Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου του ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.

 

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ1

 

 

Εισαγωγικά

Η κορυφαία θέση την οποία κατέχει η θρησκευτική ελευθερία στον κατάλογο των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που αναγνωρίζει και προστατεύει ο σύγχρονος νομικός πολιτισμός, συνιστά αποτέλεσμα γεγονότων μείζονος ιστορικής σημασίας που έλαβαν χώρα στο δυτικό κόσμο, τόσο κατά τους μέσους αιώνες όσο και στην αυγή της νεωτερικής περιόδου (‘Αναγέννηση’). Η ανάγκη αυξημένης προστασίας του ιδιαίτερα ευάλωτου αυτού δικαιώματος, προέκυψε μέσα από την οδυνηρή εμπειρία που προκάλεσαν μακροχρόνιοι θρησκευτικοί πόλεμοι και απελευθερωτικά κινήματα της ευρωπαϊκής αλλά και αμερικανικής ηπείρου, όπως ήταν η Μεταρρύθμισηκαι η Αντιμεταρρύθμιση (16ος αι.), η σύγκληση της Συνόδου του Τριδέντου (1545),3 η ειρήνη της Αυγούστας (1555),4 ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) και η ειρήνη της Βεστφαλίας (1648).

Αλλά και στις ημέρες μας, τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο ότι η διασφάλιση της θρησκευτικής ελευθερίας συμβάλλει καθοριστικά στην ομαλή συμβίωση και την αρμονικότερη λειτουργία των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών. Και τούτο, διότι η αναβίωση του θρησκευτικού φαινομένου αναδεικνύει ακόμη και σήμερα τη θρησκεία ως έναν σημαντικό παράγοντα τρόπου ζωής και αντίληψης ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων. Πρόσθετο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι οι συνθήκες οικονομικής ανισότητας και κοινωνικής απομόνωσης υπό τις οποίες συχνά διαβιώνει το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών —οι οποίοι, σε αναζήτηση μίας καλύτερης ζωής, κατέκλυσαν κατά τις τελευταίες ιδίως δεκαετίες τα κράτη της Δύσης, διαμορφώνοντας τις σύγχρονες ανομοιογενείς κοινωνίες— τούς ωθούν συχνά σε μία αμυντικού χαρακτήρα αναδίπλωση στις οικείες θρησκευτικές κουλτούρες, με συνέπεια τη δημιουργία πολυάριθμων φονταμενταλιστικών θυλάκων.

Η περιχαράκωση, ωστόσο, στην οικεία εθνική και θρησκευτική παράδοση οξύνει ακόμη περισσότερο τις υπάρχουσες κοινωνικές διαφορές, αναδεικνύοντας επιτακτική την ανάγκη να ευρεθούν οι θεσμικά προσφορότεροι τρόποι για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και τον περιορισμό των ακραίων θρησκευτικών φαινομένων. Με τον τρόπο αυτό, θα απορροφηθούν ομαλότερα οι όποιες πολιτισμικές εντάσεις και θα εμπεδωθεί με ασφαλέστερο τρόπο η θρησκευτική και κοινωνική ειρήνη.5

Συστήματα Οικουμενικής και Περιφερειακής Προστασίας

Οι πρώτες ιστορικά επίσημες αναγνωρίσεις σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία περιέχονταν στη Διακήρυξη Δικαιωμάτων της Αμερικανικής Πολιτείας της Virginia (άρθ. 16, έτους 1776) καθώς και στο Ομοσπονδιακό Σύνταγμα των Η.Π.Α. (1787, τροποποιήθηκε το έτος 1791). Ακολούθησε το άρθ. 10 της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (1789), που αναγνώριζε την ανεξιθρησκεία. Σήμερα, η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται διεθνώς σε επίπεδο τόσο οικουμενικό όσο και περιφερειακό, με συνθήκες που έχουν καθιερώσει ένα πολυεπίπεδο σύστημα αποτελεσματικού ελέγχου.

Τα σπουδαιότερα κείμενα οικουμενικής σημασίας είναι ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (1945), η  Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και τα δύο Διεθνή Σύμφωνα του έτους 1966 (το πρώτο σχετικά με τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το δεύτερο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα). Τέλος, στην προστασία μεταξύ άλλων και του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, κατατείνουν οι Διακηρύξεις της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, αφενός του έτους 1981 «για την εξάλειψη όλων των μορφών μισαλλοδοξίας και διακρίσεων που βασίζονται στη θρησκεία ή την πεποίθηση», και αφετέρου του έτους 1992 περί των μειονοτήτων.

Παραλλήλως, από πλευράς περιφερειακής προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας, υπάρχουν σήμερα πέντε σχετικά νομικά συστήματα κατοχύρωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων:  τρία από αυτά καλύπτουν την Ευρώπη και ανά ένα την Αμερική και την Αφρική.6

Χάρτης Ηνωμένων Εθνών (1945)7

Σύμφωνα με το άρθ. 1 του Χάρτη, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν, μεταξύ άλλων, ως σκοπό να προάγουν το σεβασμό για τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ελευθερίες, χωρίς διάκριση λόγω φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας. Εντούτοις, στα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ο ΧΗΕ παρέχει μόνον αφορμές για συνεργασία μεταξύ των κρατών, χωρίς και να περιέχει διατάξεις αυτοδύναμης εφαρμογής, ούτε κατάλογο διεθνώς αναγνωριζομένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ελλιπή αυτή προστασία ήλθε να καλύψει η ίδρυση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (1946), με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων και κρατών μελών του ΟΗΕ. Κατά την ετήσια σύνοδό της στη Γενεύη, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο, διατυπώνει συστάσεις και αποφαίνεται για την ανάγκη καταδίκης ή βελτιώσεων. Καρπός των εργασιών της Επιτροπής υπήρξε η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), η Διακήρυξη για τη Θρησκευτική Ελευθερία (1981) και τα δύο Διεθνή Σύμφωνα (1966).8

Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948)9

Όπως ήδη σημειώθηκε, η ΟΔΔΑ υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και αποτελεί το πρώτο σημαντικό επίτευγμα της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Αν και η διεθνής νομική δεσμευτικότητα της ΟΔΔΑ έχει προκαλέσει διχογνωμίες, το παγκόσμιο πολιτικό και ηθικό της κύρος είναι αδιαμφισβήτητο. Στη θρησκευτική ελευθερία ειδικότερα αναφέρονται:

▪ το άρθ. 2, που αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο (χωρίς διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας κ.λπ.) το δικαίωμα να επικαλείται τις ελευθερίες της ΟΔΔΑ,

▪ το άρθ. 18, σύμφωνα με το οποίο κάθε άτομο έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται η ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, όπως και η ελευθερία εκδηλώσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή ιδιωτικά, με τη διδασκαλία ή τη λατρεία,

▪ το άρθ. 26, που διακηρύσσει ότι η εκπαίδευση πρέπει να προάγει την ανεκτικότητα και τη φιλία ανάμεσα σε όλα τα έθνη, τις φυλές και τις θρησκευτικές ομάδες, οι δε γονείς δικαιούνται να επιλέγουν το είδος της θρησκευτικής παιδείας που θα δώσουν στα παιδιά τους,

▪ το άρθ. 29, που υπογραμμίζει ότι το άτομο κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προβλέπουν οι νόμοι, με αποκλειστικό σκοπό να γίνονται τα δικαιώματα αυτά σεβαστά και να ικανοποιούνται οι δίκαιες απαιτήσεις της ηθικής, της δημόσιας τάξης και του γενικού καλού σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Διεθνή Σύμφωνα του έτους 1966

Το άρθ. 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα10 προστατεύει την ελευθερία επιλογής και εκδηλώσεως των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, ατομικά ή ομαδικά. Η ίδια διάταξη θέτει ως αναγκαία νόμιμα όρια στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της ηθικής, της υγείας καθώς και τις θεμελιώδεις ελευθερίες των άλλων κοινωνών.

Τέλος, από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα11 στεκόμαστε ιδιαίτερα στο άρθ. 2 § 1, που προστατεύει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα της θρησκευτικής ισότητας.

Νεότερα Οικουμενικά Κείμενα

Η Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την εξάλειψη όλων των μορφών μισαλλοδοξίας και διακρίσεων, που βασίζονται στη θρησκεία ή την πεποίθηση, θεσπίστηκε στις 25.11.1981. Το άρθ. 1 της Διακήρυξης επαναλαμβάνει τους ορισμούς του άρθ. 18 του πιο πάνω Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (1966). Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί στο άρθ. 2, το οποίο ορίζει ότι κανείς δεν επιτρέπεται, εξ αιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να καταστεί αντικείμενο διακρίσεων από μέρους οποιουδήποτε, ατόμου, θεσμού ή κράτους.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Διακήρυξης, οι διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων για λόγους θρησκευτικούς ή συνειδησιακούς προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και περιφρονούν τις αρχές του ΧΗΕ. Για το λόγο αυτό, οι ανωτέρω διακρίσεις είναι καταδικαστέες, ως παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, που προστατεύονται από την ΟΔΔΑ.

Το άρθ. 4 προβλέπει ότι όλα τα κράτη οφείλουν να λάβουν δραστικά μέτρα για την πρόληψη και τον περιορισμό κάθε διακρίσεως εξ αιτίας της θρησκείας ή των πεποιθήσεων κατά την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων σε όλους τους τομείς του αστικού, οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού βίου.

Τέλος, το άρθ. 6 της Διακηρύξεως του 1981 προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης, της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, καλύπτοντας με το κύρος του την ελευθερία τελέσεως λατρευτικών πράξεων σε ειδικούς για το σκοπό αυτό χώρους, εκδόσεως και διανομής θρησκευτικού περιεχομένου δημοσιευμάτων, θρησκευτικής διδασκαλίας σε πρόσφορους χώρους, θρησκευτικής εκπαιδεύσεως καθώς και τηρήσεως των αργιών, των εορτών και των τελετών, σύμφωνα με τις επιταγές κάθε θρησκείας ή πεποιθήσεως.

Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1950)12

Το σημαντικότερο σύστημα περιφερειακής ευρωπαϊκής προστασίας, περιέχεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση «για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» (ΕΣΔΑ). Η ΕΣΔΑ υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4.11.1950, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του νεοσύστατου τότε Συμβουλίου της Ευρώπης, σήμερα δε ισχύει μεταξύ των κρατών μελών του. Η ΕΣΔΑ συμπληρώνεται από δέκα τρία Πρωτόκολλα, προβλέποντας έναν άρτιο μηχανισμό ελέγχου ως προς την εφαρμογή των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει τα κράτη για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κύρια χαρακτηριστικά της ΕΣΔΑ πρέπει να θεωρηθούν, αφενός μεν η εξαγγελία δικαιωμάτων της λεγόμενης πρώτης γενεάς (ατομικά και πολιτικά), αφετέρου δε ότι τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται νομικά με μηχανισμούς διεθνούς ελέγχου, που παρέχουν δυνατότητες ατομικής προσφυγής.

Ειδικότερα, η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και των επί μέρους εκδηλώσεών της επιτυγχάνεται κυρίως με το άρθρο 9, που ορίζει τα εξής:

Άρθρον 9

1.Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.

2.Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθ. 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου των Παρισίων (που θεσπίσθηκε στις 20 Μαρτίου του 1952), κανείς δεν μπορεί να στερηθεί του δικαιώματός του να εκπαιδευθεί, κάθε δε κράτος, κατά την άσκηση των καθηκόντων που αναλαμβάνει στο πεδίο της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως, οφείλει να σέβεται το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την μόρφωση και εκπαίδευση αυτή, σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες όψεις της θρησκευτικής ελευθερίας προστατεύονται και από άλλα άρθρα της ΕΣΔΑ, όπως είναι τα άρθρα 5 (δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια), 6 (δικαίωμα σε πρόσβαση σε δικαστήριο), 8 (δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και της προσωπικής ζωής), 10 (ελευθερία της έκφρασης), 11 (ελευθερία της συνένωσης), Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο (προστασία της ιδιοκτησίας).

Η ΕΣΔΑ ερμηνεύεται κατά κύριο λόγο και εφαρμόζεται από τα αρμόδια διοικητικά και δικαστικά όργανα του κάθε κράτους. Πέραν όμως αυτών, ως το κυριότερο όργανο ελέγχου για την εφαρμογή της ΕΣΔΑ αναγνωρίζεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), με έδρα το Στρασβούργο.13 Κάθε κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης διαθέτει στο ΕΔΔΑ έναν δικαστή. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από προσφυγή, που μπορεί να ασκήσει οποιοδήποτε (φυσικό ή νομικό) πρόσωπο ή ομάδα προσώπων, εφόσον θίγεται από την παραβίαση της ΕΣΔΑ. Υπογραμμίζεται, ότι για να θεωρηθεί τυπικά παραδεκτή η προσφυγή, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν εξαντληθεί τα ένδικα μέσα που προβλέπει η εσωτερική του κράτους έννομη τάξη. Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ είναι δημόσια, προφορική, γραπτή και κατ’ αντιμωλία. Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της παραβιάσεως, με αιτιολογημένη του και δεσμευτική για τα κράτη απόφαση, που κοινοποιείται προς την Επιτροπή των Υπουργών για την επίβλεψη της εκτέλεσής της.

Η έκδοση περισσότερων καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ σε βάρος ενός κράτους, ιδίως όταν αυτές αφορούν τα ίδια ζητήματα, συνιστά απόδειξη ότι το κράτος αυτό υστερεί, σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, στην προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και οφείλει να εναρμονισθεί με νομοθετικούς και άλλους τρόπους και μέσα, η επιλογή όμως των οποίων αφήνεται στην πρωτοβουλία του ίδιου του διάδικου κράτους (άρθ. 46 § 1 ΕΣΔΑ).

Εφαρμόζοντας το άρθ. 9, το ΕΔΔΑ έχει μέχρι σήμερα διαπλάσσει ερμηνευτικά τις εξής νομολογιακές αρχές, που θεωρούνται κανόνας αναφοράς για τις νομοθεσίες των κρατών μελών:

1.- Η ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας. Η θρησκευτική της διάσταση συγκαταλέγεται στα πλέον ουσιώδη στοιχεία της προσωπικής ταυτότητας και της κοσμοαντίληψης των πιστών. Συγχρόνως, η θρησκευτική ελευθερία συνιστά πολύτιμο αγαθό και για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους σκεπτικιστές ή τους αδιάφορους. Αφορά τον πλουραλισμό, που κατακτήθηκε με θυσίες στη διάρκεια των αιώνων, ως πεμπτουσία της δημοκρατικής κοινωνίας.

2.- Εκδήλωση της θρησκευτικής ελευθερίας είναι και η ελευθερία εκδηλώσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων (ατομικά ή συλλογικά, ιδιωτικά ή δημόσια). Η εκδήλωση αυτή μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως τη λατρεία, την εκπαίδευση, την κάθε νόμιμη μορφή ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων. Πάντως, δεν προστατεύεται οποιαδήποτε πράξη δικαιολογείται ή εμπνέεται από μια θρησκεία ή πεποίθηση.

3.- Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται τόσο στη θετική, όσο και στην αρνητική της μορφή, δηλαδή ως δικαίωμα να ανήκει κανείς ή να μην ανήκει σε μια θρησκεία, να την ασκεί πρακτικά ή όχι.

4.- Θεμελιώδης είναι η παραδοχή ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία συνυπάρχουν πολλές θρησκείες. Συνεπώς, η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας μπορεί να συνοδεύεται από περιορισμούς κατάλληλους να συμβιβάσουν τα συμφέροντα των διαφόρων ομάδων και να εξασφαλίσουν το σεβασμό των πεποιθήσεων του καθενός.

5.- Κατά τη ρύθμιση αυτή, το Κράτος οφείλει να παραμένει ουδέτερο και αμερόληπτο. Ρόλος των εθνικών αρχών δεν είναι να αντιμετωπίσουν τις γενεσιουργές αιτίες των (ενδεχόμενων) συγκρούσεων καταργώντας την πολυφωνία, αλλά να διασφαλίσουν ότι οι αντιτιθέμενες ομάδες θα σέβονται και θα ανέχονται η μια την άλλη.

6.- Το Κράτος δεν μπορεί να ελέγχει τη ‘νομιμότητα’ των θρησκευτικών πεποιθήσεων ή τον τρόπο με τον οποίον αυτές εκφράζονται. Όταν μια θρησκευτική κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη, το κράτος δεν μπορεί να λαμβάνει μέτρα που να ευνοούν τη μία πλευρά ή να επιβάλει ενιαία ηγεσία.

7.- Το δικαίωμα των πιστών στη θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει και το σεβασμό του δικαιώματος συνένωσης των πιστών, χωρίς αυθαίρετες επεμβάσεις του Κράτους. Η αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση του πλουραλισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία.

8.- Θα πρέπει να αναγνωρίζεται στις θρησκευτικές κοινότητες η δυνατότητα δικαστικής προστασίας των ιδίων, των μελών τους και της περιουσίας τους.

9.- Η αναγνώριση επικρατούσας θρησκείας (Ελλάδα) ακόμα και κρατικής εκκλησίας (Μεγάλη Βρετανία, Δανία) δεν είναι αντίθετη στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αρκεί αυτό να μην συνεπάγεται αδικαιολόγητες διακρίσεις εναντίον όσων δεν ανήκουν σε αυτές.

Κατάλογος των ελληνικού ενδιαφέροντος υποθέσεων που κρίθηκαν από το ΕΔΔΑ, με μνεία του περιεχομένου τους, καταχωρείται στο τέλος του κειμένου

Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1975)

Σύμφωνα με την Τελική Πράξη της Διασκέψεως Ασφαλείας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (όπως είναι ο πλήρης τίτλος της), τα συμμετέχοντα κράτη οφείλουν να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες μαζί με την ελευθερία σκέψης, συνείδησης, θρησκείας ή πίστης για όλους. Οφείλουν επιπλέον να προάγουν και ενθαρρύνουν την αποτελεσματική άσκηση των αστικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και άλλων δικαιωμάτων και ελευθεριών που πηγάζουν από τη φυσική στον άνθρωπο αξιοπρέπεια κι είναι απαραίτητες για την ελεύθερη και πλήρη ανάπτυξή του. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη που συμμετέχουν στο Σύμφωνο υποχρεούνται να αναγνωρίζουν και να σέβονται την ελευθερία του ατόμου να ακολουθεί οποιαδήποτε θρησκεία ή πίστη, ανάλογα με τις επιταγές της συνείδησής του.

Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2000/C.364/01, EE C.364/1/18.12.2000)14

Υπεγράφη κατά τις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που συγκλήθηκε στη Νίκαια της Γαλλίας στις 7.12.2000. Το κείμενο του ΧΘΔ, επειδή ενισχύει το ρόλο και τα δικαιώματα των πολιτών της Ευρώπης, ενσωματώθηκε στο ‘Ευρωπαϊκό Σύνταγμα’, ώστε οι ρυθμίσεις του, όταν κάποτε το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα εγκριθεί, να καταστεί απολύτως δεσμευτικός. 

Ειδικότερα, στον ΧΘΔ περιλαμβάνονται:

▪ το άρθ. 10 («Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας)», που προβλέπει ότι:

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται την ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεών του, ατομικά ή συλλογικά, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, με τη λατρεία, την εκπαίδευση, την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τις τελετές.

2. Το δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή του.

Προβαίνοντας σε μια σύγκριση των διατάξεων του ΘΧΔ με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, παρατηρούμε ότι ο πρώτος εμπεριέχει όλα τα προστατευόμενα από την ΕΣΔΑ δικαιώματα, με τη διαφορά ότι οι διατάξεις του είναι περισσότερο λιτές και γενικές από εκείνες της δεύτερης.

▪ το άρθ. 21 § 1 («Απαγόρευση διακρίσεων)», που ορίζει ότι: 
1. Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
▪ το άρθ. 22 («Πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία)», σύμφωνα με το οποίο: «Η Ένωση σέβεται την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία».
Προβαίνοντας σε μια σύγκριση των διατάξεων του ΘΧΔ με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, παρατηρούμε ότι ο πρώτος εμπεριέχει όλα τα προστατευόμενα από την ΕΣΔΑ δικαιώματα, με τη διαφορά ότι οι διατάξεις του είναι περισσότερο λιτές και γενικές από εκείνες της δεύτερης.
 

Συνθήκες του Άμστερνταμ (1999) και της Λισαβόνας (2007)

Πέραν, όμως, των τριών ανωτέρω συστημάτων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αναφορά στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας ανευρίσκουμε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999),15 η οποία τροποποίησε την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ιδρυτικές Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Σύμφωνα λοιπόν με την με αριθμό 11 «Δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων», την οποία με το άρθ. 17 υιοθέτησε η Διάσκεψη του Άμστερνταμ: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται με τον ίδιο τρόπο το καθεστώς των φιλοσοφικών και μη ομολογιακών ενώσεων».

Τέλος, με το άρθ. 6 της Συνθήκης της Λισαβόνας (2007) ―κυρώθηκε από ελληνικής πλευράς με το N. 3671/2008― προβλέφθηκε ότι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προσχωρούν στην ΕΣΔΑ.

 

Ελληνικές Υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΔΑ για την Προστασία της Θρησκευτικής Ελευθερίας

[Άρθρο 9 ΕΣΔΑ]

Κοκκινάκης κατά Ελλάδας (απόφαση της 25-5-1993): Η ποινικοποίηση του αθέμιτου προσηλυτισμού (άρθ. 4 Α.Ν. 1363/1938) δεν παραβιάζει την ΕΣΔΑ, πρέπει όμως οι σχετικές καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις να προσδιορίζουν με σαφήνεια τα αθέμιτα μέσα που τυχόν χρησιμοποιήθηκαν. Υπήρξε παραβίαση του άρθ. 9 ΕΣΔΑ, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η καταδίκη του αιτούντα ήταν δικαιολογημένη από πιεστική κοινωνική ανάγκη ή ότι αποτέλεσε μέτρο αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων [όμοια και η υπόθεση Λαρίσης και λοιποί κατά Ελλάδας (απόφαση της 24-2-1998)].16

Ι. Μονές κατά Ελλάδας (Α΄ απόφαση: 9-12-1994, Β΄ απόφαση: 1-9-1997):Οι διατάξεις των Ν. 1700/1987 και Ν. 1811/1988 παραβιάζουν το δικαίωμα όσων Ι. Μονών δεν συμφώνησαν στην εφαρμογή τους για την ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους. Υπήρξε παραβίαση του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το δικαίωμα των φυσικών και νομικών προσώπων στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους, αποτρέποντας τη στέρησή της.17

Μανουσάκης κατά Ελλάδας (απόφαση της 26-9-1996):Η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, όπως αυτή προστατεύεται από το άρθ. 9 ΕΣΔΑ, περιλαμβάνει και το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών σε ναό ή ευκτήριο οίκο. Οι περιορισμοί που τίθενται όσον αφορά την ίδρυση και λειτουργία ενός ναού ή ευκτήριου οίκου, δεν επιτρέπεται να είναι πέραν των προβλεπόμενων από το νόμο, αυτοί δε να αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία, για λόγους διασφάλισης της δημοσίας τάξης, των χρηστών ηθών ή των δικαιωμάτων των άλλων. Η λήψη επί πλέον μέτρων από την ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1363/1938, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ευκτήριου οίκου σε μέλη μάς θρησκευτικής μειονότητας, συνιστά παράβαση του άρθ. 9 ΕΣΔΑ, διότι επιτρέπει διακρίσεις εις βάρος ομάδος πολιτών εξ αιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Η ποινική καταδίκη για την ίδρυση ή θέση σε λειτουργία ναού ή ευκτήριου οίκου χωρίς την άδεια του κράτους, αντίκειται στην ΕΣΔΑ, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό, ούτε αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.18

Ευστρατίου κατά Ελλάδας (απόφαση της 18-12-1996) - Βαλσάμης και λοιποί κατά Ελλάδας (απόφαση της 18-12-1996): Δεν αποτελεί στέρηση του δικαιώματος των γονέων να διαμορφώνουν την αγωγή των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (άρθ. 2 Πρώτου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ), ούτε συνιστά παραβίαση του δικαιώματός τους στη θρησκευτική ελευθερία (άρθ. 9 ΕΣΔΑ), η υποχρεωτική από το νόμο συμμετοχή των τέκνων τους στις μαθητικές παρελάσεις.
Πεντίδης και λοιποί κατά Ελλάδας (απόφαση της 19-3-1997): Η ποινική καταδίκη για την ίδρυση ή θέση σε λειτουργία ναού ή ευκτήριου οίκου χωρίς την άδεια του κράτους (Α.Ν. 1363/1938, Β.Δ. της 20-5/2-6-1939), παραβιάζει το άρθ. 9 ΕΣΔΑ περί της θρησκευτικής ελευθερίας.
 

Καθολική Εκκλησία ‘Παναγία των Χανίων’ κατά Ελλάδας (απόφαση της 16-12-1997):Οι θρησκευτικές κοινότητες, ανεξάρτητα από τη νομική τους προσωπικότητα, είναι σε κάθε περίπτωση υποκείμενα των δικαιωμάτων που εγγυάται η ΕΣΔΑ, τα οποία μπορούν να ασκούνται στο όνομα των πιστών ή των μελών τους. Στην περίπτωση της Καθολικής Εκκλησίας Χανίων, περιορίστηκε το δικαίωμα προσφυγής σε ένα δικαστήριο, που κατοχυρώνεται με το άρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ. Η αιτούσα, όπως και όλες οι άλλες Εκκλησίες που υπήρχαν στην Ελλάδα πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, έχει μία νομική προσωπικότητα sui generis.19

Θλιμμένος κατά Ελλάδας (απόφαση της 6-4-2000):Ο μη διορισμός στο Δημόσιο του προσφεύγοντα, επειδή αυτός είχε καταδικασθεί ως θρησκευτικός αντιρρησίας συνείδησης, είναι αντίθετος στα άρθ. 9 και 14 ΕΣΔΑ.20

Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδας (απόφαση της 21-2-2008):Η θρησκευτικού χαρακτήρα ορκοδοσία παραβιάζει την ‘αρνητική’ θρησκευτική ελευθερία του ατόμου (άρθρα 13 Συντ., 1 και 2 Κώδικα περί Δικηγόρων, 9 ΕΣΔΑ). 

Δημητράς και λοιποί κατά Ελλάδας (απόφαση της 8-1-2013∙ βλ. και ανωτέρω υπόθεση Αλεξανδρίδης).Οι προσφεύγοντες ως μέλη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι ―μίας μη κυβερνητικής οργάνωσης, που δραστηριοποιείται στο πεδίο της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων― συμμετείχαν ως μάρτυρες, εγκαλούντες ή ύποπτοι τέλεσης ποινικών αδικημάτων σε σειρά ποινικών διαδικασιών, οι οποίες παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών, οι προσφεύγοντες έπρεπε να ορκιστούν, σύμφωνα με το άρθ. 218 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αρμόδια δικαστική αρχή καλούσε τους προσφεύγοντες να θέσουν το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να ορκιστούν. Οι προσφεύγοντες επεσήμαιναν ότι δεν ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και/ή ότι δεν επιθυμούσαν να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του και ότι προτιμούσαν να δώσουν πολιτικό όρκο. Δυνάμει του άρθ. 220 ΚΠΔ, το αρμόδιο δικαστικό όργανο έκανε κάθε φορά δεκτό το αίτημά τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια εξέτασης που δεν απαιτούσε ορκοδοσία, οι προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να δηλώσουν ότι είναι άθεοι, ή γενικότερα μη ορθόδοξοι, προκειμένου να ζητήσουν τη διόρθωση της ένδειξης «χριστιανός ορθόδοξος» επί του τυποποιημένου πρακτικού εξέτασης. Έτσι, οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι πολυάριθμες φορές, κατά τις διαδικασίες ορκοδοσίας ενώπιον των δικαστικών αρχών, αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της μη αποκαλύψεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων (άρθ. 9 ΕΣΔΑ), καθώς οι προσφεύγοντες, επειδή είχαν θεωρηθεί καταρχάς χριστιανοί ορθόδοξοι από τα αρμόδια δικαστήρια, χρειάστηκε στη συνέχεια να αναφέρουν, είτε στο ακροατήριο είτε  κεκλεισμένων των θυρών, ότι δεν ανήκαν σε αυτή τη θρησκεία και, ορισμένες φορές, ότι ήταν άθεοι ή άλλης θρησκείας, προκειμένου να γίνει η διαγραφή του τυποποιημένου κειμένου περί της ορκοδοσίας στα πρακτικά. Το δικονομικό αυτό μέτρο δεν είναι κατ’ αρχάς αιτιολογημένο και ανάλογο προς τον διωκόμενο σκοπό.

 

 

 

 


[1] Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συντομευμένη επεξεργασία λεπτομερέστερου ομότιτλου Κεφαλαίου από το βιβλίο του συγγραφέα, με τίτλο :Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Θεωρία και Νομολογία, Σειρά: ‘Bibliotheca Juris 1’, Θεσσαλονίκη 2013

[2] Το θρησκευτικό αυτό κίνημα του 16ου αι., επεδίωξε την ιδεολογική απελευθέρωση της Δυτικής Ευρώπης από την καταθλιπτική καταδυνάστευση που τής είχε επιβάλλει ο παπισμός. Αφορμή της Μεταρρύθμισης στάθηκε η απώλεια μεγάλου μέρους του ηθικού κύρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, με την εξάπλωση φαινομένων πνευματικής ανεπάρκειας, καθώς και ηθικής ή οικονομικής διαφθοράς (λογοκρισία, συγχωροχάρτια, Ιερά Εξέταση, κ.ά.). Η προσπάθειά της για τον ιδεολογικό εκφοβισμό και έλεγχο των πιστών μέσω της διαρκούς απειλής του ‘μεταφυσικού κακού’, δεν μπόρεσε να ανακόψει τη δημιουργία και διόγκωση του αντίπαλου θρησκευτικού ρεύματος της Διαμαρτυρήσεως, με ηγέτες τους Μαρτίνο Λούθηρο (Γερμανία, 1517) Ιωάννη Καλβίνο και Ούλριχ Ζβίγγλιο.

[3] Σύνοδος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που σηματοδότησε την απαρχή μίας εκ των έσω γενικότερης προσπάθειας ηθικής και πνευματικής αναβαθμίσεώς της.

[4] Μετά από έναν γενικευμένο θρησκευτικό πόλεμο, με την ειρήνη της Αυγούστας ο Λουθηρανισμός αναγνωρίζεται ως νόμιμος και δίνεται το δικαίωμα σε κάθε ηγεμόνα να επιβάλλει στο κράτος του το δόγμα που ο ίδιος επιθυμεί (cujus regio, ejus religio).

[5] Για τις θρησκευτικές-πολιτισμικές συγκρούσεις στη δημόσια σφαίρα των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, ιδίως αναφορικά με το ζήτημα της περιβολής της ισλαμικής μαντίλας στο δημόσιο σχολείο, βλ. Χριστίνα Δεληγιάννη-Δημητράκου, Συγκριτικό δίκαιο και νομικός πλουραλισμός, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, 93 επ.˙ Γ. Καραβοκύρης, «Η laïcité σε κρίση: υπόθεση ‘Foulard Islamique’ (1989-2004)», Δικαιώματα του Ανθρώπου 2006, 162 επ.˙ Σ. Καλογήρου, «Η χρήση θρησκευτικών συμβόλων στα γαλλικά σχολεία. Η υπόθεση της ισλαμικής μαντίλας στο σχολείο», Δικαιώματα του Ανθρώπου 2006, 77 επ.˙ Α. Τράντα, «Η ισλαμική μαντίλα. Παρουσίαση και σχολιασμός της σχετικής απόφασης του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου», Δικαιώματα του Ανθρώπου 2006, 563 επ.

[6] Εκτενέστερα περί αυτών, βλ. Παρούλα Νάσκου-Περάκη, Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου. Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική, ‘Δημοσιεύματα Έδρας Unesco Πανεπιστημίου Μακεδονίας αριθμ. 3’, Αθήνα-Κομοτηνή 2008˙ Εμμ. Ρούκουνας, Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Αθήνα 1995.

[7] Ο ΧΗΕ υπογράφτηκε από τα 49 αρχικά ιδρυτικά κράτη-μέλη του ΟΗΕ (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) στις 26-6-1945 στον Άγιο Φραγκίσκο των ΗΠΑ, με βασική επιδίωξη τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης. Κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον Α.Ν. 585/1945, «περί κυρώσεως του εν Αγίω Φραγκίσκω υπογραφέντος Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών» (ΕτΚ Α΄ 242/1945).

[8] Στις 20.12.1993, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε την ίδρυση στη Γενεύη Γραφείου Ύπατου Αρμοστή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με σκοπό το συντονισμό των ενεργειών για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, μέσα στο θεσμικό σύστημα των Ηνωμένων Εθνών. Ο Ύπατος Αρμοστής έχει βαθμό βοηθού Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και προΐσταται του Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εκτός από τον Ύπατο Αρμοστή, μια σειρά ακόμη οργάνων των Ηνωμένων Εθνών ασχολούνται με διάφορες δράσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων(όπως ενδεικτικά είναι η Γενική Συνέλευση, το Συμβούλιο Ασφαλείας και η Γραμματεία των ΗΕ.

[9] Αν και μέχρι σήμερα δεν έχει κυρωθεί με νόμο της ελληνικής Βουλής (όπως προβλέπει το άρθ. 28 § 1 Συντ.), η ΟΔΔΑ θεωρείται τμήμα του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Βλ. Καλλιόπη Κούφα (επιμ.), 50 χρόνια της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948-1998), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, 15-16 Μαΐου 1998, Ινστιτούτο Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου & Διεθνών Σχέσεων, Θεσσαλονίκη 1999· Π. Παραράς, Η νομική φύση της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,  Δίκη 34 (2003) 389-397· Σ. Περράκης (επιμ.), 60 χρόνια Ηνωμένα Έθνη. Προκλήσεις και προοπτικές, Αθήνα 2006.

[10] Ν. 2462/1997, «Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου», (ΕτΚ Α΄ 25/1997).

[11] Ν. 1532/1985, «Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα», (ΕτΚ Α΄ 45/1985).

[12] Κυρώθηκε από ελληνικής πλευράς, για πρώτη φορά, με το Ν. 2329/1953, (ΕτΚ Α΄ 68), και για δεύτερη, μετά την πτώση της δικτατορίας, με το Ν.Δ. 53/1974, «περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης Συμβάσεως ‘δια την προάσπισιν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών’, ως και του Προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952» [ΕτΚ Α΄ 256/20-9-1974]. Από την πιο προσιτή βιβλιογραφία, βλ. ιδίως: Γ. Κτιστάκις, Θρησκευτική ελευθερία και ΕΣΔΑ, Αθήνα 2004· Κ. Χρυσόγονος, Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη. Οι ελληνικές δυσχέρειες προσαρμογής στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Αθήνα 2001.  

[13] Μ. Κλάδου-Ευσταθοπούλου, «Το νέο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», ΔτΑ 5 (2000) 87-114· F. Matscher, «Το νέο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», Δίκη 31 (2000) 551-566.

[14] Ε. Σαχπεκίδου (επιμ.), Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασικά κείμενα, Θεσσαλονίκη 62005, 313-332· Π. Στάγκος, «Προς ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα: κράτος δικαίου, θεμελιώδη δικαιώματα, ιδιότητα του ‘πολίτη της Ένωσης’», σε: Κ. Στεφάνου, Α. Φατούρος, Θ. Χριστοδουλίδης (επιμ.), Εισαγωγή στις Ευρωπαϊκές Σπουδές, τόμ. Α΄: Ιστορία, Θεσμοί και Δίκαιο, Αθήνα 2001, 403-443.

[15] Ν. 2691/1999, «Κύρωση της Συνθήκης του Άμστερνταμ που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις, καθώς και των σχετικών πρωτοκόλλων και των δηλώσεων που περιλαμβάνονται στην Τελική Πράξη» (ΕτΚ Α΄ 47/12.3.1999). Π. Ιωακειμίδης, Η Συνθήκη του Άμστερνταμ. Νέο πρότυπο ολοκλήρωσης ή σύμπτωμα απο-ολοκλήρωσης;, Αθήνα 1998.

[16] Υπεράσπιση 4 (1994) 158-194, με παρατ. Ι. Μυλωνά· Α. Φλιου-Πατσαντάρα, «Το αδίκημα του προσηλυτισμού στο ΕΔΔΑ», ΤοΣ 19 (1993) 821-833.

[17] ΝοΒ* 44 (1996) 287-305.

[18] ΤοΣ* 4 (1997) 1013-1027, με σημ. Α. Φίλιου-Πατσαντάρα.

[19] Δίκη 29 (1998) 567-578, με παρατ. Κ. Μπέη και Γ. Κτιστάκι.

[20] ΠοινΔνη* 4 (2001) 41-46.

 

*ΝοΒ            Νομικό Βήμα

 ΤοΣ            Το Σύνταγμα

 ΠοινΔνη     Ποινική Δικαιοσύνη

 

 

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>