Μαρίνης Δημήτριος - μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου

Ο Δημήτρης Μαρίνης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Ευρωπαϊκού και Δημοσίου Δικαίου, καθώς και ασκούμενος δικηγόρος.

 

Το Δικαίωμα αντίστασης του Καντ

 

                           

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ  ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

 

Ο όρος «δικαίωμα αντίστασης» έχει τις καταβολές του από τη αρχαιότητα κιόλας και επιβιώνει μέχρι και σήμερα. Ο ίδιος ο όρος φαίνεται να είναι αντιφατικός, καθώς το δικαίωμα παρέχεται από την έννομη τάξη και είναι μια εξουσία στην ουσία, και την ίδια στιγμή, η αντίσταση εννοείται ως άρνηση στην ίδια έννομη τάξη. Ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή του δικαιώματος αυτού που πραγματευόμαστε και ύστερα θα αναλύσουμε την Καντιανή θέση πάνω σε αυτό, τους λόγους και εν τέλει τον βαθμό απόρριψής της .

Αφετηρία του δικαιώματος η Αρχαία Αθήνα. Εκεί, η αντίσταση αποτελεί εγγύηση για το δημοκρατικό πολίτευμα. Είναι εφικτή κατά του τυράννου, εφόσον βάλλει το πολίτευμα και τις εξουσίες του λαού. Επίσης, δεν υφίσταται το δικαίωμα σε καμία περίπτωση για του δούλους. Ωστόσο, στην ήρεμη δημοκρατική περίοδο, σπάνια βρίσκει εφαρμογή, αφού η πολιτική συμμετοχή ήτο ιδιαίτερα εκτεταμένη και διηνεκής. Πόλη και πολίτης ταυτίζονταν κατά κάποιο τρόπο. Αργότερα, με την εμφάνιση της τυραννίας, θεσπίστηκε νομικό πλαίσιο, προληπτικό και κατασταλτικό για την αποφυγή της ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ένα από αυτά τα μέτρα ήταν και ο γνωστός σε όλους «εξοστρακισμός». Το νομικό πλαίσιο νομιμοποιούσε την αντίσταση κατά της τυραννίας με κάθε τρόπο .

Κατά τον Μεσαίωνα, η αντίσταση  χρησιμοποιείται από την εκκλησία για την επίρρωσή της απέναντι στην κοσμική εξουσία και συγκεκριμένα την βασιλική εξουσία και τους φεουδάρχες. Κατά της αντίστασης στρέφονται, οι Λούθηρος και Καλβίνος. Οι Ότμαν και ο Ιούλιος Βρούτος, κατά τον 16ο αιώνα,  τάσσονται υπέρ της εξέγερσης του λαού, ως σύνολο μόνο,  κατά του ηγεμόνα σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του και μη τήρησης των καθηκόντων του.

Ύστερα, κατά την εποχή του Διαφωτισμού, τοποθετούνται πολλοί και σημαντικοί φιλόσοφοι πάνω στο ζήτημα αυτό, μεταξύ τους οι υποστηρικτές Grotius και Πούφεντορφ (εν μέρει). Ο Χομπς αναγνωρίζει το δικαίωμα  αυτό μόνο όταν απειλείται η αυτοσυντήρηση των υπηκόων και όταν δεν υφίσταται χρονικά πλέον η εξουσία του κυρίαρχου για να φτάσουμε στην αποθέωση του δικαιώματος από τον Λοκ και τον Ρουσσώ και αργότερα τον Μοντεσκιέ. Οι δύο τελευταίοι δεν πραγματεύονται ευθέως το θέμα αλλά κατανοούμε ότι μέσα από την στάση του Μοντεσκιέ κατά της απολυταρχίας, επιτρέπεται στο δικαίωμα αντίστασης να συνεχίσει την ανελικτική του πορεία .

Φτάνοντας στον 19ο αιώνα, Καντ και Χέγκελ απορρίπτουν την αντίσταση, ενώ στον αιώνα που διανύουμε, δεδομένη της προόδου που έχει συντελεστεί σε παγκόσμιο επίπεδο και της οικουμενικής κατοχύρωσης των ανθρωπίνων  δικαιωμάτων, προβλέπεται στα περισσότερα Συντάγματα σε περίπτωση προσπάθειας κατάλυσής τους και βρίσκει σπάνια εφαρμογή .Οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν άλλα σοβαρότερα προβλήματα να αντιμετωπίσουν.

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΝΤ  

 

Ο Καντ στο τέλος του 17ου αιώνα ,μέσα από το έργο του «Μεταφυσική των Ηθών» αναπτύσσει τις θέσεις του για την πολιτική του φιλοσοφία . Ξεκινά από την παραδοχή της ελευθερίας του ανθρώπου ως πρωταρχικό δικαίωμα και διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους Γάλλους Διαφωτιστές περί του δικαιώματος αντίστασης . Θα δούμε γιατί και σε ποιο βαθμό καταδικάζει αυτό το δικαίωμα .

Δίκαιο για τον Καντ είναι στην ουσία τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τοποθετεί την ελευθερία, παραπέρα από την εμπειρία. Το δίκαιο πραγματώνει την εξωτερική άσκηση της ελευθερίας, χωρίς να είναι επαρκής, αλλά αναγκαίος όρος της αρετής. Είναι απαραίτητο ώστε να παρέχει την δυνατότητα εξωτερίκευσης της ελευθερίας. Ολόκληρη η θεωρία του στρέφεται γύρω από τον άνθρωπο και ανακηρύσσει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως αρχές σε κάθε δίκαιο. Ο Μαρξ γράφει ότι η φιλοσοφία του Καντ θεωρείται η γερμανική θεωρία της Γαλλικής Επανάστασης (1).   Ανάμεσα στα περισσότερα θεμελιώδη δίκαια, αναγνωρίζει την ελευθερία ως το απόλυτο θεμέλιο των υπολοίπων , της ιδιοκτησίας, της ασφάλειας και της αντίστασης .

Πριν εισέλθουμε σε αυτό καθαυτό το θέμα της αντίστασης, εν γένει αντιστέκεται σε μια επαναστατική υλοποίηση του δικαίου, κάνοντας λόγο για «αθλιότητα» και «φρικαλεότητες», ακόμα και αν αποβεί επιτυχής. Η υπεράσπιση του δικαίου, δεν πραγματώνεται με μια επαναστατική μορφή, γιατί μια τέτοια τυχόν συνιστά ακριβώς άρνηση του δικαίου. Το δίκαιο υλοποιείται μέσα στο δίκαιο και από το δίκαιο. Η αντίσταση, ως δικαίωμα, περιορίζεται από τον φιλόσοφο.

Η ενεργή αντίσταση στο υπάρχον δικαιικό σύστημα απορρίπτεται και μάλιστα είναι αντίθετη προς το δίκαιο . «Ενάντια στη νομοθετική κεφαλή του κράτους δεν μπορεί να υπάρξει λοιπόν , καμία νόμιμη λαϊκή αντίσταση , διότι μόνο μέσω της υποταγής στη γενική νομοθετική βούληση είναι δυνατή μια κατάσταση δικαίου. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα δικαίωμα εξέγερσης ( seditio ) , ακόμη λιγότερο της επανάστασης ( rebellio ) , και ακόμη πιο λίγο δεν υπάρχει ενάντια σε αυτόν , ως μεμονωμένο πρόσωπο ( μονάρχης ) , δικαίωμα επίθεσης στο πρόσωπό του και ακόμα στην ζωή του , με το πρόσχημα κατάχρησης της εξουσίας του ( tyrannis (2).  Θεωρεί ακόμα και μια απόπειρα αντίστασης ως εσχάτη προδοσία , προσπάθεια καταστροφής της πατρίδας , παρανομία και καταστροφική για την συνολική νομική συνταγματική τάξη .  Η άρνηση ενός άδικου δικαίου είναι η ίδια άδικη , άρνηση του ίδιου του δικαίου ως τέτοιου . Δεν παραβλέπει το γεγονός πως η κάθε είδους βία κινεί την ιστορία και τα διάφορα δίκαια . Ο άνθρωπος όντας υπεύθυνος των πράξεών του δεν μπορεί να δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την βία , ενώ έχει πραγματική εξωτερική ελευθερία όταν θέτει το δίκαιο απόλυτα και ενεργά . Με την βία , στην ουσία , απαρνείται το δίκαιο.

 

 

Λόγοι – επιχειρήματα Απόρριψης

 

Ο φιλόσοφος εκθέτει μια σειρά επιχειρημάτων  για να καταλήξει στην απόρριψη της εξέγερσης . Καταρχάς , θεωρεί απαγορευτικό να υπάρχει πρόβλεψη μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα, που να καθιστά δυνατή και εφικτή οποιαδήποτε μορφή αντίστασης κατά του ηγεμόνα . Το επιχείρημά του είναι καθαρά νομικό . Επίσης , όποιος καθοδηγεί μια επανάσταση , αμφισβητώντας τον πραγματικό κυρίαρχο , στον οποίο και ο ίδιος είναι υποταγμένος , παρουσιάζει έτσι τον εαυτό του στην ουσία ως νόμιμο ηγέτη  και σφετερίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο το αξίωμα αυτό χωρίς να του ανήκει. (3).  Για τον Καντ έχει μεγάλη σημασία η διατήρηση της νομιμότητας . Η νομιμότητα ισχυροποιεί και τον εξαναγκασμό (4).  O λόγος ανοχής ακόμη και της πιο καταχρηστικής εξουσίας από τον λαό είναι πως η αντίσταση ισοδυναμεί το λιγότερο με παρανομία και ακύρωση του νομικού οικοδομήματος εν γένει  (5).   Η ίδια η έννομη τάξη υποπίπτει σε αντίφαση , αν  προβλέπει  τυχόν  τέτοια δυνατότητα

( αντίστασης ) και αυτοαναιρείται . Πρόκειται προφανώς για αντίφαση , όταν μιλάμε στο πλαίσιο μιας δημοκρατικά νομιμοποιημένης έννομης τάξης , όπου οι πολίτες συμμετέχουν στην νομοθετική διαδικασία και έχουν καθήκον υπακοής . Το ίδιο δεν συμβαίνει , για παράδειγμα σε ένα τυραννικό καθεστώς . 

Μιας και κάνουμε λόγο για αντίφαση, ένα μέλος του κοινωνικού συνόλου και αρχικά ευυπόληπτος πολίτης , που έχει και αυτός συμφωνήσει με τους υπόλοιπους με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο σε νόμους που διέπουν την πόλη του , ξαφνικά , καθίσταται εγκληματίας από την στιγμή που τυπικά εκτελεί  τον ηγεμόνα και παραβαίνει τον νόμο. Αντιβαίνει στον νόμο διαμετρικά με αποτέλεσμα να αντιφάσκει. Αυτοεξαιρείται από τον νόμο και καθίσταται δικαστής του εαυτού του (6).  Αντίστοιχα και ο λαός , εξεγειρόμενος , θέλει να πάρει την υπόθεση στα χέρια του , να καταστεί δικαστής στην δική του υπόθεση , σε σημείο που επιστρέφει στην προ-πολιτική φυσική του κατάσταση . Το δίκαιο σε μια τέτοια περίπτωση , όπως είπαμε , δεν μεταβάλλεται , αλλά ανατρέπεται ολωσδιόλου . Έτσι , οδηγούμαστε στην αρχική φυσική κατάσταση που απαιτεί εξ αρχής κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο για να μετατραπεί και πάλι σε οργανωμένη κοινωνία .  

Για να δικαιολογήσει ο Καντ την θέση του , αντλεί ακόμα ένα επιχείρημα , σχετικό με το ιστορικό υπόβαθρο του κράτους. Θεωρεί λοιπόν  επικίνδυνη την γνώση της καταγωγής και του τρόπου δημιουργίας μιας πολιτείας από τους κοινωνούς της , καθώς μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για  μια στάση. Λόγω αυτού προσπαθεί να αποτρέψει κάθε προσπάθεια σχετικής διερώτησης . Ο A.Ripstein  διατείνεται πως αυτή η θέση του Καντ , ενέχει την άποψη πως η βάση του κράτους είναι μια ιδέα του Λόγου .

Μόνο βάσει του πρωταρχικού συμβολαίου μπορεί να συλληφθεί η νομιμότητα της πολιτείας ως πτυχή της δικαιικής κατάστασης . Αν το συμβόλαιο αυτό είναι μια ιδέα του Λόγου , δεν χρειάζεται να ανιχνεύσει κάποιος την σύσταση του κράτους (7).   Συνεχίζοντας στις παρατηρήσεις του Ripstein , αν η παραπάνω νομιμότητα βασίζεται στο παρελθόν , εύλογα και τα δικαιώματα όσων ζουν εξαρτώνται και συνδέονται με τις πράξεις προγενέστερων από αυτούς  . Αυτό που προσπαθεί να εξηγήσει ο Καντ , είναι ότι ο καθένας μπορεί να απολαμβάνει τα δικαιώματά του σε μια δικαιική κατάσταση , ανεξάρτητα από τον τρόπο θεμελίωσης του κράτους , για παράδειγμα αν έγινε αυτό με βίαιο τρόπο . Συμπερασματικά , ισχυρισμοί σχετικά με τις καταβολές του κράτους δεν έχουν σχέση με τον παρόντα πολιτικό νόμο και τη δέσμευση υπακοής που αυτός  παράγει  και είναι απευκταίοι ,  κατά τον φιλόσοφο .

Η θέσπιση του δικαίου καταδεικνύει στην ουσία μια προσπάθεια αποφυγής της φυσικής κατάστασης . Ένα κακό δίκαιο είναι προτιμότερο από ένα ανύπαρκτο . Ωστόσο , η επανάσταση φέρνει μια κατάσταση αβεβαιότητας και μεταξύ των δύο δικαίων , ενός κακού και ενός καλού που προσδοκάται , υπάρχει αναρχία . Η θεωρία του δικαίου καταλήγει με την άρνηση μιας βίαιης μετάβασης από ένα πάσχον πολίτευμα σε άλλο καλύτερο που σέβεται τα πολιτικά δικαιώματα (8).   

Αξιοσημείωτο είναι ότι , για τον Καντ, ο δίκαιος νόμος σημαίνει αυτομάτως δυνατότητα της εξουσίας να αναγκάζει , μετερχόμενη ακόμη και τη βία . Από την στιγμή που ο λαός νομοθετεί συλλογικά , η νομοθεσία είναι απολύτως έγκυρη και είναι παράλογο και αντιφατικό να αμφισβητείται . Άλλως , όσους δεν τους συμφέρει το νομικό πλαίσιο , θα έχουν έναν παραπάνω λόγο ανυπακοής , ακυρώνοντας , όπως είπαμε , την γενική βούληση του λαού. Η εκτελεστική εξουσία επιβάλλει την νομοθεσία και την διαφυλάσσει ακόμα και με εξαναγκαστικό τρόπο. Η βία έρχεται σε δεύτερη θέση , αφού ο Καντ πιστεύει ακράδαντα στην δεσμευτική δύναμη του δικαίου . Οι πολίτες διαμορφώνουν εξαρχής  την νομοθεσία και αργότερα την επιβεβαιώνουν μέσω της εμπειρίας και δεν ασχολούνται αν η δέσμευση στο δίκαιο θα έχει μόνο ευνοϊκά αποτελέσματα ή όχι . O Guyer σημειώνει πως « οι πολίτες έχουν καθήκον να φροντίζουν για τν διατήρηση του κράτους ακόμη και όταν αδικούνται» (9).   Όταν ένας υπήκοος θεωρήσει ότι υπάρχει κάποια αδικία μπορεί βέβαια να εκφράσει ελεύθερα και με κάθε τρόπο την αντίρρησή του , πάντα όμως με την συγκατάθεση του άρχοντα . Θεωρούμε λογική την παραπάνω δυνατότητα , αφού, ακόμη και ο ηγεμόνας δυνητικά μπορεί να σφάλλει. Η ελευθερία έκφρασης είναι αδήριτο δικαίωμα μέσα στην πολιτεία , και συγκεκριμένα , την ρεπουμπλικιανή πολιτεία του.

Η διαδικασία δημιουργίας μιας κοινωνίας με δίκαιο  πολίτευμα είναι το πιο δισεπίλυτο πρόβλημα για το ανθρώπινο γένος ,  όπως  και  η  εξεύρεση  του

πιο άξιου ηγέτη . Παραδέχεται παρακάτω ότι είναι αδύνατο να υπάρξει η τέλεια πολιτεία , αφού τα ίδια τα μέλη της , οι άνθρωποι που την απαρτίζουν , δεν είναι τέλεια όντα.  . Ωστόσο ,  αυτοί οφείλουν να δημιουργήσουν μια όσο το δυνατόν καλύτερη και ευνομούμενη πολιτεία με σκοπό την διαφύλαξη των δικαιωμάτων και της ελευθερίας όλων . Στην δίκαιη αυτή πολιτεία  , οι πολίτες δεν υποχρεούνται να εξυπηρετούν τα συμφέροντα και τους στόχους των υπολοίπων , αλλά τουλάχιστον να διαφυλάττουν τα δικαιώματα των άλλων. Έτσι , οι σκοποί του καθενός σε μια ηθική κοινωνία θα είναι καθολικοί και θα ανήκουν πλέον σε όλους . Ταυτόχρονα , όλοι θα μπορέσουν να πετύχουν την ηθικοποίηση , τον σκοπό που έχει ορίσει για τους ανθρώπους η φύση.

Στο έργο του « Ανθρωπολογία από Πραγματολογική άποψη » , αφού αναγνωρίζει  την ελευθερία και τον νόμο ως άξονες της πολιτικής νομοθεσίας, χρησιμοποιώντας τρεις όρους , αναφέρεται σε τέσσερεις συνδυασμούς , αντίστοιχους με τέσσερεις πολιτείες , ήτοι αναρχία ,δεσποτισμός ,βαρβαρότητα και ρεπουμπλικανισμός  (10).   Η βαρβαρότητα  , σε αντίθεση με τον δεσποτισμό απορρίπτει το Δημόσιο Δίκαιο και την ιδέα του πρωταρχικού συμβολαίου και έχει αυταρχικό χαρακτήρα  . Εκεί δεν υπάρχει ομόφωνη βούληση ( γενική ) και η εξουσία εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα . Το άτομο οφείλει να ενωθεί και μαζί με τους άλλους να «ξεφύγει» από την προ-πολιτική κατάσταση (11).  

Αναφέρουμε τα παραπάνω , για να καταδείξουμε τον κοινό προσανατολισμό της επανάστασης και της κατάστασης της βαρβαρότητας . Δεν πρόκειται για άλλον , από την κατάλυση του υπέρτατου νόμου , του Συντάγματος και την περιαγωγή σε μια κατάσταση αναρχίας . Ο τρόπος επίσης της υλοποίησης μιας επανάστασης συνάδει με την βαρβαρότητα . Ο Ripstein επικαλείται το παράδειγμα της  ανόδου  του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ στην  Γερμανία.

Το πρόβλημα που ανακύπτει με την βαρβαρότητα είναι το ίδιο που υπάρχει στην περίπτωση του επαναστάτη.  Εδώ , χρειάζεται αντίσταση προς τον σκοπό διατήρησης της έννομης κατάστασης και αποφυγής του εκτροχιασμού .

Βέβαια , ο Καντ  αργότερα ,στα τέλη του 18ου αιώνα , είναι θιασώτης  της Γαλλικής Επανάστασης και επηρμένος από την απήχηση της στο κοινό . Διαφαίνεται σίγουρα μια αντίφαση στις θέσεις του φιλοσόφου . Για τον Nickolson , δεν υφίσταται καμία αντίφαση , αν δεχτούμε ότι ο Καντ προσεγγίζει τις επαναστάσεις ως φυσικά φαινόμενα και εύλογα επακόλουθα συνθηκών πίεσης των ηγεμόνων στους υπηκόους  . Είναι ευκαιρίες συνένωσης των ατόμων , στοιχείο εγγενές στην ανθρώπινη φύση , και η Γαλλική Επανάσταση είναι ακριβώς μια ευκαιρία τέτοιας συλλογικής κινητοποίησης που  , εν τέλει παλεύουν για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους . Το βασικό στοιχείο που αίρει την αντίφαση για τον Nicholson ( που κινείται στον χώρο της επιστήμης των μαθηματικών και της αρχιτεκτονικής παρεμπιπτόντως) είναι ότι οι δύο φαινομενικά αντιφατικές θέσεις του Καντ , η γενική κατά της επανάστασης και η ειδική υπέρ της συγκεκριμένης κίνησης , πρέπει να ερμηνευθούν και να κατανοηθούν σε διαφορετικά πλαίσια . Ενώ η γενική του απορριπτική θέση ανήκει στο πεδίο της φιλοσοφίας και της θεωρίας του δικαίου , η κατ΄εξαίρεση αποδοχή της Γαλλικής Επανάστασης ανήκει σε αυτό της φιλοσοφία της ιστορίας και θεωρείται εύλογη και φυσική , όπως σημειώσαμε (12).  

 

Ο Βαθμός αποδοχής του δικαιώματος αντίστασης για τους πολίτες και συγκεκριμένα για τους ιδιοκτήτες στο πολιτειακό σύστημα του  Ιμμ.  Καντ

 

Βασική θέση του Καντ είναι η δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας , σε αντίθεση με τον λαό , να κάνει μεταρρυθμίσεις στο υπάρχον νομικό πλαίσιο και μάλιστα έχει καθήκον να τις πραγματοποιεί . Αν δεν προβεί στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πάλι , προβλέπει το δικαίωμα του  λαού να ασκήσει μια αρνητική αντίσταση , δηλαδή να εκφράσει την αντίθεσή του μέσω των κοινοβουλευτικών του εκπροσώπων . Έτσι, μπορεί να αρνηθεί ο εκλεγμένος αντιπρόσωπος να παρέχει την ψήφο – συναίνεσή του σε ένα προς ψήφιση νομοσχέδιο , ως αντίδραση .Η αληθινή αρχή για τον Καντ είναι ο λαός στο Κοινοβούλιο και υπερτερεί της  εκτελεστικής εξουσίας , έχοντας τον τελευταίο λόγο . Βέβαια , μας προβληματίζει σε ποιο βαθμό εκφράζεται ο λαός μέσω της έμμεσης αντιπροσώπευσής του , αφού άμεσα οι πολίτες δεν μπορούν να ψηφίσουν .

Συνεπώς οι πολίτες ευθύνονται μόνο για την συγκρότηση του Κοινοβουλίου , με την ψήφο τους,  αλλά και την μη ανατροπή του  με επανάσταση .Επιτρέπεται μονάχα μια νόμιμη μεταρρύθμιση της εκτελεστικής εξουσίας(13).   Εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος θεωρεί αφύσικη κάθε αποδοχή από τον λαό των ψηφισμάτων του Κοινοβουλίου ανεπιφύλακτα και άρα υποθέτουμε ότι μια τυχόν αρνητική αντίσταση είναι απόλυτα υγιής για το πολίτευμα και αποτρέπει τον συγκεντρωτισμό και την διαφθορά .

Σε άλλο σημείο ο Καντ, σημειώνει : «όταν μια επανάσταση έχει επιτύχει και έχει θεμελιωθεί ένα νέο Σύνταγμα , η μη νομιμότητα της απαρχής και της εφαρμογής του δεν μπορεί να αποδεσμεύσει τους υπηκόους  από την υποχρέωση που έχουν … να υποταχθούν στην νέα κατάσταση πραγμάτων , και δεν μπορούν να αρνηθούν να υπακούουν με έντιμο τρόπο εκείνη την αρχή που έχει πλέον την εξουσία » (14).   Αποδέχεται στην ουσία την ενεργητική αντίσταση , εκ των υστέρων όμως , αφού έχει λάβει χώρα και είναι επιτυχημένη . Μια τέτοια επανάσταση μπορεί να δημιουργήσει δίκαιο , καταρχήν άδικα , εκ των υστέρων όμως νόμιμα και δίκαια. 

Ένα θέμα που χρήζει συζήτησης και απασχολεί τον φιλόσοφό μας αφορά στην εξουσία και είναι το αν οι ηγεμόνες ή οι υπήκοοι είναι καλύτεροι  για να αναλάβουν την ευθύνη της εξουσίας . Οι τελευταίοι ασκούνται στην υπακοή και την τήρηση των νόμων από μικρή κιόλας ηλικία και μαθαίνουν στον αυτοπεριορισμό προς όφελος του κοινού καλού . Οι πρώτοι αντίθετα , μεγαλωμένοι σε ένα διαφορετικό πλουσιοπάροχο περιβάλλον , αδιαφορούν για τους νόμους και είναι κακομαθημένοι , εστιάζοντας εν τέλει μόνο στο προσωπικό τους συμφέρον . Προτείνει λοιπόν  την διαπαιδαγώγησή  τους από τους υπηκόους , έτσι ώστε να μάθουν και αυτοί στην υπακοή και τον αυτοπεριορισμό .

Πριν κλείσουμε την παρούσα ενότητα , θα αναφερθούμε ειδικότερα στο ζήτημα της αντίστασης των ιδιοκτητών . Σύμφωνα με τον Καντ , που εκτιμά ιδιαιτέρως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και μάλιστα θέλει να το επισφραγίσει με κανόνες Δημοσίου Δικαίου , μόνο οι ιδιοκτήτες δικαιούνται να ψηφίζουν. 

Οι υπόλοιποι , εργάτες , υπηρέτες και γενικά οι υπάλληλοι ούτε να ψηφίζουν έχουν δικαίωμα, ούτε , ακόμη περισσότερο , να αντιστέκονται (15).  

Ακόμη και οι ιδιοκτήτες λοιπόν , πρέπει να εξοριστούν ή να υποστούν άλλες κυρώσεις σε περίπτωση αντίστασης στην εξουσία . Θεωρεί λανθασμένη την εξέγερση ακόμα και σε περίπτωση καταπάτησης των δικαιωμάτων τους , και συγκεκριμένα εδώ αυτό της ιδιοκτησίας . Η εκθρόνιση , από την άλλη του καταπατητή είναι νόμιμη και εφικτή (16),όπως και η έκφραση αντιρρήσεων ή παραπόνων  (17).

Από την άλλη , αναγνωρίζει ένα δικαίωμα εξαναγκασμού των πλουσίων από τον κυρίαρχο να βοηθήσουν τους ανίσχυρους που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις βιοτικές τους ανάγκες . Αξίζει να παρατηρήσουμε , πως νομιμοποιείται έμμεσα κάθε ρύθμιση εις βάρος των αδύναμων ομάδων του λαού , που μαζί με τους υπολοίπους δεν μπορούν να αντισταθούν με την μορφή στάσεων , αλλά μπορούν την ίδια στιγμή , για να ελαφρυνθούν να προστρέξουν στην βοήθεια των ισχυρών και εύπορων .

 

 

Κριτικές και αξιολογήσεις στην θέση του Καντ περί του δικαιώματος αντίστασης και στην εν γένει πολιτική του θεωρία.

 

Η Καντιανή θεωρία έχει έναν φιλελεύθερο προσανατολισμό αφενός , τονίζοντας την σύμπραξη του λαού στην θεμελίωση της εξουσίας του κυρίαρχου , από την άλλη είναι συντηρητική και απολυταρχική (18).  Από την μία ο λαός εγκαθιδρύει την εξουσία και έχει εκπροσώπους στο Κοινοβούλιο , από την άλλη δεν μπορεί να αντιδράσει με άμεσο και ευθύ τρόπο , με μια εξέγερση .

Καθήκον του λαού είναι να ανέχεται τις επιταγές την νόμιμα εκλεγμένης εξουσίας . Προβληματισμό ίσως προκαλεί το γεγονός ότι δεν είναι ξεκάθαρος σχετικά με την προέλευση της εξουσίας . Κάνει λόγο για «υποταγή» , θεωρώντας την δεδομένη . Υποθέτουμε ότι έχει στο μυαλό του το πρότυπο του υπηκόου μάλλον, παρά αυτό του πολίτη . Ο υπήκοος που παρουσιάζει , υποτάσσεται ανεπιφύλακτα. Ο φιλόσοφος δεν προσπαθεί καν να δικαιολογήσει και να ξεχωρίσει πότε και σε ποιο βαθμό οφείλεται τελικά υποταγή , απλά καταδικάζει το ίδιο απόλυτα κάθε μορφής αντίσταση ( εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέραμε ) . Το ζητούμενο  , η υπακοή δηλαδή , θεωρείται ως  δεδομένο.

Εφόσον όμως η κοινωνική ασφάλεια και η ασφάλεια του όλου νομικού συστήματος επισφραγίζεται από μονομερείς θυσίες και ικανοποίηση των συμφερόντων της μια πλευράς , δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ως ορθή την σκέψη του .

Αξιοσημείωτες είναι οι θέσεις άλλων θεωρητικών που διατείνονται υπέρ του ότι ο Καντ δεν απορρίπτει ολότελα το γεγονός της επανάστασης . Χαρακτηριστικά ,ο Κ. Ψυχοπαίδης σημειώνει πως η απόρριψη της αντίστασης ως ιδεώδες της πολιτικής του θεωρίας δεν συνεπάγεται και αντεπαναστατική ιδεολογία  . Μάλιστα, η αντίσταση – επανάσταση είναι φυσικό φαινόμενο που προκύπτει από τις συνθήκες και αυτό ακριβώς καταδεικνύεται από την καντιανή θεωρία(19).  Πρακτικά , ευσταθεί το επιχείρημα , αφού ο φιλόσοφος , όπως εκθέσαμε , τελικά τάχθηκε υπέρ της Γαλλικής Επανάστασης .

Τέλος , ο καθηγητής Κ. Στρατηλάτης δεν αποδέχεται ότι  «ο αποκλεισμός του δικαιώματος της εξέγερσης συνιστά ανάσχεση της ικανότητας κοινωνικής αυτοθέσμισης και , ως εκ τούτου, εγκατάλειψη της ριζικής πολιτικής ελευθερίας του Πρακτικού Λόγου» (20).  Συμπεραίνουμε από την άποψη αυτή , ότι δεν πλήττεται το δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης , στοιχειώδες για τον φιλόσοφο  . Ο ίδιος ( Κ . Στρατηλάτης ) δικαιολογεί την απόρριψη χάριν της διαφύλαξης της κρατικής υπόστασης . Για να μην τεθεί σε κίνδυνο η υπόσταση του κράτους και όχι για άλλους , τυχόν ηθικούς λόγους για παράδειγμα  , προληπτικά απαγορεύεται η αντίσταση .

.

Αντί Επιλόγου: Το δικαίωμα αντίστασης στο Ελληνικό Σύνταγμα (120παρ.4)

 

Η ρήτρα του ακροτελεύτιου άρθρου όλων των ελληνικών Συνταγµάτων, που αναθέτει την τήρηση του Συντάγµατος στον «πατριωτισµό των Ελλήνων («Η τήρησις του Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων »)αποτελέι ίδιον ( ιδιαιτερότητα ) στον ελληνικό Συνταγματισμό ανέκαθεν.  Η μορφή διατύπωσης είναι μοναδική στο Ελληνικό Σύνταγμα , γι΄ αυτό και χρήζει προσοχής τόσο τη νοµική όσο και την πολιτειολογική σκέψη. Παρόλη τη σχετικά µικρή νοµική αποτελεσµατικότητα της διάταξης, η πολιτική και συµβολική της σηµασία, όπως έδειξε άλλωστε και η ιστορία της, δεν είναι αµελητέες και διαπερνά τον χρόνο .

Η διάταξη έχει ιδιαίτερη συμβολική και νομική αξία . Η αντίσταση έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα και αντιτίθεται σε κάθε δικαιικό ορθολογισμό . Το γεγονός ότι προβλέπεται στο Σύνταγμα αποτελεί αντίφαση , καθότι ενεργοποιείται μόνο ακριβώς την ίδια στιγμή τυπικά παύει να ισχύει . Δύσκολα συμβαδίζουν αντίσταση και νομιμότητα . Ακόμη και όταν γίνονται αντιστάσεις για χάρη του Συντάγματος  δεν διέπονται από το δίκαιο και αντιθέτως συνεπάγονται άρνησή του(21).   Ιστορικά , το δικαίωμα κινείται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας και αξιολογείται βάσει των κανόνων της νομιμοποιημένης ή ανομιμοποίητης εξουσίας (22).  

Πηγή και θεμέλιο νομιμοποίησης της αντίστασης καθίσταται ο πατριωτισμός του λαού , που αποκτά εθνική ταυτότητα και δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε χώρα. Ευρύτερα , ο όρος Σύνταγμα αποδίδει πιο συγκεκριμένα το πολίτευμα εν γένει , τον τρόπο δηλαδή οργάνωσης της πολιτικής κοινωνίας . Ενεργοποιείται δε , μόνο σε περίπτωση κατάλυσης του και όχι σε κάθε περίπτωση αντισυνταγματικών νόμων ή κρατικών ενεργειών και παραλείψεων(23).  

Η αντίσταση είναι η εξαίρεση . Κανόνα αποτελεί η υποχρέωση σεβασμού και υπακοής της συνταγματικής νομιμότητας μέσω της τήρησης των θεσμών και των διαδικασιών που προβλέπονται σε ένα κράτος δικαίου . Ο λαός οφείλει και ηθικά πρωτίστως να υπερασπιστεί την τάξη . Στην σχετική Καντιανή θεώρηση που μελετήσαμε , κράτος δικαίου και δικαίωμα αντίστασης δεν συμβαδίζουν . Το τελευταίο είναι αδιανόητο σε ένα κράτος δικαίου . «Αν υποθέταµε, ότι ο λαός είχε εξουσιοδοτηθεί να αντιστέκεται, θα έπρεπε να υπάρχει ένας Νόµος που να του το επιτρέπει, θα έπρεπε η κυρίαρχη νοµοθεσία (Σύνταγµα) να περιέχει µια διάταξη σύµφωνα µε την οποία η ίδια δεν θα είναι πια κυρίαρχη, αφού ο λαός από υπήκοος θα ανακηρυσσόταν µε την ίδια και µοναδική κρίση κυρίαρχος απέναντι σε αυτό που τον καθιστά υποκείµενο, πράγµα που είναι αντιφατικό» (24).  

Επιλογικά , το επίκαιρο όσο ποτέ δικαίωμα αντίστασης , τοποθετείται την ίδια στιγμή εντός και εκτός του δικαίου , και συγκεκριμένα εκεί που απουσιάζει το δίκαιο . Βασίζεται αποκλειστικά σε μία εξαιρετική κατάσταση παραβίασης της συνταγματικής νομιμότητας , ούτε μέσα ούτε έξω από την συνταγματική τάξη. Πρακτικά , ισχυροποιείται ύστερα από την αποσταθεροποίηση της συνταγματικής νομιμότητας , πολιτικά στηρίζεται στην κυριαρχία και την συντακτική εξουσία του λαού και ηθικά καταξιώνεται μέσα από την υπεράσπιση εν τέλει των πολιτικών δικαιωμάτων , των δικαιωμάτων των ίσων και ελεύθερων πολιτών στην ευνομούμενη δημοκρατική συνταγματική πολιτεία .

-----------------------------------------------------------------------------------------

1.       Bλ. Rheinische Zeitung , 9 Αυγούστου 1842, {Marx Werke}, Dietz, Βερολίνο , τ. 1 σ 80

2.       Bλ. Θεωρία της πολιτικής και του κράτους – Μετάφραση , Εισαγωγή : Μ. Αγγελίδης , Θ . Γκιούρας , Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα , Εκδ . Σαββάλας , Κείμενα : Καντ. Σελ. 200

3.       Bλ. ό.π. σελ 201

4.       Bλ. Ripstein Arthur , Kans Legal and Political Philosophy , Harvard University Press, Cambridge ,2009 , σ. 329-333

5.       Βλ. Immanuel Kant, The Metaphysics οf Morals,   University of  Cambridge, 1970, σ. 144.

6.       Βλ. Τimmons Mark , Kant’s Metaphysics of Morals  :Interpretative essays , Oxford Un. Press, New York , 2002 , σ. 218-220

7.       Bλ. Ripstein Arthur , Kans Legal and Political Philosophy , Harvard University Press, Cambridge ,2009 , σ. 334

8.       Βλ. Μπερνάρ Μπουρζουά , Φιλοσοφία και δικαιώματα του ανθρώπου ,Από τον Καντ ως τον Μαρξ ,  μτφ. Γ. Φαράκλας , Εστία , Αθήνα  2000, σ. 54-55

9.       Βλ. Guyer, Paul ,Kant ,  μτφ. Μαραγκός Γ, Gutenberg, Αθήνα.2013 , σ.485-7

10.    Bλ. Καντ, Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη , Printa , 2011, σελ. 330

11.    Βλ . Ripstein Arthur , Kants Legal and Political Philosophy , Harvard University Press, Cambridge ,2009 , σ. 339επ.

12.    Bλ. Williams Howard , Essays on Kant’s Philosophy . University of Wales Press, Cardiff, 1992 , σελ . 260-263

13.    Βλ. . Guyer, Paul, I. Kant, μτφ. Μαραγκός Γ,  Gutenberg, Αθήνα.2013 , σ.488επ.

14.    Βλ.  Θεωρία της πολιτικής και του κράτους – Μετάφραση , Εισαγωγή : Μ. Αγγελίδης , Θ . Γκιούρας , Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα , Εκδ . Σαββάλας , Κείμενα : Καντ. Σελ. 203

15.    Bλ. Kant, «Theory and practice» στο Kant: political writings, Cambridge University Press, σ.78-81

16.     Βλ.  Kant, «Perpetual peace», στο Kant: political writings, Cambridge University Press, σ.126

17.     Βλ . Ιm. Kant, The metaphysics of morals, Cambridge University press, σ. 95

18.    Bλ. Williams, Howard, Kant’s political philosophy, εκδ. Blackwell , σ.128

19.    Βλ. Κ. Ψυχοπαίδης , Ιστορία και μέθοδος , εκδ. Σμίλη , Αθήνα  , 1994 , σ.67

20.    Βλ. Κ. Ν. Στρατηλάτης , Ο πολιτικός Καντ σήμερα : Τα θεμέλια του Δικαίου , της ιδιοκτησίας και της συνταγματικής πολιτείας , εκδ. Νησίδες , Αθήνα , 2011, σ. 306

21.    Βλ. Σβώλος Αλ. , Συνταγματικόν Δίκαιον , 1934 ,σελ . 103

22.    Βλ. Γ. Κασιµάτη , «Η αντίσταση», στο Κράτος και Πολίτευµα, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2000, σ. 75-77

23.    Βλ. Σβώλος Αλ. , Συνταγματικόν Δίκαιον , 1934 ,σελ . 102

24.    Βλ. Im. Kant , Η µεταφυσική των ηθών , Θεωρία του Δικαίου , Paris, 1971, σ. 202

 

 

 

 

 

 

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>