολιτικά ή κομματικά πάθη.29

Ο νέος ‘Καταστατικός Νόμος’ που ψηφίστηκε το 1923, καθιέρωσε την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας ως ανώτατο διοικητικό όργανο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, εμπεδώνοντας το συνοδικό σύστημα διοίκησης και ορίζοντας, στο ίδιο πλαίσιο, την απευθείας εκλογή των επισκόπων από τη Σύνοδο.30 Με διατάξεις του ίδιου Καταστατικού Νόμου ο μητροπολίτης Αθηνών μετονομάστηκε σε αρχιεπίσκοπο, ενώ οι τοπικοί αρχιεπίσκοποι σε μητροπολίτες.

Δύο χρόνια αργότερα, καθιερώνεται ως δεύτερο συνοδικό όργανο, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος,31 ενώ το έτος 1928, με την έκδοση της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, όπως αυτή κυρώθηκε με το Ν. 3615/1928,32 περιέρχεται στην Εκκλησία της Ελλάδος ‘επιτροπικώς’ (ήτοι: προσωρινώς33) και η διοίκηση των εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων Χωρών (δηλαδή της Ηπείρου, πλην βεβαίως της επαρχίας Άρτας, της Μακεδονίας, της Δυτικής Θράκης και ορισμένων νησιών του Βόρειου Αιγαίου).34 Έκτοτε, στη ΔΙΣ συμμετέχουν μητροπολίτες και των Νέων Χωρών, σε ίσο αριθμό με εκείνους της λεγόμενης Παλαιάς Ελλάδος.35

Ως καταστατικοί χάρτες της Εκκλησίας της Ελλάδος ακολούθησαν οι Νόμοι 5187/1931 και 5438/1932,36 ο Ν. 671/194337 καθώς και το Ν.Δ. 126/1969, που ίσχυσε κατά την περίοδο της δικτατορίας.38 Λίγο μετά την έναρξη της μεταπολίτευσης, ψηφίστηκε ο ισχύων Ν. 590/1977, με τον οποίο ασχολούμαστε εκτενέστερα πιο κάτω.

Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε από πληθώρα αυθαίρετων επεμβάσεων της πολιτείας στα εσωτερικά της εκκλησίας. Ορισμένες από αυτές ήταν τόσο βίαιες και απροκάλυπτες, ώστε να κινούνται ακόμη και πέρα από κάθε πολιτειοκρατική λογική. Δεν θα πρέπει όμως να παραβλεφθεί το πολλαπλώς επιβεβαιωμένο γεγονός, ότι κάποιες από τις επεμβάσεις αυτές γίνονταν ευμενώς αποδεκτές ―αν δεν ενθαρρύνονταν ευθέως― από ομάδες μελών της διοικούσας Εκκλησίας, με τελικό σκοπό την προώθηση των δικών τους προσωπικών συμφερόντων και φιλοδοξιών.

Από το χρονικό των πολυάριθμων (εμφανών και αφανών) επεμβάσεων, αξίζει εδώ να μνημονευθεί ο διορισμός από τη στρατιωτική χούντα (1967-1973) πλειάδας αρχιερέων ως μελών της ΔΙΣ, οι οποίοι παρείχαν, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, την απαραίτητη ιδεολογική ‘νομιμοποίηση’ που είχε ανάγκη η δικτατορία των συνταγματαρχών από την πλευρά της Εκκλησίας για την ‘έξωθεν καλή μαρτυρία’.39 Αλλά διορισμένος από άλλο χουντικό καθεστώς ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (1973-1998), με κύριο χαρακτηριστικό της θητείας του, τη γενικότερη αδιαφορία για την εικόνα και παρουσία της Εκκλησίας στις δημόσιες υποθέσεις.40

Ως μόνη σοβαρή, αλλά πρόσκαιρη, δημόσια δραστηριοποίηση της Ιεραρχίας κατά την περίοδο αυτή, καταγράφεται η αντίδρασή της στην εφαρμογή του Ν. 1700/1987 (νόμος ‘Τρίτση’) με τον οποίο δημευόταν αντισυνταγματικά η μοναστηριακή περιουσία. Λέμε όμως ‘πρόσκαιρη’, διότι η Ιεραρχία, ενώ αρχικά καλούσε σε «Αγώνα το Λαό» για κάθοδο σε δυναμικά συλλαλητήρια, αμέσως μετά η ίδια υπαναχώρησε αιφνίδια και κατά ανεξήγητο μέχρι σήμερα τρόπο, αφήνοντας έκθετα τα μοναστήρια αλλά και πολλά πιστά μέλη του εκκλησιαστικού πληρώματος σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες για την ακύρωση της εφαρμογής του ίδιου κατάφωρα αντισυνταγματικού νόμου.41

Η πιο πρόσφατη οξεία δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας εκδηλώθηκε το έτος 2001. Αφορμή στάθηκε η πρόθεση της ελληνικής κυβερνήσεως, κατόπιν υποδείξεως της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων,42 να αφαιρέσει την αναγραφή του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες των Ελλήνων πολιτών. Η προσπάθεια όμως αυτή συνάντησε τη σθεναρή αντίδραση του δυναμικού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, ο οποίος οργάνωσε μεταξύ άλλων και δύο τεράστια συλλαλητήρια (‘λαοσυνάξεις’, όπως ο ίδιος τις αποκάλεσε) σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.43 Από την άλλη πλευρά, το πολιτειακό εγχείρημα δεν υποστηρίχθηκε με ιδιαίτερη θέρμη από τα στελέχη της συμπολίτευσης, ακόμη δε λιγότερο από εκείνα της αντιπολίτευσης, η οποία, προφανώς για την αποφυγή του όποιου πολιτικού κόστους, πρότεινε σχετικά τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Τελικά, η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, ακόμη και η εθελοντική, κρίθηκε αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας44 και το όλο θέμα ξεχάστηκε, αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πόσο ευάλωτες είναι οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στις ανερμάτιστες φιλοδοξίες περιστασιακών εκπροσώπων τους.

Σε επίπεδο κινητοποίησης του λαϊκού πληρώματος της Εκκλησίας για τη λήψη συντηρητικότερων θέσεων ως προς την οικεία ιδεολογία και την ασκούμενη πολιτική της, εμφανίστηκαν και έδρασαν στα αστικά κυρίως κέντρα, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, πολυάριθμοι θρησκευτικοί σύλλογοι, με δυναμική κοινωνική παρουσία. Τέτοιοι κυρίως ήταν η ‘Ανάπλασις’ (ίδρυση: 1887), η ‘Αποστολική Διακονία’ (1930), που τελούσε πάντοτε υπό την εποπτεία της Ιεράς Συνόδου, η ‘Ένωση Συνεργαζομένων Χριστιανικών Σωματείων’, γνωστότερη και ως ‘Ζωή’, κ.ά. Η μαζική απήχηση που γνώρισαν τα χριστιανικά αυτά σωματεία κατά τη μεταπολεμική κυρίως περίοδο, πρέπει μάλλον να αποδοθεί στο κλίμα γενικευμένης οικονομικής και πνευματικής ένδειας της εποχής, απέναντι στο οποίο οι σύλλογοι αυτοί αντέτασσαν, πέραν της υλικής στήριξης των ασθενέστερων, και ένα μεγαλοϊδεατικό ‘όραμα’, για την ανοικοδόμηση μίας ευσεβιστικού τύπου Ελλάδας.45

Αποτιμώντας τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την περίοδο της εθνικής παλιγγενεσίας μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, συμπεραίνουμε τον δυναμικά διαλεκτικό τους χαρακτήρα: οι σχέσεις των δύο θεσμών διήλθαν, όχι βεβαίως με ευθύγραμμη κατεύθυνση, όλες τις δυνατές βαθμίδες σε μία κλίμακα που κυμαινόταν από την ομαλή και αμφίπλευρη συνεργασία, στο πλαίσιο της κλασικής αντίληψης περί ‘διακριτών ρόλων’,46 μέχρι την ευθεία ―σε κλίμα εμφυλιοπολεμικό, κάποτε― σύγκρουση, για λόγους που ανάγονταν σε πολιτικές, κατά κανόνα, επιλογές. Σημείο συνεχούς έριδας αποτέλεσε όχι τόσο η ύπαρξη, όσο ο τρόπος λειτουργίας της Εκκλησίας στο πλαίσιο των πολιτειακών θεσμών, καθώς και ο κοινωνικός ή πολιτικός της ρόλος, σε μία χώρα που μπορούσε εύκολα, τουλάχιστον κατά το παρελθόν, να αναγνωρίζει εθναρχικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε κληρικούς.47

Β. Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας στην ισχύουσα συνταγματική τάξη48

1. Θεμελιώδη χαρακτηριστικά

1.1. Οι σύγχρονες σχέσεις Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, αποτελούν το αντικείμενο ενός διαρκώς ανοιχτού διαλόγου μεταξύ των μελών της επιστημονικής κοινότητας, με ποικίλες θεωρητικές προσεγγίσεις· ως κανονιστικό σημείο εκκίνησης αλλά και ερμηνευτικό επίκεντρο της σχετικής συζήτησης, τοποθετείται σχεδόν πάντοτε το σημασιολογικό περιεχόμενο του άρθ. 3 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος.49 Πριν προχωρήσουμε στην, κατ’ ανάγκη, συνοπτική επισκόπηση του φάσματος των απόψεων αυτών, είναι ανάγκη να διευκρινιστεί ότι η μελέτη των εξεταζόμενων σχέσεων αφορά στα όρια ανάμεσα στην αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων και στην αρμοδιότητα της Εκκλησίας, δηλαδή το βαθμό αυτονομίας και αυτοδιοίκησης που απολαμβάνει η Εκκλησία ως νομική οντότητα, έναντι των νομοθετικών επεμβάσεων του Κράτους στη σφαίρα αυτονομίας της.50

1.2. Η συνταγματική θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ελληνική επικράτεια ρυθμίζεται κατά κανόνα από το άρθρο 3 § 1 Συντ., που ορίζει ad litteram ότι:

Άρθρο 3. 1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού, τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σ' άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.51

Συναφείς με τα εκκλησιαστικά ζητήματα ρυθμίσεις περιλαμβάνουν και οι διατάξεις των συνταγματικών άρθρων 13 (δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας), 18 § 8 (προστασία της περιουσίας των πρεσβυγενών πατριαρχείων, που βρίσκεται στην Ελλάδα), 72 §§ 1 (αρμόδια η ολομέλεια της Βουλής για την ψήφιση νόμων με εκκλησιαστικό περιεχόμενο), 105 (καθεστώς της Μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους).

1.3. Γίνεται κοινά αποδεκτό, ότι με την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων (1975), πραγματοποιήθηκε ένα ώριμο βήμα χαλάρωσης52 του καθεστώτος ασφυκτικής πολιτειοκρατίας, που χαρακτήριζε μέχρι τότε τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, στο πλαίσιο ισχύος του συστήματος της ‘νόμω κρατούσης πολιτείας’.53 Η παρατήρηση αυτή προκύπτει από τη δικαιο-συγκριτική μελέτη των διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος με τις αντίστοιχες εκείνες του Συντάγματος του έτους 1952.54

Ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου ‘επικρατούσα θρησκεία’, η κρατούσα γνώμη υποστηρίζει ότι αποτελεί απλή διακήρυξη περί του ότι οι Έλληνες είναι, κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία, χριστιανοί ορθόδοξοι.55 Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, ο συνταγματικός όρος ‘επικρατούσα θρησκεία’ έχει περιγραφικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα.56 Υπέρ της κρατούσας ερμηνευτικής θέσεως συνηγορεί άλλωστε και η αναδρομή στη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, όπως αυτή αποτυπώθηκε στις σχετικές συζητήσεις για την ψήφιση του Συντάγματος κατά τις εργασίες της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής.57

Ωστόσο, το σύστημα ενώσεως κράτους και εκκλησίας διατηρήθηκε κατά βάση και υπό το ισχύον Σύνταγμα ―παρά την ομολογημένη πρόθεση της τότε κυβερνήσεως αλλά και των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως να προχωρήσουν σε συνταγματικό χωρισμό των δύο θεσμών.

Η χαλάρωση των σχέσεων αυτών, προκύπτει από τα εξής νέα συνταγματικά δεδομένα:

οι διατάξεις για τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας βρίσκονται, για πρώτη φορά, στο τρίτο και όχι στο πρώτο άρθρο του Συντάγματος,

ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως ο ανώτατος άρχοντας της Πολιτείας, δεν απαιτείται να είναι πλέον χριστιανός ορθόδοξος (όπως όφειλε να είναι παλαιότερα ο Βασιλέας: άρθ. 47, 51-52 Συντ. 1952). Κατά την ορκωμοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας ενώπιον της Βουλής δεν παρευρίσκεται η Ι. Σύνοδος, ενώ ο ίδιος δεν υπόσχεται, πλέον, να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία (άρθ. 31, 33 § 2 Συντ.), όπως συνέβαινε υπό το Σύνταγμα του 1952,

ο προσηλυτισμός απαγορεύεται τώρα γενικά, όταν διενεργείται κατά οποιασδήποτε ‘γνωστής’ θρησκείας (άρθ. 13 § 2 εδ. γ΄ Συντ.) και όχι μόνον κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας (όπως προέβλεπε το προϊσχύσαν Σύνταγμα),

επιτρέπεται η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων μετά την κυκλοφορία τους, εφόσον περιέχουν δημοσίευμα που προσβάλει όχι μόνον τη χριστιανική αλλά και κάθε άλλη ‘γνωστή’ θρη­σκεία (άρθ.14 § 3 εδ. α΄ Συντ.).

Παράλληλα, ωστόσο :

διατηρήθηκε η επίκληση της Αγίας Τριάδος στην προμετωπίδα (προοίμιο) του Συντάγματος, αναφορά που έχει βεβαίως συμβολικό και όχι νομικό χαρακτήρα,58

η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία χαρακτηρίζεται και υπό το ισχύον Σύνταγμα ως ‘επικρατούσα’,59 με το προαναφερθέν σημασιολογικό περιεχόμενο, 

θρησκευτική επίκληση περιέχεται στον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθ. 33 § 2 Συντ.) αλλά και των βουλευτών (άρθ. 59 § 1 Συντ.)∙ προβλέπεται, ωστόσο, ότι ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι βουλευτές, μπορούν να ορκιστούν κατά τον τύπο του όρκου που ορίζει το δόγμα ή η θρησκεία τους (άρθ. 59 § 2 Συντ.).

η παιδεία έχει σκοπό την ανάπτυξη και της θρησκευτικής συνειδήσεως γενικά (άρθ. 16 § 2 Συντ.),60

νομοσχέδια που αφορούν ζητήματα σχετικά με τα θρησκεύματα (άρθ. 3 και 13 Συντ.) ψηφίζονται υποχρεωτικά από την Ολομέλεια (και όχι κάποιο Τμήμα) της Βουλής (άρθ. 72 § 1 Συντ.).

Πέραν όμως των ανωτέρω, δεν πρέπει να παραβλέπεται και ότι:

το εορτολόγιο, οι επίσημες τελετές και οι αργίες των δημόσιων υπηρεσιών καθορίζονται κυρίως σύμφωνα με τον εορτολογικό κύκλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας,

το άρθ. 2 § 1 Ν.Δ. 90/1973, «περί του Θρησκευτικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων»,61 προβλέπει τον αμιγή ορθόδοξο χαρακτήρα της θρησκευτικής υπηρεσίας των ενόπλων δυνάμεων,

με νομική προσωπικότητα δημόσιου δικαίου περιενδύεται το σύνολο σχεδόν των εκκλησιαστικών οργανισμών της ελληνικής επικράτειας (ορθόδοξες μητροπόλεις, ναοί και μονές), γεγονός που καθιστά αυτούς φορείς ασκήσεως δημόσιας εξουσίας (ειδικά μάλιστα η Εκκλησία της Ελλάδος θεωρείται, δυνάμει του άρθ. 1 § 4 του Ν. 590/1977, συνολικά ως ΝΠΔΔ, κατά τις νομικές της όμως σχέσεις).62

οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών αρχών εκτελούνται κατά βάση από πολιτειακά όργανα (άρθ. 53, 54, 62, 107 Ν. 5383/1932 «περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας»),

το σύνολο των λειτουργικών εξόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει αναληφθεί από το δημόσιο ταμείο (Α.Ν. 536/1945, «περί ρυθμίσεως των αποδοχών του ορθοδόξου εφημεριακού κλήρου της Ελλάδος, του τρόπου πληρωμής αυτών και περί καλύψεως της σχετικής δαπάνης», Α.Ν. 469/1968, «περί μισθολογικής διαβαθμίσεως του εφημεριακού κλήρου  της Εκκλησίας της Ελλάδος», άρθ. 8 Ν. 1041/1980, περί κρατικής μισθοδοσίας των αρχιερέων, κ.λπ.).

1.4. Ωστόσο, το συνταγματικό πλαίσιο των σχέσεων του ελληνικού Κράτους με την Εκκλησία δεν μπορεί να θεωρηθεί —όπως άλλωστε απέδειξε επανειλημμένα η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών— ότι διακρίνεται από σταθερότητα. Και τούτο διότι επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό τόσο από τα πρόσωπα που εκπροσωπούν τους θεσμούς, όσο και από την εκάστοτε τρέχουσα κρατική ή εκκλησιαστική πολιτική. Τελικά, το αφηρημένο περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν τις ανωτέρω σχέσεις, νοηματοδοτείται αναλόγως από τις εκάστοτε πολιτικές, ιστορικές και εκκλησιαστικές περιστάσεις. Για το λόγο αυτό, ελάχιστα πειστική και συνεπής μπορεί να θεωρηθεί κάθε προσπάθεια εντάξεως των διαρκώς μεταβαλλόμενων αυτών σχέσεων σε ένα συνεκτικό και απόλυτα ομοιογενές σύστημα. Επιπλέον, το περιεχόμενο του άρθ. 3 Συντ. δεν αρκεί από μόνο του για να αποδώσει πλήρη εικόνα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στη Ελλάδα σήμερα, αφού αυτές ρυθμίζονται, ίσως μάλιστα και σε πιο κρίσιμο βαθμό, από τις παράλληλης κανονιστικής εμβέλειας διατάξεις των άρθ. 13, 14 § 3 εδ α΄, 16 § 2, 33 § 2, 59 § 1 και 72 § 1 Συντ.63

Είναι ασφαλώς βέβαιο ότι, ακόμη και σήμερα, ισχύει το καθεστώς της πολιτειοκρατίας: (σύστημα της ‘νόμω κρατούσας πολιτείας’):  το κράτος νομιμοποιείται να επεμβαίνει νομοθετικά στα εκκλησιαστικά ζητήματα, με νόμους που ψηφίζει η Βουλή (άρθ. 72 § 1 Συντ.). Είναι εντούτοις γνωστό, ότι η νομοθετική αυτή αρμοδιότητα συνοδεύεται συχνά από αντισυνταγματικές ή εξωθεσμικές παρεμβάσεις, που προσβάλλουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης.64 Οι βασικοί νόμοι τους οποίους ψηφίζει η Ολομέλεια της Βουλής, για τη συνολική ρύθμιση εκκλησιαστικής φύσεως ζητημάτων, καθιερώθηκε να αποκαλούνται με τον terminus technicus ‘Καταστατικοί Χάρτες’· σήμερα ισχύει ο Ν. 590/1977, «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος».65

2. Η κανονιστική αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών διοικητικών οργάνων66

2.1. Αποφασιστική ρωγμή στο πολιτειοκρατικό σύστημα των σχέσεών της με το Κράτος, αποτέλεσε η παραχώρηση στην Εκκλησία της Ελλάδος της αρμοδιότητας προς έκδοση διοικητικών πράξεων κανονιστικού περιεχομένου. Πιο συγκεκριμένα, με διατάξεις του Ν.Δ. 126/1969 «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος»,67 εξουσιοδοτήθηκε για πρώτη μέχρι τότε φορά η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, ως ανώτατη αρχή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, να εκδίδει κανονιστικές πράξεις με αντικείμενο την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων ή, γενικότερα, των διοικητικών της αρχών. Ο μεγάλος αριθμός νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων που περιείχε το Ν.Δ. 126/1969, οδήγησε στην πολύπλευρη κανονιστική αυτορρύθμιση του εκκλησιαστικού οργανισμού και την εντυπωσιακή εμβάθυνση της αυτοδιοικήσεώς του, μέσω μίας ευρύτατης δικαιοπαραγωγικής λειτουργίας.

Οι νομοθετικές αυτές εξουσιοδοτήσεις αφορούσαν κατά κύριο λόγο τις κεντρικές ή περιφερειακές εκκλησιαστικές αρχές και όργανα ή νομικά πρόσωπα, την οργάνωση των μονών και γενικότερα του μοναχικού βίου, το υπηρεσιακό καθεστώς των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, την οργάνωση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, την απονομή της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και τη διοίκηση και διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας (άρθ. 42 § 3, 5 και 7 Ν.Δ. 126/1969).

Η ενεργοποίηση των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός αριθμού πενήντα περίπου κανονισμών, οι οποίοι κάλυψαν ―με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία― εκτεταμένα θεσμικά πεδία της εσωτερικής διοικητικής οργάνωσης της Εκκλησίας, όπως ήταν το καθεστώς των ναών, ενοριών και εφημερίων,68 η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση του εκκλησιαστικού υπαλληλικού προσωπικού,69 ο ιδιαίτερα ευαίσθητος χώρος της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης,70 η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας,71 όπως και η οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των μονών και ησυχαστηρίων.72

Παρά το γεγονός ότι ο ανωτέρω Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν επιβίωσε για μακρό χρονικό διάστημα, εντούτοις, ορισμένοι από τους κανονισμούς αυτούς —όπως λ.χ. είναι ο Καν. 39/1972, για την οργάνωση του μοναχισμού— παραμένουν, λόγω της ευρύτερης σημασίας τους ακόμη σε ισχύ, έχοντας αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας και εφαρμογής πλειάδος δικαστικών αποφάσεων, ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας.

2.2. Ως γνωστόν, με το άρθ. 43 § 2 του ισχύοντος Συντάγματος, προβλέφθηκαν οι δυνατότητες αφενός μεν της εκδόσεως από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κανονιστικών διαταγμάτων δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, μετά από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μέσα στα όριά της (εδ. α΄), αφετέρου δε της παραχωρήσεως νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων και προς ‘άλλα όργανα της διοίκησης’, για την έκδοση κανονιστικών πράξεων με σκοπό τη ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό (εδ. β΄).73

Η μετάθεση νομοθετικής ύλης από την καθεαυτή αρμόδια Βουλή, ως σκοπό έχει την κάλυψη των ολοένα διευρυνόμενων κανονιστικών αναγκών της δράσης της δημόσιας διοίκησης που προέκυψαν από την εντατικοποίηση του παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην κοινωνική ζωή, που οδήγησε σε αλματώδη ανάπτυξη των διοικητικών λειτουργιών.74

Ειδικά τώρα ως προς την Εκκλησία, ακριβώς επειδή η παραχώρηση νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων για την κανονιστική αυτορρύθμιση των εσωτερικών της πραγμάτων, συνιστούσε ένα ισχυρό θεσμικό πλεονέκτημα προς την κατεύθυνση της αυτοδιοικήσεώς της, οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του Ν.Δ. 126/1969 διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την κατάργηση του νομοθετήματος αυτού, δυνάμει του άρθ. 6 § 1 Ν.Δ. 87/1974, μέχρι τη δημοσίευση του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/27-31.5.1977). Με το άρθ. 67 του τελευταίου διατηρήθηκαν σε ισχύ οι παλαιότερες κανονιστικές πράξεις, εφόσον δεν έρχονταν σε αντίθεση με τις διατάξεις του Ν. 590/1977 και δεν είχαν εκδοθεί με ανίσχυρη νομοθετική εξουσιοδότηση ή καθ’ υπέρβασή της.75

Περαιτέρω όμως, με σειρά διατάξεών του ο Ν. 590/1977 παρείχε στην ΙΣΙ την αρμοδιότητα εκδόσεως νέων κανονιστικών αποφάσεων, για την οργάνωση και διοίκηση είτε της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως συνόλου, είτε των επί μέρους εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. 

Οι νέες αυτές νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις κάλυπταν θεματικές ενότητες όπως είναι:

▪ η έκδοση κανονισμών εργασιών των δύο συνοδικών σωμάτων (άρθ. 4 εδ. ια΄ Ν. 590/1977) και των συνοδικών επιτροπών (άρθ. 10 § 4),

▪ η οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των μητροπόλεων (άρθ. 29 § 2) και των μητροπολιτικών συμβουλίων (άρθ. 35 § 3),

▪ η ίδρυση, οργάνωση και εν γένει λειτουργία των ενοριών και των πάσης φύσεως ναών, αλλά και η εκτέλεση των λεγόμενων ‘εκκλησιαστικών έργων’ (άρθ. 36 § 6),

▪ τα σχετικά με το εν γένει υπηρεσιακό καθεστώς των εφημερίων και διακόνων (προϋποθέσεις, προσόντα και διαδικασία πλήρωσης των κενών οργανικών θέσεων, μεταθέσεις και αποσπάσεις, εν γένει καθήκοντα και δικαιώματα αυτών: άρθ. 37 § 2 και 38 § 2),

▪ η ίδρυση και λειτουργία των ησυχαστηρίων, σύμφωνα με τον ιδρυτικό τους κανονισμό (άρθ. 39 § 10),

▪ το εν γένει υπηρεσιακό καθεστώς του υπαλληλικού προσωπικού των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων (προσόντα, διαδικασία διορισμού και προαγωγής, μεταθέσεις, μετατάξεις, χορηγήσεις πάσης φύσεως αδειών, πειθαρχική δίωξη: άρθ. 42 § 2),

▪ η ίδρυση και λειτουργία ειδικών επιμορφωτικών σχολών και φροντιστηρίων για κληρικούς ή υποψήφιους κληρικούς (άρθ. 43 § 1 και 3),

▪ η διοίκηση, διαχείριση και εν γένει αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, αυτής δηλαδή που ανήκει στις μονές, τις μητροπόλεις, τις ενορίες και τα υπόλοιπα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (άρθ. 46 § 2),

▪ η διαδικασία χορηγήσεως άδειας γάμου (άρθ. 49 § 1),

▪ η διοίκηση και διαχείριση των ι. προσκυνημάτων (άρθ. 59 § 1).

Δυνάμει των ανωτέρω νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, παρήχθη κατά την περίοδο των ετών 1977-2011 ένας ευρύς αριθμός (άνω των 65) εκκλησιαστικών κανονισμών,76 επί ζητημάτων, μεταξύ άλλων, λειτουργίας των συνοδικών σωμάτων και επιτροπών,77 υπηρεσιακής καταστάσεως των εκκλησιαστικών υπαλλήλων,78 οργάνωσης και διοίκησης των ναών και των ενοριών,79 δημοσιονομικού ελέγχου των εκκλησιαστικών οικονομικών,80 οργάνωσης της οικονομικής υπηρεσίας,81 προστασίας και αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας.82

3. Το ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης των ιερών κανόνων

Την ελληνική νομολογία και νομική θεωρία απασχόλησε επανειλημμένως, από τις αρχές ήδη του 19ου αιώνα, το πρόβλημα της έκτασης στην οποία το Σύνταγμα κατοχύρωνε τους ιερούς κανόνες, δηλαδή τις εκκλησιαστικής προέλευσης διατάξεις που οργανώνουν και ρυθμίζουν τον εσωτερικό βίο της Εκκλησίας. Το όλο ζήτημα θεωρήθηκε ιδιαίτερα σοβαρό, λόγω των κεφαλαιώδους σημασίας συνεπειών που περαιτέρω θα είχε η όποια ερμηνευτική εκδοχή στο πεδίο αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας.

Οι διαφορετικές ερμηνευτικές εκδοχές ξεκινούσαν από τη διατύπωση του άρθ. 3 § 1 Συντ., που όριζε αφενός μεν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντι­νουπόλεως και κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία,83 αφετέρου δε ότι η Εκκλησία αυτή τηρεί ‘απαρασάλευτα’, όπως και εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες καθώς και τις ιερές παραδόσεις.

Τρεις κυρίως απόψεις έχουν υποστηριχθεί για την επίλυση του πιο πάνω ερμηνευτικού ζητήματος.84

Κατά την χρονικά πρώτη, που υποστηρίχθηκε από όσους προσεγγίζουν το ζήτημα περισσότερο θεολογικά, το Σύνταγμα κατοχυρώνει όλους ανεξαίρετα τους ι. κανόνες, είτε αυτοί έχουν δογματικό περιεχόμενο είτε απλώς αναφέρονται στη διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας. Άρα, όχι μόνο δεν είναι δυνατή η κατάργηση ή τροποποίηση των κανονικών διατάξεων με απλό νόμο, αλλά και όσοι νόμοι αντιτίθενται στους ι. κανόνες, πρέπει —κατά την ίδια ερμηνευτική αντίληψη— να θεωρούνται αντισυνταγματικοί.85

Η δεύτερη άποψη, διακρίνοντας τους ι. κανόνες σε δογματικούς και διοικητικούς,86 φρονεί ότι η συνταγματική κατοχύρωση περιορίζεται μόνον στους πρώτους.87 Οι υποστηρικτές της πρεσβεύουν ότι, στο πλαίσιο της ισχύουσας πολιτειοκρατίας, το κράτος μπορεί να αποφασίζει ακώλυτα σχετικά με την τροποποίηση, ακόμη και κατάργηση ι. κανόνων, εφόσον όμως αυτοί έχουν μόνον διοικητικό περιεχόμενο∙ αντίθετα, ουδεμία επέμβαση επιτρέπεται σε ι. κανόνες δογματικού ή πνευματικού χαρακτήρα.

Η τρίτη άποψη —αποκλίνοντας ελαφρά από τη δεύτερη, χωρίς όμως διαφορετικές επί του πρακτέου συνέπειες— θεωρεί ότι η επίμαχη αναφορά στο Σύνταγμα της κατοχύρωσης των ι. κανόνων, ως μοναδικό σκοπό έχει τη δογματική ενότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις λοιπές ομόδοξες Εκκλησίες.88 Συνεπώς, είναι δυνατή η με νόμο τροποποίηση οποιουδήποτε κανόνα, ακόμη και Οικουμενικής Συνόδου, εφόσον ο νόμος αυτός δεν αντιβαίνει στο ορθόδοξο δόγμα.

Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αρχικά κινήθηκε σταθερά στα πλαίσια της δεύτερης απόψεως: θεωρώντας ότι η συνταγματική κατοχύρωση δεν εκτείνεται και στους διοικητικούς ιερούς κανόνες, έκρινε ότι αυτοί μπορούν να μεταβληθούν προς το κοινό συμφέρον της Πολιτείας και της Εκκλησίας.89

Η εφαρμογή του Συντάγματος του 1952 ώθησε, ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας σε μία ενδιαφέρουσα νομολογιακή στροφή.90 Τροποποιώντας την αρχική κρίση του —ότι δηλαδή η συνταγματική κατοχύρωση δεν αφορά τους διοικητικής αποκλειστικά φύσεως κανονικούς θεσμούς— εισήγαγε στη συνέχεια τη διάκρισή τους σε βασικούς και μη βασικούς. Παραπέρα, θέτοντας ένα όριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε ότι ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να τροποποιήσει βασικούς κανονικούς θεσμούς σχετικούς με την εκκλησιαστική διοίκηση, που είναι όσοι έχουν καθιερωθεί κατά τρόπο σταθερό και μακροχρόνιο μέσα στην Εκκλησία.91

Τέλος, υπό το κράτος του ισχύοντος Συντάγματος (1975), το ίδιο Δικαστήριο, χωρίς να απομακρυνθεί από την προηγούμενη νομολογία του, διαφοροποίησε τη νομική της θεμελίωση: αντλώντας τώρα επιχείρημα περισσότερο από το άρθ. 13 § 1-2 Συντ. (και λιγότερο, πλέον, από το άρθ. 3 § 1 Συντ.), πρόσθεσε ότι, αφού το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας προστατεύει και τους οπαδούς της επικρατούσας θρησκείας, κατοχυρώνει σαφώς και όσους ι. κανόνες διέπουν «και τη ζωή» της.92

Το όλο ζήτημα επανεξετάσθηκε διεξοδικά και από την ΣτΕ 5057/1987,93 η οποία επανήλθε στον αρχικό νομικό ορίζοντα94 του άρθ. 3 Συντ. Το Ανώτατο Διοικητικό Ακυρωτικό έκρινε95 στην περίπτωση αυτή ότι διοικητικής φύσεως κανονικοί θεσμοί, που δεν ανάγονται στο δόγμα και τη λατρεία, αποτελούν, για παράδειγμα, η διοίκηση και η διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας: τα ζητήματα αυτά εξελίσσονται, υφιστάμενα επίδραση από τη διαδρομή του χρόνου και τις νεώτερες αντιλήψεις και συνθήκες. Συνεπώς, ακόμη και τέτοιοι διοικητικοί κανονικοί θεσμοί είναι αναπόφευκτο να υποβάλλονται από τον κοινό νομοθέτη σε νέα μεταγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας, πάντοτε προς το κοινό συμφέρον της Εκκλησίας και της Πολιτείας.

Τέλος, από πλευράς του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αναφέρουμε ότι στη σχετικά πρόσφατη (3-5-2011) απόφασή του επί της υποθέσεως Νεγρεπόντης-Γιαννίσης κατά Ελλάδας (προσφυγή 56759/08), διατυπώθηκαν αξιοπρόσεκτες επιφυλάξεις περί του κατά πόσον ι. κανόνες, η θέσπιση των οποίων ανάγεται στον 7ο και 8ο αιώνα, πληρούν αφενός μεν τα απαραίτητα προαπαιτούμενα του σύγχρονου θετικού δικαίου, αφετέρου δε τα κριτήρια της σαφήνειας, της ακρίβειας και της προβλεψιμότητας, ώστε να μην προσκρούουν τελικά στην αρχή της αναλογικότητας.96

4. Πτυχές της κρατικής εποπτείας

4.1. Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα, η Πολιτεία ασκεί στην Εκκλησία διοικητική εποπτεία, κυρίως μέσω υπηρεσιακών μονάδων αρμόδιων για εκκλησιαστικές υποθέσεις του Υπουργείου Παιδείας, Δία Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων97 καθώς και του Υπουργείου Εξωτερικών.98

Γενικότερα, ο κρατικός έλεγχος περιλαμβάνει:

▪ είτε τη σύμπραξη της Πολιτείας για την τελείωση μιας πράξε­ως εκκλησιαστικής αρχής, κατά τη γνωστή διαδικασία των σύνθετων διοικητικών ενεργειών99

▪ είτε τη συμμετοχή κρατικών λειτουργών σε συλλογικά διοικητικά όργανα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των μητροπολιτικών συμβουλίων (βλ. τη σχετική με αυτά αναφορά μας)

▪ είτε την παρο­χή πολιτειακής εγκρίσεως προκειμένου πράξεις των εκκλησιαστικών διοι­κητικών αρχών ή οργάνων, να καταστούν εκτελεστές.

4.2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, αν και πνευματικό (θρησκευτικό) καθίδρυμα, ασκεί εντούτοις δευτερογενή διοικητική εξουσία, εκδίδοντας είτε ως ΝΠΔΔ είτε γενικότερα ως διοικητική αρχή, εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Οι τελευταίες υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας —γεγονός που είχε μέχρι σήμερα ως αποτέλεσμα την παραγωγή μίας ιδιαίτερα πλούσιας νομολογίας, διαπλαστικής σε καθοριστικό βαθμό του περιεχομένου εκκλησιαστικών διοικητικών θεσμών.100

Οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις της Εκκλησίας αφορούν ενδεικτικά: 

▪ τη σύνθεση, συγκρότηση και λειτουργία των κεντρικών και περιφερειακών οργάνων διοικήσεως της Εκκλησίας,

▪ το υπηρεσιακό καθεστώς του κληρικού ή λαϊκού προσωπικού, που υπηρετεί στα διάφορα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα,

▪ τη διοικητική διαίρεση της Εκκλησίας και τη ρύθμιση ζητημάτων των εκκλησιαστικών περιφερειών,

▪ τη χορήγηση ή μη άδειας γάμου, καθώς και την πνευματική του λύση, ύστερα από δικαστική απόφαση περί διαζυγίου.

Στο έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται εκκλησιαστικές πράξεις με ατομικό ή κανονιστικό χαρακτήρα (ΣτΕ 866/1974, 960/1978), ενώ είναι δυνατός και ο παρεμπίπτων έλεγχός τους.

Από τον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας εξαιρούνται:

▪ όσες εκκλησιαστικές πράξεις αφορούν εσωτερικά, αμιγώς πνευματικά, ζητήματα της Εκκλησίας (όπως είναι, για παράδειγμα, η χειροτονία ή η μοναχική κουρά, το επιτίμιο ακοινωνησίας,101 η εκλογή μητροπολίτη102), και

▪ οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, όταν επιβάλλουν πνευματικής φύσεως ποινές. Ωστόσο, όταν οι εκκλησιαστικές ποινές επηρεάζουν την υπηρεσιακή κατάσταση του κληρικού, τότε υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι στην περίπτωση αυτή τα εκκλησιαστικά δικαστήρια λειτουργούν μάλλον ως πειθαρχικά συμβούλια (ΣτΕ 825/1988).103

 

 

 


[1] Σε λίγους κλάδους του δικαίου η ιστορική εμπειρία, οι συναισθηματικοί δεσμοί και οι βασικές πεποιθήσεις ενός λαού, αποτυπώνονται με τόση ενάργεια και επιρροή, όσο στο εκκλησιαστικό δίκαιο (ή ‘δίκαιο των θρησκευμάτων’, κατά άλλη ονομασία), βλ. σχετικά τις παρατηρήσεις του GERHARD ROBBERS, «Κράτος και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση», στο συλλογικό έργο υπό τον τίτλο Κράτη και θρησκεύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (απόδοση στην ελληνική Κ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ), Αθήνα-Θεσσαλονίκη ²2005, 627-640, εδώ 627. Βλ. ακόμη τα έργα: W. COLE DURHAM - SILVIO FERRARI (επιμ.), Νόμοι για το κράτος και τη θρησκεία στη μετακομμουνιστική Ευρώπη, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2005. Πιο πρόσφατοι, οι τίτλοι: SILVIO FERRARI - CRISTOFORI RINALDO (ed.), Law and religion in the 21st century. Relations between states and religious communities, International Consortium for Law and Religion Studies, Cultural Diversity and Law, Ashgate, England-USA 2010· NORMAN DOE - SANDBERG RUSSELL (ed.), Law and Religion: New Horizons, European Consortium for Church and State Research: Law and Religion Studies 7, Peeters, Leuven-Paris-Walpole, MA 2010.

[2] Στα συστήματα χωρισμού, το κράτος εμφανίζεται ως ‘κοσμικό’ (secular) ή ‘λαϊκό’ (laïque), χωρίς να συνεργάζεται, κατ’ αρχήν, με ορισμένη θρησκεία, τηρώντας είτε αμεροληψία είτε και επιθετική αντι-εκκλησιαστική πολιτική. Στα συστήματα ένωσης, το κράτος περιβάλλει με ιδιαίτερα θεσμικά προνόμια (διοικητικά, οικονομικά κ.ά.) τη θρησκευτική κοινότητα που ακολουθείται από τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων του. Ενδιάμεση τέλος, και μάλλον ως η πλέον κρατούσα στις ημέρες μας, μπορεί θα θεωρηθεί η στάση της ουδετερότητας του κράτους έναντι όλων ανεξαιρέτως των θρησκευμάτων, με παράλληλη ωστόσο διατήρηση και ανάπτυξη φιλικής συνεργασίας μαζί τους, με σκοπό την αμοιβαία προώθηση ζητημάτων κοινού ―κοινωνικού και φιλανθρωπικού, κατά βάση― ενδιαφέροντος. 

[3] Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα διεθνών συμφωνιών αποτελούν τα κονκορδάτα που πολλές χώρες έχουν συνάψει με την Αγία Έδρα, ως νομικό εκπρόσωπο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Για το θέμα αυτό, βλ. RICHARD PUZA - NORMAN DOE (ed.), Religion and law in dialogue: covenantal and non-covenantal cooperation between state and religion in Europe - Religion et droit en dialogue: collaboration conventionelle et non-conventionelle entre état et religion en Europe, European Consortium for Church and State Research, Proceedings of the Conference, Tübingen (18-21 November 2004) – Actes du colloque, Tübingen (18-21 novembre 2004), Peeters, Leuven-Paris-Dudley, MA 2006. Προσφάτως εκδόθηκε το ενδιαφέρον έργο του DAMIÁN NĚMEC, Concordat Agreements between the Holy See and the post-communist countries (1990-2010), ‛Law and Religion Studies 8’, editions: Peeters, Leuven (Belgium) 2012 [ιδίως σ. 27-45 (‛Outlook and typology of concordat agreements’), σ. 45-52 (‛Parties to concordat agreements’), σ. 53-64 (‛Position of concordat agreements in hierarchy of sources of law’)].

[4] Για παράδειγμα, βλ. την τυπολογία που παραθέτουν: οι Κ. ΡΑΛΛΗΣ, Εγχειρίδιον του Εκκλησιαστικού Δικαίου, τεύχ. Α΄, Αθήναι 1927, 4 επ.∙ Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη ²2007, 10 επ. Πρβλ. τις εύλογες επιφυλάξεις ως προς τη χρησιμότητα ή αναγκαιότητα μίας τέτοιας τυπολογικής κατάταξης, που διατυπώνει ο ΕΥ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, 58.

[5] Από την ιδιαιτέρως εκτεταμένη βιβλιογραφία, βλ.: STEVEN RUNCIMAN, Η βυζαντινή θεοκρατία, Αθήνα 1982· ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ, Γιατί το Βυζάντιο, Αθήνα ²2009 (ιδίως Μέρος ΙΙΙ: ‛Κράτος και Εκκλησία’, 141-170), και ΙΔΙΑ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα 1988· Β. ΔΗΜΟΥ, Η πολιτική θεωρία του Δημητρίου Χωματηνού. Κανονικό δίκαιο και πολιτική στο ύστερο Βυζάντιο, ‘Νομοκανονική Βιβλιοθήκη 18’, Κατερίνη 2006, ιδίως 99 επ.· ΤΟΝΙΑ ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ, Βασιλεύς ή Οικονόμος; Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση, Αθήνα 2007, ιδίως 217 επ.∙ HANS-GEORG BECK, Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη βυζαντινή αυτοκρατορία, τόμ. Ι-ΙΙ, (μετάφρ. Λ. Αναγνώστου), Αθήνα 2004, και, ΙΔΙΟΣ, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München 1959· Ι. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η πολιτική ιδεολογία των βυζαντινών, Θεσσαλονίκη 1992 (α΄ ανατύπωση), ιδίως 59 επ.∙ Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΙΟΥΛΙΑ ΒΕΛΙΣΣΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, Ιστορία Δικαίου, Αθήνα 42010, 128 επ.· Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΣ, «Αι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας εν τη βυζαντινή αυτοκρατορία», ΑΕΚΔ 22 (1967) 7-38· Β. ΚΟΥΚΟΥΣΑΣ, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο Βυζάντιο. Από την περίοδο της μακεδονικής δυναστείας έως την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (867-1261): συνοπτική παρουσίαση με βάση τις πηγές, Θεσσαλονίκη 2010.

[6] Ερευνητικά πορίσματα ως προς το ζήτημα αυτό, βλ. στο έργο του Ν. ΜΑΓΓΙΩΡΟΥ, Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η δονατιστική έριδα. Συμβολή στη μελέτη των σχέσεων Εκκλησίας - Πολιτείας κατά την κωνσταντίνεια περίοδο, passim· ΙΔΙΟΣ, «Αυτοκρατορική ιδεολογία και Εκκλησία», 136 επ. Η ανάμιξη του αυτοκράτορα στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, σκοπό είχε την αποφυγή διασπαστικών τάσεων μεταξύ των υπηκόων του, που μπορεί να προέρχονταν από την απόλυτη εμμονή σε διαφορετικές δογματικές απόψεις. Έτσι, η επιβολή της αυτοκρατορικής άποψης, κάποτε και με τρόπο κάθετο (‘sic volo, sic jubeo’), περιόριζε τις όποιες φυγόκεντρες τάσεις, ομογενοποιώντας την αυτοκρατορική με την εκκλησιαστική ιδεολογία. 

[7] Τούτο, άλλωστε, επιμαρτυρείται και από τη σύγχρονη ελλαδική πραγματικότητα: η προσωπικότητα, για παράδειγμα, των κατά καιρούς εκκλησιαστικών ταγών, χρωμάτιζε καθοριστικά τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας, πάνω σε μία κλίμακα που κινούνταν από την πλήρη υποταγή της επίσημης εκκλησιαστικής πολιτικής στα κελεύσματα του πρώτου, μέχρι την ανοιχτή σύγκρουση (όπως αυτό συνέβη με αφορμή την ψήφιση του Ν. 1700/1987 ή, πιο πρόσφατα, το 2001, με το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, βλ. πιο κάτω και για τα δύο ζητήματα).

[8] Ενδεικτικά: ΑΜ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, «Αι σχέσεις της εκκλησιαστικής νομοθεσίας του Ιουστινιανού προς τους εκκλησιαστικούς κανόνας», ΕΕΘεολΣχΠανΑθ (1935-1936), 1-7∙ Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, «Θεσπίζομεν, τοίνυν, τάξιν νόμων επέχειν τους αγίους εκκλησιαστικούς κανόνας...», Βυζαντινά 13 (1985) 1191-1200.

[9] Κ. ΑΜΑΝΤΟΣ, «Οι προνομιακοί ορισμοί του μουσουλμανισμού υπέρ των χριστιανών», Ελληνικά 9 (1936) 103-166· Ν. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, «Εκκλησία και δίκαιον εις την χερσόνησον του Αίμου επί τουρκοκρατίας», ΕΕΣχΝομΕπΘεσ 8 (1960-1963) 685-775 [: Μνημόσυνον Περικλέους Βιζουκίδου]· ΙΔΙΟΣ, «Τα ‘προνόμια’ ως πολιτιστικός παράγων εις τας σχέσεις χριστιανών – μουσουλμάνων», ΕΕΣχΝομΕπΘεσ 9 (1975) 815-896.

[10] Κλασικό περί αυτών πρέπει να θεωρείται το έργο του Π. ΚΟΝΟΡΤΑ, Οθωμανικές θεωρήσεις για το Οικουμενικό Πατριαρχείο: βεράτια για τους προκαθήμενους της Μεγάλης Εκκλησίας (17ος-αρχές 20ού αιώνα), Αθήνα 1998.

[11] Γ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αθήνα 2003, passim· ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, «Οι Γενικοί Κανονισμοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί τη βάσει του Κώδικος ΤΕ΄ του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακείου (Πρακτικά Εθνοσυνελεύσεως, 1858-1860)», ΠΑΑ 1946, 6 επ.· Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, Οι Κανονισμοί των Ορθοδόξων Ελληνικών Κοινοτήτων τον Οθωμανικού Κράτους και της Διασποράς, τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1984, και, «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η εσωτερική διοίκηση του Γένους κατά την περίοδο του Τανζιμάτ», Χαριστήριος Τόμος προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, Αθήνα 2000, 439-453.

[12] Συναφώς βλ.: Γ. ΔΙΑΚΟΦΩΤΑΚΗΣ, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά τη Λωζάννη. Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, Αθήνα 2007· ΜΑΛΑΜΑΤΗ ΒΑΛΑΚΟΥ-ΘΕΩΔΩΡΟΥΔΗ, Το νομικό περίγραμμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα πλαίσια της διεθνούς κοινότητας, Θεσσαλονίκη 2001· ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΑΡΥΚΟΠΟΥΛΟΥ, Το διεθνές καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αθήνα 1979.

[13] Για την περίοδο αυτή, βλ. αντί πολλών: Γ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ - Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Εκκλησία και ελληνισμός από το 1821 έως σήμερα: ιστορική επισκόπηση, Αθήνα 2005, 17 επ.· Ν. ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ, Οι απαρχές της συγκρότησης του σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1828), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006, ιδίως 73-79· J. PETROPOULOS, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), τόμ. Α΄-Β΄, Αθήναι 1985, passim· PHILIP SHERRARD, Δοκίμια για τον νέο ελληνισμό, Αθήνα 1971, 294-323.

[14] ΕΜΜ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1977, 11 επ.· CHARLES FRAZEE, Ορθόδοξος Εκκλησία και ελληνική ανεξαρτησία (1821-1852), Αθήνα 1987, 97 επ.· Μ. ΤΟΥΡΤΟΓΛΟΥ, «Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας», Πελοποννησιακά 16 (1985-1986) [: Φίλιον δώρημα εις τον Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον], 65-89.

[15] Ανασύνθεση του κλίματος της εποχής, με πληθώρα ανέκδοτων εγγράφων από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, βλ. σε: ΣΠΥΡΟΣ ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), Αθήνα-Κομοτηνή 1999, 86 επ. και passim.

[16] Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ – ΑΝΤ. ΠΑΝΤΕΛΗΣ, Συνταγματικά κείμενα, τόμ. Α΄, Αθήνα-Κομοτηνή 42007· Κ. ΖΩΗΣ - Γ. ΛΑΣΘΙΩΤΑΚΗ - Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η ιστορική εξέλιξη των διατάξεων του Συντάγματος (1822-2001), Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Πηγές του Ελληνικού Δημοσίου Δικαίου 11, Αθήνα-Κομοτηνή ²2003· Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία (1800-2010), Αθήνα 2011, ιδίως 33-72: «Ο νεοελληνικός διαφωτισμός και τα Συντάγματα του Αγώνα»· Π. ΚΙΤΡΟΜΙΛΙΔΗΣ, Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1996· ΑΛ. ΣΒΩΛΟΣ, «Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα και η επίδρασις της Γαλλικής Επαναστάσεως», ΕΕΝ 2 (1935) 737-739. Για το όλο κλίμα της εποχής, κλασικό θεωρείται το έργο της ΕΛΛΗΣ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988.

[17] Ι. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ – ΑΙΚ. ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ, «Η περίοδος της βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1977, 8-105· CH. FRAZEE, Ορθόδοξος Εκκλησία και ελληνική ανεξαρτησία (1821-1852), 119-160.

[18] ΓΚ. Λ. ΜΑΟΥΡΕΡ, Ο ελληνικός λαός. Δημόσιο, ιδιωτικό και εκκλησιαστικό δίκαιο από την έναρξη του αγώνα για την ανεξαρτησία έως την 31η Ιουλίου 1834, (μετάφρ. Όλγα Ρομπάκη), τόμ. Α΄-Β΄, εισαγωγή-επιμέλεια Τάσος Βουρνάς), Αθήνα 2007· Ν. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, «Georg Ludwig von Maurer. Η προς ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της νεοελληνικής νομοθεσίας», Αντιχάρισμα στον Ν. Πανταζόπουλο, τεύχ. Δ΄, ΕΕΣχΝΟΕ ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1986, 281-429.

[19] Όπως κυρίως ήταν ο Σπυρίδων Τρικούπης καθώς και ο λόγιος κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860), περί του οποίου βλ. Β. ΒΓΕΝΑΣ, «Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829-1839)», Μνήμων 4 (1974) 172-214. Πρόσθεσε: Θ. ΒΕΡΕΜΗΣ - Γ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η σύγχρονη Ελλάδα από το 1821 μέχρι σήμερα, Αθήνα 2006, 462 επ.

[20] Το κείμενο βλ. σε ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΤΖΩΡΤΖΑΤΟΣ, Οι βασικοί θεσμοί διοικήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος μετά ιστορικής ανασκοπήσεως, Αθήναι 1977, 75 επ. Αναλυτικότερα: ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), 30 επ.· ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, «Νεώτερα στοιχεία περί της ανακηρύξεως της Ελληνικής Εκκλησίας ως Αυτοκεφάλου κατά το 1833», Μνημοσύνη 12 (1991-1993) 209 επ., και, ΙΔΙΑ, «Η ανακήρυξις του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο ρόλος των Δυνάμεων», Πρακτικά Συνεδρίου ‘Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων’, Αθήνα 1998, 33-47.

[21] Αναλυτικότερα, βλ. CH. FRAZEE, Ορθόδοξος Εκκλησία και ελληνική ανεξαρτησία (1821-1852), 161-213. Με το προαναφερθέν Διάταγμα του 1833, καθιερώθηκε στην Ελλάδα το σύστημα της «νόμω κρατούσας Πολιτείας», όπως σημειώνει ο Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, 46∙ πρβλ. Β. ΜΑΚΡΙΔΗΣ, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τον 20ό αιώνα: ιστορικοκοινωνιολογική επισκόπηση», Τιμητικός τόμος Πηνελόπης Αγαλλοπούλου, τόμ. ΙΙ, Αθήνα-Κομοτηνή 2011, 859 επ. 

[22] Η νεοσύστατη Εκκλησία της Ελλάδος ανεξαρτητοποιήθηκε μεν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά ταυτόχρονα έγινε υποτελής στο κράτος —ουσιαστικά μετατράπηκε σε μία κρατική οντότητα, υπό την επίβλεψη ενός υπουργείου, ο δε επικεφαλής της Εκκλησίας έπρεπε πάντα να έχει υπόψη του ότι ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων ήταν ανώτερός του: Θ. ΒΕΡΕΜΗΣ - Γ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η σύγχρονη Ελλάδα από το 1821 μέχρι σήμερα, ό.π., 463. Την ίδια περίοδο, διαλύ­θηκαν όσα ανδρικά μοναστήρια (περί τα 416) δεν είχαν περισσότερους από έξι μοναχούς, το προϊόν δε της ρευστοποιήσεως της περιουσίας των ερη­μωμένων ή διαλυόμενων μονών, αποτέλεσε πάγιο κεφάλαιο του «Εκκλησιαστικού Ταμείου»· αναλυτικότερα: ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), ό.π.

[23] Α. ΠΑΠΑΔΕΡΟΣ, Μετακένωσις. Ελλάδα, Ορθοδοξία, διαφωτισμός κατά τον Κοραή και τον Οικονόμο, (μτφρ. Εμμανουήλ Γεωργουδάκης), Αθήνα 2010· ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), 109 επ.

[24] Θ. ΒΕΡΕΜΗΣ - Γ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η σύγχρονη Ελλάδα από το 1821 μέχρι σήμερα, 467.

[25] Το πλήρες κείμενο βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, 183-187. Για την έννοια του ‘συνοδικού τόμου’ ως συνοδικής αποφάσεως (τέμνω: αποφασίζω), βλ. Κ. ΡΑΛΛΗΣ, «Περί των συνοδικών τόμων», ΠΑΑ 8 (1933) 343-348. Αναλυτικότερα για τα γεγονότα της περιόδου, βλ. CH. FRAZEE, Ορθόδοξος Εκκλησία και ελληνική ανεξαρτησία (1821-1852), 215-243· ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), 117 επ. Κατά την ΟλΣτΕ 410/2008 (ΘΠΔΔ 3/2008, 288-299, με παρατ. Σ. Τρωιάνου), ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 κατοχυρώνονται συνταγματικώς μόνον ως προς τις διατάξεις τους για τη συγκρότηση της ΔΙΣ.

[26] ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΤΖΩΡΤΖΑΤΟΣ, Η καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος από της συστάσεως του Ελληνικού Βασιλείου, Αθήναι 1967, 93-123· Γ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ - Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Εκκλησία και ελληνισμός από το 1821 έως σήμερα: ιστορική επισκόπηση, 52 επ.

[27] Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Η εκκλησιαστική αφομοίωση της Επτανήσου ως εξέλιξη του ελλαδικού αυτοκεφάλου, Αθήνα-Τρίκαλα 2004∙ Σ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ, «Η αφομοίωσις της Ιονίου Εκκλησίας», Επετηρίς Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών 4 (1977) 61-112∙ Σ. ΑΒΟΥΡΗΣ, Τα εκκλησιαστικά της Επτανήσου (1815-1867), Αθήναι 1965.

[28] Τα σχετικά κείμενα βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, 188-190, 191-192.

[29] Για τα γεγονότα της περιόδου, βλ. το ενδιαφέρον έργο του Θ. ΤΣΙΡΩΝΗ, Εκκλησία πολιτευομένη: ο πολιτικός λόγος και ρόλος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913-1941), Θεσσαλονίκη 2010, 67 επ.

[30] ΤΖΩΡΤΖΑΤΟΣ, Η καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος από της συστάσεως του Ελληνικού Βασιλείου, 124-157.

[31] ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΣΑΓΚΑΡΗ, Η ιστορία και το νομικό πλαίσιο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2001∙ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ, «Ο θεσμός και το έργον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εν τη Εκκλησία της Ελλάδος», Ε. 49 (1972) 374-380, 480-483, 532-536, 568-573.

[32] ΤΡΩΙΑΝΟΣ - ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, 193-195. Από την εκτενή σχετική βιβλιογραφία, βλ. ιδίως: Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, Η εκκλησιαστική ιστορία των Νέων Χωρών (1912-1928), Θεσσαλονίκη 1982∙ Γ. ΓΚΑΒΑΡΔΙΝΑΣ, «Η Συνέλευσις της Ιεραρχίας των Νέων Χωρών (1917). Τα τεθέντα ζητήματα και οι προταθείσες λύσεις», ΓΠ 86 (2003), ανάτυπο∙ Κ. ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ, «Η νομοκανονική υπόστασις των μητροπόλεων των Νέων Χωρών», Θεσσαλονίκη 1973, και, ΙΔΙΟΣ, «Έγγραφα στοιχεία σχετικά προς την νομοκανονικήν υπόστασιν των μητροπόλεων των Νέων Χωρών», Annales, τόμ. 5, Σχολή ΝΟΠΕ, Θεσσαλονίκη 1992, 649-667∙ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ, Η Επαρχιακή Μητροπολιτική Σύνοδος Θεσσαλονίκης – Το ισχύον σήμερα νομοκανονικόν καθεστώς των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, Θεσσαλονίκη 2003.

[33] Το έτος 2003, με αφορμή την τήρηση του περιεχομένου της εν λόγω Πράξεως, τις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος σημάδεψε σοβαρότατη κρίση, η οποία άγγιξε τα όρια του σχίσματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών· για το ζήτημα, βλ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΜΜΑΤΑΣ (Μητροπολίτης Σεβαστείας), Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 παρακωλυομένη τοις Όροις, Θεσσαλονίκη 2006∙ Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, «Περί του κύρους της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 περί των Νέων Χωρών», (γνμδ.), Νομοκανονικές Μελέτες, Τρίκαλα-Θεσσαλονίκη 2009, 27-34∙ Β. ΦΕΙΔΑΣ, «Η συνταγματική κατοχύρωση της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928», Δίκη 35 (2004) 903 επ.∙ Κ. ΜΠΕΗΣ, «Η εσφαλμένη νομολογία ως ερμηνευτικό επιχείρημα: η συνταγματική κατοχύρωση της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης του 1928», Δίκη 35 (2004) 149 επ., και, ΙΔΙΟΣ, «Ανάκληση/Καταγγελία της Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928», Δίκη 35 (2004) 581 επ. Πρβλ. Γ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ, Οι μεγάλες κρίσεις στη Εκκλησία. Πέντε σταθμοί στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αθήνα 2004. 

[34] ΣτΕ 4068/1981, ΝοΒ 32 (1984) 181 - ΣτΕ 534/1999, ΕΔΔΔ 43 (1999) 558-563, με σχόλια Γ. Τράντα - ΣτΕ 603/1999, ΑρχΝ 50 (1999) 581-585, με σχόλια Χ. Νικολαΐδη: σύμφωνα με την από 4ης Σεπτεμβρίου 1928 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη και τα άρθ. 1 § 3, 7 § 1 και 11 § 1 του Ν. 590/1977, υφίσταται από πολλών ετών διαχωρισμός των μητροπόλεων της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος από εκείνες των Νέων Χωρών, διότι με αυτές διατηρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο ιδιαίτερο δεσμό, κατά τα όσα οι πιο πάνω διατάξεις διαλαμβάνουν. Τα όρια των μητροπόλεων αυτών έχουν προσδιορισθεί με την ανωτέρω Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη, όπως αναγνωρίζει και ο Ν. 590/1977 (ΚΧΕΕ). Μεταβολή της εδαφικής περιφέρειας των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, προϋποθέτει συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

[35] ΣτΕ 3767/2002, ΝοΒ 51 (2003) 1744, ΕλλΔνη 43 (2003) 1086: δεν υπάγονται στην Εκκλησία της Ελλάδος οι περιοχές στις οποίες εξακολουθούσε να ισχύει το υφιστάμενο, κατά το χρόνο ψηφίσεως του Συντάγματος, διαφορετικό εκκλησιαστικό καθεστώς (άρθ. 3 § 2 Συντ.)· με το άρθ. 3 Συντ., και όπως συνάγεται από τις σχετικές συζητήσεις της Βουλής κατά την ψήφισή του, επιδιώχθηκε να κατοχυρωθούν συνταγματικά όχι όλες οι διατάξεις του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄ (29) Ιουνίου 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, αλλά μόνον εκείνες που αναφέρονται στον τρόπο συγκροτήσεως της ΔΙΣ κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης και κατ’ ίσο αριθμό αρχιερέων από τις επαρχίες της Παλαιάς Ελλάδος και των Νέων Χωρών, ώστε να καταστεί αδύνατη στο μέλλον η δημιουργία αριστίνδην Συνόδων.

[36] ΤΖΩΡΤΖΑΤΟΣ, Η καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος από της συστάσεως του Ελληνικού Βασιλείου, 166-205.

[37] ΤΖΩΡΤΖΑΤΟΣ, ό.π., 268-309. Ο καταστατικός αυτός χάρτης διασφάλισε σε μεγαλύτερο βαθμό, απ’ ό,τι οι προηγούμενοι, την εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση. Εκτενέστερα βλ. την πρόσφατη διδακτορική διατριβή του Ι. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ, Συμπλοκή νομιμότητας και κανονικότητας : η περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνού, Θεσσαλονίκη 2012, ιδίως 463 επ.· πρβλ. Β. ΜΑΚΡΙΔΗΣ, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τον 20ό αιώνα: ιστορικοκοινωνιολογική επισκόπηση», Τιμητικός τόμος Πηνελόπης Αγαλλοπούλου, τόμ. ΙΙ, 861. 

[38] Ανάλυση των ιστορικών γεγονότων που τραυμάτισαν θεσμικά την Εκκλησία της Ελλάδος κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1973), βλ. σε ΑΝ. ΜΑΡΙΝΟΣ, «Σκέψεις για την κρίση στην ελλαδική Εκκλησία», Εκκλησία και Δίκαιον. Θεωρία και νομολογία, Αθήναι 2000, 604-637, και, ΙΔΙΟΣ, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1984, 100-116 (όπου το Κεφ. ΙΙΙ: «Επεμβάσεις εις την διοίκησιν της Εκκλησίας επιχειρηθείσαι κατά την περίοδον 21-4-1967 έως 23-7-1974»)· πρβλ. Γ. ΠΡΙΝΤΖΙΠΑΣ - Γ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ, Εκκλησία και ελληνισμός από το 1821 έως σήμερα: ιστορική επισκόπηση, 151-172 (: «Η περίοδος της δικτατορίας»). Όπως επισημαίνεται: «Το στρατιωτικό καθεστώς της 21-4-1967 πρόσθεσε ένα κωμικό στοιχείο στον θεσμικό έλεγχο της εκκλησίας από το κράτος. Διαφημίζοντας τις σχέσεις τους με την εκκλησία σε κάθε δυνατή ευκαιρία, οι συνταγματάρχες πλήγωσαν το κύρος της περισσότερο σε σχέση με τη δυσφήμιση που είχε υποστεί ολόκληρες δεκαετίες. Μετά το πραξικόπημα του 1967, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει, και ‘εκλέχθηκε’ ένας άλλος, που απολάμβανε την προτίμηση της χούντας», Θ. ΒΕΡΕΜΗΣ - Γ. ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η σύγχρονη Ελλάδα από το 1821 μέχρι σήμερα, 470.

[39] DAVID CLOSE, Ελλάδα 1945-2004: Πολιτική-Κοινωνία-Οικονομία, Αθήνα 2006, 334.

[40] Δεν είναι τυχαίο, πως φωτισμένοι θεολόγοι διέκριναν την περίοδο αυτή από μία θλιβερή ‘εκκλησιαστική αφασία’, που τη χαρακτήριζε: η Εκκλησία ‘υπήρχε’, αλλά στην πράξη ήταν αδρανής και ουσιαστικώς απούσα από κάθε σοβαρή δημόσια δράση, γεγονός που επιβάρυνε δραματικά το κλίμα ανυποληψίας, κυρίως των διοικούντων της, μεταξύ των πολιτών.

[41] Βλ. την εκτενή αναφορά μας στα γεγονότα που σχετίστηκαν με το Ν. 1700/1987 (Κεφ. Τρίτο για την εκκλησιαστική περιουσία).

[42] Απόφαση 510/17 (15-5-2000) Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ΤοΣ 26 (2000) 948: ταυτότητες, διαδικασία έκδοσης, στοιχεία που περιλαμβάνουν∙ τα δελτία ταυτότητας είναι δημόσια έγγραφα, που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα∙ τα δεδομένα αυτά καταχωρούνται σε αρχείο των αρμοδίων δημοσίων αρχών και αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας και από άλλες αρχές, υπηρεσίες ή τρίτους∙ επομένως, τα στοιχεία αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2472/1997∙ κρίση ότι το δακτυλικό αποτύπωμα, το ονοματεπώνυμο του/της συζύγου, το επάγγελμα, η υπηκοότητα, η κατοικία και το θρήσκευμα υπερβαίνουν το σκοπό επεξεργασίας που είναι η βεβαίωση της ταυτότητας του υποκειμένου και παραβιάζουν τις ανωτέρω αρχές∙ ούτε η συγκατάθεση του υποκειμένου επιτρέπει καθ’ αυτήν την διεξαγωγή κάθε είδους επεξεργασίας, όταν αυτή είναι αθέμιτη ή αντίκειται στην αρχή του σκοπού και της αναγκαιότητας.

[43] Το φάσμα των απόψεων (κυρίως) της Εκκλησίας για το θέμα, βλ. στο συλλογικό έργο Εκκλησία και ταυτότητες: θεολογική και νομική θεώρηση του ζητήματος των ταυτοτήτων, Αθήνα ²2000, έκδοση της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος∙ πρβλ. ΛΙΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «Περί του θρησκεύματος των ταυτοτήτων», ΤοΣ 26 (2000) 675-723.

[44] ΟλΣτΕ 2279-2282/2001, Αρμ. 55 (2001) 1111-1135: τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η αναγραφή τους συνιστά επεξεργασία· αντίκειται στο Σύντ. η υποχρεωτική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Βλ. και απόφαση του ΕΔΔΑ της 12-12-2002, στην υπόθεση Σοφιανόπουλος κατά Ελλάδας, ΝοΒ 51 (2003) 801-805, με σχόλ. Γ. Κτιστάκι: το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας αποτελεί δημόσιο έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο δεν μπορεί να καθορίζεται από τις επιθυμίες του ενδιαφερομένου· η μη αναγραφή του θρησκεύματος των πολιτών στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις αστυνομικές τους ταυτότητες δεν προσβάλλει το δικαίωμά τους στη θρησκευτική ελευθερία (άρθ. 9 ΕΣΔΑ).

[45] D. CLOSE, Ελλάδα 1945-2004: Πολιτική-Κοινωνία-Οικονομία, 161 επ.· Χ. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 52005, 348-405, ιδίως 380 επ. 

[46] Αντιπροσωπευτικά ιστορικά παραδείγματα, βλ. σε D. CLOSE, Ελλάδα 1945-2004: Πολιτική-Κοινωνία-Οικονομία, 159 επ. και Β. ΦΕΙΔΑΣ, «Η λειτουργία των διακριτών ρόλων Εκκλησίας και Κράτους και η ευθύνη της Πολιτείας», Ε. 78 (2001) 232-247.

[47] Όπως εύστοχα παρατηρείται, από την σκοπιά της πολιτικής, η Εκκλησία θα έπρεπε να είναι μεν κοινωνικά δραστήρια και χρήσιμη, αλλά να βρίσκεται πάντοτε υπό συνεχή, στενό ή ελαστικό, κρατικό έλεγχο και να είναι περιορισμένη βασικά στο θρησκευτικό τομέα. Ο υποβόσκων φόβος στο σημείο αυτό σχετιζόταν με την πιθανή εμφάνιση τάσεων πλήρους αυτονόμησης της Εκκλησίας και αναβίωσης εθναρχικών οραμάτων. Από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία επιδίωκε ανέκαθεν να υπερβεί την κοινωνική της περιθωριοποίηση, στην οποία βρέθηκε από την οθωνική περίοδο και μετά, και να παίξει ζωτικότερο ρόλο στην κοινωνία, πέραν του στενού θρησκευτικού χώρου· βλ. αναλυτικότερα: Β. ΜΑΚΡΙΔΗΣ, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τον 20ό αιώνα: ιστορικοκοινωνιολογική επισκόπηση», Τιμητικός τόμος Πηνελόπης Αγαλλοπούλου, τόμ. ΙΙ, 860.

[48] Έχει ήδη σημειωθεί (Κεφάλαιο Εισαγωγικό: Θεμελιώδεις Έννοιες), ότι το εκκλησιαστικό καθεστώς δεν είναι ενιαίο σε όλη την ελληνική επικράτεια, μέσα στα γεωγραφικά όρια της οποίας λειτουργούν παράλληλα τέσσερα ―λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικά― εκκλησιαστικά καθεστώτα. Στην παρούσα αναφορά, περιοριζόμαστε στη διαμόρφωση των σχέσεων του ελληνικού Κράτους με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ ως προς το ίδιο ζήτημα για τα υπόλοιπα καθεστώτα, παραπέμπουμε στα οικεία κεφάλαια.

[49] Ο μελετητής του αδιάπτωτα επίκαιρου ζητήματος των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα διαπιστώνει ότι αυτές δοκιμάζουν τις ερμηνευτικές δυνατότητες της θεωρίας και πράξεως του συνταγματικού και εκκλησιαστικού δικαίου, όπως τούτο αποτυπώνεται ανάγλυφα στον πληθωριστικό όγκο της σχετικής βιβλιογραφίας. Οι σχετικοί τίτλοι, οι γνώμες και οι αντιπαραθέσεις —διατυπωμένες κάποτε με οξύτητα, που πηγάζει από ποικίλες φορτίσεις ή αναχρονιστικές ιδεολογικές αγκυλώσεις— απεικονίζουν ένα ευρύ φάσμα ερμηνευτικών προσεγγίσεων των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Δεν λείπουν όμως και οι νηφάλιες προτάσεις για την επίλυση των όποιων θεσμικών επιπλοκών εμφανίζονται κατά καιρούς στις πιο πάνω σχέσεις: βλ. για παράδειγμα τη μελέτη του N. MAGHIOROS, «State and Church in Greece: To reform or not to reform?», Droit et Religions, Annuaire vol. 2, τόμ. 1 (2006-2007) 496-534 (Université Paul Cézanne – Aix Marseille III – Faculté de Droit et de Science Politique – Laboratoire interdisciplinaire droit et mutations sociales).

[50] Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Β΄, «Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας», 581∙ Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Τα όρια της εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης, Ι: Κανονιστική αρμοδιότητα, 72 επ. και passim. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Εκκλησία οργανώνεται, διοικείται και λειτουργεί βάσει της οικείας της δικαιοταξίας, που στηρίζεται στους ι. κανόνες, βλ. Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), 28. Ο σεβασμός του κράτους προς την εκκλησιαστική δικαιοταξία αποδεικνύει στην πράξη τα όρια της αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας· ισχύει όμως και το αντίθετο: οι ι. κανόνες δεν μπορούν να ρυθμίζουν έννομες σχέσεις του πολιτειακού δικαίου.

[51] Η διάταξη της § 3 εντάχθηκε για πρώτη φορά στο Αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911, ως προσθήκη στο άρθ. 2 αυτού. Αφορμή έδωσαν τα αιματηρά γεγονότα της Αθήνας που έμειναν γνωστά ως ‘Ευαγγελικά’, και τα οποία προκλήθηκαν από τη μετάφραση στη δημοτική γλώσσα των ευαγγελίων, βλ. σχετικά το έργο του ιστορικού Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, Αθήνα 1943. Η ισχύουσα νομοθεσία δεν προβλέπει ποινική κύρωση κατά της παράβασης της ανωτέρω συνταγματικής απαγορεύσεως, ούτε η απόδοση στη δημοτική γλώσσα του κειμένου των Αγίων Γραφών μπορεί να θεμελιώσει ορισμένο αδίκημα. Όπως έκρινε το ΣυμβΠλημΑθ 5184/1980, Αρμ. 35 (1981) 149-151: κατά τη διάταξη του άρθ. 3 § 3 Συντ., το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο, απαγορεύεται δε η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο, χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Η απαγόρευση αυτή αφορά τη χωρίς άδεια επίσημη μετάφραση του κειμένου της Αγίας Γραφής. Επίσημη μετάφραση είναι εκείνη που υποκαθιστά επίσημα το υπάρχον κείμενο της Αγίας Γραφής. Συνεπώς, η μη επίσημη μετάφραση του κειμένου της Αγίας Γραφής είναι ελεύθερη.

[52] Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Παραδόσεις, 94-95∙ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, «Δύο γνωμοδοτικά σημειώματα για τη σχέση Εκκλησίας-Κράτους και για τη θρησκευτική ελευθερία», 53-60∙ Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Το σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα», ΕΔΔΔ 25 (1981) 332-343, και, ΙΔΙΟΣ, «Είναι συνταγματικά ανεκτός ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας με τυπικό νόμο;», ΕφΔΔ 1 (1988) 55-63· Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), 18· ΕΥ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, 61 επ.

[53] Όπως σημειώνεται, πολιτειοκρατικό είναι το σύστημα στο οποίο ισχύει η πρωταρχικότητα της κρατικής βούλησης. Το σύστημα της πολιτειοκρατίας ―τo οποίο ισχύει στην Ελλάδα από τη δημοσίευση του Διατάγματος της 3 (15)/14 (27) Απριλίου 1833 της Αντιβασιλείας― εμφανίζει συχνά την τάση εξαντλητικής νομοθετικής ρύθμισης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, 586-587∙ πρβλ. Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Είναι συνταγματικά ανεκτός ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας με τυπικό νόμο;», 55 επ.

[54] Το οποίο συνέχιζε, με ελάχιστες διαφορές, τη σχετική εκκλησιαστική πολιτική των παλαιότερων Συνταγμάτων των ετών 1844, 1864 και 1911, βλ. ΜΑΥΡΙΑΣ – ΠΑΝΤΕΛΗΣ, 153 επ.

[55] ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Παραδόσεις, 94-95· Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Το σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας», 337-338· Μ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ, Σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Η αυτοτέλειά τους στις μεταξύ τους σχέσεις και οι επιπτώσεις στο δημόσιο και το ιδιωτικό δίκαιο, 34· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, 594∙ Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Το σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα», ό.π.· Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης. Θεσμοί και διοικητική οργάνωση κατά τον Καταστατικό της Νόμο (Ν. 4149/1961), Ινστιτούτο Κρητικού Δικαίου, Χανιά 2001, 90 επ. ΔΕφΑθ 1700/1983, ΕΕΝ 52 (1985) 113-114: η αναγόρευση της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας στην Ελλάδα, έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα· με την έννοια αυτή αναγνωρίζεται η πολυπληθέστερη θρησκεία στην Ελλάδα, κατά το τυπικό της οποίας ενεργούνται οι επίσημες τελετές, κανονίζονται οι αργίες κ.λπ.

[56] «Μία νομική έννοια είναι περιγραφική (Rechtsbegriff) … ή αντίθετα κανονιστική, αναλόγως αν οι προϋποθέσεις της χρήσης της συναρτώνται ή όχι με το ζήτημα της επελεύσεως έννομων συνεπειών βάσει κανόνων δικαίου. Λόγου χάριν, η έννοια της ‘επικρατούσας θρησκείας’ στο άρθ. 3 § 1 του Συντ. είναι περιγραφική. Απλώς αποδίδει το εμπειρικό γεγονός, ότι στην Ελλάδα η μέγιστη μερίδα του πληθυσμού ακολουθεί συγκεκριμένο θρήσκευμα»: Κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων. Εισαγωγή στη μεθοδολογία του δικαίου, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 52002, 186 επ. Κατ’ άλλη προσέγγιση, ο όρος αυτός σημαίνει «ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζεται τιμητικά ως πρώτη μεταξύ ίσων (primus inter pares)», Κ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, Περιορισμοί στην ελευθερία της διδασκαλίας των μειονοτικών θρησκευμάτων, Θεσσαλονίκη 1999, 91-92. Μία μάλλον ενδιάμεση άποψη πρεσβεύει ο ΕΥ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, 146: «ο όρος ‘επικρατούσα θρησκεία’ έχει ένα περιεχόμενο αφενός μεν ιστορικό και πολιτισμικό, το οποίο όμως δεν είναι νομικά κρίσιμο, αφετέρου δε ένα περιεχόμενο πραγματολογικό, που είναι νομικά κρίσιμο, εφόσον περιγράφει την ορθόδοξη εκκλησία ως το πολυπληθέστερο συλλογικό υποκείμενο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας». Ως προς τα προϊσχύσαντα Συντάγματα, βλ. Ν. Ι. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου, Αθήναι (1851), 683∙ Ν. Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ, Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον, τόμ. Β΄, Αθήναι ²1914, 209∙ Α. ΣΒΩΛΟΣ - Γ. ΒΛΑΧΟΣ, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Μέρος Ι: «Κράτος και Εκκλησία-Ατομικά Δικαιώματα», τόμ. Α΄, Αθήναι 1954, 30 επ.

[57] Βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Αθήναι, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Ιούλιος 1975, όπου οι αγορεύσεις των Ε. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ (393 επ.), Χ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ (400 επ.) Α. ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ (405 επ.), Θ. ΜΑΝΑΒΗ (411), Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ (416 επ.), Λ. ΚΥΡΚΟΥ κ.λπ. Βλ. χαρακτηριστικά τις απόψεις των Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, 402: «σημαίνει απλώς ότι η ορθόδοξη θρησκεία είναι η θρησκεία ην ακολουθεί η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού…», και Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗ, 403: «τούτο σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύει εις την Χριστιανικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν».

[58] Κατά τον Δ. ΤΣΑΤΣΟ, Συνταγματικό Δίκαιο, 592-593, η ανωτέρω θρησκευτική επίκληση δεν έχει ούτε νομική ή έστω ερμηνευτική σημασία, αλλ’ ούτε και αποτελεί ‘προοίμιο’ του Συντάγματος, αφού τέτοιο έχουν μόνον ορισμένα ξένα συντάγματα (ΗΠΑ 1787, γαλλικό 1958, Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης 1949). Όπως όμως εύστοχα επισημαίνεται, η ‘επίκληση’ αυτή έχει —όχι βέβαια κανονιστικό— αλλά «πυκνό ιδεολογικό περιεχόμενο», Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, «Ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Αναγκαιότητα ή παλιλλογία;», στο συλλογικό έργο: Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος, ΕΝΟΒΕ 59, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, 3-27, εδώ 6. Για το ίδιο ζήτημα, βλ. Α. ΗΛΙΑΔΟΥ, «Το προοίμιο των Συνταγμάτων», ΔτΑ 16 (2002) 1041-1058∙ Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, «Το προοίμιο του Συντάγματος», Ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα 1999, 1-8.

[59] Ανάλογη αναγνώριση περιείχε και το σύνολο των παλαιότερων Συνταγμάτων, ήτοι της Επιδαύρου (§ α΄, 1822), του Άστρους (§ α΄, 1823), της Τροιζήνας (1827, άρθ. 1: «θρησκεία της Επικρατείας»), του Ηγεμονικού (1832, κεφ. Β΄ § 1), των ετών 1844 (άρθρα 1-2), 1864 (άρθρα 1-2), 1911 (άρθρα 1-2), 1927 (άρθρο 1), 1952 (άρθρα 1-2). Τα ανωτέρω κείμενα βλ. διαδοχικά στην ιστορικοσυγκριτική έρευνα των Κ. ΖΩΗ - Γ. ΛΑΣΘΙΩΤΑΚΗ - Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Η ιστορική εξέλιξη των διατάξεων του Συντάγματος (1822-2001), Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Πηγές του Ελληνικού Δημοσίου Δικαίου 11, Αθήνα-Κομοτηνή ²2003· πρβλ. Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ – ΑΝΤ. ΠΑΝΤΕΛΗΣ, Συνταγματικά κείμενα, τόμ. Α΄, Αθήνα-Κομοτηνή 42007, passim. 

[60] Για το θέμα του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, βλ.: Γ. ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ, Θρησκεία και εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία, Αθήνα 1993, και, ΙΔΙΟΣ, Σύνταγμα και δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, 292-298∙ N. MAGHIOROS, «Religion in public education in Greece», στο συλλογικό έργο: G. ROBBERS (ed.), Religion and public educationLa religion dans l’éducation publique, European Consortium for State and Church Research, Proceedings of the Conference in Trier, 11-14 November - Actes du colloque, Trèves, 11-14 novembre 2010, Institute for European Constitutional Law, University of Trier (Germany) 2012, 195-216∙ Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 275-278, και, ΙΔΙΟΣ, «Θρησκευτική εκπαίδευση και επικρατούσα θρησκεία», ΤοΣ 25 (1999) 993-1024∙ Π. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ, «Τα θρησκευτικά ως πολιτιστικό μάθημα», Σύναξη 74/2000, 69-75. Πρβλ. Σ. ΘΑΝΟΥ, «Η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας στο χώρο της εκπαίδευσης», ΕφημΔΔ 2/2011, 214-226∙ Ε. ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΥ, «Η θρησκευτική ουδετερότητα ως εγγύηση του πλουραλισμού στη δημόσια εκπαίδευση. Η ‘μάχη των συμβόλων’, στη νομολογία του ΕΔΔΑ», ΔτΑ 48/2010, 1139-1184. Από τη νομολογία, βλ.: ΣτΕ 2176/1998 [ΤοΣ 24 (1998) 802-808, ΝοΒ 47 (1999) 139-143, με παρατ. Στ. Τσακυράκη]: στους σκοπούς της σχολικής παιδείας ανήκει, σύμφωνα με το άρθ. 16 Συντ., και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, κατά τις αρχές του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος∙ προς υλοποίηση του σκοπού αυτού εκ μέρους της πολιτείας, επιβάλλεται η λήψη των κατάλληλων εκείνων νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, που θα εξασφαλίζουν τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στους μαθητές σε επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως∙ ΣτΕ 3356/1995, ΝοΒ 43 (1995) 925-932 με σημ. Σ. Τρωιάνου και Ν. Φραγκάκη: το κατοχυρωμένο με το άρθ. 13 Συντ. και τις σχετικές διατάξεις της ΕΣΔΑ δικαίωμα της θρησκευτικής ε­λευθερίας, επιτρέπει ώστε ένας ή περισσότεροι μαθητές, ή οι γονείς τους, να δηλώσουν με οποιοδήποτε τρόπο προς τον Διευθυντή του Σχολείου ότι για λόγους θρη­σκευτικής συνείδησης, δηλαδή διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι, δεν επιθυμούν να παρακολου­θήσουν τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών ή να μετάσχουν στις άλλες θρησκευτικές εκδηλώσεις που προβλέπονται από το σχολικό πρόγραμμα. Στην περίπτωση αυτή, ο Διευθυντής έχει υπη­ρεσιακό καθήκον, που απορρέει από τις πιο πάνω διατάξεις, να προβεί αμέσως σε όλες τις αναγκαίες κατά τον νόμο ενέργειες, ούτως ώστε οι μαθητές αυτοί να μη μετέχουν στις πιο πάνω θρησκευτικές εκδηλώσεις και να μην παρακολουθούν την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, χωρίς βεβαίως η αποχή τους αυτή να συνεπάγεται για τους ίδιους οποιασδήποτε μορφής σχολική κύρωση (καταλο­γισμό απουσιών, μείωση διαγωγής, πειθαρχικές κυ­ρώσεις κ.λπ.). Ο μαθητής μπορεί, στο πλαίσιο των κειμένων διατάξεων, να αρνηθεί την δημόσια απαγγελία της προ­σευχής και όταν έχει άλλους προσωπικούς λόγους οι οποίοι δικαιολογούν, κατά τους κανόνες της παι­δαγωγικής επιστήμης, την άρνησή του αυτή (παρουσιάζει δυσαρθρία, του ελλείπει το θάρρος, έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα κ.λπ.).

[61] ΕτΚ Α΄ 168. Πλήρες το εν λόγω νομοθέτημα καθώς και συναφείς άλλες διατάξεις, βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΣ – ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, 1340 επ.

[62] ΟλΣτΕ 410/2008, ΘΠΔΔ 3/2008, 288-299: ο Ν. 2690/1999, «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α΄ 45), εφαρμόζεται συμπληρωματικά για την κάλυψη κενού στις ειδικές ρυθμίσεις και επί των συλλογικών διοικητικών οργάνων των ΝΠΔΔ της Εκκλησίας.

[63] Αυτό άλλωστε επιβάλλει και η συστηματική ερμηνεία του συνταγματικού κειμένου, Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, «Ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Αναγκαιότητα ή παλιλλογία;», 22. Πρβλ. ΕΥ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας, 61 επ., που σημειώνει ότι το άρθ. 3 «δεν είναι η κανονιστικά και ερμηνευτικά κρισιμότερη, αλλά μία διάταξη κανονιστικά συμπληρωματική». Σε κάθε όμως περίπτωση, με τον όρο ‘επικρατούσα θρησκεία’ δημιουργούνται προβλήματα στη λογική και ερμηνευτική ενότητα της συνολικής ρύθμισης που επιφυλάσσει το Σύνταγμα για τη θρησκευτική οργάνωση της κοινωνίας, βλ. Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, 606.

[64] ΟλΣτΕ 1476/1975, ΤοΣ 1 (1975) 887-890, με σχόλιο Σ. Τρωιάνου: ακυρωτικός έλεγχος κανονιστικής πράξεως η οποία αντίκειται στις σχετικές με την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας συνταγματικές διατάξεις∙ ΣτΕ 1136/1983, Αρμ 38 (1983) 63: το άρθ. 3 Συντ. κατοχυρώνει την εξου­σία της Εκκλησίας να αποφασίζει για τις υπο­θέσεις της με δικά της όργανα και να διοικείται από την ΙΣΙ και την ΔΙΣ, καθώς επίσης να διοικεί αποκλειστικά τα νομικά πρόσωπα που εξαρτώνται απ’ αυτήν και τα οποία δεν έχουν κυρίως θρησκευτικό χαρακτήρα. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται, βέβαια, πάντοτε στα πλαίσια των γενικών κανόνων που θεσπίζει ο νομο­θέτης, ο οποίος μόνος δεν μπορεί να προχωρή­σει μέχρι τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοι­κητικών θεσμών που έχουν καθιερωθεί πάγια στην οργάνωση και λειτουργία της εκκλησίας.

[65] ΣτΕ 1956/1986, ΝοΒ 35 (1987) 419-420, Aρμ. 41 (1987) 610: είναι συνταγματικά επιτρεπτή η νομοθετική τροποποίηση του ΚΧΕΕ (Ν. 590/1977), διότι αυτός, ως κοινός νό­μος του κράτους, καμία αυξημένη τυπική ισχύ δεν έχει σε σχέση με τους άλλους νόμους, σε διοικητικά τουλάχιστον ζητήματα της Εκκλησίας.

[66] Εκτενώς για το όλο θέμα, βλ. ήδη Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Τα όρια της Εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης, τόμ. Ι: Κανονιστική Αρμοδιότητα, Θεσσαλονίκη 2012.

[67] ΚΝοΒ 17 (1969) 183-196. Συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του Ν.Δ. 126/1969, βλ. σε: Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Η οργάνωσις της Εκκλησίας της Ελλάδος, τόμ. Ι, Αθήναι 1973· Κ. ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, (πανεπιστημιακαί παραδόσεις), Θεσσαλονίκη ²1971∙ πρβλ. Ι. ΚΟΤΣΩΝΗΣ, «Εισήγησις επί των βασικών κατευθύνσεων του νέου Καταστατικού Χάρτου», Ε. 46 (1969) 122-139.

[68] Καν. 2/1969-1970, «περί ι. ναών, ενοριών και εφημερίων», (ΕτΚ Α΄ 193/1970, Ε. 15/20.7.1969).

[69] Καν. 9/1970, «περί καταστάσεως του προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ Α΄ 106, Ε. 13/16-5-1970). Σχολιασμένη κατ’ άρθρο έκδοση του Καν. 9/1970, βλ. σε Γ. ΜΠΟΤΗΣ, Κώδιξ Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων, με πρόλογο Επαμ. Σπηλιωτοπούλου, Αθήναι 1971· Καν. 11/1970, «περί διαρθρώσεως των θέσεων των εκ της Ι. Συνόδου εξαρτωμένων υπηρεσιών Αποστολικής Διακονίας και ΟΔΔΕΠ», (ΕτΚ Α΄ 137, Ε. 18/2-7-1970)· Καν. 19/1971, «περί διατάξεων αφορωσών εις την μισθολογικήν τακτοποίησιν εκκλησιαστικών υπαλλήλων», (ΕτΚ Α΄ 67, Ε. 16/2-7-1971).

[70] Καν. 21/1971, «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας», (ΕτΚ Α΄ 133, Ε. 18/16-7-1971)· Καν. 22/1971, «περί μέσων Επταταξίων Ιερατικών Σχολών», (ΕτΚ Α΄ 138, Ε. 18/16-7-1971)· Καν. 23/1971, «περί Ανωτέρων Ιερατικών Σχολών», (ΕτΚ Α΄ 134, Ε. 18/16-7-1971)· Καν. 33/1972, «περί αρμοδιοτήτων του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Παιδείας (Υ.Σ.Ε.Π.)», (ΕτΚ Α΄ 8, Ε. 2/16-4-1972)· Καν. 34/1972, «περί λειτουργίας και οργανώσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας», (ΕτΚ Α΄ 8, Ε. 2/16-4-1972)· Καν. 40/1972, «περί χορηγήσεως εκκλησιαστικών υποτροφιών», (ΕτΚ Α΄ 97, Ε. 3/1-10-1972)· Καν. 50/1973, «περί της διοικήσεως και της εν γένει λειτουργίας της εν Κρήτη Μέσης Επταταξίου Ιερατικής Σχολής», (ΕτΚ Α΄ 298).

[71] Καν. 4/1969, «περί διοργανώσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΔΕΠ)», (ΕτΚ Α΄ 158, Ε. 19/16-8-1969)· Καν. 29/1971, «περί αξιοποιήσεως κτημάτων εκκλησιαστικής περιουσίας», (ΕτΚ Α΄ 238, Ε. 1/1-1-1972).

[72] Καν. 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ι. Μονών και των Ησυχαστηρίων», (ΕτΚ Α΄ 103, Ε. 3/1-10-1972).

[73] Από τη γενική βιβλιογραφία για το θέμα αυτό, βλ. ενδεικτικώς: Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003, 337-362 (: «Η κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης»)· Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή 2008 (αναθεωρημένη έκδοση), 160-183 (: «Η νομοθετική εξουσιοδότηση και η αυτόνομη κανονιστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας»)· Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα ¹³2010, 53-64 (: «Οι διοικητικές κανονιστικές πράξεις»)· Δ. ΤΟΜΑΡΑΣ, Η κανονιστική διοικητική πράξη, Αθήνα 2006· ΧΡ. ΜΟΥΚΙΟΥ, Η κανονιστική αρμοδιότητα της Διοίκησης υπό το πρίσμα νεότερων νομολογιακών εξελίξεων, (με πρόλογο Χρ. Γεραρή), Αθήνα-Κομοτηνή 2009· ΧΡ. ΜΟΥΚΙΟΥ, «Ο κανονιστικός νομοθέτης ως αναγκαίος καταλύτης της άσκησης κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των διοικουμένων (σχόλιο στη ΣτΕ 211/2006)», ΕφημΔΔ 2/2006, 207-211· Ν. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, «Ο δικαστικός έλεγχος των κανονιστικών πράξεων: η κλασική θεώρηση και η αμφισβήτησή της», ΕφημΔΔ 4/2006, 526-538· Ν. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, «Το φάντασμα του κανονιστικού νομοθέτη (σχόλιο στην ΑΕΔ 21/1994», Δ. 26 (1995) 196-220· Π. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Το φαινόμενο της υφέρπουσας κανονιστικής αρμοδιότητας της διοίκησης και η επιρροή του στο καθεστώς άσκησης των συνταγματικών ελευθεριών», Οι συνταγματικές ελευθερίες στην πράξη: Α΄ Συνέδριο Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων (Αθήνα, 13-15 Οκτωβρίου 1983), Αθήνα-Κομοτηνή 1986, 353-365· Γ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ, «Σκέψεις για την έννοια και τον δικαστικό έλεγχο των κανονιστικών πράξεων», Τιμητικός τόμος Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1979, Αθήνα 1979, 583-620. Για το ζήτημα της παροχής νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων υπό τα προηγούμενα Συντάγματα, κλασικές παραμένουν οι εργασίες των: Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ζητήματα κανονιστικής αρμοδιότητος της διοικήσεως, Αθήναι 1968· Μ. ΚΥΠΡΑΙΟΥ, Η νομοθετική εξουσιοδότησις. Συμβολή εις την έρευναν των θεσμών του δημοσίου δικαίου, Αθήναι 1970· Α. ΜΑΝΕΣΗΣ, «Ζητήματα νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων», Θέμ. 65 (1954) 623-628 [: Συνταγματική θεωρία και πράξη (1954-1979), Ι, Θεσσαλονίκη 1980, 277-287]· Α. ΜΑΝΕΣΗ, «Το συνταγματικόν έθιμον», Συνταγματική θεωρία και πράξη, ό.π., 460-492· Γ. ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ, «Κανόνες χρήσεως των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων», ΕΔΔΔ 1 (1957) 128-134.

[74] Άλλωστε, ο κανονιστικός νομοθέτης διαθέτει ασυγκρίτως περισσότερη ευελιξία και πιο εξειδικευμένη γνώση ώστε να ανταποκριθεί με τρόπο πιο άμεσο και συγκεκριμένο στη μεταβλητότητα, ποικιλία και τεχνική πλευρά των βιοτικών σχέσεων. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά την ελληνική μόνον έννομη τάξη αλλά και πλείστες όσες άλλες χώρες στις οποίες προηγήθηκε η καθιέρωση εν τοις πράγμασι της παροχής νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων προς διοικητικά όργανα, ακολούθησε δε η κατοχύρωση του θεσμού σε συνταγματικό επίπεδο.

[75] Διατηρήθηκαν λοιπόν σε ισχύ, κυρίως, οι Καν. 20/1971, «περί λειτουργίας των Γραφείων της Δ.Ι.Σ. και των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών», (ΕτΚ Α΄ 72), 39/1972, «περί των εν Ελλάδι Ορθοδόξων Ιερών Μονών και των Ησυχαστηρίων», (ΕτΚ A΄ 103), 55/1974, «περί μελέτης και εκτελέσεως απάντων των Εκκλησιαστικών Έργων», (ΕτΚ Α΄ 185), 58/1975, «περί αρμοδιοτήτων και τρόπου λειτουργίας των μητροπολιτικών συμβουλίων», (ΕτΚ A΄ 4).

[76] Ωστόσο, ο κανονιστικός αυτός ακτιβισμός οδήγησε και στην έκδοση κανονισμών αμφίβολης πρακτικής χρησιμότητας και σημασίας.

[77] Καν. 1/1977, «περί εργασιών της Ι.Σ.Ι. της Εκ­κλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ A΄ 275), 2/1977, «περί εργασιών της Δ.Ι.Σ. της Εκκλησί­ας της Ελλάδος», (ΕτΚ A΄ 275), 160/2004, «περί λειτουργίας των Συνοδικών Επιτροπών», (ΕτΚ Α΄ 100), 214/2010, «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των Καν. 1/1977 και 2/1977», (ΕτΚ A΄ 185).

[78] Καν. 5/1978, «περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων», (ΕτΚ A΄ 48), 169/2006, «περί αναλόγου εφαρμογής των διατάξεων του Π.Δ. 164/2004 και των διατάξεων του άρθ. 7 N. 3260/2004 εις τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους», (ΕτΚ Α΄), 198/2010, «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ' αριθμ. 5/1978 Κανονισμού», (ΕτΚ A΄ 24).

[79] Καν. 8/1979, «περί Ι. Ναών και Ενοριών», (ΕτΚ A΄ 1/1980).

[80] Καν. 210/2010, «Διεύθυνσις Δημοσιονομικού Ελέγχου της Εκκλησίας της Ελλάδος», (ΕτΚ A΄ 135).

[81] Καν. 211/2010, «Κωδικοποίησις και συμπλήρωσις διατάξεων περί λει­τουργίας της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.)», (ΕτΚ A΄ 135).

[82] Καν. 229/2011, «περί προστασίας των διαλελυμένων και ερημωθεισών ι. μονών και των εκκλησιαστικών μνημείων», (ΕτΚ Α΄ 253/2.12.2011).

[83] ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΑΡΧΟΝΤΩΝΗΣ, «Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τω Συντάγματι της Ελλάδος και εν τω Καταστατικώ Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος», Μνήμη Μητροπολίτου Ικονίου Ιακώβου, Εστία Θεολόγων Χάλκης, εν Αθήναις 1984, 391-413.

[84] Παρουσίαση του φάσματος των ερμηνευτικών απόψεων, βλ. σε Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), 137-148 [: Εκκλησία και Δίκαιον. Θεωρία και Νομολογία, Αθήναι 2000, 56-77]∙ Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ, Σχέσις Πολιτείας και Εκκλησίας, ιδία επί εκλογής επισκόπων, Αθήναι 1946, 224-228.

[85] Θεμελίωσή της βλ. στην 1333/1907 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, Θέμ. 18 (1907) 608-614, ενώ εφαρμογή της βλ. σε ΟλΑΠ 15/1909, Θέμ. 20 (1909) 55 επ. Κριτική της άποψης αυτής βλ. σε Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, «Οι ιεροί κανόνες και το Σύνταγμα (αντισχόλιο ή η ‘άλλη’ ερμηνευτική προσέγγιση)», Αρμ. 35 (1981) 82-83, που ορθά υποστηρίζει ότι η πιο πάνω εκδοχή οδηγεί αναπόφευκτα σε κατάργηση του φορέα της κρατικής εξουσίας.

[86] Με αποφασιστικό κριτήριο το ρυθμιστικό πεδίο αναφοράς τους στο δόγμα ή την διοίκηση της Εκκλησίας. Αν και είναι ορθό ότι το περιεχόμενο κάθε κανόνα μπορεί να θεωρηθεί ως προεχόντως δογματικό ή προεχόντως διοικητικό, η Εκκλησία ωστόσο ουδέποτε διέκρινε το αποτελούμενο από 770 κανόνες corpus canonum της σε δογματικούς και διοικητικούς. Για το όλο θέμα βλ. τη διδακτορική διατριβή του Οικουμενικού μας Πατριάρχη ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΑΡΧΟΝΤΩΝΗ, Περί την κωδικοποίησιν των ι. κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, ‘Ανάλεκτα Βλατάδων 6’, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, ιδίως 28 επ.

[87] ΝΣΚ 1698/1900, 1774/1900, Θέμ. 18 (1907) 606-608∙ ΝΣΚ 160/1908, Θέμ. 20 (1909) 55-58· ΑΠ 454/1966, ΠοινΧρ 17 (1967) 101 επ.· ΟλΣτΕ 609/1967, Χρ. 6 (1967) 12-15∙ ΣτΕ 1090/1989, ΝοΒ 39 (1991) 820-822, με παρατ. Ν. Ρώτη· Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ, Σχέσις Πολιτείας και Εκκλησίας, ιδία επί εκλογής επισκόπων, 229-245.

[88] ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Εκκλησιαστικόν, 84∙ Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ, Σχέσις Πολιτείας και Εκκλησίας, ιδία επί εκλογής επισκόπων, 246-250.

[89] ΟλΣτΕ 139/1930, Θέμ. 41 (1930) 755-759 (όπου και η έκθεση του Συμβούλου Στ. Παπαντωνάκη).

[90] ΟλΣτΕ 609, 610, 611 και 612/1967, ΝοΒ 15 (1967) 697.

[91] ΣτΕ 1136/1983, Αρμ 38 (1983) 63: ο νομο­θέτης μόνος δεν μπορεί να προχωρή­σει μέχρι τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοι­κητικών θεσμών, που έχουν καθιερωθεί πάγια στην οργάνωση και λειτουργία της εκκλησίας∙ ΣτΕ 945/1980, ΝοΒ 30 (1982) 1344: η συνταγματική κατοχύρωση των ι. κα­νόνων και παραδόσεων, που διέπουν τη ζωή της Εκκλησίας, δεν αναφέρεται σε κανόνες ή παραδόσεις αποκλειστικά διοικητικής φύσεως∙ οι τελευταίοι μπορούν να τροποποιηθούν από τον κοινό νομοθέτη, η εξουσία του όμως αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών, που έχουν καθιερω­θεί παγίως και από μακρού στην Εκκλησία∙ ΣτΕ 2037/1979, ΝοΒ 30 (1982) 1344.

[92] ΟλΣτΕ 3178/1976, ΣτΕ 1269-1270/1977, 2037/1979, 2635/1980, 3619/1982.

[93] Δημοσιεύθηκε σε ΝοΒ 36 (1988) 801-806, ΕλλΔνη 30 (1989) 399.

[94] Στην ίδια ερμηνευτική κατεύθυνση και η ΣτΕ 2569/1990.

[95] Με παραπομπές στις ΣτΕ 139/1930, 609/1967, 4120/1980.

[96] Περί της οποίας βλ. Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, Η αρχή της αναλογικότητας, ‘Μελέτες Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτειολογίας 11’, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003∙ Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ - ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΚΟΤΑ, «Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην ελληνική και την κοινοτική έννομη τάξη: συγκλίσεις και αποκλίσεις», ΕΕΕυρΔ 4/2007, 691-720∙ Β. ΒΟΥΤΣΑΚΗΣ, «Η αρχή της αναλογικότητας: από την ερμηνεία στη διάπλαση δικαίου», σε: Κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ, (επιμ.), Όψεις του Κράτους Δικαίου. Ιστορικές αναδρομές στην ελληνική θεωρία και σύγχρονες αναζητήσεις, Θεσσαλονίκη 1990, 255 επ.∙ Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Αθήνα ³2003, 90 επ.

[97] ΠΔ 339/1990, «Σύσταση Γενικών Διευθύνσεων και μονάδας στρατηγικού σχεδιασμού και ανάλυσης πολιτικής στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων», (ΕτΚ Α΄ 135): Άρθ. «1. Σύσταση Γενική Διευθύνσεων. 1. Στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων συνιστώνται οι ακόλουθες Γενικές Διευθύνσεις. Α) Γενική Διεύθυνση Θρησκευμάτων που συγκροτείται από τις Διευθύνσεις: α) Εκκλησιαστικής Διοίκησης, (β)Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, (γ) Ετεροδόξων και Ετεροθρήσκων. Η Γενική αυτή Διεύθυνση συντονίζει τη δράση των επί μέρους υπηρεσιακών μονάδων από τις οποίες συγκροτείται με σκοπό την εξειδίκευση συγκριτική ανάλυση και αξιολόγηση της ακολουθούμενης πολιτικής στο χώρο των Θρησκευμάτων» (ΕτΚ Α΄ 135)∙ Π.Δ. 353/1997, «Διατήρηση από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της εποπτείας Νομικών Προσώπων Δημοσίων Δικαίου», (ΕτΚ Α΄ 239).

[98] Ν. 2594/1998, «Κύρωση ως Κώδικα του σχεδίου νόμου "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών"», (ΕτΚ Α’ 62), άρθ. 2. «Στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών ανήκουν ιδίως: […] 17. Η παρακολούθηση των κοινοτικών, εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών υποθέσεων των Ελλήνων στο εξωτερικό. 25. Οι σχέσεις του Κράτους προς τον Οικουμενικό Θρόνο, τα άλλα Πατριαρχεία, τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, καθώς και θέματα που αφορούν στα άλλα χριστιανικά δόγματα, θρησκεύματα και διεθνείς εκκλησιαστικές οργανώσεις στο εξωτερικό. 26. Η πολιτική διοίκηση του Αγίου Όρους»∙ Π.Δ. 230/1998, «Αρμοδιότητες και διάρθρωση της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών» (ΕτΚ Α΄ 177).

[99] Για παράδειγμα, η ανάληψη των καθηκόντων ενός μητροπολίτη προϋποθέτει, πλην της εκλογής του από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και της χειροτονίας του στον επισκοπικό βαθμό (αν δεν είναι ήδη φορέας του), και την έκδοση προεδρικού διατάγματος αρμοδιότητας του υπουργείου Παιδείας, με αντικείμενο την αναγνώριση και ‘κατάσταση’ στο θρόνο του εν λόγω μητροπολίτη (άρθ. 15 § 6, 26 § 1 Ν. 590/1977). Συνεπώς, μόνον μετά την έκδοση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του σχετικού προεδρικού διατάγματος είναι δυνατή η ανάληψη καθηκόντων από το εν λόγω εκκλησιαστικό διοικητικό όργανο. Αναλυτικότερα, βλ. ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΟΥ, Η σύνθετη διοικητική ενέργεια, Αθήνα Θεσσαλονίκη 2005.

[100] Διεξοδικά, Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, «Ο έλεγχος των πράξεων των εκκλησιαστικών αρχών υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας», Εκκλησία και Δίκαιον. Θεωρία και Νομολογία, 78-106· ΙΔΙΟΣ, «Ο έλεγχος των πράξεων των αρχών του Αγίου Όρους από το Συμβούλιον της Επικρατείας», Εκκλησία και Δίκαιον, ό.π., 126-136.

[101] ΣτΕ 616/2004, ΕλλΔνη 45 (2004) 1137-1138: επιτίμιο ακοινωνησίας· επιβάλλεται από την Εκκλησία στους λειτουργούς της και δεν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο, αλλά από ι. κανόνες πνευματικής φύσης (καν. 5ος Α΄ Οικ. Συνόδου, 8ος Δ΄ Οικ. Συνόδου, 2ος και 17ος Συνόδου Αντιοχείας κ.ά.]. Ως πνευματικού περιεχομένου πράξη η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη (άρθ. 95 § 1 Π.Δ. 18/1989 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας) και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε ευθύ ή παρεμπίπτοντα δικαστικό έλεγχο (ΟλΣτΕ 2976/1996, ΤοΣ 22 (1996) 1015-1019). ΣτΕ 933/1994, ΕΔΔΔ 39(1994) 89: περιεχόμενο της κανονικής κύρωσης της ακοινωνησίας είναι η επί αόριστο χρονικό διάστημα στέρηση της θείας κοινωνίας, η αδυναμία μετάδοσης της θείας κοινωνίας από τον τιμωρηθέντα στους πιστούς και γενικότερα η απαγόρευση τέλεσης εκ μέρους του της θείας λειτουργίας. Καθώς έχει το περιορισμένο αυτό περιεχόμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου με τέτοιο περιεχόμενο δεν συνεπάγεται άλλες και μάλιστα διοικητικής φύσεως συνέπειες. Συνεπώς, το επιβληθέν επιτίμιο έχει πνευ­ματικό μόνο χαρακτήρα και επομένως η απόφαση αυτή της ΔΙΣ δεν αποτελεί ε­κτελεστή πράξη διοικητικής αρχή (παραπέμπει στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητας)∙ ΣτΕ 2154/1988, ΕφΔΔ 1 (1988) 299 επ.

[102] ΣτΕ 3356/1980, ΝοΒ 30 (1982)1344: η εκλογή μητροπολίτη ως θρησκευτικού απλώς λειτουργού στον τρίτο βαθμό της ιερωσύνης, διακρίνεται από τη μεταγενέστερη ανάδειξή του σε όργανο διοικήσεως μίας εκκλησιαστικής επαρχίας, ως ΝΠΔΔ. Συνεπώς, μόνη η εκλογή του ανωτέρω, επειδή γίνεται με επίκληση των ι. κανόνων, δεν του παρέχει διοικητική αρμοδιότητα, άρα δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, ώστε να προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση ακυρώσεως. Αντίθετα, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, που προσβάλλεται παραδεκτά και υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ, το ΠΔ με το οποίο ο ίδιος συμμετέχει στη διοίκηση της Εκκλησίας, αναλαμβάνοντας καθήκοντα οργάνου διοικήσεως του ΝΠΔΔ συγκεκριμένης μητροπόλεως.

[103] ΟλΣτΕ 825/1988, ΝοΒ 36 (1988) 615-624: τα πειθαρχικά όργανα της Εκκλησίας, όταν λειτουργούν συλλογικά, έχουν χαρακτήρα πειθαρχικών συμβουλίων, που για την εξασφάλιση των αρχών του κράτους δικαίου και της χρηστής διοίκησης, πρέπει να ακολουθούν, τουλάχιστον ως προς την υπόθεση τους και την πειθαρχική διαδικασία, τις βασικές αρχές του πειθαρχικού δικαίου∙ οι εκδιδόμενες από αυτά αποφάσεις προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ∙ ΟλΣτΕ 2928/1996, ΝοΒ 46 (1998) 1345-1351, με παρ. Στ. Κ. Κατσέλα, ΣτΕ 2739/1997, ΔιΔίκ 10 (1998) 367-369: τα εκκλησιαστικά δικαστήρια έχουν το χαρακτήρα συλλογικών πειθαρχικών συμβουλίων∙ οι αποφάσεις τους, όταν επιβάλλουν πνευματικής μόνο φύσεως ποινές, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο∙ όταν όμως επιβάλλουν ποινές που επηρεάζουν άμεσα την υπηρεσιακή σχέση του κληρικού με την Εκκλησίας και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ. Α. ΜΑΡΙΝΟΣ, «Η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα εκκλησιαστικά δικαστήρια», Εκκλησία και Δίκαιον. Θεωρία και Νομολογία, 116-125.

 
 

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>