Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου του ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
 
 
 

Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΕΝΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΙΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΕΝΕΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Ἡ ἀπόφαση τοῦ Μονομελοῦς Πρωτοδικείου Ζακύνθου 97/20-7-2015 

καὶ τὸ ‘πατρωνικόν δικαίωμα’ (Jus Patronatus)*

 

 

Κυρίες καὶ κύριοι συνάδελφοι, 

ἀντικείμενο τῆς εἰσήγησής μου ἀποτελοῦν ὁρισμένα ἀπὸ τὰ κρίσιμα ἱστορικὰ καὶ νομικὰ ζητήματα ποὺ διέλαβε στὸ σκεπτικὸ της ἡ πρόσφατη, ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσα, ἀπόφαση τοῦ Μονομελοῦς Πρωτοδικείου Ζακύνθου μὲ ἀριθμὸ 97/20ῆς Ἰουλίου 2015. Ἡ σοβαρὴ αὐτὴ δικαστικὴ ὑπόθεση προσέλαβε χαρακτῆρα ὀξύτατης δημόσιας ἀντιπαράθεσης μεταξὺ φορέων καὶ ἰδιωτῶν τῆς τοπικῆς ζακυνθινῆς κοινωνίας, προσελκύοντας ὅμως καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς εὐρύτερης ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ τοῦτο, ὄχι βεβαίως διότι ἀφοροῦσε τὴν ἀμφισβητούμενη νομιμότητα μίας ἀγοραπωλησίας ἀκινήτου – κάτι ποὺ εἶναι καθημερινὸ στὰ δικαστικὰ πράγματα – ἀλλὰ διότι ἡ ἐπίδικη ἔκταση, συνολικοῦ ἐμβαδοῦ περίπου 15.000 στρεμμάτων, περιελάμβανε τὴν τουριστικὰ ἴσως πιὸ ἑλκυστική καὶ πολυφωτογραφημένη ἀκτὴ τῆς Μεσογείου, τὸ πασίγνωστο «Ναυάγιο τῆς Ζακύνθου», ἀντὶ μάλιστα ἑνὸς προφανῶς συμβολικοῦ τιμήματος, ὕψους 9.000.000 εὐρώ.

Στὴν ἐκποίηση τῆς ἔκτασης ἀπὸ ἰδιῶτες Ζακυνθινούς πρὸς ἑταιρεία συμφερόντων τοῦ Ἐμίρη τοῦ Κατάρ, ἀντέδρασαν δικαστικὰ κυρίως ἡ Μητρόπολη Ζακύνθου ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν πλησιόχωρη Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Κρημνοῦ - ὀνομασία ποὺ προφανῶς ἔλαβε ἡ Μονὴ λόγῳ τῆς γειτνιάσεώς της μὲ τὴν ἐξωτικὴ καὶ κρημνώδη γεω-διαμόρφωση τῆς ἀκτῆς τοῦ Ναυαγίου. Πρόσθετη ὑπὲρ αὐτῶν παρέμβαση στὸ Δικαστήριο ἄσκησαν ὁ Δῆμος Ζακύνθου, ἡ Περιφέρεια Ἰονίων Νήσων ἀλλὰ καὶ ἀτομικὰ πολυάριθμοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ. Κατά τοὺς ἀνωτέρω ὁμοδίκους, ἐπειδὴ οἱ πωλητὲς οὐδὲν δικαίωμα κυριότητας εἶχαν στὴν ἐπίδικη παραλία καὶ τὴ γύρω αὐτῆς ἔκταση, ἡ μεταβίβαση ἦταν ὁλοσχερῶς ἄκυρη, ὡς γενόμενη παρὰ μὴ κυρίου.

Αὐτό ποὺ εἴλκυσε τὸ ἐνδιαφέρον μας εἶναι ὅτι μὲ τὴν 30σέλιδη ἀπόφαση τοῦ Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ἀρχαῖοι δικαιικοί θεσμοί, κοσμικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα, τόσο τοῦ ἑνετικοῦ ὅσο καὶ τοῦ βυζαντινορρωμαϊκοῦ δικαίου, ἐφαρμόσθηκαν ὡς ζωντανὸ, ἰσχῦον σήμερα δίκαιο, κατὰ τρόπο πειστικὸ ἀλλὰ καὶ σαγηνευτικό. Καὶ μάλιστα, ἐφαρμόσθηκαν ὄχι σὲ κάποια μετεξελιγμένη τους μορφή, ἀλλὰ μὲ τὸ αὐτούσιο περιεχόμενο ποὺ εἶχαν ἀποκτήσει ἤδη ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα, ἄν ὄχι καὶ ἀπὸ πολὺ παλαιότερα. 

Πρὶν προχωρήσω, νὰ σημειώσω ἐδῶ ὅτι, καὶ λόγῳ τοῦ προεχόντως ἱστορικοδικαιικοῦ περιεχομένου της, ἡ ἀπόφαση δημοσιεύεται στὸ τεῦχος τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ γνωστοῦ νομικοῦ περιοδικοῦ «Ἐφαρμογὲς Ἀστικοῦ Δικαίου», μὲ ἐκτενῆ σχόλια τοῦ φίλου συναδέλφου κ. Ἀλέξανδρου Λιαρμακόπουλου καὶ τοῦ ὁμιλοῦντος.

Ἐρχόμαστε τώρα σὲ ὁρισμένα κρίσιμα ἱστορικο-δικαιικά ζητήματα τῆς ὑπόθεσης.

Γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ζάκυνθος ἀποτέλεσε κτήση τῆς Γαληνοτάτης Ἑνετικῆς Δημοκρατίας ἤ Δημοκρατίας τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἀπὸ τὸ ἔτος 1484 μέχρι τὸ 1797 – δηλαδὴ ἐπὶ 313 περίπου ἔτη. Κατὰ τὸ μακρότατο αὐτὸ διάστημα, ἡ διοικητικὴ ὀργάνωση τοῦ νησιοῦ ἀκολούθησε ἐν πολλοῖς κοινοτικὰ πρότυπα, μὲ θεσμικὴ λειτουργία τοπικῶν συμβουλίων πολιτῶν. Δυστυχῶς, ἡ σεισμοπυρκαγιά τοῦ 1953 κατέστρεψε ὁλοσχερῶς τὸ ὑλικὸ τοῦ Ἀρχειοφυλακείου τῆς Ζακύνθου, δυσχεραίνοντας ἐξαιρετικὰ τὴν ἀνασύνθεση τῆς ἱστορίας τοῦ νησιοῦ κατὰ τὴν Ἑνετοκρατία. Ἔτσι, κάθε ἄλλη σχετικὴ ἔγγραφη μαρτυρία – ἀπὸ τὶς λιγοστὲς ἐναπομείνασες – ἀποκτᾷ αὐτονόητα ἀναβαθμισμένη ἀξία.

Ὅπως καὶ τὰ ὑπόλοιπα νησιά τοῦ Ἰονίου, ἡ Ζάκυνθος γνώρισε διαδοχικοὺς ξενικοὺς ζυγούς: τὴν Ἑνετοκρατία ἀκολούθησε ἡ γαλλική κατοχή (1797-1799), μετά ἕνας πιὸ βραχύβιος ρωσσοτουρκικός ζυγός, μέχρις ὅτου συστάθηκε ἡ ἡμιαυτόνομη Ἑπτάνησος Πολιτεία (1800-1807), τὸ πρῶτο αὐτόνομο ἑλληνικό κρατίδιο. Τὸ 1815 δημιουργεῖται τὸ Ἡνωμένο Κράτος τῶν Ἰονίων Νήσων, ὡς βρετανικό προτεκτοράτο με πρωτεύουσα τὴν Κέρκυρα. Ἀπὸ τὸ 1817 ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ Ἰονίου Κράτους (ἤ Σύνταγμα τοῦ Maitland). Τέλος, τὸ 1864, μετὰ τὴ Συνθήκη τοῦ Λονδίνου, τὸ ἡμιαυτόνομο αὐτὸ κρατίδιο ἑνώνεται μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἔχοντας, εἰδικὰ ἡ Ζάκυνθος, συμπληρώσει 680 χρόνια ξένης κατοχῆς.

Ἐπιστρέφουμε ὅμως στὴν Ἑνετοκρατία. Ἀπὸ τὶς ἀρχές του 17ου αἰ., ὡς ἀνώτατος πολιτικὸς καὶ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῶν Ἑπτανήσων ὁρίζεται ἀπὸ τὴν κεντρικὴ ἑνετικὴ διοίκηση ὁ ‘Γενικὸς Προνοητὴς (ἤ Προβλεπτής) Θαλάσσης’ (Proveditor Generale da Μar), μὲ κύρια ἁρμοδιότητα τὴν διασφάλιση τῆς εἰρηνικῆς διαβίωσης τῶν νησιωτῶν, στὸ πλαίσιο ἑνὸς κατὰ βάση φεουδαρχικοῦ καθεστῶτος.

Ὡς γνωστόν, οἱ Ἑνετοί δὲν πολυνοιάζονταν γιὰ τὰ θρησκευτικὰ δογματικὰ ζητήματα, ἐκτὸς ἄν αὐτὰ προσλάμβαναν πολιτικὴ διάσταση. Ἐπέτρεπαν λοιπὸν τὴν ἐλεύθερη ἄσκηση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τῶν νομοταγῶν ὀρθόδοξων Ζακυνθίων, τὴν  ἵδρυση ναῶν, μονῶν καὶ ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ἤ εὐαγῶν καθιδρυμάτων.

Ἡ βενετικὴ διοίκηση ἐξέδιδε κατὰ καιρούς νομοθετικὰ διατάγματα, καθορίζοντας τοὺς κανόνες διοικητικῆς λειτουργίας τῶν ὀρθόδοξων ναῶν καὶ μονῶν στὰ Ἰόνια. Τὸ σύνολο τῶν κανόνων αὐτῶν, κωδικοποιήθηκε ἀργότερα ἀπὸ τὸν Γενικὸ Προβλεπτὴ Θαλάσσης Αὐγουστίνο Σαγρέδο (Agostino Sagredo, θητεία 1752-1755), μὲ Διάταγμα ποὺ ἐξέδωσε στὶς 26 Αὐγούστου τοῦ 1754, καὶ ποὺ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὴν Γερουσία τῆς Ἑνετίας. 

Σύμφωνα μὲ διατάξεις δημόσιου, ἐμπράγματου ἀλλὰ καὶ ρωμαιοκαθολικοῦ κανονικοῦ δικαίου, ποὺ ἐμπεριεῖχε τὸ Σαγρέδειο Διάταγμα, γνωστότερο καὶ ὡς «Σαγρέδειος Νόμος» - ὅπως ἔχει μέχρι σήμερα μεταφρασθεῖ καὶ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὴ συναφῆ βιβλιογραφία1  - οἱ ναοί καὶ οἱ μονὲς μποροῦσαν, μεταξύ ἄλλων, νὰ ὑπάγονται διαχειριστικὰ καὶ ὑπὸ καθεστώς πατρωνείας ἰδιωτικοῦ δικαίου (JusPatronatus Privatum) ἤ ὑπὸ καθεστώς πατρωνείας δημοσίου δικαίου (JusPatronatus Publicum). Ἐπρόκειτο γιὰ τὸ θεσμὸ τοῦ δημόσιου ἤ ἰδιωτικοῦ ‘πατρωνικοῦ δικαιώματος’ ἤ ‘πατρωνικοῦ δικαίου’ ἤ ‘πατρωνείας’, φορεῖς τοῦ ὁποίου ἦταν οἱ ‘πάτρωνες’. Ἔτσι, μὲ τὸν Σαγρέδειο Νόμο, ὁ ρωμαιοκαθολικὸς νομοκανονικὸς θεσμὸς τοῦ πατρωνικοῦ δικαίου, ἐφαρμόσθηκε ἀπὸ τοὺς Βενετούς καὶ ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἱδρυμάτων τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος γενικότερα στὰ Ἑπτάνησα. 

Τὸ κανονιστικό περιεχόμενο τοῦ πατρωνικοῦ δικαιώματος συνέθετε κατὰ βάση ἕνα πλέγμα ἠθικῶν προνομίων ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶν βαρῶν, ποὺ ἀναγνωρίζονταν ἀπὸ τὴν ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ πρὸς ὅσους ἵδρυαν, ἀνήγειραν, ἐπισκεύαζαν καὶ γενικότερα συντηροῦσαν οἰκονομικῶς ἕνα ἱερὸ καθίδρυμα. Ἡ ἰδιότητα τοῦ πάτρωνα ἦταν προεχόντως τιμητική, προσδίδοντας στὸ φορέα του κοινωνικὴ προβολὴ, κῦρος, ἀκόμη καὶ θεσμικὴ ἐπιρροή. 

Ὑπογραμμίζεται ὅτι οἱ πάτρωνες περιορίζονταν στὴν ἄσκηση καλῆς διοικήσεως καὶ χρηστῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ πατρωνικοῦ ναοῦ ἤ τῆς πατρωνικῆς μονῆς, χωρὶς περαιτέρω νὰ καθίστανται καὶ φορεῖς δικαιώματος κυριότητος ἤ ἄλλων ἰδιοκτησιακῶν ἐπὶ τοῦ πατρωνικοῦ καθιδρύματος ἀξιώσεων, ἡ κυριότητα ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἴτε παρέμενε στὸ ἐνετικὸ δημόσιο εἴτε ἀνῆκε στὸ ἠθικὸ νομικὸ πρόσωπο τοῦ ἴδιου τοῦ καθιδρύματος. Ὡστόσο, τὸ Ρωμαιοκαθολικὸ Κανονικὸ Δίκαιο παραχωροῦσε στοὺς πάτρωνες, στὸ πλαίσιο τῶν διαχειριστικῶν τους ἁρμοδιοτήτων, τὸ ἐκκλησιαστικὸ «εὐεργέτημα» (beneficiura) νὰ εἰσπράττουν τὶς προσόδους τῶν πατρωνικῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων – εὐεργέτημα γνωστὸ ἀπὸ πηγὲς καὶ ὡς «ἐκκλησιαστικὸν τιμάριον». 

Ἀναφέρθηκε ἤδη ἡ διάκριση σὲ ἱερὰ καθιδρύματα ὑπὸ καθεστώς διαχειρίσεως πατρωνείας ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ ὑπὸ καθεστώς διαχειρίσεως πατρωνείας δημοσίου δικαίου. Στὴ δεύτερη περίπτωση, τὸ σχετικὸ δικαίωμα προσφερόταν συχνά σὲ πολίτες ἤ κληρικούς ὡς τιμητικὴ ἀνταμοιβὴ γιὰ ὑπηρεσίες τους πρὸς τὴν Γαληνοτάτη. Κριτήριο τῆς διακρίσεως, ἦταν ἡ μορφὴ τῆς ἀνώτατης ἐποπτείας ποὺ ἀσκεῖτο ἐκ μέρους τῆς ἑνετικῆς διοικήσεως: 

  • Οἱ πάτρωνες τῶν ὑπὸ πατρωνεία ἰδιωτικοῦ δικαίου καθιδρυμάτων διαχειρίζονταν τὴν περιουσία τους ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπιτήρηση δύο Ἐπιτρόπων, ποὺ διόριζε γιὰ ἑξαετὴ θητεία ἡ τοπική διοίκηση.
  •  Οἱ πάτρωνες τῶν ὑπὸ πατρωνεία δημοσίου δικαίου καθιδρυμάτων,  ἁπλῶς ὑπέβαλαν κάθε ἔτος λογοδοσία περὶ τῆς διαχειρίσεώς τους σὲ ἕναν ὑπάλληλο τῆς τοπικῆς πολιτικῆς ἀρχῆς.

Δηλαδή, ὁ ἔλεγχος τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ καθιδρύματος ἦταν κατὰ κανόνα ἀμεσότερος καὶ, ἄρα, αὐστηρότερος, στὰ τελοῦντα ὑπὸ πατρωνεία ἰδιωτικοῦ δικαίου καθιδρύματα. Περαιτέρω, οἱ πάτρωνες δημοσίου δικαίου ἐδικαιοῦντο ὑπὸ προϋποθέσεις νὰ καρπώνονται οἱ ἴδιοι μέρος τῶν εἰσοδημάτων τοῦ καθιδρύματος, ἀποδίδοντας ἕνα ποσοστὸ καὶ πρὸς τὸ ἑνετικὸ Δημόσιο Ταμεῖο. 

Ἀπὸ τὸ δίκαιο αὐτό, ποὺ ἴσχυσε ἐπὶ μακρὸ χρονικὸ διάστημα, ἐπηρεάσθηκε καὶ ἡ νομικὴ ὁρολογία τῆς ἐποχῆς: ἔτσι, σὲ δημόσια, δικαιοπρακτικὰ ἤ συμβολαιογραφικὰ ἔγγραφα ἀπαντοῦν συχνότατα οἱ ὅροι «Γιους Πατρονατάριος», «Γιουσπατρονάτος» (ὡς μία λέξη) ἤ καὶ «Κτήτορας» (ὅρος τοῦ βυζαντινορρωμαϊκοῦ δικαίου, μὲ περιεχόμενο ἀπολύτως συναφὲς πρὸς αὐτὸ τοῦ πάτρωνα). 

Ὑπῆρχε ὅμως ἕνα ἐπιπλέον κίνητρο ὑπὲρ τῆς ἐπιδίωξης δικαιώματος πατρωνείας δημοσίου δικαίου’: τὸ κίνητρο αὐτὸ συνίστατο στὸ ὅτι τὸ δημόσιο πατρωνικό δικαίωμα ἦταν ὄχι μόνον ἰσόβιο ἀλλὰ καὶ κληρονομητό. Περιερχόταν δηλ. αἰτίᾳ θανάτου στοὺς ἄρρενες κατιόντες τοῦ πάτρωνα, ἀποσβενόταν, ὡστόσο, μὲ τὸ θάνατο καὶ τοῦ τελευταίου ἄρρενος ἀπογόνου. Τότε, τὸ ἑνετικό Δημόσιο παραχωροῦσε τὸ πατρωνικὸ δικαίωμα σὲ νέο πάτρωνα.

Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ παρουσιαζόμενο λατινικό ἔγγραφο – ποὺ ἔρχεται σήμερα στὸ φῶς μίας εὐρύτερης δημοσιότητας – καθίδρυμα ὑπὸ πατρωνεία δημοσίου δικαίου ἀποτελοῦσε καὶ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἀναφωνήτριας Ζακύνθου, ἡ ὁποῖα ἱδρύθηκε τὸν 15ο αἰῶνα, ἀλλὰ συγχωνεύθηκε περὶ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰὠνα μὲ τὴ σημερινὴ καὶ, τελικὰ διάδικο, στὴν ὑπόθεση ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Κρημνοῦ. Ἐπειδὴ ἡ Μονὴ τῆς Ἀναφωνήτριας διέθετε ἀνέκαθεν μεγάλη ἀκίνητη περιουσία, ἡ Βενετία τὴν παραχωροῦσε ὡς Jus Patronato.

Ἐπίσημη μετάφραση τοῦ ἐγγράφου, ὅπως αὐτὴ προσκομίσθηκε στὸ Πρωτοδικεῖο Ζακύνθου καὶ σᾶς ἔχει διανεμηθεῖ, πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴ «βενετική διάλεκτο» τὸν Ἰούνιο τοῦ 2014 (στοιχεῖα τῆς μεταφράστριας βλ. στὴ συνημμένη μετάφραση). 

Ὑπέρ τῆς γνησιότητος τοῦ ἐγγράφου νομίζω ὅτι συνηγοροῦν κατ’ ἀρχάς: 

  • Πρῶτον, πὼς αὐτὸ ἔχει ἐπανειλημμένως καταχωρισθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁρμόδιους τότε ὑπαλλήλους στὰ οἰκεῖα Δημόσια Βιβλία τῆς Βενετικῆς Διοίκησης (καταχωρίσεις ποὺ φαίνονται στὴν τρίτη σελίδα τῆς μετάφρασης). Ἄρα, τὸ ἔγγραφο ἐλέγχθηκε ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοὺς τότε Δημόσιους Ἐφόρους.
  • Δεύτερον, οὐδεμία ἔνσταση περὶ τῆς γνησιότητάς του προβλήθηκε στὸ Δικαστήριο, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς διαδίκους τὰ συμφέροντα τῶν ὁποίων φάνηκε νὰ θίγονται ἀπὸ τὸ ἔγγραφο. Εἰδικὰ, μάλιστα, ἡ Μητρόπολη Ζακύνθου ἔχει ἀπὸ ἐτῶν σημειώσει στὴν ἱστοσελίδα της ὅτι ἡ Ἀναφωνήτρια παραχωροῦνταν σχεδὸν πάντοτε ὡς Jus Patronato σὲ πρόσωπα ἐπιφανῆ, μὲ τελευταῖα τὴν τότε οἰκογένεια Φλαμπουριάρη.

Σύμφωνα μὲ τὴ μετάφραση, τὸ ἔγγραφο συντάχθηκε στὴ Βενετία, καὶ συγκεκριμένα στὸ Δουκικό Παλάτιο, στὶς 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1783. Φέρει στὴν τίτλωση τὸ ὄνομα τοῦ Δόγη τῆς Βενετίας Paulus Rainerius, ὁ ὁποῖος ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Γενικό Προνοητὴ Θαλάσσης Alojsio Foscari. Ὁ Δόγης γνωστοποιεῖ στὸν τελευταῖο τὴν ἀπόφαση τῆς Signoria (δηλ. τῆς Ἑνετικῆς Γερουσίας) γιὰ τὴν ἀναγνώριση δημόσιου πατρωνικοῦ δικαιώματος στὴ Μονὴ Ἀναφωνήτριας Ζακύνθου, μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἐξέταση στὴν ὁποῖα προέβη τὸ Consultori in Jure (θὰ λέγαμε τὸ Νομικὸ Συμβούλιο) τῶν αἰτήσεων ποὺ σχετικῶς ὑποβλήθηκαν. Ὁ Δόγης παρατηρεῖ, μεταξύ ἄλλων, καὶ ὅτι μέρος τῶν ἐσόδων τῆς Ἀναφωνήτριας θὰ μποροῦσε νὰ διατεθεῖ γιὰ τὴν ἵδρυση Κολλεγίου ἐκπαίδευσης τῶν εὐγενῶν καὶ ἀστῶν νέων τοῦ νησιοῦ.

Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, ἡ Γερουσία καὶ τὸ Συμβούλιο τῶν Consultori in Jure, κρίνουν ὅτι ἡ καλὴ διακυβέρνηση καὶ χρησιμότητα τῆς Μονῆς, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν πρόνοια ὑπὲρ τῆς σκοπούμενης σύστασης έκπαιδευτικοῦ Κολλεγίου, καθιστᾷ ὡς πλέον κατάλληλη καὶ συμφέρουσα γιὰ τὴ διασφάλιση τῶν προαναφερθέντων θεμάτων, μεταξὺ τῶν ὑποβληθεισῶν συνολικῶς 7 αἰτήσεων, ἐκείνη τοῦ Kόντε Στέλιου Φλαμπουριάρη, τῆς «ἄξιας οἰκογενείας τῆς Νήσου», ἐφ’ ὅσον μὲ τὴν αἴτησή του ἀναλαμβάνει ὁ ἀνωτέρω τὴν ὑποχρέωση νὰ καταστήσει καλλιεργήσιμα, ἰδίοις ἐξόδοις, ὄχι μόνον τὰ ἀκαλλιέργητα καὶ παραμελημένα ἐδάφη, νὰ φροντίσει τὴ βέλτιστη καλλιέργεια τῶν καρποφόρων δένδρων καὶ νὰ καλύψει τὶς ἀνάγκες συντηρήσεως τῶν 10 μοναχῶν, ἀλλὰ προσφέρεται, ἐπὶ πλέον, νὰ παραχωρεῖ ὡς ἐτήσια χορηγία πρὸς τὸ Δημόσιο Ταμεῖο τῆς τοπικῆς Βενετικῆς Διοίκησης σημαντικὴ ποσότητα σιτηρῶν, ποὺ ὁρίζεται στὸ ἔγγραφο.

ἩΓερουσία προσθέτει ὅτι μὲ τὴν ἀπόφασή της δὲν προκύπτει ἀλλοίωση στὸ ἰσχῦον σύστημα τῆς Μονῆς, καὶ αὐτὴ παραμένει στὸ παλαιότερο νομικὸ της καθεστώς. Ἔτσι, παραχωρεῖται στὸν Κόντε Στέλιο Φλαμπουριάρη καὶ στὸ δικό του κατιόν ἀρσενικὸ γένος δημόσιο πατρωνικό δικαίωμα, συνιστάμενο στὴ δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς καὶ ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῆς Ἀναφωνητρίας, μὲ τὶς ρηθεῖσες ὑποχρεώσεις καὶ τὰ ἀνταλλάγματα πρὸς τὸ ἑνετικό Δημόσιο Ταμεῖο, μέχρι τὴν ἵδρυση τοῦ Κολλεγίου. Τέλος, διατάσσεται ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῆς ἀπόφασης καὶ ἡ καταχώρισή της στὴ Γραμματεία τῆς τοπικῆς Βενετικῆς Διοίκησης, πρὸς γνὼση τῶν διαδόχων. Πράγματι, ὅπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὴ μετάφραση, τὸ ἔγγραφο γνώρισε ἀλλεπάλληλες καταχωρίσεις σὲ Δημόσια Βιβλία – Πρωτόκολλα. Στην τελευταία έγγραφή διαβάζουμε: 

Στὶς 4 Ὀκτωβρίου 1784 τὸ παρὸν ἔγγραφο καταχωρίζεται στὸ Βιβλίο Πρωτοκόλλου τῶν Δημοσίων Πατρωνικῶν Δικαιωμάτων, στὶς σελίδες 63 καὶ 64, εὑρισκόμενο τὸ Βιβλίο Πρωτοκόλλου στὸ Γραφεῖο τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῆς Ἐφορείας τῆς τοπικῆς Βενετικῆς Διοίκησης. Πιστοποιεί ὁ Ταμίας Andrea Secreti.

Παρὰ τὶς καθεστωτικὲς ἀλλαγές, ποὺ ἀκολούθησαν τὴν Ἑνετοκρατία, τὸ καθεστὼς ποὺ κωδικοποίησε ὁ Σαγρέδειος Νόμος παρέμεινε πάντοτε σὲ ἐφαρμογὴ, ἐπηρεάζοντας τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα τῆς Ζακύνθου ἀκόμη καὶ σήμερα. Ὁ Σαγρέδειος Νόμος οὐσιαστικῶς δὲν καταργήθηκε οὔτε μὲ τὸν Ἐκκλησιαστικὸ Κανονισμὸ τῶν Ἑπτανήσων τοῦ 1811 [«Διαταγὴ τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Κλήρου τῶν Γραικῶν τῶν Ἰονίων Νήσων»], οὔτε μὲ τοὺς ἑπόμενους ἐκκλησιαστικοὺς νόμους ΓΦΣΤ΄(3506)/1910 καὶ 2200/1940, οἱ ὁποῖοι διατήρησαν τὸ πατρωνικό δίκαιο ὡς κτητορικό, πλέον, δίκαιο, χωρὶς ἀλλαγἠ στὰ παλαιότερα κτηθέντα δικαιώματα. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἰδιαιτερότητα τῆς Ἑπτανήσου ἔγινε ἀποδεκτὴ καὶ ἀπὸ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ, μὲ ἀποτέλεσμα στὴν Κέρκυρα νὰ ἔχουν ἀπομείνει σήμερα τρεῖς συναδελφικοὶ ναοί, ἀλλὰ καὶ κτητορικοὶ στη Λευκάδα (ὅπως δέχθηκε πρόσφατα σειρά δικαστικῶν ἀποφάσεων).

Ἐρχόμαστε πάλι στὴ δικαστική μας ἀπόφαση, ἡ ὁποῖα, προκειμένου νὰ κρίνει τὰ πραγματικὰ καὶ νομικά της ζητήματα κατὰ τὸν ἀπώτερο χρόνο γενέσεώς τους, ἐπικαλεῖται ὡς συνδετικὸ κρίκο ἀναγωγῆς τὴ διάταξη τοῦ ἄρθρου 51 ΕἰσΝΑΚ («Διαχρονικὸ δίκαιο γιὰ ἀπόκτηση ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων), ποὺ ὁρίζει ὅτι: «Ἡ ἀπόκτηση κυριότητας ἤ ἄλλου ἐμπράγματου δικαιώματος πρὶν ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα κρίνεται κατὰ τὸ δίκαιο ποὺ ἴσχυε ὅταν ἔγιναν τὰ πραγματικὰ γεγονότα γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους».

Τὸ Πρωτοδικεῖο λοιπὸν, μετὰ ἀπὸ μία ἐμπεριστατωμένη ἱστορικο-δικαιική   ἀναγωγὴ, καταλήγει στις ἐξῆς βασικὲς κρίσεις:

(1) Στὸ πρόσφατο συμβόλαιο ἀγοραπωλησίας ἀκινήτου τοῦ 2014, ἀναφέρεται ὅτι ὁ πωλητής Γ.Χ., προσκόμισε ὡς τίτλους τὸ ἀπὸ 25-9-1783 Διάταγμα τῆς Ἑνετικῆς Πολιτείας, καθὼς καὶ τὴν μὲ ἀριθμὸ 488/1878 ἀπόφαση τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν. Μὲ τὸ Διάταγμα παραχωρήθηκε στὸν Στέλιο Φλαμπουριάρη τὸ δημόσιο πατρωνικό δικαίωμα (Jus Patronatus Publicum) ἐπὶ τῆς Μονῆς Ἀναφωνητρίας Ζακύνθου, ὑπὸ τὴν ἔννοια καὶ τοὺς ὅρους ποὺ προεκτέθηκαν. Δικαίωμα ποὺ ἀσφαλῶς καὶ δὲν ἀφοροῦσε σὲ κυριότητα, ἀλλὰ σὲ τιμητικὴ διαχείριση καὶ κάρπωση τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς, ἐλευθέρως ἀνακλητὸ ἀπὸ τὴν Ἑνετικὴ Πολιτεία, ὑποκείμενο σὲ αὐστηροὺς ὅρους καὶ προϋποθέσεις, μὴ δεκτικὸ μεταβίβασης γιὰ ὁποιαδήποτε αἰτία, μὴ δεκτικὸ ἐκποιήσεως ἤ κατασχέσεως ἀλλὰ δικαίωμα μόνον κληρονομητὸ ἀποκλειστικά ἀπὸ ἄρρενες κατιόντες τοῦ πάτρωνος. 

(2) Τελευταίος ἄρρην κατιὼν τοῦ ἀρχικοῦ πάτρωνος Στυλιανοῦ Φλαμπουριάρη ἦταν ὁ δισεγγονός του Νικόλαος, ποὺ κατέστη δικαιοῦχος ἀπὸ τὸ 1874 μέχρι περίπου τὸ 1885, ὁπότε καὶ ἀπεβίωσε. Ἄν καὶ ὁ τελευταῖος ἦταν σὲ πλήρη γνώση τοῦ περιεχομένου καὶ τῶν περιορισμῶν τοῦ δημόσιου πατρωνικοῦ δικαιώματός του - ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν μὲ ἀριθμὸ 488/1878 ἀπόφαση τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ποὺ ἔκρινε ἐπὶ ἐνδοοικογενειακῆς του κληρονομικῆς διαφορᾶς  - ἐν τούτοις, αὐτὸς κατέλιπε μὲ διαθήκη τὸ δικαίωμά του ὡς ἰδιοκτησιακὸ στὴ σύζυγό του Πηγὴ Δακουροῦ. Μετὰ τὸ θάνατὸ του ἡ χήρα τοῦ τελευταίου δικαιούχου, ἄν καὶ οὐδὲν δικαίωμα εἶχε, ἐν τούτοις αὐτὴ έκποίησε τἰς ἐκτάσεις αὐτές σὲ τρίτους, ποὺ κληρονομήθηκαν ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς διάδικους πωλητές.

(3) Τὸ Πρωτοδικεῖο ἐρεύνησε ἀλλὰ καὶ ἀπέρριψε τὸν ἐπικουρικὸ ἰσχυρισμὸ τῶν σημερινῶν πωλητῶν περὶ ἔκτακτης χρησικτησίας τοῦ τελευταίου πάτρωνος Νικολάου στὴν ἐπίδικη ἔκταση, διότι, ὅπως ἔκρινε, δέν συμπληρώθηκαν στὸ πρόσωπό του οἱ προϋποθέσεις τῆς ἔκτακτης χρησικτησίας κατὰ τὸ τότε ἰσχῦον βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, δηλαδὴ διὰ τοῦ μοναδικοῦ τρόπου πού, δυνητικῶς, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτηθεῖ δικαίωμα κυριότητας ἐπὶ μοναστηριακοῦ ἀκινήτου.

Πράγματι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἀλέξανδρος Λιαρμακόπουλος, στὸ ἰουστινιάνειο δίκαιο διατηρεῖται ἡ λεγόμενη «μακροτάτου χρόνου παραγραφή», ἀνέρχεται δὲ κατ’ ἐξαίρεση σὲ 40 ἔτη εἰδικῶς γιὰ πράγματα ποὺ ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία, σὲ Μονὲς κ.λπ. (σχετικὲς οἱ Νεαρὲς τοῦ Ἰουστινιανοῦ 111.1 καὶ 131.6, ὅπως περιελήφθησαν στὰ «Βασιλικά» τῶν Μακεδόνων Αὐτοκρατόρων). Τὰ ἀνωτέρω γίνονται παγίως δεκτὰ ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο - ἄν καὶ μὲ μᾶλλον μηχανικὸ τρόπο ἀναπαραγωγῆς τους ἀπὸ παλαιότερες ἀποφάσεις, χωρὶς βαθύτερη ἀνάλυση τοῦ ζητήματος.

(4) Εὔστοχα τὸ Πρωτοδικεῖο Ζακύνθου παρατηρεῖ ὅτι ἡ συνδρομὴ ἔκτακτης χρησικτησίας (καλύτερα: «κτητικῆς παραγραφῆς») κατὰ τὸ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο δὲν προϋπέθετε ἁπλῶς νομὴ, μὲ τὴ σημερινὴ ἔννοια, καθὼς προσαπαιτεῖτο καὶ «καλὴ πίστη» (bona fides) τοῦ νομέα, ποὺ ἦταν ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἄδολη γνώση ὅτι ὁ νομέας ἦταν καὶ κύριος. Ὡστόσο, ὁ τελευταίος ΓιουςΠατρονάτος, ἐγνώριζε σαφῶς ὅτι εἶχε ἁπλῆ κατοχὴ καὶ ὄχι κυριότητα στὰ ἐπίδικα ἀκίνητα τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἀναφωνήτριας, ἀφοῦ ἤξερε ὅτι δὲν ἦταν κύριος ἀλλὰ τετιμημένος μὲ δημόσιο πατρωνικὸ δικαίωμα. Ἄλλωστε, καὶ ἄν ἀκόμη δὲν ἀπαιτεῖτο ἐκ μέρους του καλὴ πίστη, ὁ τελευταίος πάτρωνας εἶχε νομὴ στὸ ἀκίνητο ἐπὶ μία περίπου 11ετία (1874-1885), μὴ ἔχοντας συμπληρώσει πλήρη 40ετία, ὅπως ὅριζε τὸτε τὸ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο.

Ὑπογραμμίζω ὅτι ὅσα ἐπισημάνθηκαν, δὲν ἦταν παρὰ ὁρισμένες μόνον ἀπὸ τὶς πτυχὲς τῆς πολυεπίπεδης αὐτῆς δικαστικῆς ἀπόφασης, ποὺ ἐδῶ ἁδρομερῶς παρουσιάσαμε. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὅλη ὑπόθεση περὶ τοῦ ἰδιοκτησιακοῦ καθεστῶτος τῆς εὐρύτερης παραλίας τοῦ Ναυαγίου τῆς Ζακύνθου προφανῶς καὶ θὰ ἔχει συνέχεια στὶς δικαστικὲς αἴθουσες, λόγῳ τοῦ οἰκονομικοῦ μεγέθους τοῦ ἀντικειμένου της ἀλλὰ καὶ τῆς ἐθνικῆς της σημασίας.

Κλείνοντας, θὰ ἤθελα νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εὐχαριστήσω δημόσια τὴν ἀξιότιμη Καθηγήτρια κυρία Κέλλυ Μπουρδάρα καὶ Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς ¨Εταιρείας Ἱστορίας τοῦ Δικαίου, διότι χάρη στὸ προσωπικὸ ἐνδιαφέρον καὶ τοὺς συνετοὺς χειρισμούς της, ἔχω καὶ φέτος τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἰδιαίτερη τιμὴ νὰ εὑρίσκομαι ἀνάμεσά σας.

Σᾶς εὐχαριστῶ!

 

 

 

----------------------------------------------------------------------

1. G. Pojago, Le leggi municipali delle Isole Jonie dall’ anno 1386 fino alla caduta della Republica Veneta, τ. 2, Κέρκυρα 1848, σσ. 157-170. Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ κείμενο βλ. σὲ Κ. Μαχαίρας, Ναοὶ καὶ Μοναὶ τῆς Λευκάδος, Ἀθήνα 1957, σσ. 26 - 35 (ὅπου οἱ διατάξεις γιὰ τοὺς ναούς) καὶ σσ. 220 - 226 (ὅπου παρατίθενται οἱ διατάξεις γιὰ τὰ μοναστήρια). Πρβλ. Κρ. Χρυσοχοΐδης, «Τὸ Μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου στὴν Κεφαλονιά (τέλη 16ου αἰ.)», Κεφαλληνιακά Χρονικά 2 (1977) 195-214, ἐδῶ σ. 202-203.

 

(*Το κείμενο αποτελεί την εισήγηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου στην ΙΗ' Συνάντηση Ιστορικών του Δικαίου)

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ἀρβανιτάκης Δ. (ἐπιμ.), Οἱ Ἀναφορὲς τῶν Βενετῶν Προβλεπτῶν τῆς Ζακύνθου (16ος-18ος αἰ.), Ἑλληνικὸ Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινῶν καὶ Μεταβυζαντινῶν Σπουδῶν Βενετίας, ‘‘GraecoLatinitas Nostra΄΄ Πηγὲς 2, Βενετία 2000.

Θεοχάρη Μ., «Ἱστορημένον χειρόγραφον ἐκ τῆς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου τῶν Κρημνῶν Ζακύνθου», Πρακτικὰ ΣΤ’ Διεθνοῦς Πανιονίου Συνεδρίου (23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β΄, Ἀθήνα 2001, 267-292.

Καρύδης Σ., Ὄψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργάνωσης στὸν βενετοκρατούμενο ἑλληνικὸ χῶρο: Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Κύθηρα, Πελοπόννησος, Ἐνάλιος 2012.

Κονόμος Ν., Ζάκυνθος, πεντακόσια χρόνια (1478-1978), τόμ. Δ΄: Ἐκκλησιαστικά, Ἀθήνα 1987.

Κούκκου Ἑλ., Ἱστορία τῶν Ἑπτανήσων, ἀπὸ τὸ 1797 μέχρι τὴν Ἀγγλοκρατία, Ἀθήνα 1999.

Μουσούρας Δ., Αἱ Μοναὶ Στροφάδων καὶ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Κρημνῶν Ζακύνθου: Μελέτη φιλολογικὴ καὶ παλαιογραφική, (διδ. διατριβή), ἐν Ἀθήναις 2003.

Μουσούρας Δ., «Μετόχια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου τῶν Κρημνῶν Ζακύνθου», Πρακτικὰ ΣΤ’ Διεθνοῦς Πανιονίου Συνεδρίου (23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β΄, Ἀθήνα 2001, 267-292.

Παπαγεωργίου Κ., Χρησικτησία καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀκίνητη Περιουσία, Θεσσαλονίκη ²2008.

Παπαγεωργίου Κ., Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο. Θεωρία καὶ Νομολογία, Θεσσαλονίκη 2013.

Τζιβάρα Π., Βενετοκρατούμενη Ζάκυνθος (1588-1594). Ἡ νομὴ καὶ ἡ διαχείριση τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸ Συμβούλιο τῶν 150, Ἐνάλιος, Αθήνα 2009.

Χιώτης Π., Ἱστορία τοῦ Ἰονίου Κράτους ἀπὸ συστάσεως αὐτοῦ μέχρι ἑνώσεως (ἔτη 1815-1864), τόμ. Α΄-Β’, Ἀθήνα 1874-1877 (ἀνατύπωση 1980).

 

  •  Ἰουστινιάνεια Νεαρά 111.1 (ἔτους 541): «…κελεύομεν, ὣστε ἐπὶ μὲν τῶν ὑποθέσεων ἃς πρὸ τούτου ἡ τῶν τριάκοντα ἐνιαυτῶν ἀπεκίνει παραγραφὴ, νῦν ταῖς σεπταῖς ἐκκλησίαις καὶ μοναστηρίοις καὶ ξενῶσιν, ἒτι γε μὴν καὶ ὀρφανοτροφείοις καὶ βρεφοκομείοις καὶ πτωχείοις ἡ τῶν τεσσαράκοντα ἐνιαυτῶν ἐπέκτασις ἐπαγέσθω… καὶ γὰρ ὡς εἲρηται ἐν μόναις ταῖς ὑποθέσεσιν τῶν σεπτῶν τόπων τὰ θεῖα συναλλάγματα τῷ μνημονευθέντι προνομίῳ τῶν μ’ ἐνιαυτῶν βουλόμεθα ἐναπολαύειν…».
  •  Ἰουστινιάνεια Νεαρά 131.6 (ἔτους 545): «Ἀντὶ δὲ τῶν χρονίων παραγραφῶν τῶν δέκα καὶ εἲκοσι καὶ τριάκοντα ἐνιαυτῶν ταῖς ἁγίαις ἐκκλησίαις καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι σεβασμίοις τόποις μόνην τὴν τῶν τεσσαράκοντα ἐνιαυτῶν παραγραφὴν ἀντιτίθεσθαι προστάττομεν· τούτου αὐτοῦ φυλαττομένου καὶ ἐν τῇ ἀπαιτήσει τῶν ληγάτων καὶ τῶν κληρονομιῶν τῶν εἰς εὐσεβεῖς αἰτίας καταλελειμμένων» (Βασιλικά 5.3.7.).

 

 
 
-----------------------------------------------------------

Παρατίθεται το πρόγραμμα της ΙΗ' Συνάντησης Ιστορικών του Δικαίου

 

 

 
 
 
 

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>