Μαρίνης Δημήτριος - μεταπτυχιακός φοιτητής Δημοσίου Δικαίου

Ο Δημήτρης Μαρίνης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Ευρωπαϊκού και Δημοσίου Δικαίου, καθώς και ασκούμενος δικηγόρος.

 

To Eυρωπαϊκό νομικό πλαίσιο προστασίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων - νομολογιακή προσέγγιση. 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΝΕΞΙΘΡΗΣΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗΣ.  ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί ρίζα των ατομικών ελευθεριών, μέσω της οποίας εξασφαλίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας και η ακώλυτη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου . Θεωρείται ως ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της γνώμης και της εν γένει πνευματικής ελευθερίας και συνιστά ένα από τα πρώτα ατομικά δικαιώματα που διεκδικήθηκαν ήδη από τον 16ο αιώνα στον ευρωπαϊκό χώρο(1).  Συγγενής έννοια είναι η ανεξιθρησκία. Έχει την σημασία της ανοχής του κρατικού μηχανισμού απέναντι στην ύπαρξη και λειτουργία των διαφόρων θρησκειών, ενώ η ελευθερία σχετίζεται περισσότερο με την ανάπτυξη και την εκδήλωση του θρησκευτικού αισθήματος, με το κράτος να απέχει από αυτές τις διαδικασίες (2).   

Το Ελληνικό Σύνταγμα κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία ως αντικειμενικό κανόνα δικαίου και ως ατομικό δικαίωμα στο άρθρο 13. Ως δικαίωμα ,παρέχει στο άτομο νομικά την δυνατότητα πίστης και λατρείας οποιουδήποτε δόγματος,  περιλαμβάνει δηλαδή την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και την ελευθερία της λατρείας. Θρησκευτική συνείδηση είναι η ενδιάθετη πίστη και η εξωτερίκευση της προς οποιοδήποτε δόγμα για την υπόσταση του θείου (3).  Από την θρησκευτική συνείδηση προκύπτουν μια σειρά από επιμέρους δικαιώματα , όπως είναι, ενδεικτικά , το δικαίωμα του ατόμου να διακηρύσσει και να διαδίδει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις προφορικώς, γραπτώς ή δια του τύπου και των ηλεκτρονικών μέσων, ατομικώς ή ομαδικώς, με δημόσιες συναθροίσεις.

Η θρησκευτική ελευθερία αναφέρεται στο θρησκευτικό χώρο και διαπραγματεύεται τις έννοιες της θρησκείας, της λατρείας και την άσκησή τους, εν αντιθέσει με την ελευθερία πεποιθήσεων που ενέχει  τη θρησκευτική αλλά και την ελευθερία των φιλοσοφικών και πολιτικών πεποιθήσεων. Πάραυτα, ενώ στις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις υπάρχει ενιαία κατοχύρωση και των δύο «σημείων», στο Σύνταγμα μας, στο επίμαχο άρθρο 13, κατοχυρώνεται μόνο η ελευθερία των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Αναμφίβολη είναι η σημασία της ελεύθερης εκδήλωσης πεποιθήσεων, γι’ αυτό εξάλλου, όπως θα αναλύσουμε και παρακάτω, η Ε.Σ.Δ.Α. θεσπίζει για την εν λόγω ελευθερία λιγότερους περιορισμούς συγκριτικά με άλλα δικαιώματα. Στη Σύμβαση αυτή, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για σαφή διάκριση μεταξύ θρησκείας και πεποίθησης. Ίσως οι πεποιθήσεις είναι ευρύτερη έννοια , γιατί περιλαμβάνει όχι μόνο τις θρησκευτικές πεποιθήσεις , αλλά γενικότερα τις πεποιθήσεις κάποιου για την ζωή. Κρίσιμο είναι στο σημείο αυτό να προσδιορίσουμε την έννοια της θρησκείας Η θρησκεία είναι σύνολο λατρευτικών πράξεων (corpus) και δοξασιών (animus) αναφερόμενα στην υπόσταση του θείου(4)

Φορείς ασκήσεως του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας είναι, κατά το Ελληνικό Σύνταγμα,  τόσο οι Έλληνες Πολίτες όσο και οι αλλοδαποί που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια(5), είτε είναι στην Ελλάδα νόμιμα είτε παράνομα, εκουσίως ή μη. Είναι δε φορείς και φυσικά και νομικά πρόσωπα. Φορείς ατομικών οργανισμών είναι και οι θρησκευτικοί οργανισμοί, ως  νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Το πεδίο ισχύος αφορά κυρίως τις σχέσεις κράτους και πολίτη με την καθιέρωση της μη επεμβάσεως του κράτους στο ατομικό αυτό δικαίωμα. Στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών, δεν επιτρέπεται διάκριση ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις λόγω θρησκευτικών διακρίσεων. Η ΕΕ έχει θεσπίσει κανόνες δικαίου για την αντιμετώπιση των διακρίσεων, ενώ και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιοτάτων περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις για την θρησκευτική πολυµορφία (αρ.22). Στο επίπεδο του παράγωγου δικαίου υπάρχουν δύο Οδηγίες του Συμβουλίου που αναφέρονται σε ζητήματα ισότητας και απαγόρευσης των διακρίσεων.

 

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

 

Αρχικά, είναι χρήσιμο να αναφερθούμε στις κοινοτικές ρυθμίσεις περί διακρίσεων ευρύτερα.

Οι άμεσες διακρίσεις ορίζονται με παρόμοιο τρόπο στην ΕΣΔΑ και στο δίκαιο της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της οδηγίας της ΕΕ για τη φυλετική ισότητα, «συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση». Σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποιεί το ΕΔΔΑ, πρέπει να υπάρχει διαφορετική μεταχείριση ατόμων που βρίσκονται σε ανάλογες, ή σχετικά όμοιες καταστάσεις», η οποία να «βασίζεται σε κάποιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό».(6)  Τόσο η κοινοτική νομοθεσία όσο και η ΕΣΔΑ αναγνωρίζουν ότι διακρίσεις μπορούν να προκύψουν όχι μόνο λόγω της διαφορετικής μεταχείρισης προσώπων που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις, αλλά και λόγω της ίδιας μεταχείρισης προσώπων που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις. Πρόκειται για τις έμμεσες διακρίσεις. (Βλ. άρθρο 2 παράγραφος 2β) της Οδηγίας για τη φυλετική ισότητα).

Σχετικά με την θρησκεία τώρα, το άρθρο 9 ΕΣΔΑ, την οποία η Ελλάδα έχει επικυρώσει(7), κατοχυρώνει απόλυτα τις ελευθερίες σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, προβλέποντας μάλιστα και νόμιμους λόγους περιορισμού της εκδήλωσής τους. Το πεδίο εφαρμογής της διάταξης είναι ευρύτερο της διάταξης του ά.13 Σ. Η ΕΣΔΑ επεκτείνει την προστασία επιπλέον σε άγνωστες θρησκείες και στην ελεύθερη έκφραση εν γένει των πεποιθήσεων. Οι περιορισμοί που τίθενται στο Σύνταγμα μας και την ΕΣΔΑ  (κοινός περιορισμός η δημόσια τάξη) καταρχάς δεν θα πρέπει να αντιστρατεύονται την ρητώς αναγνωρισμένη ακώλυτη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας. Το άρθρο 14 επίσης της Σύμβασης αναφέρεται στην ελευθερία αυτή, ενώ το ά. 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της προβλέπει την υποχρέωση σεβασμού από κάθε κράτος του δικαιώματος των γονέων να διδάσκεται το παιδί τους τις δικές τους θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Το ζήτημα αυτό της εκπαίδευσης θα αναλύσουμε παρακάτω. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 14 ΕΣΔΑ   κατοχυρώνει  την  άσκηση  των δικαιωμάτων και των  ελευθερίων  της

Σύμβασης άσχετα με διακρίσεις, όπως είναι η θρησκευτική πεποίθηση . Λειτουργεί συμπληρωματικά στις υπόλοιπες διατάξεις της ΕΣΔΑ, ενώ δεν είναι ανάγκη μόνο να παραβιαστεί η διάταξη που κατοχυρώνει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά μπορεί να στοιχειοθετηθεί παραβίαση, αν προκύψει και συνδυαστικά με το ά.14(8). Ακόμη μεγαλύτερο πεδίο εφαρμογής σχετικά με την αντιμετώπιση των διακρίσεων έχει το Πρωτόκολλο αρ. 12, παρέχοντας ασφάλεια από τις διακρίσεις και στις ιδιωτικές σχέσεις, πέρα από την προστασία έναντι στην πολιτεία(9)

Οι αποφάσεις της Επιτροπής του ΕΔΔΑ και η νομολογία του συμβάλλουν στην εφαρμογή των διατάξεων της ΕΣΔΑ και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σταδιακά ένα κοινό δίκαιο για την θρησκευτική ελευθερία στα κ/μ του Συμβουλίου της ΕΕ.

Στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ τα άρθρα 10 και 19 της ΣΛΕΕ αναφέρονται σε ζητήματα διακρίσεων. Στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ τα άρθρα 10 και 19 της ΣΛΕΕ αναφέρονται σε ζητήματα διακρίσεων. Σχετικά αναφέρουν « η Ένωση επιδιώκει να καταπολεµήσει κάθε διάκριση λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισµού»( ά.10)  ενώ στο άρθρο 19 ότι «.....το Συµβούλιο, ..... µετά την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, µπορεί να αναλάβει ανάλογη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισµού». Επίσης µε την Συνθήκη της Λισαβόνας, που άρχισε να ισχύει τον Δεκέμβριο του 2009, καθιερώθηκε στις ιδρυτικές Συνθήκες η δεσµευτική ισχύς του Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων. Επιπλέον, το άρθρο 6 της Συνθήκης για την ΕΕ προσδίδει στο Χάρτη την ίδια νοµική ισχύ µε αυτήν των Συνθηκών. Ο Χάρτης θεµελιωδών δικαιωµάτων περιλαµβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις για την ισότητα (άρθρο 20), την απαγόρευση διακρίσεων (αρ.21), την πολιτιστική και θρησκευτική πολυµορφία (αρ.22). Κρίσιμο είναι και το άρθρο 10 του Χάρτη περί  ελευθερίας σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, το οποίο αντιστοιχεί στο ά.9 ΕΣΔΑ. Στο επίπεδο του παράγωγου δικαίου υπάρχουν δύο Οδηγίες του Συµβουλίου που αναφέρονται σε ζητήµατα ισότητας και απαγόρευσης των διακρίσεων. Τα θεσµικά όργανα της ΕΕ συνεργάζονται για την εξάλειψη των διακρίσεων και δη, στο  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπάρχουν διάφορες κοινοβουλευτικές επιτροπές που ασχολούνται αποκλειστικά µε θέµατα διακρίσεων. Το ΔΕΕ παίζει καθοριστικό ρόλο στην ενιαία ερµηνεία  και εφαρµογή  του  δικαίου της ΕΕ κυρίως  µέσω των  προδικαστικών  αποφάσεων

ενώ κομβικό ρόλο παίζει και ο Οργανισµός Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της ΕΕ (FRA) με την παροχή στα θεσµικά όργανα και στα κ/μ της ΕΕ, όταν εφαρµόζουν το δίκαιο της ΕΕ, συνδροµής και συµβουλών ειδικών σχετικά µε τα θεµελιώδη δικαιώµατα.

Το ΕΔΔΑ έχει αποσαφηνίσει ότι το κράτος δεν μπορεί να επιχειρεί να προκαθορίζει το περιεχόμενο των εννοιών «θρησκεία» ή «πεποίθηση», και ότι οι έννοιες αυτές προστατεύουν «αθεϊστές, αγνωστικιστές, σκεπτικιστές αλλά και όσους δεν ενδιαφέρονται», προστατεύουν άρα όσους επιλέγουν «να έχουν ή να μην έχουν θρησκευτικές    πεποιθήσεις   και να  ασκούν   ή όχι  θρησκευτικά καθήκοντα».   

Από τη νομολογία αυτή  προκύπτει ακόμη ότι   η  θρησκεία   ή   η πεποίθηση είναι κατά κύριο λόγο προσωπικές και υποκειμενικές, και δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκη με πίστη, που έχει αναπτυχθεί προς θεσμούς(10)

Οι Οδηγίες του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου για τη φυλετική ισότητα (2000/43/ΕΚ) και την ίση µμεταχείριση στην απασχόληση (2000/78/ΕΚ) έχουν ως απώτερο σκοπό  τη θέσπιση από  τα κ/μ νομοθετημάτων για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, αλλά και τη δημιουργία  οργανώσεων και μηχανισμών  για την εφαρµογή της εν λόγω νοµοθεσίας καθώς και για την προώθηση και την ενθάρρυνση της ίσης αντιμετώπισης. Οι δυο οδηγίες καταπολέµησης των διακρίσεων απαγορεύουν την άµεση ή έµµεση διάκριση για τους εκτεθέντες παραπάνω (άρθρο 2). Στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/43/ΕΚ παρέχει µια πιο ευρεία προστασία ενάντια στις διακρίσεις σε σχέση µε το αντίστοιχο της οδηγίας 2000/78/ ΕΚ που ισχύει µόνο στον τοµέα της απασχόλησης(11).    Οι οδηγίες απαγορεύουν τη διάκριση από φυσικά και νοµικά πρόσωπα σε δηµόσιο και ιδιωτικό τοµέα, προστατεύουν ενάντια στις διακρίσεις για οποιονδήποτε από τους προστατευόµενους λόγους όλους όσοι βρίσκονται σε κ/μ ανεξαρτήτως καταγωγής, αναφέρουν ρητά ότι δεν καλύπτουν διακρίσεις λόγω εθνικότητας σε σχέση µε πτυχές ελέγχου της µετανάστευσης, καθώς και επιτρέπουν τη λήψη µέτρων πρόληψης ή για την αντιστάθµιση µειονεκτηµάτων που συνδέονται µε οποιονδήποτε από τους προστατευόµενους λόγους.

Τέλος οι οδηγίες επιτρέπουν διακρίσεις µόνο σε ορισμένες εξαιρετικές  περιπτώσεις και µόνο υπό όρους. Στα θύµατα των διακρίσεων πρέπει να διασφαλίζεται σε όλα τα κ/μ η πρόσβαση σε δικαστικές και διοικητικές υπηρεσίες και θεσμούς  για την πραγµάτωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στις οδηγίες, ενώ ρητά ορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το βάρος της απόδειξης σε µια δικαστική διαδικασία σχετικά µε την εισαγωγή διακρίσεων αφορά τον κατηγορούμενο(12). Επιπλέον κατά τη µεταφορά των οδηγιών, τα κ/μ υποχρεούνται σε πρόβλεψη κυρώσεων για τυχόν  παραβίαση των εσωτερικών τους νοµοθεσιών κατά των διακρίσεων και την εφαρµογή των κυρώσεων αυτών . Επιπλέον, οφείλουν να προβούν σε ενέργειες για την αύξηση της ευαισθητοποίησης και την προώθηση της ευρείας κατανόησης και ενσωμάτωσης της αρχής της ίσης µμεταχείρισης στην κοινωνία των πολιτών, αλλά και να συνεργαστούν με ΜΚΟ και κοινωνικούς εταίρους στο πλαίσιο της προσπάθειας εξάλειψης των διακρίσεων.

Το άρθρο 3 παρ. 1 των ως άνω Οδηγιών ορίζει ότι “Eντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, οι οδηγίες εφαρμόζονται σε όλα τα πρόσωπα , στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων.” Η ΕΣΔΑ εγγυάται προστασία σε όλους όσοι εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των κ/μ, είτε είναι πολίτες είτε όχι, αλλά και πέραν της εθνικής επικράτειας σε όσους βρίσκονται σε περιοχές που ελέγχονται ουσιαστικά από τα κράτη μέλη, όπως κατεχόμενα εδάφη(13). Αντιθέτως, το πεδίο εφαρμογής της προστασίας που προβλέπεται από το δίκαιο της ΕΕ είναι πιο περιορισμένο. Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας στο δίκαιο της ΕΕ ισχύει στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και αφορά μόνο τους πολίτες των κ/μ της ΕΕ. Επιπλέον, οι οδηγίες περί καταπολέμησης των διακρίσεων προβλέπουν διάφορες  εξαιρέσεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών. Στο νόμο θεσπίζεται απλώς μία γενική απαγόρευση κάθε μορφής διακριτικής μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας ανεξαρτήτως του υποκειμένου της προσβολής. Συμπερασματικά, απευθύνεται,  βάσει τελολογικής ερμηνείας του νόμου, εκτός από τον εργοδότη, σε διευθύνοντες υπάλληλους ή άλλους εργαζόμενους  με εργοδοτικές-διευθυντικές εξουσίες, τρίτα, προστηθέντα από τον εργοδότη πρόσωπα, ως  και συνάδελφους ή πελάτες. Από το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών για την καταπολέμηση των διακρίσεων εξαιρούνται ρητώς οι διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, οι οποίες ρυθμίζονται από την Οδηγία για την ελεύθερη κυκλοφορία. Σύμφωνα με την τελευταία, μόνο οι υπήκοοι της ΕΕ έχουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής σε άλλα ενωσιακά κ/μ. Αμφότερες οι Οδηγίες  αναφέρουν ότι δεν δημιουργούν δικαίωμα ίσης μεταχείρισης για τους υπηκόους τρίτων χωρών όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου και παραμονής τους στα κράτη μέλη. Τα άρθρα 4 Οδηγ. ΕΚ/43/2000 και άρθρο 4 παρ..1 Οδηγ ΕΚ/78/2000, ορίζουν ότι δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε στοιχείο σχετικό με τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, το οποίο λόγω της ιδιαιτερότητας των συγκεκριμένων επαγγελμάτων αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση και εφόσον ο οικείος σκοπός είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη και ουσιώδης. Δεδομένου του ότι οι παραπάνω διατάξεις επιτρέπουν παρεκκλίσεις από την απαγόρευση διακρίσεων, εισάγοντας, έτσι, εξαιρέσεις, θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να εφαρμόζονται τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας.

 

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

 

Η νομοθεσία της ΕΕ προβλέπει περιορισμένη προστασία από τις διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων. Αντιθέτως, το πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ είναι πολύ ευρύτερο, καθώς το άρθρο 9 θεμελιώνει αυτοτελές δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, της θρησκείας και των πεποιθήσεων. Σχετικά,  στην υπόθεση Alujer Fernández και Caballero García κατά Ισπανίας, οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι, σε αντίθεση με τους καθολικούς, δεν μπορούσαν να διαθέσουν απευθείας μέρος του φόρου εισοδήματός τους στην εκκλησία τους(15). Το ΕΔΔΑ κήρυξε την υπόθεση απαράδεκτη καθώς η εκκλησία των αιτούντων δεν βρισκόταν σε ανάλογη θέση με την Καθολική Εκκλησία δεδομένου ότι δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα προς την κυβέρνηση, και δεδομένου ότι η κυβέρνηση είχε αμοιβαία συμφωνία με την Αγία Έδρα.

Ούτε το ΔΕΚ ούτε το ΕΔΔΑ έχουν εξετάσει λεπτομερώς το περιεχόμενο των εννοιών «θρησκεία» ή «πεποίθηση» που προστατεύονται βάσει της Οδηγίας για την ισότητα στην απασχόληση ή της ΕΣΔΑ. Το θέμα αυτό έχει, πάντως, εξεταστεί αναλυτικά ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Islington London Borough Council κατά Ladele, το Εφετείο του Η.Β. κλήθηκε να εξετάσει εάν η αιτούσα ληξίαρχος υπέστη διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων όταν της επιβλήθηκαν πειθαρχικές κυρώσεις επειδή δεν διεκπεραίωσε τις διατυπώσεις σχετικά με σύμφωνα ελεύθερης συμβίωσης και αυτό λόγω των πεποιθήσεών της(15). Το Εφετείο απεφάνθη ότι δεν επρόκειτο για άμεση θρησκευτική διάκριση, καθώς η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στην αιτούσα δεν σχετιζόταν με τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις, αλλά με την άρνησή της να συμμορφωθεί με όρο της εργασίας της. Το εφετείο δεν δέχτηκε ούτε έμμεση διάκριση σημειώνοντας ότι εντασσόταν στο πλαίσιο της  δέσμευσης που είχε αναλάβει το συμβούλιο προς την κατεύθυνση προώθησης της ισότητας και της πολυμορφίας  και ότι η πολιτική αυτή δεν έθιγε το δικαίωμα της αιτούσας να έχει τις δικές της πεποιθήσεις. Το δικαστήριο, τέλος,  έκρινε ότι πρέπει να υπάρχει ισορροπία  ανάμεσα στο ατομικό δικαίωμα της προστασίας από τις διακρίσεις και στο δικαίωμα προστασίας της κοινότητας από τις διακρίσεις.

Όσον αφορά στο ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, αποφάσεις της ΕΕΑΔ απέρριψαν προσφυγές ατόμων που επικαλέστηκαν παραβίαση των δικαιωμάτων τους από την στιγμή που τους επιβλήθηκε η δήλωση του θρησκεύματός σε δημόσιο έγγραφο, όπως είναι η ταυτότητα. (16)

Σχετικά τώρα με τον προσηλυτισμό, η λεπτή γραμμή μεταξύ του προσεταιρισμού και της απαγόρευσης του προσηλυτισμού έχει αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης σε πολλές δικαστικές διαμάχες.

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Κοκκινάκη κατά Ελλάδος, όπου συνέβησαν τα ακόλουθα: Ένα ζευγάρι Μαρτύρων του Ιεχωβά εισέβαλε στο σπίτι μιας χριστιανής ορθοδόξου και με το πρόσχημα ότι είχαν να της μεταφέρουν καλές ειδήσεις της διάβασαν αποσπάσματα από τις Γραφές με επιδέξιο τρόπο και προσπάθησαν να της μεταβάλουν τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Το ζευγάρι καταδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια ως ένοχο προσηλυτισμού και προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, προβάλλοντας ιδίως παραβίαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, το οποίο αναλύσαμε. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε την προσφυγή του ζευγαριού λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας με το σκεπτικό ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν είχαν δώσει την απαραίτητη βαρύτητα στον τρόπο με τον οποίο έγινε η προσπάθεια μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων της χριστιανής ορθοδόξου. Δηλαδή δεν είχε διασαφηνιστεί εάν επρόκειτο για θρησκευτική προπαγάνδα ή προσηλυτισμό. Η περίπτωση αυτή ουσιαστικά άνοιξε την οδό για την προσέγγιση των ζητημάτων της ελευθερίας εκδηλώσεως της θρησκείας. Το Δικαστήριο με αυτή του την απόφαση αναγνωρίζει το δικαίωμα στη θρησκευτική προπαγάνδα με τη σκέψη ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία δε μπορεί να κωλύεται ο κάθε πολίτης να πείθει κάποιον  για την ορθότητα των πεποιθήσεων που πρεσβεύει. Βέβαια, θα πρέπει να υπάρχουν όρια. Η συνύπαρξη πολλών θρησκειών επιτάσσει η ελευθερία να συνοδεύεται από κατάλληλους περιορισμούς για  το  συμβιβασμό  των  συμφερόντων  που  πρεσβεύουν  οι διάφορες ομάδες και τη διασφάλιση των πεποιθήσεων του κάθε πολίτη(17). Σε άλλη σχετική απόφαση (59/1956 Ολ. ΑΠ),  μάρτυρας του Ιεχωβά απέστειλε στους ορθόδοξους ιερείς ναού των Πατρών φυλλάδιο με τίτλο «Χριστιανισμός και Χριστιανοσύνη, ποιο αποτελεί το φως του κόσμου». Το Δικαστήριο των Πλημμελειοδικών με απόφασή του και λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά, την έννοια και τα στοιχεία του αδικήματος του προσηλυτισμού κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 1363/1938 και ν. 1672/1939) απεφάνθη ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε δόλια με σκοπό τη μεταβολή της θρησκευτικής σφαίρας των ιερέων ανεξαρτήτως της επιτυχίας ή όχι του σκοπού και ως εκ τούτου κρίθηκε ένοχος. Ωστόσο,  η Ολομέλεια του Α.Π. αναίρεσε βάσει των άρθρων 505 § 2 και 510 ΚΠΔ την απόφαση κρίνοντας, ότι η αποστολή του εντύπου σε ιερείς και όχι σε αδαείς, δε συνιστά προσεταιρισμό κατά δόλιο τρόπο και επομένως, δε συνιστά προσηλυτισμό. Άλλες κρίσιμες αποφάσεις του ΑΠ είναι οι 1326/48 και 612/74.  Να σημειώσουμε ότι στις προστατευόμενες από την ΕΣΔΑ θρησκείες, εντάσσονται, με βάση και τη νομολογία, όλες οι διαδομένες θρησκείες, και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Εξαιρούνται αυστηρά προσωποπαγείς πεποιθήσεις, που ενίοτε τείνουν στην εκκεντρικότητα (18).

Η νομολογία του ΣτΕ σε θέματα σχετικά με θρησκευτική ελευθερία και θρησκευτική λατρεία, χαρακτηρίζεται από το πνεύμα προστασίας της επικρατούσης θρησκείας. Ειδικότερα έχει κριθεί σε μια σειρά από αποφάσεις ότι ο νομοθέτης δικαιούται να παίρνει μέτρα γενικής φύσεως που να περιορίζουν τη θρησκευτική ελευθερία με σκοπό την  προστασία του δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 906/1948), και από την άλλη  να προβεί σε περιορισμούς της θρησκευτικής δραστηριότητας εάν τίθεται ανάγκη προστασίας της επικρατούσας θρησκείας (βλ. ΣτΕ 2/1937). Ακόμα, οι οπαδοί άλλων δογμάτων δεν μπορούν να απαιτούν από το Κράτος να θεσπίσει κανόνες δικαίου που να εξαιρούν τα γενικά μέτρα που έχουν ληφθεί νια την αναγνώριση του Ορθόδοξου θρησκεύματος ως επικρατούσας θρησκείας στην Ελλάδα (βλ. ΣτΕ 4079/1976). Το Κράτος δεν έχει δικαίωμα να ασκεί πίεση στους πολίτες να αλλάξουν το θρησκευτικό τους φρόνημα ή και καθοδήγηση αυτών προς ορισμένη κατεύθυνση (βλ. ΣτΕ 260/1948). Η Πολιτεία μπορεί να επιβάλει περιορισμούς ακόμη και στα εν γένει ατομικά δικαιώματα εφόσον τίθεται θέμα προστασίας της επικρατούσας θρησκείας (βλ. ΣτΕ 1269/1970) και τέλος  δικαιούται να επιβάλλει υποχρεώσεις σε πιστούς θρησκειών, όπως η δραστηριότητα της θρησκευτικής ασκήσεως, χωρίς πρώτα να υπάρχει έγκριση από διοικητικό όργανο (βλ. ΣτΕ 866/1974) (19). Τέλος,  δέχεται  τους μάρτυρες του Ιεχωβά ως γνωστή θρησκεία(ΣτΕ, 2106/75), καθώς και  τους Μεθοδιστές (ΣτΕ 756/52) και τους Ευαγγελιστές ως γνωστή θρησκεία (ΣτΕ 851/61).

Περί θρησκευτικού όρκου, η απόφαση 2601/1998 του ΣτΕ αποτέλεσε σταθμό για τη δυνατότητα σε όσους προβάλλουν λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως να αρνηθούν τον όρκο και Αντί αυτού, να επικαλούνται τη τιμή και τη συνείδησή τους. Ο προσφεύγων, παρά το γεγονός ότι τυγχάνει Χριστιανός Ορθόδοξος, προέβαλε ότι για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως κωλύεται να δώσει όρκο. Το ΣτΕ, επικαλούμενο το άρθρο 13 του Συντάγματος και το άρθρο 9 της Συμβάσεως της Ρώμης, το οποίο κατά το άρθρο28 του Συντάγματος έχει αυξημένη τυπική ισχύ, έκρινε παράνομες τις πράξεις του Τμήματος Θεολογίας και τις ακύρωσε. Παράλληλα, αναφέρει στην απόφασή του ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα, αλλά και το άρθρο 9 της Συμβάσεως της Ρώμης «κατοχυρώνεται στην Ελλάδα όχι μόνον η ελευθερία της λατρείας, αλλά και της θρησκευτικής συνειδήσεως. Οι δύο αυτές ελευθερίες αποτελούν ειδικότερες εκδηλώσεις του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. δικαίωμα της θρησκευτικής του ελευθερίας και ισότητας ενώπιον του νόμου και ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του Εποπτικού  Συμβουλίου του ΣΟΛ. Το Μάιο του 1991, το τρίτο τμήμα του ΣτΕ παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, λόγω μείζονος σπουδαιότητας.  Στη συνέχεια, το 1996 και μετά από παραπομπή ξανά στο τρίτο τμήμα του ΣτΕ απορρίφθηκε η αίτηση του Θλιμμένου για ακύρωση της απόφασης του Εποπτικού Συμβουλίου του ΣΟΛ. Ο προσφεύγων, αφού εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα, στράφηκε κατά της ελληνικής κυβέρνησης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 9 (θρησκευτική ελευθερία) και 14 ΕΣΔΑ (αρχή ισότητας), όσον αφορά την αδυναμία των αρχών να τον διορίσουν στη θέση του ορκωτού λογιστή,  παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 EΣΔΑ, σχετικά με το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και τέλος, παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αίτημα που κρίθηκε ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του μετά το  πέρας  της εξάμηνης προθεσμίας, όπως αυτή προβλέπεται από τη Συνθήκη. Η απόφαση αυτή είναι η πρώτη του ΕΔΔΑ, που αναγνωρίζει την ανάγκη λήψης θετικών μέτρων από το κράτος, με σκοπό την αποφυγή διακρίσεων, εις βάρος οποιουδήποτε. Δέχτηκε ρητά λοιπόν, την ύπαρξη παραβίασης της αρχής της ισότητας, ακόμα κι αν το κράτος αρνείται να μεταχειρισθεί διαφορετικά τα πρόσωπα σε περιστάσεις ουσιωδώς ανόμοιες. Η ως άνω απόφαση μπαίνει στον πυρήνα του ζητήματος της διάκρισης, όσον αφορά την αρχή της ισότητας και με την μερική κάμψη της ως τώρα παγιωμένης νομολογίας του, δίνει το στίγμα της υπάρχουσας κατάστασης, όσον αφορά τους αντιρρησίες συνείδησης  σε όλη την Ευρώπη. Προτάσσει δηλαδή, ότι το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας περιλαμβάνει τουλάχιστον το δικαίωμα σε εναλλακτική πολιτική υπηρεσία. Άλλη σημαντική σχετική απόφαση είναι επί της υπόθεσης Βαλσαμής και Ευστρατίου (ΕΔΔΑ) .

Το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε προσφάτως με υποθέσεις που αφορούσαν ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας σε κράτη τα οποία επιθυμούσαν να διατηρήσουν τον κοσμικό τους χαρακτήρα και να ελαχιστοποιήσουν τις ενδεχομένως επιπτώσεις της θρησκείας στις κοινωνίες τους. Στις υποθέσεις αυτές έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον δεδηλωμένο σκοπό του κράτους να διατηρήσει την τάξη και να προστατεύσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τρίτων. Στο πλαίσιο αυτό, η  υπόθεση Köse και λοιποί κατά Τουρκίας αφορούσε τον κώδικα ενδυμασίας ο οποίος απαγόρευε στα κορίτσια να φορούν μαντίλες στο σχολείο. Σύμφωνα με την άποψη του προσφεύγοντος, αυτό συνιστούσε διάκριση λόγω θρησκείας καθώς η μαντίλα αποτελούσε μουσουλμανική θρησκευτική πρακτική(20).Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο κώδικας ενδυμασίας δεν αφορούσε ζητήματα πίστης σε κάποια συγκεκριμένη θρησκεία, αλλά αποσκοπεί στη διατήρηση της ουδετερότητας και του κοσμικού χαρακτήρα των σχολείων, αποσκοπώντας στη διατήρηση της τάξης και στην προστασία του δικαιώματος τρίτων να μην θίγονται οι δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ίδια  προσέγγιση υιοθετήθηκε σε υπόθεση για τον κώδικα ενδυμασίας καθηγητών.(21)

Άλλο ένα ζήτημα το οποίο απασχόλησε το ΕΔΔΑ είναι η ίδρυση ναών και ευκτήριων οίκων, αλλά και το ΣτΕ στην απόφαση 865/97.  Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του προσφεύγοντα Μανουσάκη στο ΕΔΔΑ, όπου η  καταδίκη    της

Ελλάδος από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, με την απόφαση της 26/9/1996, δημιούργησε ελπίδες για μεταστροφή της παραπάνω ελληνικής νομολογίας. Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι ήταν μέλη των Μαρτύρων του Ιεχωβά, είχαν θέσει σε λειτουργία ευκτήριο οίκο στην Ελλάδα και ταυτοχρόνως είχαν υποβάλλει αίτηση για χορήγηση της σχετικής άδειας .Ταυτόχρονα, οι προσφεύγοντες παραπέμφθηκαν στην ποινική δικαιοσύνη με την κατηγορία της θέσης σε λειτουργία ευκτήριου οίκου χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, όπου και καταδικάστηκαν. Το ΕΔΔΑ απέρριψε όλους τους προβληθέντες από την Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρισμούς, έκρινε δε ότι η καταδίκη των προσφευγόντων από τα Ελληνικά Δικαστήρια για την εγκατάσταση και λειτουργία ευκτήριου οίκου αποτέλεσε αδικαιολόγητη, υπό το  φως   της   ΕΣΔΑ,   επέμβαση   στην εκδήλωση   των θρησκευτικών   τους πεποιθήσεων. Ιδιαιτέρως σημαντική, ως υπογραμμίζουσα τον θρησκευτικό προστατευτισμό του Ελληνικού Κράτους, κρίνεται η διαπίστωση ότι «… το Κράτος επιδιώκει να χρησιμοποιεί τις δυνατότητες των παραπάνω διατάξεων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιβάλλει προϋποθέσεις αυστηρές ή και απαγορευτικές στην τέλεση της λατρείας ορισμένων μη ορθόδοξων δογμάτων».

Όσον αφορά το αρνητικό περιεχόμενο της θρησκευτικής ελευθερίας, στην υπόθεση Buscarini (22), ο Άγιος Μαρίνος καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας αυτής, μέσω της πίεσης στους νέους βουλευτές να ορκιστούν στο Ευαγγέλιο, κρίνοντας σχετικά ότι η εν λόγω ελευθερίας ενέχει και την ελευθερία παράβλεψης θρησκευτικών πεποιθήσεων και μη τήρησης της θρησκευτικής πρακτικής. Επιπρόσθετα, το ΕΔΔΑ έχει  καταλήξει ότι το δικαίωμα πιστών στην θρησκευτική ελευθερία προϋποθέτει ειρηνική λειτουργία της κοινότητας, χωρίς αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις και η προστασία της οργάνωσης της κοινοτικής ζωής από το ά.9 ΕΣΔΑ είναι προϋπόθεση για τις υπόλοιπες όψεις της θρησκευτικής ελευθερίας (23). Σε άλλη απόφαση, Δικαστήριο και Επιτροπή απορρίπτουν την εκδοχή απαρίθμησης των μορφών εκδήλωσης της θρησκευτικής πεποίθησης(24).

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Το ζήτημα της θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης διασυνδέεται άμεσα με το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας το οποίο περιλαμβάνεται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατοχυρώνεται στο Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα και την ΕΣΔΑ. Κοινώς, αναγνωρίζεται το δικαίωμα των γονέων να καθοδηγούν το παιδί τους κατά την ενάσκηση του δικαιώματός τους στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας., με συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης που αυτά λαμβάνουν στο χώρο του σχολείου. Το ΕΔΑΔ επιμένει, σε όλες τις σχετικές του αποφάσεις, στην υποχρέωση του Κράτους όπως, η παρεχόμενη στο παιδί εκπαίδευση, σε όλο το εύρος των προγραμμάτων και των δραστηριοτήτων που εφαρμόζονται στο σχολείο – και κατ’ επέκταση η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση – υπηρετεί τις αρχές του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας.

Σε απόφασή του το ΕΔΑΔ(25), συνοψίζει σειρά βασικών αρχών ερμηνεύοντας το άρθρο 2 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ,  συγκεκριμένα ότι στοχεύει στη διασφάλιση του πλουραλισμού στην εκπαίδευση, ότι δεν επιτρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στη θρησκευτική εκπαίδευση και τα άλλα μαθήματα.  Απαιτεί από το κράτος να σέβεται τις πεποιθήσεις των γονιών, είτε αυτές είναι θρησκευτικές, είτε είναι φιλοσοφικές, σε όλο το εύρος του κρατικού εκπαιδευτικού προγράμματος.  Αναγνωρίζει ότι οι γονείς έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την “εκπαίδευση και τη διδασκαλία” των παιδιών τους στο βαθμό που αυτοί  απαιτούν από το Κράτος να σέβεται τη θρησκεία και τις φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις.  Δεν εμποδίζει τα Κράτη από το να μεταδίδουν, μέσα από τη διδασκαλία ή την εκπαίδευση, πληροφορίες ή γνώσεις άμεσα ή έμμεσα θρησκευτικού ή φιλοσοφικού χαρακτήρα.  Ούτε επιτρέπει στους γονείς να θέτουν αντιρρήσεις σε ότι αφορά την ενσωμάτωση τέτοιου είδους διδασκαλίας ή εκπαίδευσης στο αναλυτικό πρόγραμμα, καθότι σε τέτοια περίπτωση, όλη η θεσμοθετημένη διδασκαλία θα διέτρεχε τον κίνδυνο να καταστεί μη εφαρμόσιμη.  Το Κράτος απαγορεύεται να επιδιώκει την κατήχηση η οποία είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δε σέβεται τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονιών. Στην ίδια απόφαση, το ΕΔΑΔ, θεωρεί ότι η επιβαλλόμενη θρησκευτική ουδετερότητα του δημόσιου σχολείου δε συνεπάγεται ότι στο μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει να δίνεται η ίδια βαρύτητα σε όλες τις θρησκείες και πεποιθήσεις. Σημαντική σχετική υπόθεση είναι και η Lautsi vs Italy, με  την οποία ανέτρεψε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η ανάρτηση του Εσταυρωμένου στα ιταλικά δημόσια σχολεία, παραβίαζε το δικαίωμα των εναγόντων, κάτω από το 2ο άρθρο του σχετικού Πρωτοκόλλου (26).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, ως ένα εκ των πρώτων δικαιωμάτων που διεκδικήθηκαν και κατοχυρώθηκαν διεθνώς, έχει εξέχουσα θέση στην Ελληνική και κοινοτική νομοθεσία και νομολογία. Παρά την σπουδαιότητα του και το ξεκάθαρό του περιεχόμενο, πολύ συχνά ανακύπτουν πρακτικά προβλήματα στην εφαρμογή του δικαιώματος. Μολονότι απαραβίαστη, η θρησκευτική ελευθερία γνωρίζει περιορισμούς, άλλοτε θεμιτούς άλλοτε όχι, με τη νομολογία των δικαστηρίων να επιδρά πότε διευρύνοντας, πότε περιορίζοντας τα όρια του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.

Η διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποίθηση βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κοινοτικής πολιτικής ατζέντας στις μέρες μας. Πέρα από την ΕΣΔΑ, την σημασία της οποίας καταδείξαμε, ο συμβουλευτικός χαρακτήρα του Χάρτη χρειάζεται, κατά την γνώμη μου να ενισχυθεί περαιτέρω ως προς την δεσμευτικότητά του. Ο Χάρτης βρίσκει εφαρμογή μέσω της κοινοτικής νομοθεσίας και επομένως μέσω της εφαρμογής του από τα κ/μ . Δεν αντικαθιστά την εσωτερική νομοθεσία των κ/μ , ούτε τα δικαστικά τους συστήματα. Χρήσιμα προγράμματα είναι επίσης το “Progress” και το “FRA”. Αξιοσημείωτη είναι η σχετική πρόταση στην Οδηγία COM/2008/0426 (Ά12) για την ίδρυση φορέα ισότητας από τα κ/μ και η Οδηγία περί φυλετικής ισότητας 2004/83/ΕΚ. Ενισχύεται με όλα τα παραπάνω η συνεκτικότητα της κοινοτικής νομοθεσίας και ο επικουρικός της ρόλος με την συμμετοχή των κ/μ.

Σε δικαστικό επίπεδο, συμπεραίνουμε από την νομολογία του ΕΔΔΑ, τον υπερνομοθετικό και ευθύ  χαρακτήρα της ΕΣΔΑ και επομένως την υποχρέωση συμμόρφωσης από τα κ/μ. Από τη μελέτη της νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων σχετικά με τα θέματα της θρησκευτικής ελευθερίας, καταλήγουμε ότι το Ελληνικό Κράτος δεν προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο κάθε πολίτης να απολαμβάνει ατομικά ή συλλογικά αυτήν την ελευθερία όπως την εννοεί. Καθίσταται έτσι η Ελλάδα ένα προβληματικό  κράτος, το οποίο δεν σέβεται και δεν προστατεύει τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα της μειοψηφίας των πολιτών, οι οποίοι βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με την πλειοψηφία. Η εξέλιξη αυτή στη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων θα πρέπει να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην επιρροή της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ αναφορικά με την Ελλάδα, η οποία έχει καταδικαστεί ουκ ολίγες φορέα την τελευταία δεκαετία για παραβίαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ περί ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας με τη θρησκευτική ελευθερία, κάτι που δεν αρμόζει σε μια χώρα που της αποδίδεται ο τίτλος ως χώρα που γέννησε την δημοκρατία .

-------------------------------------------------------------------------

1.Βλ. Κονιδάρη Ι., Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2000, σ. 45επ.

2.Βλ. Μάνεση Αρ. , «Συνταγματικά Δικαιώματα α) Ατομικές Ελευθερίες» , Πανεπιστημιακές παραδόσεις , Θεσσαλονίκη , 1981, σ. 249επ.

3.Βλ. Δημητρόπουλος Α., ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, Τόμος Γ',10η Έκδοση, Αθήνα, 2004, σ.187επ.

4.Βλ. Δημητρόπουλος Α., Συνταγματικά Δικαιώματα (ειδικό μέρος), Τόμος ΙΙΙ, Ημ. Β’ Αθήνα , 2005, σ. 120 επ.

                  5 Βλ. Χρυσόγονος Κ.,Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, β΄ έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σ. 266 επ.

6.Βλ. ΕΔΔΑ, Carson κλπ. κατά Ην. Βασιλείου (αριθ. 42184/05), 16 -3-2010, παρ. 60-61. & ΕΔΔΑ, D.H. και λοιποί κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (αριθ. 57325/00), 13 -11- 2007, παρ. 175

7.Βλ. Ν.Δ. 196/1974 «Περί προσαρτήσεως εκ νέου της Ελλάδας εις το υπογραφέν …Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης» ( ΕτΚ τευχ. Α’ αρ.356)

8.Βλ. Κτιστάκις Γ . , Θρησκευτική Ελευθερία και ΕΣΔΑ , εκδ. Α. Σάκκουλα , Αθήνα Κομοτηνή , 2004 ,σ. 168επ.

9.Βλ. διαδικτυακή πηγή http://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/1510-FRA-CASE-LAW-HANDBOOK_EL.pdf

10.Βλ. ΕΔΔΑ, Παράρτημα του Στρατού της Σωτηρίας στη Μόσχα κατά Ρωσίας (αριθ. 72881/01), 5 Οκτωβρίου 2006, παρ. 57-58· &  ΕΔΔΑ, Metropolitan Church of Bessarabia κλπ. κατά Μολδαβίας (αριθ. 45701/99), 13 -12- 2001, παρ. 114·

11.Βλ. Σεµινάρια στους τοµείς της µη διάκρισης και της ισότητας για οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών  Human European Consultancy-Migration Policy Group, (2011), σ.30επ.

12.Βλ. σχετικά αρ.5,7 2000/43/ΕΚ , άρθρο 7,9  2000/78/ΕΚ

13.Βλ. ΕΔΔΑ, Λοϊζίδου κατά Τουρκίας (αριθ. προσφυγής 15318/89), 18 -12- 1996

14.Βλ. ΕΔΔΑ, Alujer Fernández και Caballero García κατά Ισπανίας (απόφ. 53072/99), 14-6- 2001

15.Βλ. Εφετείο Ην. Βασιλείου, υπόθεση Islington London Borough Council κατά Ladele (Liberty intervening) [2009] EWCA Civ 1357, 12-2- 2010

16.Βλ. Απόφαση 4/12/84 υπόθεση Gottesmann vs Ελβετίας , Gonzales , La Convention Europeenne des Droits de l’ Homme et la liberte religieuse , 1997 ,σ.94

17.Βλ. Σαρμάς Ι., Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Επιτροπής, 1998, σ. 345επ.

18.Βλ. για περισσότερα, υποθέσεις ΕΔΔΑ , Καθολική Εκκλησία Χανίων, 16-12-97 , ΕΕΔΑ υπόθ. Stedman vs Η.Β. ,προσφυγή 29107/95 , http://www,echr.coe.int κ.ά.

19.Βλ. Σαρμάς Ι., Η συνταγματική και διοικητική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, Εξελικτική μελέτη των μεγάλων θεμάτων, Β’ έκδοση, 1994, σ. 285επ

20.Βλ. ΕΔΔΑ, Köse και λοιποί κατά Τουρκίας (απόφαση 26625/02) της 24-1- 2006

21.Βλ. ΕΔΔΑ, Dahlab κατά Ελβετίας (απόφ. 42393/98) της 15 -2-2001.

22.Βλ. ΕΔΔΑ, υπόθ. Buscarini κλπ κατά  Αγ. Μαρίνου, προσφυγή 24645/94 http://www.echr.coe.inτ . παρ.34

23.Βλ. ΕΔΔΑ , υπόθ. Hassan, προσφυγή 30985/96, http://www.echr.coe.inτ. παρ.80-83

24.Βλ. ΕΕΔΑ , Υπόθ. Arrowsmith vs Η.Βασιλείου , προσφυγή 7050/75 , D&R 19, σ.31

25.Βλ. Folegerø and Others against Norway (Application No. 15472/ 02) ECHR, GC Judgment of 27 June 2007

26.Βλ. Leutsi v Italy (Application No. 30814 /06) European Court Chamber Judgement of 3 November 2009 and Grand Chamber Judgement of 18 March 2011.

 
 
 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>