Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος - Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου ΑΠΘ

Ο Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου είναι δικηγόρος και Επίκουρος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου στο ΑΠΘ με σημαντικό συγγραφικό έργο. Διατελεί επίσης, μέλος του ΔΣ της Νομικής Επιτροπής ΑΠΘ, καθώς και του ΔΣ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 
ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Με αφορμή τη ΣτΕ 131/2014
 
 
1. Το υπηρεσιακό καθεστώς που διέπει το υπαλληλικό προσωπικό των πάσης φύσεως ΝΠΔΔ της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποτελεί –σύμφωνα με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθ. 42 Ν. 590/1977 (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος1)- αντικείμενο ρύθμισης ειδικότερων Κανονισμών, που εκδίδονται από την οικεία Ι. Σύνοδο. Με ενεργοποίηση της εξουσιοδοτικής διάταξης της § 2 του ίδιου άρθρου, εκδόθηκε ο εκτενέστατος (156 άρθρα) Κανονισμός 5/1978, «περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (ΚΕΥ).2
2. Η εξουσιοδότηση αυτή προέβλεπε να ρυθμισθούν -κατά τρόπο ανάλογο προς όσα προβλέπει ο κοινός Υπαλληλικός Κώδικας για τους εν γένει υπαλλήλους και- όσα αφορούν στα προσόντα, διορισμό, προαγωγή, μετάθεση ή μετάταξη, χορήγηση αδειών, πειθαρχική δίωξη κ.λπ. του εκκλησιαστικού υπαλληλικού προσωπικού.
3. Στις διατάξεις του ΚΕΥ υπάγονται: (α) οι τακτικοί, οι επί θητεία και οι μετακλητοί υπάλληλοι του συνόλου των εκκλησιαστικών ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως κληρικών, μοναχών ή λαϊκών,3 (β) όσοι προσλαμβάνονται από τα ίδια ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (103 §§ 2-3 Συντάγματος),4 για γραμματειακή υποστήριξη, καθαριότητα, συντήρηση κτιρίων κ.λπ.,5 (γ) οι υπάλληλοι των γραφείων της Συνόδου και των μονών, καθώς και οι ιεροκήρυκες.6
4. Αντίθετα, στις διατάξεις του ΚΕΥ δεν υπάγονται κατ’ αρχάς οι πρεσβύτεροι και διάκονοι των πάσης φύσεως ναών,7 οι ιεροψάλτες,8 οι νεωκόροι9  καθώς και το προσωπικό που υπηρετεί στην εκκλησιαστική εκπαίδευση (άρθ. 1 § 2, εδ. γ΄ ΚΕΥ).
5. Οι διατάξεις του ΚΕΥ ισχύουν λοιπόν σήμερα και εφαρμόζονται ως ειδικό δίκαιο (lex specialis) έναντι του γενικού υπαλληλικού δικαίου.10 Οι λόγοι εισαγωγής του ειδικού αυτού υπαλληλικού καθεστώτος ανάγονται -όπως δέχεται και η νομολογία- στην ιδιοτυπία που εμφανίζουν ως προς την οργάνωση, τη λειτουργία, κυρίως όμως τους επιδιωκόμενους θρησκευτικούς και κοινωνικούς σκοπούς τους τα εκκλησιαστικά ΝΠΔΔ.11 Οι ρυθμίσεις αυτές προσιδιάζουν, κατά την ίδια γνώμη, στο αυτοκέφαλο και αυτοδιοίκητο καθεστώς της Εκκλησίας της Ελλάδος και των νομικών της προσώπων. 12 Ωστόσο, όπως προβλέπεται από το άρθ. 154 § 5 ΚΕΥ, ως προς κάθε ζήτημα για το οποίο δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση από τον ΚΕΥ, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι αντίστοιχες διατάξεις τού (εννοείται εκάστοτε ισχύοντος) Υπαλληλικού Κώδικα, «όστις επί πλέον εν αμφιβολία και κατισχύει». 
6. Για την ακριβέστερη εφαρμογή των διατάξεων του ΚΕΥ αλλά και την κρίση όλων των υπηρεσιακής φύσεως θεμάτων των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, προβλέπεται η λειτουργία κεντρικών τριμελών υπηρεσιακών συμβουλίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Καν. 23/1982 (όπως αυτός αναμόρφωσε σχεδόν πλήρως το αρχικό άρθ. 2 Καν. 5/1978).13 Με ανάλογες αρμοδιότητες, ως δευτεροβάθμιο όμως όργανο, λειτουργεί το Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Εκκλησίας (ΑΥΣΕ), σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του Καν. 3/1977.14
7. Πειθαρχικό δίκαιο περιέχουν οι διατάξεις των άρθρων 92-126 ΚΕΥ, αφορώντας σε πειθαρχικά αδικήματα και ποινές, την εξάλειψη του αξιόποινου, τη σχέση πειθαρχικής προς ποινική δίκη, συρροή ποινών, πειθαρχικές δικαιοδοσίες και διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, οι υπάλληλοι που καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του ΚΕΥ, υπάγονται στη δικαιοδοσία υπηρεσιακών συμβουλίων, τα οποία λειτουργούν και ως πρωτοβάθμια πειθαρχικά όργανα για τον έλεγχο των παραπτωμάτων των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, με αρμοδιότητα να επιβάλλουν κάθε προβλεπόμενη από τον ΚΕΥ πειθαρχική ποινή, μέχρι και την οριστική παύση. Οι αποφάσεις των πειθαρχικών αυτών συμβουλίων εφεσιβάλλονται ενώπιον του προαναφερθέντος ΑΥΣΕ, ως δευτεροβαθμίου πειθαρχικού οργάνου (άρθ. 124 ΚΕΥ). Αλλά και μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω πειθαρχικής διαδικασίας, ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε με την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης δικαιούται να προσφύγει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθ. 103 §§ 4 και 6 Συντ.).
8. Ως γνωστόν, η ειδική εξουσιαστική σχέση υπό την οποία τελούν οι διοικητικοί υπάλληλοι έναντι της Διοικήσεως, τους ευρύτερους ή στενότερους σκοπούς της οποίας αποδέχθηκαν να υπηρετούν, συνεπάγεται γι’ αυτούς σειρά αυξημένων καθηκόντων, με αντίστοιχους περιορισμούς των ατομικών τους ελευθεριών.15 Οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι, ειδικότερα, ορίζονται από το άρθ. 30 § 1 Καν. 5/1978 ως εκτελεστές της θελήσεως του νομικού προσώπου το οποίο υπηρετούν, οφείλοντας να ‘εκτελούν ευσυνειδήτως τα καθήκοντά τους’. Πιο συγκεκριμένα, κάθε εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει μεταξύ άλλων: (α) Νομιμοφροσύνη στη συνταγματική και λοιπή έννομη τάξη16 και νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών, (β) ‘Υπακοή’ στις υπηρεσιακές εντολές των ιεραρχικά προϊσταμένων του, ακόμη και αν αυτός τις θεωρεί παράνομες, δικαιούμενος στην περίπτωση αυτή να ενημερώσει εγγράφως για την αντίθετη γνώμη του (άρθ. 32 ΚΕΥ),17 (γ) ‘Εχεμύθεια’ ως προς τα γεγονότα ή τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (άρθ. 33 ΚΕΥ), (δ) ‘Πολιτική αμεροληψία’ ή ‘πολιτική ουδετερότητα’, (ε) Μη συμμετοχή σε εμπορικές εταιρείες.
9. Η υποχρέωση υπακοής των εκκλησιαστικών υπαλλήλων (άρθ. 32 ΚΕΥ) στις υπηρεσιακές διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων τους, αποτελεί συνεπή εκδήλωση της ιεραρχικής διάρθρωσης του εκκλησιαστικού οργανισμού –που συχνά μάλιστα εμφανίζει μεγαλύτερη συνεκτικότητα στη δομή και λειτουργία του, εν σχέσει προς άλλα ΝΠΔΔ ή διοικητικούς οργανισμούς. Με την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, επιτυγχάνεται η ομαλότερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. Άρνηση υπακοής του εκκλησιαστικού υπαλλήλου να εκτελέσει μία νόμιμη υπηρεσιακή εντολή, συνιστά παράβαση καθήκοντος, που δικαιολογεί την επιβολή των πειθαρχικών κυρώσεων οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθ. 92 επ. ΚΕΥ. 
10. Όρια της υποχρεώσεως υπακοής, είναι οι πραγματικές και νόμιμες ανάγκες του εκκλησιαστικού οργανισμού. Ως προς το κλασικό ερώτημα που απασχολεί τη θεωρία του διοικητικού δικαίου, δηλαδή το τι πρέπει να πράξει ο εκκλησιαστικός υπάλληλος όταν διατηρεί ο ίδιος επιφυλάξεις για τη νομιμότητα ορισμένης εντολής που τού δίνεται, το άρθ. 32 ΚΕΥ δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια αρνήσεως: ο εκκλησιαστικός υπάλληλος οφείλει, πριν την εκτέλεσή της, να αναφέρει προς την εντολέα αρχή την αντίθετη γνώμη του, και ακολούθως να εκτελέσει τη διαταγή ‘αμελλητί’. Όπως μάλιστα διευκρινίζει χαρακτηριστικά το εδάφ. β΄ της § 2 του άρθ. 32: «Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούση εις αυτήν». Είναι προφανές, ότι με την ατυχή καταληκτική αυτή αποστροφή, ο ΚΕΥ καθιστά συνυπεύθυνο τον εκκλησιαστικό υπάλληλο για την εκτέλεση ορισμένης παράνομης εντολής, προκαλώντας του διλήμματα συνείδησης γύρω από το κλασικό πρόβλημα της συγκρούσεως καθηκόντων.
11. Οι απαιτούμενοι από τον ΚΕΥ διαδικαστικοί τύποι για την κλήση υπαλλήλου σε απολογία ενώπιον του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου απασχόλησαν την ενδιαφέρουσα ΣτΕ 1557/2005 (Τμ. Γ΄), που προηγήθηκε και στην οποία παραπέμπει, η σχολιαζόμενη ΣτΕ 131/2014. Εν προκειμένω, το Διοικητικό Ακυρωτικό έκρινε ότι απαραίτητη προϋπόθεση του κύρους μίας πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, είναι η έγγραφη κλήση του υπαλλήλου σε απολογία, μετά την οποία περατώνεται η υπόθεση με την έκδοση απόφασης. Όροι εγκυρότητας της εν λόγω κλήσεως είναι η λεπτομερής αναφορά του αποδιδόμενου πειθαρχικού αδικήματος και ο καθορισμός εύλογης προθεσμίας προς απολογία. Η τελευταία δεν μπορεί να είναι πάντως μικρότερη των τριών ημερών, με δυνατότητα παρατάσεώς της, εφόσον συντρέχει σοβαρός λόγος. Η ΣτΕ 1557/2005 διευκρίνισε ότι τα ανωτέρω συνιστούν ουσιώδεις τύπους της πειθαρχικής διαδικασίας, επί ποινή ακυρότητας αυτής, αλλά και της εκδιδόμενης από το πρωτοβάθμιο όργανο απόφασης. Τυχόν έλλειψη ή πλημμελής, έστω, τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την εξέταση του πειθαρχικώς διωκόμενου κατά το στάδιο της ανακρίσεως ή από την υποβολή έγγραφης απολογίας σε στάδιο προγενέστερο της εισαγωγής της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου συμβουλίου. Επιπλέον, η παράλειψη του τύπου αυτού δεν καλύπτεται ούτε μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο, στο πλαίσιο εκδικάσεως της έφεσης από το ΑΥΣΕ, αφού ενώπιον του τελευταίου δεν προβλέπεται τήρηση διαδικασίας ανάλογης με την πρωτόδικη. Μόνη περίπτωση καλύψεως της ανωτέρω παραλείψεως, συνιστά η ανεπιφύλακτη παράσταση του διωκόμενου ενώπιον του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου ή η ανεπιφύλακτη υποβολή στο όργανο αυτό εγγράφου απολογίας με πρωτοβουλία του ίδιου,18 κάτι που όμως δεν συνέβη. Οι ανωτέρω πλημμέλειες οδήγησαν την ΣτΕ 1557/2005 στην ακύρωση της εκδοθείσας πειθαρχικής απόφασης, λόγω παραλείψεως ουσιώδους διαδικαστικού τύπου.
12. Από τις λεπτομερείς διατάξεις του άρθ. 115 ΚΕΥ,19 σαφώς συνάγεται ότι η απολογία του διωκόμενου υπαλλήλου πρέπει να είναι ‘προηγούμενη’ και ‘έγκαιρη’. Η απαίτηση αυτή εναρμονίζεται πλήρως με το άρθ. 20 § 2 Συντ. (δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης), συνιστώντας ουσιώδη τύπο της διαδικασίας.20 Τόσο η ΣτΕ 1557/2005, όσο και η σχολιαζόμενη ΣτΕ 131/2014, εφάρμοσαν με ακρίβεια και χωρίς κενά ή άλματα τη σχετική διαδικασία, δεδομένου ότι η κλήση σε απολογία απαιτείται ακόμη και όταν έχει εξετασθεί ο διωκόμενος στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας.  
-----------------------------------------------------------------
1.ΦΕΚ Α΄ 146. Σχολιασμένες τις διατάξεις του με την εισηγητική του έκθεση, βλ. σε Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ / Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θρησκευτική Νομοθεσία. Ειδική Νομοθεσία – Βιβλιογραφία - Νομολογία, Αθήνα 2009, 199 επ.
2.ΦΕΚ Α΄ 48. Αναλυτική του προσέγγιση βλ. σε Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη ²2017, 365 επ. Με το άρθ. 155 § 1 Καν. 5/1978 καταργήθηκε ο προϊσχύσας ομόλογός του Καν. 9/1970.
3.Πρβλ. ΣτΕ 1557/2005, που προηγήθηκε της σχολιαζόμενης.
4.Βλ. και Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗΣ, «Η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του δημοσίου υπό το φως της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης», ΔιΔικ 19 (2007) 582-587.
5.ΕφΘεσ 3086/1996, ΕΕργΔ 56 (1997) 566-569· ΜΠΘεσ 2139/1996, ΔΕΝ 52 (1996) 1102-1104.
6.ΣτΕ 2094/2002, 809/2011.
7.ΕφΑθ 6773/1978, ΕλλΔνη 19 (1978) 648 επ. - ΠολΠρωτΑθ 1929/1981, ΝοΒ 299 (1981) 1302: η μισθολογική εξομοίωση των εφημερίων με τους δημόσιους υπαλλήλους δεν συνδέει αυτούς με το Δημόσιο με σχέση δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου. 
8.Για τους ιεροψάλτες ισχύει ήδη ο Καν. 176/2006, «περί των ιεροψαλτών και της καταστάσεως αυτών», (ΕτΚ Α΄ 268), βλ. Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ό.π., 363 επ. Παγίως η νομολογία δέχεται ότι οι ιεροψάλτες δεν είναι διοικητικοί υπάλληλοι, παρά την αναγνώριση ότι συνδέονται με το εκκλησιαστικό ΝΠΔΔ στο οποίο υπηρετούν με σχέση δημοσίου δικαίου· ενδεικτικά: ΟλΣτΕ 2919/1987, ΝοΒ 38 (1990) 758. 
9.Ως προς αυτούς εφαρμόζεται ακόμη το άρθ. 53 Καν. 2/1969, «περί Ιερών Ναών, Ενοριών και Εφημερίων». Από τη νομολογία βλ.: ΕλΣυν 1513/1997, ΕΔΔΔ 42 (1998) 204 επ.• ΔΕφΑθ 1587/2004, ΔιΔικ 18 (2006) 926-931, με παρατ. Αν. Μαρίνου· ΕφΑθ 3767/1991, ΕλλΔνη 34 (1993) 104-105· ΑΠ 1112/1991, ΕλλΔνη 33 (1992) 801-802· ΕφΠατρ 1293/2006, ΑχΝομολ 2007/605• ΑΠ 1112/1991, ΔΕΝ 47 (1991) 934-935 & ΕΕΝ 59 (1992) 672.  
10.Σχετικώς με αυτό, βλ. κυρίως Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ / Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗΣ, Βασικοί θεσμοί Δημοσιοϋπαλληλικού Δικαίου, Αθήνα 2013.
11.Οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες καλούνται να υπηρετήσουν οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, και σε σειρά διατάξεων του Καν. 5/1978. Για παράδειγμα, βλ. άρθ. 8 § 1: «Ουδείς διορίζεται εκκλησιαστικός υπάλληλος εάν δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος και εάν δεν κέκτηται το προσήκον δι’ εκκλησιαστικόν υπάλληλον ήθος»• άρθ. 12: «Δεν διορίζεται εκκλησιαστικός υπάλληλος ο λόγω ή έργω επιδεικνύων έλλειψιν σεβασμού προς την ορθόδοξον χριστιανικήν θρησκείαν», κ.ά.
12.ΕφΘεσ 3086/1996, ό.π.
13.Καν. 23/1982, «Για τη συγχώνευση των Υπηρεσιακών – Πειθαρχικών Συμβουλίων της Εκκλησίας και ανασύνθεση των Τριμελών Υπηρεσιακών – Πειθαρχικών Συμβουλίων του άρθρου 2 του υπ’ αριθ. 5/1978 Κανονισμού», (ΕτΚ Α’ 114), βλ. το πλήρες κείμενο σε Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ / Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θρησκευτική Νομοθεσία. Ειδική Νομοθεσία – Βιβλιογραφία - Νομολογία, ό.π., 856-858.
14.Καν. 3/1977, «Περί των αρμοδιοτήτων, συνθέσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε)», ο οποίος τροποποιήθηκε διαδοχικά με τους Καν. 6/1979, 38/1988 και 167/2005. Το κείμενο βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΣ / ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, 858-863.
15.Πρβλ. ωστόσο τις ενδιαφέρουσες κριτικές θέσεις του Γ. ΝΑΥΠΛΙΩΤΗ, «Η ανάπτυξη της προσωπικότητας στο χώρο του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου», ΔιΔικ 3 (1991) 1031-1039, κατά τον οποίο οι περιορισμοί των δικαιωμάτων των δημόσιων υπαλλήλων έρχονται σε αντίθεση με το άρθ. 5 § 1 Συντ. Ο ίδιος ασκεί κριτική στη νομολογιακή αντίληψη περί ‘ηθελημένης’ και με τη ‘συγκατάθεση’ των υπαλλήλων συναπτόμενης υπαλληλικής σχέσεως, η οποία και να δικαιολογεί, κατά την αντίθετη προς τον συγγραφέα θέση, νομοθετικούς περιορισμούς των συνταγματικών δικαιωμάτων τους. 
16.Ά. 103 § 1 Συντ.: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό• οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην πατρίδα».
17.Γενικότερα βλ. και F. NEUMANN, Τα όρια της δικαιολογημένης ανυπακής, (μετάφρ. Γ. Μερτίκα), Αθήνα 2003.
18.ΣτΕ 1434/1989, 3019/1991, 1064/1994, 3598/1995, 33/1996.
19.Πρβλ. άρθ. 134 Υπαλληλικού Κώδικα.
20.ΣτΕ 3032/1988, 8/1992, 1638/1995. Κατά την ΔΕφΛαρ 331/1999 [ΑρχΝ 51 (2000) 162-162], ο σαφής καθορισμός στην κλήση προς απολογία των πραγματικών περιστατικών και η ακριβής περιγραφή αυτών, αποτελούν ουσιώδη τύπο της πειθαρχικής διαδικασίας• άλλως, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω στέρησης του δικαιώματος ακροάσεως. Η θέσπιση των ανωτέρω λεπτομερών διαδικαστικών τύπων ως σκοπό έχει τη διασφάλιση επαρκών εγγυήσεων προς τον πειθαρχικώς διωκόμενο, για την εκ μέρους του πλήρη άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως, που κατοχυρώνεται από το άru. 20 § 2 Συντ. Πρβλ. ΔΕφΑθ 1630/2009: πλημμελής η αιτιολογία αποφάσεως περί πειθαρχικής ποινής σε νεωκόρο, στην οποία δεν μνημονεύονται με σαφήνεια οι συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν τη μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων και τη μη συμμόρφωση προς συγκεκριμένες νόμιμες εντολές και υποδείξεις.
 
 
 
 
 
ΣτΕ 131/2014, Τμήμα Γ΄
Πρόεδρος: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος Επικρατείας (Προεδρεύων)
Εισηγήτρια: Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Πάρεδρος Επικρατείας
Λοιπή Σύνθεση: Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Π. Τσούκας, Πάρεδρος. 
Δικηγόροι: Α. Φωτάκη, Θ. Παπαγεωργίου, Κ. Μουλαγιάννης. 
Περίληψη: Εκκλησιαστικοί υπάλληλοι.- Πειθαρχικό δίκαιο και Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Εκκλησίας της Ελλάδος.- Ουσιώδεις τύποι της πειθαρχικής διαδικασίας. Περιεχόμενο και κοινοποίηση παραπεμπτηρίου εγγράφου κατά εκκλησιαστικού υπαλλήλου.- Προσφυγή κατά της ποινής της οριστικής παύσης.- Έναρξη και διακοπή της παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Προϋποθέσεις ασκήσεως παρέμβασης. Δεκτή αίτηση ακύρωσης
Διατάξεις: άρθρα 4, 92 [παρ. 3στ, 3ιγ], 93 [παρ. 4γ, 4ε], 101 [περίπτ. α-β], 96 [παρ. 1-2], 102 [παρ. 1], 104-107, 110, 119, 124 Κανονισμού 5/1978 «Κώδικας Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων», 44 ΠΔ 18/1989, 42 [παρ. 2] Ν. 590/1977 «Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος», Ν. 3528/2007, «Υπαλληλικός Κώδικας».
1. Επειδή, με την προσφυγή αυτή ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση, άλλως η μεταρρύθμιση, της υπ’ αριθ. 2/15-5-2009 αποφάσεως του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία απερρίφθη η με αριθ. πρωτ. 3528/3-10-2008 έφεση του προσφεύγοντος, μονίμου υπαλλήλου κλάδου ΔΕ της Ι. Μητροπόλεως Ν.Ι.Φ., κατά των υπ’ αριθ. 3/25-6-2008 και 4/22-7-2008 πρακτικών του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των Ι. Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος και επικυρώθηκε η περιεχομένη στο δεύτερο από τα ανωτέρω πρακτικά απόφαση του εν λόγω πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου περί επιβολής στον προσφεύγοντα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης για τα πειθαρχικά παραπτώματα: (α) της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς και ανάξιας εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγής εν τη υπηρεσία, (β) της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του οδηγού άνω των 30 ημερών, (γ) της ασκήσεως κριτικής κατά πράξεων των Προϊσταμένων του σκοπίμως δι’ αβασίμων επιχειρημάτων και κατά τρόπον προδίδοντα μεροληψία και (δ) της μη προσήκουσας συμπεριφοράς προς τους Προϊσταμένους του και άλλους υπαλλήλους (άρθ. 93 § 4 περ. ε, 93 § 4 περ. γ, 92 § 3 περ. στ και 92 § 3 περ. ιγ του Κανονισμού 5/1978 της Ι. Συνόδου περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων). 
2. Επειδή, η Ι. Μητρόπολη Ν.Ι.Φ. ζητεί, με το από 8-2-2010 δικόγραφο παρεμβάσεως, την απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής. Η παρέμβαση, όμως, αυτή είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθ. 44 του ΠΔ 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), που ορίζει ότι: «Στη δίκη της προσφυγής δεν επιτρέπεται παρέμβαση, εκτός από την περίπτωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσεως…» (ΣτΕ 1557/2005 κ.α.). 
3. Επειδή, οι μόνιμοι, επί θητεία και μετακλητοί υπάλληλοι των Ι. Μητροπόλεων υπάγονται στις διατάξεις του Κανονισμού 5/1978 της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (ΦΕΚ A΄ 48/1978, διόρθωση ημαρτημένων στα ΦΕΚ Α΄ 62/1978 και Α΄ 126/1978), σύμφωνα με το άρθ. 1 § 1-2 του εν λόγω Κανονισμού, ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 42 § 2 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ Α΄ 146) και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως ειδικό δίκαιο που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των εκκλησιαστικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και μετά τη θέση σε ισχύ του κυρωθέντος με το Ν. 2683/1999 (ΦΕΚ Α΄ 19) Υπαλληλικού Κώδικα, με το άρθ. 2 § 1 και 2 αυτού (ΣτΕ 1557/2005), καθώς και με το, ταυτοσήμου περιεχομένου, άρθ. 2 § 1 και 2 του νυν ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα, κυρωθέντος με τον Ν. 3528/2007 (ΦΕΚ Α΄ 26). Κατά τις διατάξεις, ειδικότερα, των άρθρων 1 § 2, 2 § 2, 92, 93 § 1 (περίπτ. ε) και 4, 101 περίπτ. α-β, 102 § 1, 104, 105, 106 και 107 § 1 και 2 του ως άνω Κανονισμού, οι μόνιμοι υπάλληλοι των Ι. Μητροπόλεων υπάγονται στη δικαιοδοσία, αφενός, των πειθαρχικώς προϊσταμένων των, αφετέρου, πολυμελών οργάνων, μεταξύ των οποίων τα διοικητικά συμβούλια των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, τα οποία δύνανται να επιβάλλουν πειθαρχικές ποινές μέχρι και του προστίμου των αποδοχών ημίσεος μηνός, καθώς και τα υπηρεσιακά συμβούλια, τα οποία λειτουργούν και ως πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια για τον έλεγχο των πειθαρχικών παραπτωμάτων των εκκλησιαστικών υπαλλήλων και έχουν την εξουσία να επιβάλλουν πάσα προβλεπομένη από τον εν λόγω Κανονισμό πειθαρχική ποινή, μέχρι και αυτή της οριστικής παύσης. Οι αποφάσεις των πειθαρχικών αυτών συμβουλίων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον δευτεροβαθμίου πειθαρχικού οργάνου, σύμφωνα με το άρθ. 124 του αυτού Κανονισμού. Τέλος, μετά την εξάντληση της ως άνω διαδικασίας, ο τιμωρηθείς με την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μόνιμος υπάλληλος Ι. Μητροπόλεως έχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθ. 103 § 4 και 6 του Συντάγματος (βλ. και άρθρο 101 περ. δ του αυτού Κανονισμού). 
5. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, στον προσφεύγοντα, μόνιμο υπάλληλο κλάδου ΔΕ της Ι. Μητροπόλεως Ν.Ι.Φ., ειδικότητας οδηγού, επεβλήθη, με το υπ’ αριθ. 2/5-6-2000 πρακτικό του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των Ι. Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για τα αποδοθέντα σε αυτόν πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων και το παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς και αναξίας εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγής εντός υπηρεσίας, έφεση δε αυτού κατά του ως άνω πρακτικού απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1/8-3-2001 πράξη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Προσφυγή του εν λόγω υπαλλήλου κατά της αποφάσεως αυτής έγινε δεκτή με την ΣτΕ 1557/2005. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η υπ’ αριθμ. 72/1-6-2000 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Ι. Μητροπόλεων, με την οποία ο προσφεύγων είχε κληθεί σε απολογία ενώπιον του πρωτοβαθμίου αυτού πειθαρχικού συμβουλίου, δεν πληρούσε τις τιθέμενες από το άρθ. 119 του Κανονισμού 5/1978 της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προϋποθέσεις (διότι δεν καθόριζε τα αποδιδόμενα στον προσφεύγοντα πειθαρχικά παραπτώματα κοινοποίηση, δεν του έτασσε προθεσμία τριών (3) τουλάχιστον ημερών προς υποβολή εγγράφου απολογίας και δεν του επεδόθη τρεις πλήρεις ημέρες προ της συνεδριάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου), για τον λόγο δε αυτό εξαφάνισε την 1/8-3-2001 πράξη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να επαναληφθεί η πειθαρχική διαδικασία από το στάδιο της κλήσης του προσφεύγοντος σε απολογία ενώπιον του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθ. 119 του Κανονισμού 5/1978 της Ι. Συνόδου. Μετά την κοινοποίηση της εν λόγω ακυρωτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου στην Εκκλησία της Ελλάδος (αρ. πρωτ. εισερχ. Ι.Σ. 4032/15-9-2005), ο προσφεύγων εκλήθη εκ νέου σε απολογία ενώπιον του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την υπ’ αριθ. 270/13-6-2006 πράξη του Προέδρου του, εκλήθη δε στη συνέχεια να παραστεί ενώπιον του αυτού Συμβουλίου, με την υπ’ αριθ. 304/9-2-2007 κλήση. Στον προσφεύγοντα επεβλήθη στη συνέχεια η ποινή της οριστικής παύσης με την υπ’ αριθ. 2/26-2-2007 πράξη του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία, όμως, ακυρώθηκε, κατόπιν εφέσεως του τιμωρηθέντος, με την υπ’ αριθ. 1/10-12-2007 πράξη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος (διορθωθείσα με την υπ’ αρ. 3/15-4-2008 πράξη αυτού), λόγω πλημμελειών και της νέας (υπ’ αριθ. 270/13-6-2006) κλήσεως σε απολογία, διετάχθη δε εκ νέου, με την υπ’ αρ. 2/11-6-2008 απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, η επανάληψη της διαδικασίας από το στάδιο αυτό. Επηκολούθησε νέα κλήση του προσφεύγοντος σε απολογία, με την υπ’ αριθ. 350/18-6-2008 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, και υποβολή εκ μέρους του, στις 25-6-2008, απολογητικού υπομνήματος. Με την υπ’ αριθ. δε 4/22-7-2008 απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου επεβλήθη εκ νέου στον προσφεύγοντα εκκλησιαστικό υπάλληλο η ποινή της οριστικής παύσης, έφεση δε αυτού κατά της ως άνω αποφάσεως απερρίφθη με την ήδη προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2/15-5-2009 πράξη του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την οποία και επικυρώθηκε η επιβολή, από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, της εν λόγω πειθαρχικής ποινής. 
6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθ. 92 § 1 Καν. 5/1978 της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, «Πάσα δι’ υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως παράβασις του υπαλληλικού καθήκοντος υπό των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, δυναμένη να καταλογισθή αποτελεί πειθαρχικόν αδίκημα», στη δε § 3 του ίδιου άρθρου αναφέρονται ενδεικτικώς πειθαρχικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων « α) … στ) … η δημοσία άσκησις κριτικής … των αποφάσεων της Ι. Συνόδου ή των Προϊσταμένων των αρχών προφορικώς και εγγράφως κατά τρόπον προδίδοντα έλλειψιν αντικειμενικότητος δια σκοπίμου χρήσεως αβασίμων επιχειρημάτων, ή δι’ εκφράσεων αποδεικνυουσών έλλειψιν του οφειλομένου σεβασμού. … ι) Η εν υπηρεσία αναξιοπρεπής ή αναξία εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγή … ιγ) Η μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους, το κοινόν και τους λοιπούς υπαλλήλους. … ιη) Η αδικαιολόγητος αποχή από της εκτελέσεως των καθηκόντων. …». Περαιτέρω, στο άρθ. 93 § 1 του ίδιου Κανονισμού απαριθμούνται οι προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές, μεταξύ των οποίων η οριστική παύση, ορίζεται δε στην § 4 του ίδιου άρθρου ότι «Την ποινήν της οριστικής παύσεως δύναται να επιβάλλη ο πειθαρχικός δικαστής μόνον δια τα εξής αδικήματα : α) … γ) Αδικαιολόγητον αποχήν από της εκτελέσεως των καθηκόντων επί τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας. … ε) Χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή αναξίαν εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγήν εν τε τη υπηρεσία και εκτός αυτής…». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 96 § 1 και 2 του αυτού Κανονισμού: «1. Τα πειθαρχικά αδικήματα παραγράφονται μετά δύο έτη, αφ’ ης ημέρας διεπράχθησαν, πλην αν πρόκειται περί των εν παραγράφω 4 του άρθ. 93 αδικημάτων, τα οποία παραγράφονται μετά πενταετίαν. 2. Αι κατά του εκκλησιαστικού υπαλλήλου απευθυνόμεναι πράξεις προς δίωξιν του αδικήματος διακόπτουν την παραγραφήν, ο χρόνος όμως ταύτης δεν δύναται να υπερβή την τριετίαν εν συνόλω μέχρι της εκδόσεως της καταγνωστικής αποφάσεως, επί δε αδικήματος, εκ των εν άρθ. 93 § 4 την επταετίαν». Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, τα πειθαρχικά αδικήματα του άρθ. 93 § 4 του εν λόγω Κανονισμού (για τα οποία και μόνον είναι δυνατή η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης), υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, τα λοιπά δε πειθαρχικά αδικήματα σε διετή. Η παραγραφή των πειθαρχικών αδικημάτων, διετής ή πενταετής, αρχίζει από την ημέρα τελέσεως του αδικήματος, ή, σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση τελουμένου αδικήματος, από την ημέρα, κατά την οποία το αδίκημα έπαυσε να τελείται. Και διακόπτεται μεν η παραγραφή του αδικήματος με την έκδοση πράξεων πειθαρχικής διώξεως του υπαλλήλου (παραπομπή ή κλήση σε απολογία), στην περίπτωση, όμως, αυτή, ο χρόνος παραγραφής δεν δύναται να υπερβεί, στο σύνολό του, για μεν τα αδικήματα του άρθρου 93 παρ. 4 του Κανονισμού, την επταετία, για δε τα λοιπά την τριετία από την τέλεση της πράξης μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής αποφάσεως. Εξάλλου, όταν πειθαρχική απόφαση ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας για τυπικούς λόγους και επαναληφθεί, μετά τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως, η πειθαρχική διαδικασία, για τον υπολογισμό του ανωτάτου δυνατού χρόνου παραγραφής (επταετία ή τριετία, αντιστοίχως) δεν προσμετρείται το χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της ακυρωθείσης πειθαρχικής αποφάσεως μέχρι της περιελεύσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου στην αρμόδια υπηρεσία (πρβλ. ΣτΕ 658/2002). 
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την ήδη προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2/15-5-2009 απόφαση του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου, επεβλήθη στον προσφεύγοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για τα ανωτέρω αποδοθέντα σε αυτόν πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων: α) αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων τού οδηγού πέραν των τριάντα ημερών, η οποία φέρεται ότι ετελείτο «συνεχώς από τον Δεκέμβριο του 1997 και εφεξής», και β) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής και ανάξια εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγή εν τη υπηρεσία, η οποία φέρεται ότι ετελείτο «από του έτους 1995 έως και του έτους 1999» με περισσότερες πράξεις, παραλείψεις και συμπεριφορές του προσφεύγοντος, όπως περιγράφονται στο υπ’ αρ. 4/22-7-2008 πρακτικό του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ιεράς Συνόδου, που επικυρώθηκε με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου [μη απόδοση του πρέποντος σεβασμού και απείθεια προς τον Μητροπολίτη Ν.Ι.Φ., αναφορά στο πρόσωπο αυτού, καθώς και άλλων κληρικών της Μητροπόλεως με εκφράσεις μη συνάδουσες προς την ιερατική τους τιμή, απρεπείς και υβριστικές, εκτόξευση αβασίμων και συκοφαντικών κατηγοριών εναντίον του Μητροπολίτη, του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου και του λογιστή της Μητροπόλεως για κακοδιαχείριση των οικονομικών της Μητροπόλεως και απειλών περί καταγγελιών στη Δικαιοσύνη και στα Μ.Μ.Ε., προσβολή, σε διάφορες περιπτώσεις, της ιερατικής τιμής κληρικών με απρεπείς προτάσεις, αστεϊσμούς και πρόκληση επεισοδίων ακόμη και εντός ναών κ.λπ.]. Κατά τα διαλαμβανόμενα στην προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 2/5-6-2000 απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ι. Συνόδου, ο προσφεύγων παρεπέμφθη ενώπιον του εν λόγω συμβουλίου «σε συνέχεια» του υπ’ αριθ. 278/28-4-1999 εγγράφου του Μητροπολίτου Ν.Ι.Φ. (αρ. πρωτ. εισερχ. Ι. Σ. 2449/3-5-1999), μετά από ανάκριση διενεργηθείσα κατ’ εντολή του ως άνω Μητροπολίτου και σύνταξη σχετικού πορίσματος από τον διενεργήσαντα αυτήν Πρωτοπρεσβύτερο Β.Θ. Με την κατά τα ανωτέρω παραπομπή του προσφεύγοντος ενώπιον της Ι. Συνόδου, προκειμένου να επιληφθεί της υποθέσεώς του το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, διεκόπη η παραγραφή των ως άνω, αποδοθέντων στον εν λόγω υπάλληλο παραπτωμάτων. Εξάλλου, στο συνολικό χρονικό διάστημα από την παύση της κατά τα ανωτέρω κατ’ εξακολούθηση τελέσεως των παραπτωμάτων αυτών, η οποία συμπίπτει με την ως άνω παραπομπή του προσφεύγοντος (28-4-1999), μέχρι την έκδοση της υπ’ αριθ. 2/15-5-2009 ήδη προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (διάστημα σχεδόν δέκα ετών) δεν πρέπει να προσμετρηθεί, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το χρονικό διάστημα, το οποίο διέρρευσε από την έκδοση της υπ’ αριθ. 1/8-3-2001 πειθαρχικής αποφάσεως του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακυρωθείσης για τυπικό λόγο με την 1557/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μέχρι την περιέλευση, στις 15-9-2005, στην Εκκλησία της Ελλάδος της ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου, το οποίο ανέρχεται σε 4 έτη, 6 μήνες και 7 ημέρες. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή δεν προκύπτει υπέρβαση της κατά τα άρθρα 93 § 4 και 96 § 2 του προαναφερθέντος Κανονισμού επταετίας, δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής ως προς τα ως άνω, αποδοθέντα στον προσφεύγοντα, πειθαρχικά αδικήματα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς και ανάξιας εκκλησιαστικού υπαλλήλου διαγωγής εν τη υπηρεσία και της αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του οδηγού άνω των 30 ημερών, για τα οποία και ήταν δυνατή η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης (ΣτΕ 3032/2009, 1675/2008, 658/2002 κ.α.), είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση προσφυγή. 
8. Επειδή, ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε το πρώτον με το από 25-6-2008 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου ότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε παραπεμπτήριο έγγραφο και επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, και για τον λόγο αυτό, πλημμέλεια της πειθαρχικής διαδικασίας. Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 1557/2005 απόφασή του, είχε μεν ακυρώσει την υπ’ αριθ. 1/8-3-2001 πειθαρχική απόφαση του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος λόγω πλημμελειών της αρχικής υπ’ αριθ. 72/1-6-2000 κλήσεως του προσφεύγοντος σε απολογία ενώπιον του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, δεν είχε δε εκφέρει κρίση επί του ζητήματος της μη κοινοποίησης στον εν λόγω τιμωρηθέντα υπάλληλο παραπεμπτηρίου εγγράφου (το οποίο δεν είχε τεθεί με την αρχική προσφυγή του), ο σχετικός λόγος παραδεκτώς προβάλλεται με την υπό κρίση προσφυγή κατά της υπ’ αριθ. 2/15-5-2009 αποφάσεως του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος, διότι το εν λόγω ζήτημα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ως άνω 1557/2005 ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
9. Επειδή, ο Κανονισμός 5/1978 της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίζει στο άρθ. 107 § 2 ότι: «Τα πειθαρχικά συμβούλια επιλαμβάνονται βάσει παραπεμπτηρίου εγγράφου … δυνάμενα να επιβάλουν πάσαν ποινήν», στο δε άρθ. 110 ότι: «1. Ο οικείος ιεράρχης ή ο πρόεδρος του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου εάν κρίνη ότι το αδίκημα επισύρη ποινήν μείζονα της αρμοδιότητός του παραπέμπει την υπόθεσιν ενώπιον της οικείας πολυμελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας δια παραπεμπτηρίου εγγράφου. … 5. Εν τω παραπεμπτηρίω εγγράφω δέον να μνημονεύωνται άπαντα τα συνιστώντα το διωκόμενον παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, ως και τα υπάρχοντα στοιχεία, άτινα πιθανολογούν την ενοχήν του υπαλλήλου. 6. Το παραπεμπτήριον έγγραφον κοινοποιείται εις τον εγκαλούμενον και αποστέλλεται μετά του φακέλου της υποθέσεως, ως και ολοκλήρου του ατομικού φακέλου του υπαλλήλου, εις τον γραμματέα της οικείας πολυμελούς πειθαρχικής δικαιοδοσίας». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια δεν επιτρέπεται να προβούν σε πειθαρχικό κολασμό εκκλησιαστικού υπαλλήλου χωρίς την έκδοση και αποστολή σε αυτά παραπεμπτηρίου εγγράφου, στο οποίο πρέπει να μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού αδικήματος, για το οποίο διώκεται ο υπάλληλος, προσδιοριζόμενα κατά τόπο και χρόνο, καθώς και να αναφέρονται τα στοιχεία, από τα οποία πιθανολογείται η ενοχή του παραπεμπομένου. Η περιγραφή των ως άνω στοιχείων, η οποία αποτελεί ουσιώδες περιεχόμενο του παραπεμπτηρίου εγγράφου, επί ποινή ακυρότητας της πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να γίνει και με την αναφορά, στο παραπεμπτήριο, άλλου εγγράφου, από το οποίο να προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά του αποδιδομένου αδικήματος, ο χρόνος και ο τόπος τελέσεώς του, καθώς και τα στοιχεία τυχόν ενοχής τού παραπεμπομένου, με την προϋπόθεση, πάντως, ότι το τελευταίο αυτό έγγραφο κοινοποιείται στον εν λόγω υπάλληλο μαζί με το παραπεμπτήριο ή προκύπτει ότι περιήλθε εγκαίρως σε πλήρη γνώση αυτού. Εξάλλου, η κοινοποίηση του παραπεμπτηρίου αποτελεί ουσιώδη τύπο της πειθαρχικής δίκης, η οποία αρχίζει με την έκδοση αυτού, η δε παράλειψή της μπορεί να επιφέρει ακυρότητα της περαιτέρω πειθαρχικής διαδικασίας και τελικώς της εκδιδομένης από το πειθαρχικό συμβούλιο πειθαρχικής αποφάσεως. Πλημμέλεια ως προς την κοινοποίηση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καλύπτεται, μη δημιουργουμένης ακυρότητας εκ του λόγου τούτου, μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι, σε μεταγενέστερο στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας, ο εγκαλούμενος έλαβε πλήρη γνώση της σχηματισθείσης δικογραφίας και, επομένως, και του παραπεμπτηρίου εγγράφου (ΣτΕ 658/2002, 53/2005, 2320/2009, 198/2012 κ.α.). 
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στην αρχική υπ’ αριθ. 2/5-6-2000 απόφαση του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο προσφεύγων παραπέμφθηκε ενώπιον αυτού «εν συνεχεία του υπ’ αρ. πρωτ. 278/28.4.1999 εγγράφου του Σεβ. Μητροπολίτου Ν.Ι.Φ. … προς την Ι. Σύνοδον, διαβιβάζοντος τον φάκελον ανακρίσεων, άτινας διενήργησεν ο πρωτοπρεσβύτερος …». Από τον φάκελο της υποθέσεως δεν προκύπτει κοινοποίηση, κατά τα προβλεπόμενα στο ως άνω άρθ. 110 § 6 του Καν. 5/1978, του ανωτέρω υπ’ αριθ. 278/28-4-1999 εγγράφου (ανεξαρτήτως πληρότητος του περιεχομένου του) στον προσφεύγοντα, ούτε του πορίσματος της προηγηθείσης αυτού ανακρίσεως, που είχε υποβάλει ο ως άνω διενεργήσας αυτήν στον Μητροπολίτη Ν.Ι.Φ. Και ναι μεν ο προσφεύγων υπέβαλε στις 20-6-2006 αίτηση προς το Τριμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο να του χορηγηθούν επικυρωμένα φωτοαντίγραφα κάθε εγγράφου της εις βάρος του πειθαρχικής δικογραφίας και ενημερώθηκε με το υπ’ αριθ. 304/9-2-2007 έγγραφο (περί ανακοινώσεως της ημερομηνίας της πειθαρχικής δίκης ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου) για τη δυνατότητα αυτού να επισκεφθεί τα γραφεία της Ι. Συνόδου και να λάβει φωτοαντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, κατά τα διαλαμβανόμενα δε στο υπ’ αριθ. 2/26-2-2007 πρακτικό του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου έπραξε τούτο στις 13-2-2007, πλην δεν υπάρχει στον φάκελο σχετικό αποδεικτικό παραλαβής συγκεκριμένων (ή όλων των) εγγράφων της πειθαρχικής δικογραφίας εκ μέρους του προσφεύγοντος. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή δεν προκύπτει μετά βεβαιότητος από τον φάκελο της υποθέσεως κοινοποίηση ή πλήρης γνώση εκ μέρους του προσφεύγοντος του ως άνω υπ’ αριθ. 278/28-4-1999 εγγράφου (ή άλλου εγγράφου έχοντος τα κατά νόμον στοιχεία παραπεμπτηρίου), η πειθαρχική διαδικασία καθίσταται, κατά τα προαναφερθέντα, πλημμελής. Πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να επαναληφθεί η πειθαρχική διαδικασία κατόπιν κοινοποιήσεως στον προσφεύγοντα παραπεμπτηρίου εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στα ως άνω άρθρα 110 παρ. 5 και 6 του Καν. 5/1978 της Ι. Συνόδου [Δέχεται την προσφυγή - εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 2/15-5-2009 απόφαση του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος - απορρίπτει την παρέμβαση - αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση κατά το σκεπτικό]. 
 

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>