Καρβουνιάρη Χρυσάνθη - δικηγόρος Αθηνών

Η Χρυσάνθη Καρβουνιάρη είναι δικηγόρος Αθηνών και διαθέτει LLM Δημοσιου Διεθνούς Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ. Επίσης, είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια του ΠΜΣ Κοινωνιολογίας του Δικαίου.

 

 

Το άβατο του Αγίου Όρους υπό το πρίσμα του Δημοσίου Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου

 

1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

        Το Άγιον Όρος, συχνά αποκαλούμενο και ως χερσόνησος του Άθω, αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού Κράτους και διέπεται από συνταγματικώς κατοχυρωμένο αρχαίο ειδικό, προνομιακό καθεστώς1, έκφανση του οποίου αποτελεί και το άβατο. Όσον αφορά στην ειδικότερη έννοια του αβάτου, πρέπει να αναφερθεί πως πρόκειται για απαγόρευση τόσο εισόδου, όσο και διαμονής γυναικών σε κάθε μια από τις είκοσι ανδρικές μονές του Όρους. Ο θεσμός του αβάτου και εν γένει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Όρους, οφείλει την ύπαρξή του σε πληθώρα διατάξεων, οι οποίες θεσπίστηκαν ακόμη και δεκαετίες πριν την ίδρυση της πρώτης Μονής (της Μονής Μεγίστης Λαύρας) και πρόκειται συγκεκριμένα για: πατριαρχικά σιγίλλια, σουλτανικά φιρμάνια, αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, "Τυπικά" και Εσωτερικούς Κανονισμούς Μονών2. Η προστασία, όμως, του θεσμού του αβάτου δεν περιορίζεται μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά πρόκειται για θεσμό που απολαμβάνει την προστασία τόσο της διεθνούς, όσο και της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Η παρούσα εργασία, λοιπόν, έχει ως αντικείμενό της να καταδείξει την παράλληλη διπλή θωράκιση που απολαμβάνει ο θεσμός του αβάτου, τόσο κατά το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο όσο και κατά το πρωτογενές ενωσιακό.

         Η παρούσα εργασία υποδιαιρείται σε δύο μεγάλες θεματικές ενότητες: πρώτον, το άβατο του Αγίου Όρους υπό το πρίσμα του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και δεύτερον, το άβατο του Αγίου Όρους υπό το πρίσμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Όσον αφορά στην πρώτη ενότητα και το κομμάτι του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, επιχειρείται κατ’ αρχήν η καταγραφή και ανάλυση των ισχυουσών μέχρι σήμερα διεθνών Συνθηκών που κατοχυρώνουν το άβατο εξ επόψεως διεθνούς συμβατικού δικαίου. Αρχικά, κρίνεται αναγκαίο να γίνει μνεία στη Συνθήκη Ειρήνης του Αγίου Στεφάνου του 1878, η οποία αποτέλεσε το πρώτο διεθνές συμβατικό κείμενο δια του οποίου επήλθε διεθνής κατοχύρωση του θεσμού του αβάτου, όμως, μόνον ως προς τους ρωσικής καταγωγής μοναχούς του Όρους. Στη συνέχεια, γίνεται μνεία και ανάλυση των δύο διεθνών συμβάσεων που θεμελιώνουν διεθνώς το άβατο: της Συνθήκης του Βερολίνου του 1878 (η οποία αντικατέστησε τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στο τέλος του Συνεδρίου του Βερολίνου, το καλοκαίρι του 1878), με κομβικής σημασίας άρθρο το υπ’ αριθμόν 62 αυτής και της Συνθήκης των Σεβρών "περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων" του 1920,  δια της οποίας επιτυγχάνεται η διεθνής θεμελίωση του αβάτου αποκλειστικώς για τις μη ελληνικές μοναστηριακές αδελφότητες του Άθω και η οποία παραπέμπει στο άρθρο 62 της Βερολίνειας Συνθήκης. Παράλληλα, εξετάζεται το ζήτημα της ισχύος των διεθνών αυτών Συνθηκών σήμερα και προς επίρρωση αυτού, παρατίθεται νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, αλλά και αρχές του διεθνούς δικαίου που θα οδηγήσουν από κοινού σε συμπεράσματα σχετικά με την ενεστώσα ισχύ τους.

         Εν συνεχεία, εξετάζεται το ζήτημα, εάν το άβατο του Αγίου Όρους θα μπορούσε να συνιστά τοπικό εθιμικό κανόνα διεθνούς δικαίου (local/peculiar/special custom). Επισημαίνονται τα στοιχεία που απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά για τη δημιουργία τόσο ενός γενικού εθιμικού κανόνα όσο και ενός τοπικού εθιμικού κανόνα διεθνούς δικαίου (opinio juris sive necessitatis και σταθερή, ομοιόμορφη πρακτική των Κρατών), παρατίθεται νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης σχετικά με τις προϋποθέσεις διαμόρφωσης ενός εθιμικού κανόνα, ενώ γίνεται και αναφορά στα χαρακτηριστικά των δυο τύπων εθίμου (γενικού και τοπικού). Έπειτα, θα γίνει προσπάθεια ανεύρεσης όλων των δυνατών τρόπων που παρέχονται από το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και είναι ικανοί να οδηγήσουν σε οριστική κατάργηση του αβάτου. Παρά την ύπαρξη του κανόνα "pacta sunt servanda" που διέπει τις διεθνείς Συνθήκες και ο οποίος αποτελεί αδιαμφισβήτητα την αρχαιότερη αρχή του διεθνούς δικαίου που επιβεβαιώθηκε στο άρθρο 26 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως οι Συνθήκες δεν έχουν συνομολογηθεί κατά τρόπο που να παραμένουν στατικές. Ενδεχόμενες αλλαγές στο πολιτικό τοπίο, καθώς και σε εθνικά συμφέροντα ενδέχεται να καθιστούν τις διατάξεις μιας Συνθήκης υπερβολικά επαχθείς ή παρωχημένες, επιτρέποντας έτσι το διεθνές δίκαιο στα μέρη να προβούν σε αναθεώρηση των όρων της, τροποποίηση ή και καθ’ ολοκληρίαν κατάργησή της3.

        Τόσο η Συνθήκη του Βερολίνου όσο και η Συνθήκη των Σεβρών "περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων", οι οποίες θεμελιώνουν διεθνώς το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγιωνύμου Όρους, έκφανση του οποίου αποτελεί και το άβατο, ουδεμία πρόβλεψη διαθέτουν σχετικά με τη λήξη της ισχύος τους και ως εκ τούτου, εξετάζεται κατά πόσο είναι εφικτό στην πράξη να επιτευχθεί λήξη της ισχύος τέτοιων Συνθηκών. Επίσης, εξετάζεται η δυνατότητα τερματισμού πολυμερών διεθνών Συνθηκών με συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 54 (b) της Συνθήκης της Βιέννης του 1969, ενώ γίνεται αναφορά και στην περίπτωση κατά την οποία μια διεθνής Συνθήκη υποπίπτει σε αχρησία (desuetude) και απαρχαίωση (obsolescence), ως γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν σε τερματισμό της και πάλι σύμφωνα με το άρθρο 54 (b) της Συνθήκης της Βιέννης. Στη συνέχεια, εξετάζεται η δυνατότητα τροποποίησης (amendment) πολυμερούς Συνθήκης με συμφωνία των μερών κατά το περιεχόμενο των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Στο σημείο αυτό γίνεται ανάλυση του όρου «συμφωνία των μερών» (agreement) που διατυπώνεται στο άρθρο 39 και παρατίθενται όλες οι πιθανές μορφές που μπορεί να παρουσιάζει μια τροποποιητική συμφωνία, με κυριότερες μεταξύ αυτών: μια ρητή συμφωνία, μια σιωπηρή συμφωνία, ένα έθιμο, την εμφάνιση ενός νέου κανόνα jus cogens και τη μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών (subsequent practice).

        Όσον αφορά στη δεύτερη μεγάλη θεματική ενότητα της παρούσας εργασίας, δηλαδή, το άβατο του Αγίου Όρους υπό το πρίσμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, παρουσιάζεται το ζήτημα της σχέσης μεταξύ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ειδικού, προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους, το οποίο έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον τον νομικών, καθώς παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, οι οποίες αντιστρατεύονται το ενιαίο κοινοτικό νομικό καθεστώς. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει σειρά ελευθεριών, όπως η ελευθερία κυκλοφορίας προσώπων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, καθώς επίσης και η θεμελιώδης αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων4, ενώ στον αντίποδα αυτών βρίσκονται οι απαγορεύσεις που υπαγορεύει το Αγιορείτικο ειδικό καθεστώς, όπως απαγόρευση εγκαταστάσεως στο Όρος ετερόδοξων ή σχισματικών (κατ’ επέκταση δε και αλλοθρήσκων), η απαγόρευση εισόδου στο Όρος γυναικών (ο θεσμός του αβάτου), η υποχρεωτική έκδοση άδειας όχι μόνο για παραμονή, αλλά και για επίσκεψη στο Όρος (διαμονητήριο), και πολλά άλλα5. Το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και εν προκειμένω ο θεσμός του αβάτου, θα δικαιολογηθεί πρώτα με αναφορά στις γενικές διατάξεις των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης6 (lex generalis) και ακολούθως με αναφορά σε ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν συγκεκριμένα ζητήματα (lex specialis).

        Όσον αφορά στο κομμάτι της lex specialis, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει ειδική rationae materiae απόκλιση από την έννομη τάξη της για το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους7, η οποία ερείδεται σε τρία κείμενα, κάθε ένα από τα οποία εμπεριέχει και αντίστοιχη κοινή δήλωση. Αρχικά, στις Τελικές Πράξεις της Συνθήκης περί προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, συμπεριελήφθη μεταξύ των λοιπών κοινών δηλώσεων και "Κοινή Δήλωση περί του Αγίου Όρους" . Επίσης, η Ελλάδα φρόντισε να υπενθυμίσει το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης επ’ αφορμή της υπογραφής της Συνθήκης του Amsterdam στις 2 Οκτωβρίου του 1997, με την οποία τροποποιήθηκε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις και τέλος, το τρίτο κείμενο στο οποίο προσαρτήθηκε κοινή δήλωση για το Άγιον Όρος είναι η Τελική Πράξη της Συμφωνίας Προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στο Κεκτημένο του Schengen. Η παρούσα εργασία προβαίνει σε εκτίμηση της νομικής φύσης αυτών των δηλώσεων σύμφωνα τόσο με το Δημόσιο Διεθνές όσο και με το Ευρωπαϊκό δίκαιο, ώστε  να διαπιστωθεί,  εάν μπορούν να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι της Συνθήκης στην οποία προσαρτώνται, αναπτύσσοντας έννομες συνέπειες ή αν απλώς πρόκειται για δηλώσεις που διαθέτουν πολιτικό χαρακτήρα στα πλαίσια της ευρωπαϊκής έννομης τάξης.

                Τέλος, η παρούσα εργασία αναλύει το άρθρο 351 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο αναγνωρίζει το γεγονός ότι τα Κράτη μέλη της Ένωσης, ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, ενδέχεται να έχουν συνάψει διεθνείς συμβάσεις με τρίτα Κράτη, πριν την προσχώρησή τους στην Ένωση, ακόμα και πριν την ίδρυση αυτής. Σύμφωνα, λοιπόν, με το εν λόγω άρθρο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προ-ενωσιακές διεθνείς συμβάσεις δεν θίγονται από τις Συνθήκες της Ένωσης. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, τα Κράτη μέλη διατηρούν στο ακέραιο τις διεθνείς τους υποχρεώσεις και οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα των τρίτων χωρών που πηγάζουν από διεθνείς Συνθήκες, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ τους προ της συμμετοχής των πρώτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το άρθρο 351 ΣΛΕΕ αποτελεί έκφραση της αρχής "pacta sunt servandα" και η συγκεκριμένη αρχή δεσμεύει την Ένωση και τα Κράτη μέλη της ως υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου.  Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση κατά την οποία οι προ-ενωσιακές διεθνείς υποχρεώσεις Κρατών μελών συγκρούονται με διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, περίπτωση κατά την οποία τα Κράτη μέλη οφείλουν να βρουν τον τρόπο, ώστε να εναρμονίσουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις προς το ευρωπαϊκό δίκαιο, καθώς δεν επιτρέπεται απόκλιση από το τελευταίο. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο η παρούσα εργασία θα αποδείξει πως η διεθνής υποχρέωση που έχουν αναλάβει από τη Συνθήκη του Βερολίνου τα συμβαλλόμενα μέρη περί διαφύλαξης του θεσμού του αβάτου, η πλειονότητα των οποίων αποτελούν σήμερα Κράτη μέλη της Ένωσης, όχι μόνο δεν θίγεται από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, αλλά εξακολουθεί να ισχύει έναντι των τρίτων Κρατών, συμβαλλομένων μερών της Συνθήκης του Βερολίνου, αλλά μη μελών της Ένωσης (Ρωσία και Τουρκία).   

          

 2.TO ABATO ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ

Α. Το άβατο ως αντικείμενο του διεθνούς συμβατικού δικαίου

        Το άβατο του Αγίου Όρους έχει αποτελέσει από πολύ νωρίς αντικείμενο του διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένα, αντικείμενο διεθνών Συνθηκών. Στις εν λόγω  διεθνείς Συνθήκες δεν πραγματοποιείται θεμελίωση του αβάτου αυτού καθεαυτού, αλλά το τελευταίο εμπεριέχεται στις διατάξεις εκείνων των διεθνών Συνθηκών που κατοχυρώνουν το ειδικό, προνομιακό και αναλλοίωτο καθεστώς του Αγιωνύμου Όρους, το οποίο ισχύει από αιώνων.Mε άλλα λόγια, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, οι διεθνείς Συνθήκες δημιουργούν διεθνή υποχρέωση στα συμβαλλόμενα Κράτη να σέβονται τα πλεονεκτήματα των μοναχών και των Μονών του Αγίου Όρους, δηλαδή, το προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους, εκδήλωση του οποίου αποτελεί και το άβατο. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η Συνθήκη του Βερολίνου, η Συνθήκη της Λωζάννης και η Συνθήκη των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων», η οποία εμπεριέχεται στο πρωτόκολλο 16 της Συνθήκης της Λωζάννης,  αποτελούν τα κύρια διεθνή συμβατικά κείμενα για την κατοχύρωση του αβάτου εξ επόψεως διεθνούς συμβατικού δικαίου.

 

i.Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3.03.1878) και η Συνθήκη του Βερολίνου (13.07.1878)

        Η πρώτη διεθνής Συνθήκη με την οποία θεμελιώθηκε για πρώτη φορά διεθνής προστασία του καθεστώτος του Αγίου Όρους (συμπεριλαμβανομένου και του αβάτου) είναι η Συνθήκη Ειρήνης του Αγίου Στεφάνου της 3ης Μαρτίου του 18788, η οποία υπεγράφη στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη αυτή έθεσε τέλος στον τέταρτο κατά σειρά ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878), όταν η νικήτρια Ρωσία ανάγκασε την Οθωμανική κυβέρνηση σε συνομολόγησή της, πλησιάζοντας (όσο ποτέ άλλοτε) στην υλοποίηση των φιλόδοξων σχεδίων της, ενώ παράλληλα είναι η πρώτη διεθνής Συνθήκη, η οποία αναφέρεται στους μοναχούς του Αγίου Όρους, κυρίως, λόγω του ενδιαφέροντος της Ρωσίας να προστατεύσει εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τους ομοεθνείς της9. Στο άρθρο 22, παράγραφος 2 της εν λόγω Συνθήκης ορίζεται πως οι ρωσικής καταγωγής μοναχοί του Αγίου Όρους θα διατηρήσουν τα προνόμιά τους, καθώς και τα δικαιώματα που είναι διασφαλισμένα για τους λοιπούς μοναχούς και τις λοιπές ιερές Μονές του Όρους. Ειδικότερα, επί λέξει εκ του πρωτοτύπου:

«Les ecclésiastiques, les pèlerins et les moines russes, voyageant et séjournant dans la Turquie d’Europe et d’Asie, jouiront des mêmes droits, avantages et privilèges que les ecclésiastiques étrangers appartenant à d’autres nationalités. Le droit de protection officielle est reconnu à l’ambassade impériale et aux consulats russes en Turquie, tant à l’ égard des personnes sus – indiquées, que de leurs possessions, établissements religieux, de bienfaisance et autres dans les Lieux-Saints et ailleurs.

        Les moines du mont Athos d’origine russe seront maintenus dans leurs possessions et avantages  antérieurs et continueront à jouir, dans les trois couvents qui leur appartiennent et dans les  dépendances de ces derniers, des mêmes droits et prérogatives que ceux qui sont assurés aux autres établissements religieux et couvents du mont Athos10».

                    

        Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, λοιπόν, αναγνώρισε και προστάτευσε διεθνώς για πρώτη φορά το προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους  μόνον, όμως, ως προς τους ρωσικής καταγωγής μοναχούς. Ωστόσο, η Συνθήκη αυτή δεν έμελλε να υλοποιηθεί και δεν διήρκησε πολύ, παρά μόνον τέσσερις μήνες. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι όροι της θα είχαν εξαφανίσει στην πράξη την Τουρκία από την Ευρώπη, καθώς, και του γεγονότος ότι η Συνθήκη συνεπαγόταν απώλεια σημαντικών εδαφών για τους Οθωμανούς σε Καύκασο και Βαλκάνια, παρενέβη η Αγγλία και συνεκλήθη ένα ευρωπαϊκό συνέδριο στο Βερολίνο τον Ιούνιο του 1878, το οποίο τροποποίησε ουσιωδώς τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης του Αγίου Στεφάνου11.  Το Συνέδριο του Βερολίνου έληξε στις 13 Ιουλίου του 1878 με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου και συμβαλλόμενα μέρη της τη Γερμανία, την Αυστρο-Ουγγαρία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Ιταλία, τη Ρωσία και την Τουρκία12. Η εν λόγω Συνθήκη αντικατέστησε τα περισσότερα μέρη της προγενέστερης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, ενώ παράλληλα δανείστηκε πολλούς όρους από την τελευταία. Πολυάριθμες μεταβολές επεβλήθησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέρ των χριστιανικών πληθυσμών, ενώ ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης προέρχονται από το σύγχρονο γενικό διεθνές δίκαιο13.

        H Συνθήκη του Βερολίνου14 αποτελεί την οριστική Συνθήκη Ειρήνης του ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878). Η ανωτέρω Συνθήκη αναγνωρίζει και προστατεύει το προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους, έκφανση του οποίου αποτελεί και το άβατο, ως προς όλους τους αγιορείτες μοναχούς και διασφαλίζει ισότητα δικαιωμάτων για όλους. Με άλλα λόγια, η Συνθήκη του Βερολίνου επεξέτεινε σε όλους τους μοναχούς του Αγιωνύμου Όρους και ανεξαρτήτως της εθνικής τους καταγωγής το ειδικό και προνομιακό καθεστώς που θεμελίωσε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου αποκλειστικά και μόνο για τους ρωσικής καταγωγής μοναχούς15.  Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 62, παράγραφος 8 της Συνθήκης του Βερολίνου16:

«Les moines du Mont Athos, quel que soit leur pays d’origine, seront maintenus dans leurs possessions et avantages antérieurs et jouiront, sans aucune exception, d’une   entière égalité de droits et prérogatives17».

ii.Η Συνθήκη των Σεβρών "περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων" (10.08.1920)

           

         Στις 10 Αυγούστου του 1920, υπεγράφη στην πόλη Sèvres της Γαλλίας η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών18 μεταξύ των νικητριών Συνασπισμένων Δυνάμεων (Βρετανική Αυτοκρατορία, Γαλλία, Ιταλία , Ιαπωνία) και των Συμμάχων (Αρμενία, Βέλγιο, Ελλάδα, Hedjaz, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Βασίλειο των Σέρβων-Κροατών-Σλοβένων και Τσεχοσλοβακία) αφ’ ενός και της ηττημένης Τουρκίας αφ’ ετέρου, αποσκοπώντας στην επισφράγιση του τέλους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με μια σταθερή, δίκαιη και διαρκή ειρήνη19. Παράλληλα, την ίδια ημέρα υπεγράφη και η Συνθήκη των Σεβρών «περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων» μεταξύ των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων από τη μια και της Ελλάδας από την άλλη. Το άρθρο 13 της ανωτέρω Συνθήκης ρητώς όριζε ότι η Ελλάδα υποχρεούται να αναγνωρίσει και διατηρήσει τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και τις ελευθερίες που απολαμβάνουν οι μη ελληνικές μοναστηριακές κοινότητες του Αγίου Όρους20, κατά τις διατάξεις του άρθρου 62 της Συνθήκης του Βερολίνου του 187821. Ωστόσο, η Συνθήκη τέθηκε σε ισχύ 3 χρόνια αργότερα μαζί με τη Συνθήκη της Λωζάννης.

        Το φθινόπωρο του 1922 η Ελλάδα οδηγήθηκε σε ταπεινωτική ήττα από το στρατό του Κεμάλ στη μικρασιατική εκστρατεία και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει την καινούρια Τουρκία ως νικήτρια στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να αναλάβουν καμία απολύτως δέσμευση απέναντι στις μειονότητες της χώρας τους, καθώς (σύμφωνα με τη θεωρία τους) λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών και των πληθυσμιακών ανακατατάξεων εξαιτίας του πολέμου δεν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα μειονοτήτων στην Τουρκία. Παρά ταύτα, αναγκάστηκαν να υπογράψουν μειονοτικούς όρους ενσωματωμένους στην άρτι υπογραφείσα Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης (άρθρα 37-45), ενώ οι διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών για τις μειονότητες της Ελλάδας συμφωνήθηκε να τεθούν σε ισχύ μαζί με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης, τον Αύγουστο του 192422. Συγκεκριμένα, με το Πρωτόκολλο XVI της Συνθήκης της Λωζάννης τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη της ισχύος της η ταυτόχρονη επικύρωση της Συνθήκης των Σεβρών για τις μειονότητες της Ελλάδας23. Με άλλα λόγια, η Συνθήκη της Λωζάννης24 δίνει δια του υπογραφέντος πρωτοκόλλου της υπ’ αριθμόν 16 ισχύ στη Συνθήκη των Σεβρών περί προστασίας των μειονοτήτων της Ελλάδας και το άρθρο 13 αυτής25, το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στο άρθρο 62 της Συνθήκης του Βερολίνου. Αυτό, λοιπόν, σημαίνει στην πράξη πως όλοι οι μοναχοί του Αγίου όρους, ανεξαρτήτως της χώρας προελεύσεώς τους απολαμβάνουν εξίσου το ειδικό προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους, τα πλεονεκτήματα και τα δικαιώματα που αυτό συνεπάγεται, συμπεριλαμβανομένου και του θεσμού του αβάτου26

 iii. H ισχύς των ανωτέρω διεθνών Συνθηκών σήμερα

     

         Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο ισχύουν σήμερα οι ανωτέρω διεθνείς Συνθήκες. Αρχικά, αξίζει να διερευνηθεί η περίπτωση ισχύος του άρθρου 62 της Συνθήκης του Βερολίνου, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 13 της Συνθήκης των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων», δεδομένου του γεγονότος ότι η εν λόγω Συνθήκη δέσμευε την επικυρίαρχο του Αγίου Όρους Οθωμανική Αυτοκρατορία και όχι την Ελληνική Πολιτεία. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, σε περίπτωση προσάρτησης εδαφικού τμήματος σε ξένη πολιτεία, αυτοδικαίως επεκτείνονται επί του τμήματος αυτού όλες οι διεθνείς Συνθήκες που αφορούν στην πολιτεία που αυτό προσαρτάται. Συνέπεια αυτού είναι η άμεση απαλλαγή του προσαρτηθέντος τμήματος από τις διεθνείς υποχρεώσεις της προηγούμενης κυρίαρχης πολιτείας. Όμως, Συνθήκες ή μέρη Συνθηκών που αφορούν αποκλειστικώς και ad hoc στο προσαρτηθέν τμήμα, εξακολουθούν να ισχύουν και μάλιστα, η πολιτεία στην οποία προσαρτήθηκε το εδαφικό τμήμα αναλαμβάνει πλήρως τις εν λόγω διεθνείς υποχρεώσεις. Εξ αυτού, συνάγεται το συμπέρασμα πως το άρθρο 62 της Συνθήκης του Βερολίνου, ως ειδική διάταξη Συνθήκης που αφορά αποκλειστικώς το προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την προσάρτηση του Αγιωνύμου Όρους στην Ελληνική Επικράτεια και το ελληνικό Κράτος αναλαμβάνει όλες τις διεθνείς υποχρεώσεις, τις οποίες είχε αναλάβει η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συνεπώς, το άρθρο 62 της βερολίνειας Συνθήκης –κατά το μέρος που αναφέρεται στο Άγιον Όρος- αποτελεί εσωτερικό δίκαιο της ελληνικής πολιτείας από το 1912, έτος προσάρτησης του Όρους στην ελληνική επικράτεια27.

        Παράλληλα, όσον αφορά στη Συνθήκη των Σεβρών «περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων», το ελληνικό δικαστικό σώμα και η νομική βιβλιογραφία εξακολουθούν να αναφέρονται σε αυτή ως ισχύουσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί η υπόθεση της Καθολικής Εκκλησίας των Χανίων κατά Ελλάδος28, η οποία εκδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς από τα εθνικά δικαστήρια29, τα τελευταία παρέθεταν ως σχετικό (με την υπόθεση) νόμο της Ελλάδος τη Συνθήκη των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων». Πέραν τούτου, o Άρειος Πάγος στην απόφασή του 360/1994 απεφάνθη ότι η Συνθήκη εξακολουθεί να ισχύει ως εθνικό δίκαιο, καθώς είχε επικυρωθεί με νόμο. Ωστόσο, οι διατάξεις της εκείνες που ρυθμίζουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ελευθερίες με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Θεμελιωδών Ελευθεριών (European Convention on Human Rights and Fundamental Freedoms) έχουν αντικατασταθεί από την τελευταία, βάσει της αρχής «lex posterior derogat priori». Όμως, οι διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών για τις μειονότητες στην Ελλάδα που είναι ειδικές και δεν επαναλαμβάνονται στην ευρωπαϊκή Σύμβαση, ούτε συγκρούονται με αυτήν, πρέπει να θεωρούνται ότι εξακολουθούν να ισχύουν βάσει της αρχής «lex specialis derogat generalis30». Εφ’ όσον, λοιπόν, η ECHRFF δεν εμπεριέχει ειδική διάταξη για το ειδικό προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους, εξακολουθεί να ισχύει η ειδική διάταξη του άρθρου 13 της Συνθήκης των Σεβρών περί μειονοτικής προστασίας. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό πως και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει αποφανθεί σχετικά με την ισχύ της Συνθήκης των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων» εκδίδοντας  δύο δικαστικές αποφάσεις το 2001 και το 200331.

        Τέλος, όσον αφορά στη Συνθήκη της Λωζάννης και αυτής ο κυρωτικός νόμος δεν έχει μεταβληθεί μέχρι σήμερα. Μάλιστα, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμόν 1333/2001 του Γ’ τμήματος και τίτλο «Διεθνείς συνθήκες -Συνθήκη Λωζάννης - Αρχή ισότητας» επιβεβαίωσε την ισχύ της.  Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου στις διεθνείς σχέσεις, ισχύει ο κανόνας "pacta sunt servanda" και θεμελιώδης αρχή του διεθνούς δικαίου είναι ότι το Κράτος δεν μπορεί να αποδεσμευτεί μονομερώς από υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες, η λήξη ισχύος μιας διεθνούς σύμβασης και μάλιστα διμερούς, προϋποθέτει συμφωνία των κρατών που έχουν συνάψει τη σύμβαση και δεν μπορεί, καταρχήν, να είναι αποτέλεσμα μονομερών ενεργειών.

        Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα: το άβατο του Αγίου Όρους, ως έκφανση του ειδικού, προνομιακού και αναλλοίωτου καθεστώτος του τελευταίου, προστατεύεται μέσω του άρθρου 62, παράγραφος 8 της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία εξακολουθεί να δεσμεύει την Ελλάδα μετά την προσάρτηση του Όρους στην ελληνική επικράτεια το Νοέμβριο του 1912. Παράλληλα, οι 3 μη ελληνικές μοναστηριακές κοινότητες και συγκεκριμένα η ρωσική, η σερβική και η βουλγαρική, προστατεύονται διεθνώς ως προς το ειδικό, προνομιακό τους καθεστώς δυνάμει του άρθρου 13 της Συνθήκης των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων» που παραπέμπει, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 62 της Βερολίνειας Συνθήκης, οι οποίες κατά παραπομπή εισάγονται και ισχύουν στην ελληνική έννομη τάξη32. Συγκρίνοντας τις κατά καιρούς υπογραφείσες διεθνείς Συνθήκες παρατηρούμε ότι αφορμή για την εκδήλωση ενδιαφέροντος επί του Αγίου Όρους έδωσε η εγκαταβίωση σε αυτό Ρώσων αποκλειστικά μοναχών. Πριν της αυξήσεως του μοναχικού πληθυσμού στο Όρος, το ρωσικό ενδιαφέρον ήταν άγνωστο ή σκιώδες. Η διεθνής, δηλαδή, προστασία του Αγίου Όρους και εν προκειμένω, του αβάτου αλλά και ολόκληρου του προνομιακού καθεστώτος του, εξαρτήθηκε από την κίνηση σε αυτό Ρώσων μοναχών33. Το ελληνικό Κράτος έχει διεθνή υποχρέωση ειλημμένη μέσω διεθνών συμβατικών κειμένων να προστατεύσει το άβατο του Αγίου Όρους και είναι σαφές πως οι διεθνείς Συνθήκες είναι νομικώς δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα αυτών μέρη. Απόδειξη αυτού αποτελεί το άρθρο 38, παράγραφος 1αˈ του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το οποίο αναφέρει πως το Δικαστήριο δικάζει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εφαρμόζοντας τις διεθνείς συμβάσεις που θέτουν κανόνες, οι οποίοι αναγνωρίζονται ρητά από τα μέρη34.

        Στενά συνδεδεμένοι με την έννοια της κυριαρχίας των κρατών, οι κανόνες του διεθνούς δικαίου είναι δεσμευτικοί, διότι τα κράτη συναινούν ότι πρέπει να είναι. Η έκφραση της συναίνεσης αυτής προκύπτει από την πραγματική πρακτική των Κρατών στην περίπτωση του εθιμικού διεθνούς δικαίου και από τις επικυρώσεις στην περίπτωση των Συνθηκών, για τις οποίες ισχύει η αρχή του «pacta sunt servanda». Αυτή επιβεβαιώνει το ότι οι Συνθήκες δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη και πρέπει να εκτελούνται με καλή πίστη. Για την πλειονότητα των συγγραφέων, οι Συνθήκες αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή του διεθνούς δικαίου, καθώς, απαιτούν την έκφραση της συναίνεσης των συμβαλλομένων μερών. Ως εκ τούτου, οι Συνθήκες εκτιμώνται ως ανώτερες του εθίμου, το οποίο θεωρείται σε κάθε περίπτωση μια μορφή σιωπηρής συμφωνίας35.

 

 

Β. Μπορεί να τεκμηριωθεί πως το άβατο του Αγίου Όρους συνιστά τοπικό εθιμικό κανόνα Διεθνούς Δικαίου (local/peculiar/special custom);       

       

        Είναι σύνηθες να εκλαμβάνουμε το διεθνές έθιμο ως γενικό και εφαρμόσιμο σε όλα τα Κράτη-μέλη της διεθνούς κοινότητας, επί παραδείγματι, η απαγόρευση της γενοκτονίας που πρέπει να απολαμβάνει το σεβασμό ολόκληρης της υφηλίου. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την ύπαρξη εθιμικών κανόνων που έχουν τοπικό ή ειδικό πεδίο εφαρμογής36. Αυτό σημαίνει πως τα τοπικά ή περιφερειακά έθιμα εφαρμόζονται σε μια συγκεκριμένη ομάδα Κρατών ή ακόμη και μεταξύ δύο Κρατών στις σχέσεις τους inter se37. Πιο αναλυτικά, αν η πρακτική εκ μέρους των Κρατών και η απαραίτητη opinio juris δεν είναι γενική, αλλά περιορίζεται σε μια αναγνωρίσιμη ομάδα Κρατών ή πρόκειται για ομάδα Κρατών που συνδέονται μεταξύ τους με ένα κοινό συμφέρον, ενδέχεται να διαμορφωθεί έθιμο, το οποίο, όμως, θα ισχύει μόνο μεταξύ των Κρατών αυτής της ομάδας και δεν δύναται να επιβληθεί στις σχέσεις τους με άλλα Κράτη ή να γίνει επίκλησή του από άλλα Κράτη38. Με κριτήριο, λοιπόν, το εύρος εφαρμογής ενός εθίμου, διακρίνονται δύο σημαντικά είδη εθίμου στο διεθνές δίκαιο: γενικά έθιμα (ή διεθνή) και περιφερειακά ή τοπικά έθιμα (regional/local/peculiar). Το πεδίο του πρώτου είναι ευρύτερο από το πεδίο του τελευταίου, μπορεί να διαφέρουν προς το περιεχόμενό τους, ωστόσο, μπορούν ακόμη και να συνυπάρχουν. Ένα τοπικό έθιμο μπορεί να είναι συμπληρωματικό ή αντιτιθέμενο προς ένα γενικό έθιμο. Όμως, τόσο τα γενικά όσο και τα τοπικά έθιμα δεν μπορούν να αντιβαίνουν προς κανόνα jus cogens39.

        Συγκεκριμένα, τo σχέδιο Σύμβασης που διαμορφώθηκε το 1926 υπό την αιγίδα του Αμερικάνικου Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου (American Institute of International Law) και τιτλοφορείται «Θεμελιώδεις Βάσεις του Διεθνούς Δικαίου» (Fundamental Bases of International Law) αναφέρει στο πρώτο άρθρο του πως "οι αμοιβαίες σχέσεις των εθνών που αποτελούν τη διεθνή κοινότητα, διέπονται από τις αρχές, τους κανόνες, τα έθιμα, τις πρακτικές ή συνήθειες που αναγνωρίζονται ως ισχύοντα και τα οποία από κοινού αποτελούν το διεθνές δίκαιο". Επίσης, στο άρθρο 6 αναφέρεται πως "οι διεθνείς αρχές, κανόνες, έθιμα, κλπ είναι είτε γενικά ή ιδιαίτερα. Εκείνα που ακολουθούνται από όλα ή σχεδόν όλα τα έθνη του κόσμου είναι γενικά. Οι ιδιαίτερες αρχές, κανόνες ή συνήθειες μπορεί να είναι: (α) ηπειρωτικά, (β) περιφερειακά, (γ) συγκεκριμένης σχολής, (δ) ειδικά, (ε) εθνικά, ή (στ) να συνιστούν κανόνες του πολιτισμού40". Η διάκριση μεταξύ γενικού (general) και ιδιαίτερου (particular) εθίμου (ή ειδικού ή τοπικού) είναι εννοιολογικά απλή και έχει επισημανθεί, αλλά όχι αναλυθεί, από πολλούς συγγραφείς. Τα εγχειρίδια διεθνούς δικαίου έχουν αφιερώσει ελάχιστες σελίδες στο ιδιαίτερο ή ειδικό ή τοπικό έθιμο. Στην πραγματικότητα, η νομική αναγνώριση του ιδιαίτερου ή ειδικού ή τοπικού εθίμου41 υπάρχει περισσότερο στη θεωρία παρά στην πράξη. Οι συζητήσεις γύρω από το τοπικό έθιμο έχουν περιοριστεί σε τέσσερις υποθέσεις ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, μεταξύ 1950 και 1960 και μάλιστα, χωρίς να το επικαλούνται όλες εξ αυτών42. Αξίζει να σημειωθεί πως τα τοπικά έθιμα αποτελούν εξαίρεση στη γενική φύση των εθιμικού δικαίου κανόνων κι αυτό γιατί, ενώ στο γενικό έθιμο δεκάδες Κράτη που δε συμμετέχουν στη διαμόρφωση ενός κανόνα μπορεί να δεσμεύονται από αυτόν και χωρίς τη συναίνεσή τους, στο τοπικό έθιμο ουδέν Κράτος μπορεί να δεσμευτεί χωρίς τη σαφή  συγκατάθεση του. Με άλλα λόγια, για τη διαμόρφωση του τοπικού εθίμου απαιτείται θετική αποδοχή του από όλα τα Κράτη (δύο ή περισσότερα) που συμμετέχουν στη διαμόρφωσή του43.

        Ίσως το μοναδικό σαφές και ευρέως γνωστό παράδειγμα τοπικού εθίμου είναι εκείνο το οποίο σχετίζεται με την πρακτική του διπλωματικού ασύλου στη Λατινική Αμερική, σύμφωνα με το οποίο τα Κράτη της περιοχής αναγνωρίζουν το δικαίωμα των πρεσβειών των άλλων Κρατών της περιοχής να δώσουν άσυλο σε πολιτικούς φυγάδες44. Επίσης, ο καθηγητής Charles Rousseau έχει επισημάνει ως τοπικό/περιφερειακό έθιμο τον τρόπο κτήσης εδαφών στις πολικές περιοχές από Κράτη που έχουν ακτές στον Αρκτικό Ωκεανό45. Όσον αφορά στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, πολύ σημαντική υπήρξε η απόφαση του στην υπόθεση Ασύλου μεταξύ Κολομβίας και Περού το 1950, σύμφωνα με την οποία ένας τοπικός εθιμικός κανόνας πρέπει να βασίζεται στα δύο θεμελιώδη στοιχεία που απαιτούνται για τη διαμόρφωση κάθε εθιμικού κανόνα: την κρατική (σταθερή και ομοιόμορφη) πρακτική και την opinio juris46, ενώ παράλληλα διευκρίνισε ότι «το (διάδικο) μέρος που βασίζεται σε εθιμικό κανόνα τέτοιου είδους πρέπει να αποδείξει πως αυτό το έθιμο διαμορφώθηκε με τέτοιο τρόπο που είναι δεσμευτικό για το άλλο (διάδικο) μέρος47».  Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως η απόδειξη ύπαρξης τοπικού εθίμου καθίσταται πολύ πιο δυσχερής από τις περιπτώσεις απόδειξης ύπαρξης ενός συνήθους γενικού εθίμου. Παράλληλα, σημαντική υπήρξε και η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση "Right of Passage Over the Indian Territory48" το 1960 μεταξύ Πορτογαλίας και Ινδίας, στην οποία το Δικαστήριο απεφάνθη σχετικά με το minimum αριθμού Κρατών που απαιτείται για τη διαμόρφωση τοπικού εθίμου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν υπάρχει ένας minimum αριθμός Κρατών που απαιτείται να διαμορφώσουν τον κανόνα τοπικού εθίμου, ενώ κάλλιστα ο κανόνας αυτός θα μπορούσε να διαμορφωθεί ακόμα και μεταξύ δύο μόνο Κρατών49. Επίσης, διευκρινίστηκε πως τα τοπικά έθιμα εξαρτώνται από μια ιδιαίτερη δραστηριότητα εκ μέρους του ενός Κράτους και η οποία γίνεται δεκτή από το άλλο ή από τα άλλα ως έκφραση νομικής υποχρέωσης ή δικαιώματος50.

        Το σύνολο των μελετητών και συγγραφέων του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι είναι πολύ πιο δύσκολο να επικαλεστεί κάποιο Κράτος τοπικό έθιμο (κατά εναγομένου Κράτους) από το να επικαλεστεί την ύπαρξη   γενικού εθίμου κι αυτό γιατί το τοπικό έθιμο θεμελιώνεται νομικά μόνο με πολύ ακριβείς και σαφείς αποδείξεις της κρατικής πρακτικής και της opinio juris sive necessitatis. Αρχικά, καθίσταται αναγκαίο να γίνει αναφορά στην έννοια της κρατικής πρακτικής ή αντικειμενικό στοιχείο (objective element), η οποία συνίσταται στην επανάληψη ορισμένης συμπεριφοράς εκ μέρους ενός Κράτους ή ορισμένων Κρατών για συγκεκριμένη περίοδο χρόνου και με την οποία εκδηλώνεται ορισμένη στάση, χωρίς ασάφεια, ως προς ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Συγκεκριμένα, το υλικό στοιχείο ή αντικειμενικό στοιχείο στη διαμόρφωση του εθίμου αναφέρεται στο τι πράττει ένα Κράτος σχετικά με ένα συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και τι στάση ακολουθούν τα όργανά του ως προς το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα51. Η απόδειξη για το τι πράττει ένα Κράτος μπορεί να ληφθεί από πολυάριθμες πηγές52, καθώς το Κράτος αποτελείται από κυβερνητικές υπηρεσίες και χιλιάδες υπαλλήλους, με αποτέλεσμα οι δραστηριότητές του να εξαπλώνονται μέσα από μια ευρεία σειρά εθνικών οργάνων. Συγκεκριμένα, οι νομικοί σύμβουλοι του Κράτους, τα νομοθετικά όργανα, τα εθνικά δικαστήρια, οι διπλωματικοί υπάλληλοι και φυσικά, οι πολιτικοί ηγέτες και οι Υπουργοί Εξωτερικών ταυτίζονται με την έννοια του Κράτους και δεσμεύουν το τελευταίο δια των πράξεων τους53.

        Οι λόγοι για τους οποίους ένα Κράτος ενεργεί κατά ορισμένο τρόπο ποικίλλουν και συνδέονται αναντίρρητα με το πώς αντιλαμβάνεται τα συμφέροντά του. Είναι ευνόητο πως οι σημαντικές αποκλίσεις από την ομοιόμορφη πρακτική αποτελούν τροχοπέδη για τη διαμόρφωση του εθιμικού κανόνα. Ωστόσο, δεν απαιτείται απόλυτη ομοιομορφία ως προς τη συμπεριφορά των Κρατών, καθώς οι ελάχιστες αποκλίσεις δεν παρεμποδίζουν τη διαμόρφωση του εθιμικού κανόνα, δεδομένου ότι έχει εξασφαλιστεί μια ευρύτερη ομοιομορφία στην κρατική πρακτική. Η πρακτική πρέπει να είναι συνεχής και επαναλαμβανόμενη, ωστόσο, το διεθνές δίκαιο δεν προβλέπει κανόνα που να καθορίζει ποιο είναι το ελάχιστο χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να λαμβάνει χώρα η πρακτική του Κράτους για να διαμορφωθεί ο εθιμικός κανόνας. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην απόφασή του σχετικά με την υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας επεσήμανε ότι η πάροδος μικρού χρονικού διαστήματος δεν αποτελεί εμπόδιο για τη διαμόρφωση εθιμικού κανόνα, εφ’ όσον η κρατική πρακτική ήταν εκτεταμένη και εμφανώς ενιαία εντός αυτού του χρονικού διαστήματος54. Εξάλλου, σε ορισμένους τομείς του διεθνούς δικαίου, όπως το δίκαιο του εναερίου χώρου και του διαστήματος, οι κανόνες αναπτύσσονται ταχύτερα, εν συγκρίσει με άλλους τομείς του διεθνούς δικαίου που οι κανόνες αναπτύσσονται με βραδύτερους ρυθμούς. Ως εκ τούτου, η διάρκεια δεν αποτελεί το σημαντικότερο συστατικό της κρατικής πρακτικής55. Όσον αφορά στην ομοιομορφία της πρακτικής, το Δικαστήριο στην υπόθεση  Nicaragua κατά Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής εξήρε το γεγονός ότι δεν απαιτείται η πρακτική όλων των Κρατών να είναι αυστηρά συνεπής με σκοπό να διαμορφωθεί εθιμικός κανόνας56.Θα αρκούσε το γεγονός ότι η συμπεριφορά σε γενικές γραμμές υπήρξε συνεπής προς τον κανόνα και ακόμα και οι μεμονωμένες περιπτώσεις ασυνέπειας στην κρατική πρακτική θα εκλαμβάνονταν ως παραβιάσεις του κανόνα αυτού και όχι ως αναγνώριση νέου κανόνα57.

        Το δεύτερο συστατικό στοιχείο του εθίμου είναι η opinio juris sive necessitatis, η οποία αποτελεί το ψυχολογικό στοιχείο στη διαμόρφωση του εθιμικού κανόνα. Η πρακτική των Κρατών πρέπει να λαμβάνει χώρα με πεποίθηση δικαίου, δηλαδή, με την πεποίθηση εκ μέρους των Κρατών ότι ενεργούν μέσα στα πλαίσια νομικού καταναγκασμού και ως εκ τούτου, πρέπει να γίνεται διάκριση από τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες τα Κράτη ενεργούν από αβροφροσύνη ή φιλική διάθεση. Και όντως, υπάρχουν πολλές διεθνείς πράξεις στα πλαίσια τελετουργικών ή πρωτοκόλλων που διενεργούνται από τα Κράτη απαρέγκλιτα και κατά κανόνα, αλλά δε λαμβάνουν χώρα με αίσθηση νομικής υποχρέωσης58. Αυτή την άποψη διατύπωσε και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας το 1969, αναφέροντας πως για τη διαμόρφωση εθιμικού κανόνα δεν απαιτείται απλώς μια παγιωμένη πρακτική, αλλά πρέπει αυτή να διενεργείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγεί στην πεποίθηση ότι υπάρχει  κανόνας του διεθνούς δικαίου που την υπαγορεύει59. Παράλληλα, το Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης περιορίζεται σε μια επιγραμματική διατύπωση σχετικά με το ψυχολογικό στοιχείο της opinio juris, αναφέροντας στο άρθρο 38 (παράγραφος 1, περίπτωση b) πως για τη διαμόρφωση του εθίμου απαιτείται γενική πρακτική που γίνεται αποδεκτή ως δίκαιο60.

        Αξίζει να σημειωθεί πως τόσο η προϋπόθεση της κρατικής πρακτικής όσο κι εκείνη της opinio juris αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα ως προς την απόδειξή τους. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί, εάν ένα Κράτος προέβη σε μια συγκεκριμένη ενέργεια, διότι θεωρεί ότι δεσμεύεται από έναν κανόνα του εθιμικού διεθνούς δικαίου ή θα προέβαινε στην ενέργεια αυτή σε κάθε περίπτωση. Η κρατική πρακτική είναι ακόμη πιο περίπλοκη στην απόδειξή της. Πριν αξιολογήσει κάποιος  την κρατική πρακτική πρέπει πρώτα να προσδιορίσει ποιες πράξεις θα ληφθούν υπόψη, για να εκτιμηθεί αν υπάρχει ή όχι κρατική πρακτική. Ορισμένοι σχολιαστές τάσσονται υπέρ της άποψης πως τα πάντα μπορούν να συνιστούν κρατική πρακτική, από τις πραγματικές ενέργειες των Κρατών μέχρι τη συνομολόγηση Συνθηκών, τις εθνικές νομοθεσίες, τη  διπλωματική αλληλογραφία, ακόμα και τις δημόσιες δηλώσεις από τους αρχηγούς Κρατών. Άλλοι τάσσονται υπέρ της πιο περιοριστικής άποψης,  διατεινόμενοι πως η κρατική πρακτική πρέπει να εκτιμάται υπολογίζοντας μόνο τις φυσικές πράξεις των Κρατών61.  

         Όσον αφορά στα χαρακτηριστικά των δύο εθίμων (γενικού και τοπικού) θα μπορούσε να αναφερθεί πως το γενικό εθιμικό διεθνές δίκαιο περιέχει κανόνες, πρότυπα, αρχές που είναι εφαρμοστέα στο σύνολο των Κρατών της διεθνούς κοινότητας και όχι σε ορισμένα εξ αυτών ή ομάδες Κρατών. Επί παραδείγματι, κανόνες σχετικοί με την Ανοιχτή Θάλασσα, τον εναέριο χώρο, το διάστημα, τη διεθνή ευθύνη των Κρατών και τις διπλωματικές ασυλίες62. Αντιθέτως, οι κανόνες του τοπικού εθίμου σχετίζονται με κανόνες ρητά περιοριζόμενους σε χώρες ορισμένης περιοχής ή σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, όπως μια κλειστή θάλασσα ή ένα ποτάμι, καθώς επίσης και μεταξύ μικρού αριθμού Κρατών. Επίσης, το τοπικό διεθνές έθιμο μπορεί να προβλέπει ένα θεσμό που δεν υπάρχει σύμφωνα με το γενικό διεθνές δίκαιο63. H διαχωριστική γραμμή μεταξύ γενικού και του τοπικού εθίμου είναι η ίδια με εκείνη στο αγγλικό κοινό δίκαιο, όπου ένα τοπικό έθιμο πρέπει να εφαρμόζεται σε μια σαφώς περιορισμένη αλλά και αόριστη κατηγορία προσώπων και σε μια περιορισμένη γεωγραφική περιοχή. Εάν η χρήση του γίνει σε πάρα πολύ ευρεία περιοχή, για παράδειγμα, εξέρχεται της σφαίρας τους εθίμου64

        Ίσως να αναμέναμε πως το διεθνές δίκαιο βρίθει παραδειγμάτων ιδιαίτερων συμφωνιών και τοπικών εθίμων μεταξύ Κρατών. Η ισότητα των Κρατών, η γεωγραφική τους ακινησία και η έλλειψη κεντρικής νομοθεσίας, όλα έχουν ευνοήσει την εξάπλωση των διμερών και περιφερειακών συμφωνιών, συνθηκών και συμβάσεων. Πράγματι, ο βασικός όγκος του διεθνούς δικαίου εντοπίζεται στις διεθνείς συμβάσεις. Αυτές οι συμβάσεις πρέπει να εκληφθούν ως το πιο επιτυχές και τυπικό παράδειγμα "τοπικού εθίμου" ή τουλάχιστον, να εκλάβουμε το τοπικό έθιμο ως μια ανεπίσημη Συνθήκη, υπό την έννοια ότι και στις περιπτώσεις των συνθηκών και στα τοπικά έθιμα έχουμε κοινά χαρακτηριστικά: κανόνες που αναπτύσσονται από συγκεκριμένο αριθμό Κρατών, αφορούν μόνο τα ίδια περιοριστικά και ενσωματώνουν την κοινή συναίνεσή τους65.

         Συγκεκριμένα, τώρα, ως προς το θεσμό του αβάτου του Αγίου Όρους, πρέπει να αναφερθεί πως δεκαετίες πριν την ίδρυση της πρώτης Μονής στο Όρος, τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όταν υπήρχαν ακόμη αναχωρητές, είχε ήδη λάβει χώρα η θεσμοθέτησή του με πράξη (σιγίλλιο) του Αυτοκράτορα Βασιλείου του Α’ του Μακεδόνα (883 μ.Χ.), ενώ ακολούθησε πληθώρα αγιορείτικων «Τυπικών», αυτοκρατορικών χρυσοβούλων, πατριαρχικών σιγιλλίων και σουλτανικών φιρμανιών που επισφράγισαν την  ισχύ του θεσμού. Στις διατάξεις αυτές κατά πρώτο λόγο γίνεται αναφορά στην απαγόρευση εισόδου στο Όρος ανήβων, ευνούχων και θηλυκών ζώων, διότι σε αυτές κυρίως τις περιπτώσεις παρατηρούνταν παραβίαση του θεσμού. Το άβατο, λοιπόν, για τις γυναίκες δεν εμπεριέχεται expressis verbis σε όλα τα κανονιστικά κείμενα του Αγίου Όρους, για το λόγο ότι ήταν δεδομένο πως ίσχυε αδιαλείπτως. Αυτό σημαίνει πως το άβατο για τις γυναίκες ίσχυε στο Όρος σύμφωνα με τα ανέκαθεν κρατούντα ως κανόνας εθιμικού δικαίου66. Πέραν τούτων, η εθιμική προέλευση του αβάτου επιβεβαιώνεται και στο ισχύον ελληνικό δίκαιο με τη διάταξη 186 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους (1924)67, ο οποίος επικυρώθηκε από το ελληνικό Κράτος με το νομοθετικό διάταγμα της 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 και ενσωματώθηκε στο άρθρο 105 του Συντάγματος68.

        Ο θεσμός, λοιπόν, του αβάτου συνιστά κανόνα εθιμικού δικαίου κατά το εσωτερικό δίκαιο και μάλιστα, τοπικό εθιμικό κανόνα, εφ’ όσον ισχύει για ορισμένη γεωγραφικά περιοχή. Το τοπικό αυτό έθιμο εντασσόμενο στις διατάξεις διεθνών Συνθηκών (όπως εκτέθηκε ανωτέρω, στη Συνθήκη του Βερολίνου και στη Συνθήκη των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων») κατέστη τοπικό έθιμο που απέκτησε διεθνή χαρακτήρα. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται και από τη διατύπωση του άρθρου 13 της Συνθήκης των Σεβρών «περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων», σύμφωνα με την οποία οι μη ελληνικές Μονές διατηρούν τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και ελευθερίες. Είναι, λοιπόν, σαφές πως στην περίπτωση του αβάτου δε μπορεί να αποδειχθεί πως ο εν λόγω θεσμός διαμορφώθηκε ως τοπικό έθιμο κατά το διεθνές δίκαιο από σταθερή και ομοιόμορφη πρακτική συγκεκριμένου αριθμού Κρατών με τη σαφή συναίνεσή τους (έστω και δύο στον αριθμό) καθώς, αφ’ ενός δεν μπορούν να εντοπιστούν αποδεδειγμένα ποια είναι αυτά τα Κράτη που το διαμόρφωσαν (εκτός της Ελλάδας σαφώς).

        Όμως, ακόμη κι αν υπήρχε αποδεδειγμένη πρακτική ορισμένου αριθμού Κρατών, δεδομένου ότι το εθιμικό δίκαιο περιορίζεται στις φανερές πράξεις των Κρατών, είναι δύσκολο να διακρίνουμε στην πράξη μεταξύ μιας συμπεριφοράς που λαμβάνει χώρα με το σκεπτικό της υπαγόρευσής της από το νόμο και μιας συμπεριφοράς η οποία λαμβάνει χώρα υποκινούμενη από πληθώρα άλλων κινήτρων, όπως από αβροφροσύνη και ιδεολογική υποστήριξη μέχρι πολιτική δωροδοκία69.Αφ’ ετέρου, τα Κράτη κατά τη διαμόρφωση του εθίμου πρέπει να προβαίνουν στη συγκεκριμένη πρακτική με πεποίθηση πως οι πράξεις τους αυτές είναι νομικά απαραίτητες ή νομικά ορθές. Και ως προς το κομμάτι της opinio juris, πολλοί συγγραφείς τάσσονται υπέρ της άποψης πως η τελευταία είναι πολύ δύσκολο ως και αδύνατο να αποδειχθεί. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Kelsen, τα δικαστήρια είναι εκείνα τα οποία με την ετυμηγορία τους και τη διακριτική τους ευχέρεια θα διαγνώσουν ή μη την ύπαρξη εθιμικού κανόνα, ανεξαρτήτως της υποκειμενικής εκτίμησης των Κρατών70.

        Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, δεν είναι ασφαλές να υποστηριχθεί η άποψη πως το άβατο του Αγίου Όρους συνιστά τοπικό έθιμο κατά το διεθνές δίκαιο υπό την αυστηρή του έννοια, καθώς είναι ιδιαίτερα δύσκολος ο εντοπισμός και η διάγνωση των δύο απαραίτητων στοιχείων για την ύπαρξη του: της κρατικής πρακτικής και της opinio juris sive necessitates, την ύπαρξη των οποίων μόνο ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο μπορεί να επιβεβαιώσει. Εκείνο, όμως, το οποίο μπορεί να υποστηριχθεί με ασφάλεια είναι πως το άβατο του Αγίου Όρους συνιστά τοπικό έθιμο κατά το εσωτερικό δίκαιο, το οποίο εντασσόμενο στο σώμα διεθνών Συνθηκών περιεβλήθη διεθνούς χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, παρουσιάζει και αρκετά χαρακτηριστικά του τοπικού εθίμου κατά το διεθνές δίκαιο και τα οποία έχουν προαναφερθεί, όπως: δεσμεύει ορισμένο αριθμό Κρατών και συγκεκριμένα, τα κράτη συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης του Βερολίνου του 1879 και της Συνθήκης των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων» του 1920, πρόκειται για κανόνα του οποίου η εφαρμογή περιορίζεται ρητά σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, τη Χερσόνησο του Άθω και τέλος, προβλέπει θεσμό, ο οποίος δεν υπάρχει σύμφωνα με το γενικό διεθνές δίκαιο71.      

            

Γ. Είναι εφικτή η κατάργηση του αβάτου σύμφωνα με το δημόσιο διεθνές δίκαιο;

 

i.Ο κανόνας «pacta sunt servanda» που διέπει τις διεθνείς Συνθήκες         

         O κανόνας «pacta sunt servanda» γίνεται παγκόσμια αποδεκτός ως "η βάση ολόκληρου του δικαίου των Συνθηκών"72, επιτάσσει την απαρέγκλιτη τήρηση των τελευταίων από τα συμβαλλόμενα μέρη και παύει να ισχύει μόνο στις περιπτώσεις νομίμου τερματισμού ή ακυρότητας ή αχρησίας μιας Συνθήκης. Το βασικό συστατικό στοιχείο του κανόνα είναι η καλή πίστη, η οποία διέπει το σύνολο της έννομη τάξης, όμως, ο κανόνας pacta sunt servanda ρυθμίζει με επιτακτικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα τη συμπεριφορά των συμβαλλομένων μερών73. Ο κανόνας αποτελεί αδιαμφισβήτητα την αρχαιότερη αρχή του διεθνούς δικαίου και επιβεβαιώθηκε στο άρθρο 26 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των Συνθηκών74. H εν λόγω αρχή δεν είναι απλώς μια αρχή του δικαίου των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά ένα από τα θεμέλια της δεσμευτικής ισχύος του συνόλου του δικαίου75. Τα Κράτη και συγκεκριμένα, oι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα εθνικά τους συμφέροντα στις διασκέψεις διπλωματικών διαπραγματεύσεων, είναι κύριοι των συμβατικών τους δεσμεύσεων. Ουδέν Κράτος δύναται να εξαναγκαστεί να αποδεχθεί τις δεσμεύσεις που απορρέουν από ορισμένη διεθνή Συνθήκη, χωρίς τη ρητή συναίνεσή του. Εφ’ όσον ένα Κράτος έχει συναινέσει στις δεσμεύσεις που απορρέουν από ορισμένη Συνθήκη και τις έχει εντάξει επιτυχώς στο εσωτερικό του δίκαιο, πρέπει να τις τηρήσει με καλή πίστη76. Ως εκ τούτου, ισχυρισμοί περί ακυρότητας, μεταβολής των περιστάσεων και άλλα δόγματα με απώτερο σκοπό την απαλλαγή από την εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων, ερμηνεύονται ιδιαίτερα στενά με αποτέλεσμα οι περισσότερες μονομερείς αποκλίσεις από το περιεχόμενο των διατάξεων να εκλαμβάνονται ως παραβιάσεις Συνθήκης.

        Θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη πως  οι Συνθήκες δεν έχουν συνομολογηθεί κατά τρόπο που να παραμένουν στατικές. Κι αυτό διότι ενδεχόμενες αλλαγές στο πολιτικό τοπίο καθώς και σε εθνικά συμφέροντα ενδέχεται να υπονομεύουν τους σκοπούς μιας Συνθήκης ή να καθιστούν τις διατάξεις της υπερβολικά επαχθείς ή και παρωχημένες, επιτρέποντας έτσι το διεθνές δίκαιο στα μέρη να προβούν σε μια προσωρινή αναστολή της Συνθήκης και τροποποίηση των όρων της έως και καθ’ ολοκληρίαν κατάργηση της Συνθήκης με ή χωρίς ανάληψη νέων διεθνών συμβατικών δεσμεύσεων77. Όμως, πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό πως το γενικό διεθνές δίκαιο υπήρξε ανέκαθεν ιδιαίτερα επιφυλακτικό ως προς το να επιτρέψει μονομερείς πράξεις που θα οδηγήσουν σε παραίτηση από τις υποχρεώσεις της Συνθήκης και αυτό αντανακλάται στην κωδικοποίησή του στη Σύμβαση της Βιέννης του 1969. Τα μέρη μιας συνθήκης μπορούν να συμφωνήσουν σε πιο ευέλικτες ρυθμίσεις εκ των προτέρων και για το λόγο αυτό οι περισσότερες συμβάσεις που συνομολογούνται στις μέρες μας εμπεριέχουν στο σώμα τους διατάξεις  που προβλέπουν ρητά τη διάρκεια ζωής τους ή και τη δυνατότητα καταγγελίας ή υπαναχώρησης με ρήτρες εξόδου ("exit clauses")78.

        Προκύπτει, λοιπόν, εκ των ανωτέρω πως τόσο η Ελλάδα όσο και τα λοιπά αντισυμβαλλόμενα μέρη, μέσω του κανόνα του «pacta sunt servanda», φέρουν την υποχρέωση σεβασμού και διατήρησης του θεσμού του αβάτου του Αγίου Όρους, η οποία εκπληρώνεται μέσα από την απαρέγκλιτη τήρηση των αντίστοιχων διατάξεων των δύο διεθνών Συνθηκών που έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω. Με άλλα λόγια, τα συμβαλλόμενα μέρη  δεν μπορούν να απαλλαγούν από τις διεθνείς τους υποχρεώσεις που απορρέουν από διατάξεις των Συνθηκών, όποτε το επιζητήσουν. Άλλωστε, αν μπορούσε αυτό να συμβεί στο διεθνές δίκαιο, οι έννομες σχέσεις μεταξύ των Κρατών θα γίνονταν "απελπιστικά ανασφαλείς". Tο άρθρο 42 (2) της Συνθήκης της Βιέννης επιζητά να προστατεύσει την ασφάλεια των εννόμων σχέσεων, προβλέποντας ότι: «η λήξη μιας Συνθήκης, η καταγγελία της ή η υπαναχώρηση ενός μέρους ενδέχεται να λάβει χώρα μόνο ως αποτέλεσμα εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης ή της παρούσας σύμβασης (της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών)79». Αξίζει να σημειωθεί πως τόσο η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 όσο και η Συνθήκη των Σεβρών «περί των εν Ελλάδι μειονοτήτων» του 1920 ουδεμία πρόβλεψη εμπεριέχουν σχετικά με λήξη της ισχύος τους ή δικαίωμα καταγγελίας ή υπαναχώρησης. Μεταξύ των δύο Συνθηκών που θεμελιώνουν διεθνώς το άβατο, παρουσιάζει μείζονα σημασία η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 κι αυτό διότι, εάν απωλεσθεί η σχετική διάταξη που θεσμοθετεί το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγιωνύμου Όρους (άρθρο 62), το άρθρο 13 της Συνθήκης των Σεβρών για τις μειονότητες στην Ελλάδα δε θα έχει λόγο ύπαρξης, δεδομένου ότι παραπέμπει στο άρθρο 62 της Βερολίνειας Συνθήκης80.  Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα γίνει προσπάθεια αναζήτησης των τρόπων βάσει των οποίων θα μπορούσε να καταργηθεί81 ο θεσμός του αβάτου του Αγίου Όρους σύμφωνα με το δημόσιο διεθνές δίκαιο.

 

ii.Πολυμερείς Συνθήκες οι οποίες δεν εμπεριέχουν διάταξη σχετικά με τη λήξη τους

        Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 ουδεμία διάταξη εμπεριέχει σχετικά με τη λήξη ισχύος της ή υπαναχώρηση82. Το άρθρο 5683 της Συνθήκης της Βιέννης  του 1969 για το δίκαιο των Συνθηκών αναφέρει πως μια Συνθήκη, η οποία ουδέν προβλέπει σχετικά με τον τερματισμό της (όπως επίσης και για το δικαίωμα καταγγελίας ή υπαναχώρησης), δεν υπόκειται σε καταγγελία ή υπαναχώρηση παρά μόνο εάν προκύπτει πως τα μέρη είχαν τέτοια βούληση ή εάν το επιτρέπει η φύση της Συνθήκης. Το άρθρο αυτό, λοιπόν, δημιουργεί έναν προβληματισμό για το εάν τα Κράτη μπορούν να εξέλθουν από Συνθήκες, οι οποίες δεν εμπεριέχουν ρητώς ρήτρα λήξης, καταγγελίας ή υπαναχώρησης. Ο Gerald Fitzmaurice (Special Rapporteur) στην αναφορά του προς την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου (International Law Commission) το 1957 ανέφερε πως αυτές οι Συνθήκες θα πρέπει να θεωρούνται αόριστης διάρκειας («indefinite duration») και επιδεκτικές λήξης μόνο με κοινή συμφωνία εκ μέρους όλων των συμβαλλομένων μερών84. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι στις μέρες μας υπάρχει ολοένα και πιο αυξανόμενη η τάση να υπάρχει ρητή διάταξη στο σώμα της Συνθήκης σχετική με τον τερματισμό της, γίνεται αντιληπτό πως ενδεχόμενη παράλειψη τέτοιας διάταξης σημαίνει ή αποκλεισμό του ενδεχομένου λήξης της ή τουλάχιστον τερματισμό της με συναίνεση όλων των μερών.  Μάλιστα, στις παλαιότερες Συνθήκες, όπως η Συνθήκη του Βερολίνου, ήταν αρκετά σύνηθες να μην τίθενται ρητές διατάξεις λήξης της ισχύος τους για το λόγο ότι τα μέρη δεν απέβλεπαν σε τερματισμό των διεθνών τους υποχρεώσεων. Αυτό, λοιπόν, που γίνεται αποδεκτό στις περιπτώσεις αυτές είναι πως η "σιωπή" της Συνθήκης περί τερματισμού της σημαίνει μη λήξη της Συνθήκης, αλλά συνέχιση της ισχύος της επ’ αόριστον, εκτός βέβαια  αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών.

        Το ίδιο ζήτημα επανεξέτασε και ο Humphrey Waldock (και αυτός Ειδικός Εισηγητής) στην αναφορά του στην Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου και συμπεριέλαβε, μάλιστα, ένα εκτενές άρθρο με τον τίτλο "Treaties containing no provisions regarding their duration or termination"85. O Waldock διαφώνησε με τον Fitzmaurice για το γεγονός ότι αποκλείεται η έξοδος από Συνθήκες που εκλείπει πρόβλεψη λήξης ή καταγγελίας ή υπαναχώρησης και επανεξέτασε την πρακτική των Κρατών, για να διακρίνει τα είδη των συμφωνιών τα οποία είτε επιτρέπουν έξοδο είτε όχι86.Συγκεκριμένα, στην πρώτη κατηγορία, δηλαδή τις συμφωνίες Κρατών που επιτρέπουν τη λήξη τους, ανήκουν επί παραδείγματι οι εμπορικές συμφωνίες, οι συνθήκες συμμαχίας ή στρατιωτικής συνεργασίας, μια συνθήκη για την τεχνική συνεργασία στην οικονομία, σε κοινωνικά ζητήματα, στον πολιτισμό, στην επιστήμη, στις επικοινωνίες ή άλλα τέτοια θέματα, μια συνθήκη διαιτησίας συμφιλίωσης ή δικαστικής επίλυσης και μια συνθήκη που αποτελεί το συστατικό όργανο ενός διεθνούς οργανισμού87. Από την άλλη, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί σε εκείνες τις Συνθήκες που δεν επιτρέπουν απαλλαγή από τις υποχρεώσεις των διατάξεών τους και "θα πρέπει να συνεχίσουν να βρίσκονται σε ισχύ επ’ αόριστον", στις οποίες συγκαταλέγονται: για Συνθήκες που καθορίζουν σύνορα μεταξύ δύο Κρατών ή εκχωρούν εδάφη ή χορηγούν δικαιώματα σε ορισμένη περιοχή, Συνθήκες που καθιερώνουν ειδικό διεθνές καθεστώς σχετικά με συγκεκριμένη περιοχή, έδαφος, ποταμό, πορθμό ή τον εναέριο χώρο, Συνθήκες Ειρήνης, αφοπλισμού ή για τη διατήρηση της Ειρήνης, Συνθήκες που επιλύουν οριστικά  διεθνή διαφορά και τέλος, γενική πολυμερής Συνθήκη που προβλέπει την κωδικοποίηση ή τη σταδιακή εξέλιξη του γενικού διεθνούς δικαίου88.

        Σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιμήσεις του Humphrey Waldock, η Συνθήκη του Βερολίνου συγκαταλέγεται στη δεύτερη κατηγορία Συνθηκών, οι οποίες δεν δύναται να καταργηθούν, αλλά εξακολουθούν επ’ αόριστον να παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους. Η Συνθήκη του Βερολίνου του 1898 μπορεί να συγκαταλεχθεί στις Συνθήκες εκείνες, οι οποίες χορηγούν δικαιώματα σε εδαφικές περιοχές («a grant of rights in or over territory»), καθώς, καθιστά αυτόνομη Ηγεμονία τη Βουλγαρία, διακηρύσσει την ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου, της Σερβίας, της Ρουμανίας και καθιστά διοικητικά αυτόνομη την Ανατολική Ρωμυλία89. Παράλληλα, πρόκειται για Συνθήκη που καθορίζει σύνορα και πρωτίστως, τα σύνορα της Βουλγαρίας, η οποία λόγω του φόβου πως η διεύρυνσή της με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα ανέτρεπε την ισορροπία των δυνάμεων, κατακερματίστηκε σε τρία μέρη με τη Συνθήκη του Βερολίνου, ενώ η Σερβία και το Μαυροβούνιο απέκτησαν νέα σύνορα. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός πως η Συνθήκη του Βερολίνου αντικατέστησε τη Συνθήκη Ειρήνης του Αγίου Στεφάνου, αλλά στην πραγματικότητα το Συνέδριο του Βερολίνου διατήρησε ανέπαφο το μεγαλύτερο μέρος της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, εκτός από τα τμήματα εκείνα που αφορούσαν στη Βουλγαρία90. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε πως μπορεί να μην αποτελεί Συνθήκη Ειρήνης η Συνθήκη του Βερολίνου, αλλά δεδομένου ότι αντικαθιστά Συνθήκη Ειρήνης, διατηρώντας τις περισσότερες διατάξεις της σε ισχύ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως Συνθήκη για τη διατήρηση της ειρήνης. Δεδομένων, λοιπόν, αυτών συνάγεται το συμπέρασμα πως η Συνθήκη του Βερολίνου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία Συνθηκών και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η κατάργησή της. Συνεπώς, και το άρθρο 62 αυτής που κατοχυρώνει διεθνώς το άβατο του Αγίου Όρους παραμένει σε ισχύ.

        Τέλος, όσον αφορά στο ζήτημα του τερματισμού των Συνθηκών, οι οποίες δεν εμπεριέχουν σχετική διάταξη στο σώμα τους, αλλά ούτε προβλέπουν και το δικαίωμα καταγγελίας ή υπαναχώρησης, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (UN Human Rights Committee) στο σχόλιό της υπ’ αριθμόν 26 το 199791, με αφορμή την προσπάθεια της Βόρειας Κορέας να καταγγείλει το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, το οποίο δεν εμπεριείχε αντίστοιχη διάταξη για λήξη της ισχύος του ή υπαναχώρηση, εξέφερε την άποψη πως απουσία σχετικής διάταξης δεν ισοδυναμεί με αβλεψία, αλλά σημαίνει πως τα συμβαλλόμενα μέρη δεν σκόπευαν να προσδώσουν τέτοια δυνατότητα (λήξης) στη Συνθήκη9 2.

 

iii. Τερματισμός πολυμερούς Συνθήκης με συμφωνία των μερών

 

         Η κατάργηση μιας Συνθήκης μπορεί να λάβει χώρα οποιαδήποτε χρονική στιγμή, με τη συναίνεση των συμβαλλομένων αυτής μερών και μετά από διαβούλευση, σύμφωνα με το άρθρο 54(b) της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών93. Ωστόσο, το εν λόγω άρθρο δεν επισημαίνει ότι η συναίνεση των μερών θα πρέπει να δοθεί ρητώς. Δεδομένου, λοιπόν, του γεγονότος ότι τα μέρη αφήνονται ελεύθερα να επιλέξουν τη μορφή της συμφωνίας που θα δώσει τέλος στη Συνθήκη, μπορούν να συμφωνήσουν ρητώς για τη λήξη ορισμένα μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη ή και όλα. Όμως, η συναίνεση κάθε μέρους πρέπει να δοθεί χωρίς αμφιβολία, γεγονός το οποίο είναι ιδιαίτερα δύσκολο, εάν δεν εκφραστεί σαφώς94. Παράλληλα, η προσήλωση και η εμμονή στην εφαρμογή μιας ορισμένης Συνθήκης, παρά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δε συμβαδίζει με τη ρευστή φύση της διεθνούς πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι το δίκαιο, για να ανταποκριθεί στις μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες, δεν πρέπει να είναι άκαμπτο, αλλά εύκαμπτο, ώστε να μπορεί να συμβαδίζει με τον εξελικτικό χαρακτήρα του διεθνούς δικαίου. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει το δίκαιο να επιτρέπει στα Κράτη να ενεργούν με ευελιξία και να συνομολογούν νέες Συνθήκες, όταν κρίνουν πως αυτό είναι απαραίτητο, ακόμη κι αν αυτές δημιουργούν προβλήματα σε σχέση με τις ήδη υπάρχουσες Συνθήκες.

        Αυτή, λοιπόν, η ιδέα περί ευελιξίας του δικαίου οδηγεί τα Κράτη στην εύλογη ενέργεια της κατάργησης μιας Συνθήκης δια της συνομολόγησης νέας, ειδικά μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη τόσο της παλαιάς όσο και της καινούριας Συνθήκης ταυτίζονται95. Η ανωτέρω δυνατότητα προβλέπεται στο άρθρο 59 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των Συνθηκών96. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη μιας Συνθήκης συνομολογούν εκ των υστέρων νέα συμφωνία με το ίδιο θέμα, η πρώτη Συνθήκη θεωρείται ως λήξασα, όταν είναι εμφανές πώς το ζήτημα διευθετείται από την τελευταία ή εναλλακτικά, όταν είναι εμφανές πως οι διατάξεις της μεταγενέστερης συνθήκης είναι τόσο ασύμβατες με εκείνες της προηγούμενης, ώστε οι δύο συνθήκες να μη δύνανται να εφαρμόζονται ταυτοχρόνως97. Αξίζει να αναφερθεί ως παράδειγμα κατάργησης Συνθήκης μέσω συνομολόγησης νέας το παράδειγμα της κατάργησης της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923 για τα Στενά από τη Σύμβαση του Montreux του 1936 πάλι για τα Στενά98.

         Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην περίπτωση κατά την οποία μια διεθνής Συνθήκη περιπίπτει σε αχρησία (desuetude) και απαρχαίωση (obsolescence), ως γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν σε τερματισμό της. Ενώ δεν υπάρχει νομικός ορισμός που θα αποδώσει την έννοια της απαρχαίωσης μιας Συνθήκης longi temporis και θα οδηγήσει σε τερματισμό της λόγω της παρέλευσης του χρόνου, η αδυναμία των μερών για μεγάλο χρονικό διάστημα να εφαρμόσουν ή να επικαλεστούν τη Συνθήκη, καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά που μπορεί να οδηγεί στο συμπέρασμα πως υπάρχει αδιαφορία αυτών προς τις διατάξεις της Συνθήκης, μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή συμφωνία των μερών να αγνοήσουν τη Συνθήκη ή να την αντιμετωπίσουν ως λήξασα99. Η μη αναφορά της Συνθήκης της Βιέννης στην απαρχαίωση (obsolescence) και την αχρησία (desuetude) Συνθήκης, ως λόγοι τερματισμού των Συνθηκών, όχι μόνο δεν αποτελεί αβλεψία ή παράλειψη εκ μέρους της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου (International Law Commission) ή των Συνδιασκέψεων της Βιέννης, αλλά πρόκειται για εσκεμμένη παράλειψη. Η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου εκτίμησε πως δεν ήταν απαραίτητο να συμπεριληφθούν τα ανωτέρω στου λόγους τερματισμού μιας Συνθήκης, διότι το ζήτημα επιλυόταν από το άρθρο 54 (b) της Συνθήκης της Βιέννης, σύμφωνα με το οποίο όλες οι Συνθήκες μπορούν να λήξουν με συμφωνία των μερών100.

 

iv. Τροποποίηση της πολυμερούς Συνθήκης σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των Συνθηκών

 

1. Τροποποίηση της Συνθήκης με συμφωνία των μερών ("agreement") σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 39

       

        Αρχικά, πριν γίνει αναφορά στα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης της Βιέννης και στη διαδικασία τροποποίησης μιας πολυμερούς Συνθήκης που αυτά προβλέπουν, καθίσταται αναγκαίο να γίνει διάκριση των δύο όρων "amendment" και "modification", τους οποίους χρησιμοποιεί η Συνθήκη στο κεφάλαιο IV για την τροποποίηση των Συνθηκών. O όρος "amendment" που χρησιμοποιεί το άρθρο 39 και 40 της Συνθήκης της Βιέννης χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τη μερική τροποποίηση μια πολυμερούς Συνθήκης μεταξύ όλων των συμβαλλομένων αυτής μερών101. Αντιθέτως, ο όρος "modification" που αναφέρεται στο άρθρο 41 της Συνθήκης της Βιέννης χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει μόνο inter se τροποποιητικές συμφωνίες, δηλαδή, μια συμφωνία που συνομολογείται μεταξύ ορισμένων μόνο εκ των συμβαλλομένων μερών της Συνθήκης και αποβλέπει στο να τροποποιήσει διατάξεις της Συνθήκης μόνο μεταξύ αυτών των μερών102. Όσον αφορά στον όρο "revision" (αναθεώρηση), εγκατελήφθη γρήγορα, εξαιτίας της πολιτικής χροιάς που είχε προσδοθεί σε αυτόν, ιδίως κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, όταν η Γερμανία ζητούσε απαλλαγή από τις υποχρεώσεις που της επέβαλαν οι Συνθήκες Ειρήνης του 1919103. Επίσης, τα άρθρα 39-41 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 αποφεύγουν να κάνουν χρήση του όρου "revision" (σε αντίθεση με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών στο άρθρο 109), καθώς ο τελευταίος συχνά χρησιμοποιείται για μια γενική επανεξέταση του συνόλου της Συνθήκης104. Δεδομένων των ανωτέρω και συγκεκριμένα ως προς τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878, κάθε φορά που θα αναφέρεται η λέξη "τροποποίηση", θα γίνεται παράθεσή της με την έννοια των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης της Βιέννης ("amendment").

        Η δυνατότητα που παρέχεται στα συμβαλλόμενα μέρη μέσω του άρθρου 39105 της Συνθήκης της Βιέννης να τροποποιήσουν μια συνθήκη οποτεδήποτε το θελήσουν, αναδύεται ως μία από τις θεμελιώδεις κοινωνικές λειτουργίες των συμβάσεων, καθώς επιτρέπει την  προσαρμογή τους στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και την εξέλιξη του διεθνούς περιβάλλοντος. Εν αντιθέσει με άλλες διατάξεις που διέπουν το δίκαιο των Συνθηκών, το άρθρο 39 χαρακτηρίζεται από έλλειψη φορμαλισμού, καθώς "μια τροποποιητική συμφωνία μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μορφή επιθυμούν τα μέρη"106, εκτός, βέβαια, αν η ίδια η Συνθήκη εμπεριέχει διαφορετική σχετική διάταξη. Το άρθρο 39 επιτρέπει μια διαδικασία τροποποίησης, δια της οποίας η τροποποιητική συμφωνία που συνομολογείται διέπεται από απλουστευμένη μορφή, εν αντιθέσει με τη Συνθήκη που τροποποιεί, η οποία διαθέτει επίσημη μορφή107.  Ο όρος "agreement" που χρησιμοποίησαν οι συντάκτες της Συνθήκης της Βιέννης, κρίθηκε καταλληλότερος του "treaty", καθώς είναι ευρύτερος και δεν απαιτεί γραπτή μορφή (όπως ο δεύτερος). Αξίζει να σημειωθεί πως ενίοτε η τροποποιητική συμφωνία ονομάζεται "Πρωτόκολλο". Η ιδέα σύμφωνα με την οποία μια Συνθήκη δύναται να τροποποιηθεί μόνο από μια νέα και ξεχωριστή συμφωνία, απορρέει από τον κανόνα «pacta sunt servanda», σύμφωνα με τον οποίο οι Συνθήκες παραμένουν σε εφαρμογή καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους108.  

        Είναι σημαντικό το γεγονός ότι, για να ληφθεί η απόφαση της τροποποίησης και να συνομολογηθεί η τροποποιητική συμφωνία δεν απαιτείται a priori συναίνεση όλων των συμβαλλομένων μερών της Συνθήκης, όπως επί παραδείγματι αυτό απαιτείται ρητά από τη Συνθήκη της Βιέννης στο άρθρο 54(b) σχετικά με τον τερματισμό μιας Συνθήκης (εκτός, βέβαια, εάν η ίδια η Συνθήκη προβλέπει ρητά με διάταξη στο σώμα της ειδική πλειοψηφία συμβαλλομένων μερών, για να ληφθεί η απόφαση της τροποποίησής της)109. Ειδικότερα, το άρθρο 39 θέτει απλώς το γενικό κανόνα πως μια Συνθήκη δύναται να τροποποιηθεί με συμφωνία των μερών της. Σαφώς και στην περίπτωση των διμερών Συνθηκών απαιτείται συναίνεση αμφοτέρων, ωστόσο, στην περίπτωση των πολυμερών Συνθηκών δεν απαιτείται κοινή συμφωνία όλων, γεγονός το οποίο οφείλεται στη σύγχρονη πρακτική της τροποποίησης των πολυμερών Συνθηκών από άλλη πολυμερή Συνθήκη, η οποία θα παράγει έννομα αποτελέσματα μόνο για τα Κράτη που θα επιλέξουν να δεσμεύονται από αυτή110.  Και για την τροποποιητική συμφωνία ισχύει ο κανόνας περί μη αναδρομικής ισχύος αυτής, καθώς οι τροποποιήσεις επί της αρχικής Συνθήκης παράγουν έννομα αποτελέσματα ex nunc.  

        Όσον αφορά στις μορφές που μπορεί να παρουσιάζει μια τροποποιητική συμφωνία ("agreement"), αυτές μπορεί να είναι πολυάριθμες, με σημαντικότερες: μια ρητή συμφωνία, μια σιωπηρή συμφωνία, ένα έθιμο, ένα νέο κανόνας jus cogens ή τη μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών. Ο πρώτος τρόπος, μια ρητή συμφωνία, παραμένει ο σίγουρος τρόπος για την τροποποίηση μιας Συνθήκης και μπορεί να λάβει τη μορφή προφορικής συμφωνίας, υπουργικής προφορικής συμφωνίας, ανταλλαγής διπλωματικών σημειώσεων, ψηφίσματος και φυσικά, μιας σύμβασης, η οποία μπορεί να αποκαλείται είτε σύμβαση είτε πρωτόκολλο. Επίσης, ο δεύτερος τρόπος τροποποίησης μιας Συνθήκης, η σιωπηρή συμφωνία, είναι λιγότερο σαφής και ως εκ τούτου, πρέπει να εκτιμηθεί με σύνεση111. Κι αυτό διότι δεν είναι εύκολο να εξακριβωθούν ποιοι είναι οι όροι της σιωπηρής συμφωνίας και ποιες είναι οι αλλαγές που εισαγάγει στην αρχική Συνθήκη. Ωστόσο, ο εν λόγω τρόπος τροποποίησης των Συνθηκών έχει αναγνωριστεί και από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου (International Law Commission)112 και τα Κράτη113.

        Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στην περίπτωση κατά την οποία ένας εθιμικός κανόνας διεθνούς δικαίου δύναται να τροποποιήσει συμβατικούς κανόνες, καθώς, πρόκειται για αμφιλεγόμενο ζήτημα114 που αποδεικνύεται από τις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα για τη σύνταξη του κειμένου της ίδιας της Συνθήκης της Βιέννης του 1969. Τα Κράτη αντιμετώπισαν με εφεκτική στάση το ζήτημα αυτό, γεγονός το οποίο αντανακλάται στα σχόλια των Κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της Συνθήκης. Στην περίπτωση τροποποίησης συμβατικού κανόνα από έθιμο, μπορεί να μιλήσει κάποιος για αληθή σύγκρουση μεταξύ μιας προηγούμενης, ήδη υπάρχουσας Συνθήκης κι ενός μεταγενέστερα εγκαθιδρυθέντος εθιμικού κανόνα: η προγενέστερη Συνθήκη εξακολουθεί να ισχύει και αντιφάσκει με τον μεταγενέστερο εθιμικό κανόνα115. Επιβεβαίωση της δυνατότητας τροποποίησης συμβατικών κανόνων από εθιμικό κανόνα εντοπίζεται στο άρθρο 68(c) του σχεδίου του 1964 της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου (ILC)1 16,το οποίο έτυχε της γενικής αναγνώρισης των Κρατών, αλλά διεγράφη τελικά από το οριστικό κείμενο της Συνθήκης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών του 1969. Ωστόσο, σήμερα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η δυνατότητα τροποποίησης ενός συμβατικού κανόνα από έναν μεταγενέστερο ή ειδικότερο εθιμικό κανόνα, σύμφωνα με τις αρχές lex posterior και lex specialis. Η εμφάνιση ενός εθιμικού κανόνα γενικά αντανακλά τη συμφωνία των Κρατών και ως εκ τούτου, μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια της συμφωνίας που απαιτεί το άρθρο 39 της Συνθήκης της Βιέννης 117. Δεδομένων των δυσκολιών που υπάρχουν για να διαμορφωθεί το περιεχόμενο του άγραφου εθιμικού κανόνα, η τροποποιητική διαδικασία ίσως να απαιτεί μεγαλύτερη χρονική περίοδο από όσο απαιτείται για τη γέννηση του κανόνα. Σε κάθε περίπτωση, ένα παράδειγμα παραβατικής πρακτικής προς τη Συνθήκη δε μπορεί να τροποποιήσει το συμβατικό κανόνα118.

        Πέραν του εθίμου, ένας ακόμη τρόπος για την τροποποίηση συμβατικών κανόνων είναι και η μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών (subsequent practice), η οποία -σε αντίθεση με τους εθιμικούς κανόνες διεθνούς δικαίου- αναγνωρίζεται και γίνεται ευρέως δεκτή από τα Κράτη. Ακόμα κι αν είναι πασιφανές το νόημα μιας συμβατικής διάταξης, είναι δυνατόν να μεταβληθεί από τη μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών. Η μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών δεν πρέπει να συγχέεται με το έθιμο, καθώς η πρώτη αποτελεί ένα μόνο από τα δύο στοιχεία που πρέπει να συνυπάρχουν για τη δημιουργία εθιμικού κανόνα, με το δεύτερο απαραίτητο στοιχείο να είναι η opinio juris. Η διαφορετικότητα αυτών των δύο, άλλωστε, γίνεται αντιληπτή και από τη διατύπωση του άρθρου 68 του σχεδίου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου που έχει αναφερθεί ανωτέρω («Modification of a treaty by a subsequent treaty, by subsequent practice or by customary law»). Σύμφωνα με την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου, η μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών είναι «μια σταθερή πρακτική που δηλώνει την κοινή συναίνεση των μερών για την εφαρμογή της Συνθήκης κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που ορίζεται σε συγκεκριμένες από τις διατάξεις της»119. Αξίζει, λοιπόν, να εξεταστεί ποια είναι η έννοια της μεταγενέστερης πρακτικής των Κρατών. Αρχικά, έχει διατυπωθεί η άποψη πως η τελευταία μπορεί να διαθέτει τυπική μορφή και να είναι αναμφισβήτητη και αρκετά συνηθισμένη: μία μεταγενέστερη συμφωνία, με οποιαδήποτε ονομασία και με αντίστοιχο παράδειγμα τη μεγάλη ποικιλία παραρτημάτων ("annexes"), πρωτοκόλλων ("protocols") και άλλων επίσημων τροποποιητικών κειμένων ("amendments") της Σύμβασης της Βιέννης του 1985 για την Προστασία της Στιβάδας του Όζοντος120.  

        Επίσης, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι τα Κράτη δεν επιδιώκουν τις τυπικές συμφωνίες όπως οι ανωτέρω, καθώς αυτές δύνανται να δημιουργούν καθυστερήσεις στην προσαρμογή των συμβατικών τους ρυθμίσεων στα νέα δεδομένα. Ακόμη και αν η μεταγενέστερη πρακτική δεν φαίνεται να εμπίπτει στον όρο «συμφωνία» του άρθρου 39 της Συνθήκης της Βιέννης, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι συνυπάρχει παράλληλα με τους κανόνες της Συνθήκης της Βιέννης ένας εθιμικός κανόνας που επιτρέπει την τροποποίηση συνθήκης από ομοιόμορφη μεταγενέστερη πρακτική όλων των μερών121. Μάλιστα, η ύπαρξη αυτού του εθιμικού κανόνα έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης αλλά και διαιτητικών δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Preah Vihear το 1962, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έλαβε υπόψη τη συμπεριφορά των Κρατών όχι μόνο ως συμπληρωματικό μέσο ερμηνείας σε περίπτωση αμφιβολίας, αλλά και ως πηγή ικανή να τροποποιήσει τη νομική κατάσταση και ως εκ τούτου, σύμφωνα με dictum του ίδιου του Δικαστηρίου: «Και τα δύο μέρη, με τη συμπεριφορά τους, αναγνώρισαν την γραμμή και με τον τρόπο αυτό στην ουσία συμφώνησαν να τη θεωρούν ως τη συνοριακή γραμμή122». Επίσης, το Δικαστήριο στη γνωμοδότησή του σχετικά με τη Namibia to 1971, διαπίστωσε ότι το άρθρο 27 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την υιοθέτηση των ψηφισμάτων από το Συμβούλιο Ασφαλείας και το δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) των μόνιμων μελών είχε τροποποιηθεί. Επίσης, επιβεβαίωσε τον κανόνα σύμφωνα με τoν οποίo η αποχή  Μόνιμου Μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν αποτελεί εμπόδιο για την υιοθέτηση ψηφίσματος από το όργανο123. Η τροποποίηση αυτή δημιουργήθηκε με μεταγενέστερη πρακτική των Κρατών12 4. Τέλος, στην Υπόθεση Οριοθέτησης της Συνοριακής Γραμμής μεταξύ Ερυθραίας και Αιθιοπίας το 2002, το Διαιτητικό Δικαστήριο ανέλυσε συστηματικά, εάν η συνοριακή γραμμή -που προερχόταν από το κείμενο σχετικής συνθήκης- τροποποιήθηκε αργότερα από μεταγενέστερη πρακτική των μερών125. Το Διαιτητικό Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα πως τα σύνορα, έτσι όπως προέκυπταν από το κείμενο της Συνθήκης, είχαν τροποποιηθεί σε ορισμένες περιοχές από τη μεταγενέστερη πρακτική των μερών126.

        Παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη της Βιέννης δεν αναφέρει ρητά τη δυνατότητα τροποποίησης ενός συμβατικού κανόνα από κανόνα jus cogens, μπορούμε με σιγουριά να υποστηρίξουμε αυτή την άποψη, λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 53127 αυτής. Δεδομένου του γεγονότος ότι ένας εθιμικός κανόνας διεθνούς δικαίου δύναται να τροποποιήσει Συνθήκη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η δυνατότητα ενός πολύ σημαντικότερου νέου κανόνα jus cogens να μπορεί εξίσου να προβεί σε αντίστοιχη τροποποίηση συμβατικού κανόνα. Μάλιστα, όχι μόνο δύναται ένας τέτοιος κανόνας να τροποποιήσει Συνθήκη, αλλά ουδεμία συνθήκη μπορεί να παρεκκλίνει από αυτόν, ούτε και με τη μορφή της lex specialis128. Επιπλέον, το άρθρο 64 της Βιέννης προβλέπει πως η εμφάνιση ενός νέου αναγκαστικού κανόνα jus cogens οδηγεί σε ακύρωση όλων των Συνθηκών που βρίσκονται σε σύγκρουση με το περιεχόμενό του. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της διάταξης σε συνδυασμό με το άρθρο 44, παράγραφος 3129 της Συνθήκης της Βιέννης, μπορούμε να συναγάγουμε το συμπέρασμα πως μια Συνθήκη μπορεί να τροποποιηθεί από νεότερο αναγκαστικό κανόνα  jus cogens κι επίσης, πως σε περίπτωση σύγκρουσης του κανόνα όχι με το σύνολο της Συνθήκης, αλλά με ορισμένες διατάξεις αυτής, είναι δυνατή η τροποποίηση μόνο των συγκεκριμένων συμβατικών διατάξεων από τον αναγκαστικό κανόνα  jus cogens130.

 

2. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την τροποποίηση της πολυμερούς Συνθήκης σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 40

 

        Από τις πρώτες λέξεις της διατύπωσής του, το άρθρο 40131 διευκρινίζει πως πρόκειται για κανόνα του οποίου η επίκληση γίνεται επικουρικά με σκοπό την τροποποίηση πολυμερούς Συνθήκης, διότι το άρθρο αυτό "επιστρατεύεται" μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ίδια η πολυμερής Συνθήκη σιωπά σχετικά με τις λεπτομέρειες της τροποποίησής της132. Ως εκ τούτου, και στην περίπτωση της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία δεν εμπεριέχει σχετική διάταξη για τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ενδεχόμενης τροποποίησής της, θα εφαρμοστεί το περιεχόμενο του άρθρου 40 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των Συνθηκών, κανόνας ο οποίος  φαίνεται να αντανακλά προσφάτως αποκρυσταλλωμένο εθιμικό δίκαιο133.

        Η διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 40 δεν διευκρινίζει ποιος είναι εκείνος που δύναται να προτείνει την τροποποίηση της πολυμερούς Συνθήκης. Έτσι, λοιπόν, μπορεί να συναχθεί πως κάθε (συμβαλλόμενo) μέρος της πολυμερούς Συνθήκης έχει δικαίωμα να προτείνει την τροποποίησή της, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1(g) της Συνθήκης της Βιέννης, κάθε "Κράτος που έχει συμφωνήσει να δεσμεύεται από τη Συνθήκη και για το οποίο η Συνθήκη είναι σε ισχύ". Και είναι λογικό, καθώς, τα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης είναι εκείνα που θα κρίνουν και θα αποφασίσουν, εάν η Συνθήκη που τους δεσμεύει χρειάζεται αναπροσαρμογή. Επίσης, η πρόταση τροποποίησης πρέπει να γνωστοποιηθεί από τον θεματοφύλακα134 για λόγους διαφάνειας σε όλα τα συμβαλλόμενα Κράτη («to all the contracting States»), τα οποία -σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1(f) της Συνθήκης της Βιέννης- είναι όσα συναίνεσαν να δεσμεύονται από τη Συνθήκη, ακόμη κι αν αυτή δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Δίνεται, λοιπόν, το ίδιο προνόμιο ενημέρωσης και στα συμβαλλόμενα Κράτη σε σχέση με τα οποία η Συνθήκη δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ135. Τα ανωτέρω Κράτη θα προβούν σε σοβαρές διαπραγματεύσεις, τις οποίες οφείλουν να διενεργήσουν με καλή πίστη.

        Τα Κράτη έχουν διακριτική ευχέρεια και όχι υποχρέωση να συμμετάσχουν στις διαδικασίες τροποποίησης μιας Συνθήκης. Εάν, ωστόσο, επιλέξουν να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό, υποχρεούνται να το πράξουν με καλή πίστη. Εξάλλου, η διατύπωση του άρθρου 40 δεν προβλέπει, αλλά ούτε και απαιτεί, συμμετοχή όλων των συμβαλλομένων μερών της αρχικής Συνθήκης στις διαδικασίες τροποποίησής της. Και αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών ενδέχεται να μην επιθυμεί τροποποίηση των διεθνών του υποχρεώσεων. Επίσης, δεν απαιτείται ομοφωνία για την υιοθέτηση της τροποποιητικής συμφωνίας, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4136 του άρθρου 40, δεν υπάρχει υποχρέωση όλα τα Κράτη της αρχικής Συνθήκης να αποδεχθούν και την τροποποιημένη. Ως εκ τούτου, προκύπτουν δύο κατηγορίες Κρατών: πρώτον, τα Κράτη της αρχικής Συνθήκης που δεν επιθυμούν να δεσμεύονται από τη νέα τροποποιημένη Συνθήκη και εξακολουθεί να ισχύει για αυτά η αρχική και δεύτερον, τα Κράτη που έγιναν μέρη της νέας τροποποιημένης Συνθήκης137. Στις σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών εφαρμόζεται η αρχική μη τροποποιημένη Συνθήκη.

         

          

 

 3. TO ABATO TOY ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

Α. Το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

        Το ζήτημα της σχέσης μεταξύ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ειδικού, προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους (έκφανση του οποίου αποτελεί το άβατο) έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον τον νομικών, καθώς το τελευταίο παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, οι οποίες αντιστρατεύονται το ενιαίο κοινοτικό νομικό καθεστώς. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει σειρά ελευθεριών138, όπως η ελευθερία κυκλοφορίας προσώπων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, καθώς επίσης και η θεμελιώδης αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων139, ενώ στον αντίποδα αυτών βρίσκονται οι απαγορεύσεις που υπαγορεύει το Αγιορείτικο ειδικό καθεστώς, όπως απαγόρευση εγκαταστάσεως στο Όρος ετερόδοξων ή σχισματικών (κατ’ επέκταση δε και αλλοθρήσκων), η απαγόρευση εισόδου στο Όρος γυναικών (ο θεσμός του αβάτου), η υποχρεωτική απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τους μονάζοντες στο Όρος, ήδη από την πρόσληψή τους ως δοκίμων και χωρίς άλλη προϋπόθεση, η υποχρεωτική έκδοση άδειας όχι μόνο για παραμονή, αλλά και για επίσκεψη στο Όρος (διαμονητήριο), η απαγόρευση σύστασης σωματείου, η απαγόρευση άσκησης οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας ή εμπορίας και πολλά άλλα140. Το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους θα μπορούσε να δικαιολογηθεί είτε με αναφορά στις γενικές διατάξεις των Συνθηκών1 41 είτε με αναφορά σε ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν συγκεκριμένα ζητήματα. Ως εκ τούτου, στην πρώτη περίπτωση η δικαιολόγηση του θα πραγματοποιηθεί με έρεισμα στη lex generalis, ενώ στη δεύτερη περίπτωση με έρεισμα στη lex specialis142.

i.Lex generalis

        Το Άγιον Όρος ουδέποτε αποτέλεσε και ούτε και σήμερα αποτελεί υποκείμενο διεθνούς δικαίου, καθώς δεν πρόκειται για ανεξάρτητο Κράτος. Επίσης, δεν είναι δυνατόν να ισχυριστούμε πως πρόκειται για μία αντίστοιχη ειδική σχέση αυτού με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως η περίπτωση του Βατικανού ή του Αγίου Μαρίνου ή του Μονακό, τα οποία αποτελούν μεν ανεξάρτητα Κράτη, αλλά δεν συμπεριλαμβάνονται στα Κράτη μέλη της Ένωσης143. Η χερσόνησος του Άθω, λοιπόν, ως τμήμα και έδαφος του ελληνικού Κράτους, το οποίο από την 1η Ιανουαρίου του 1981 αποτελεί μέλος της Ένωσης, συνιστά έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεδομένου ότι η εδαφική οργάνωση των Κρατών παραμένει στην αρμοδιότητα των Κρατών μελών144, δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί rationae loci από το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Για το λόγο αυτό, το προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους θα πρέπει αναγκαστικά να προσλάβει χαρακτήρα rationae materiae εξαίρεσης από την ευρωπαϊκή έννομη τάξη145. Για τη δικαιολόγηση αυτού θα γίνει αναφορά σε ενωσιακές διατάξεις, από το περιεχόμενο των οποίων αποκλίνει το προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους.

        Αρχικά, πρέπει να γίνει αναφορά σε άρθρα της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) τα οποία προβλέπουν τη δυνατότητα διατύπωσης επιφυλάξεων από τα Κράτη μέλη για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Επί παραδείγματι, το άρθρο 45 της ανωτέρω Συνθήκης (σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων) ορίζει ρητά στην παράγραφο 3 πως «εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης» αλλά «με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας». Επίσης, ένα δεύτερο παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 65 της ίδιας Συνθήκης περί ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και πληρωμών, το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1, εδάφιο β’ πως τα Κράτη μέλη έχουν δικαίωμα «να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή παραβάσεων των εθνικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ιδίως στον τομέα της φορολογίας ή της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ή να προβλέπουν διαδικασίες δήλωσης των κινήσεων κεφαλαίων για λόγους διοικητικής ή στατιστικής ενημέρωσης, ή να λαμβάνουν μέτρα υπαγορευμένα από λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας». Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ένωσης146, συνάγεται το συμπέρασμα πως το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο δημόσιας τάξης, ασφάλειας ή υγείας επαρκή για να θεμελιώσει εξαίρεση δυνάμει των ανωτέρω άρθρων147.

        Δεδομένων, λοιπόν, των ανωτέρω θα πρέπει να γίνει μια διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος του αβάτου και μάλιστα, να επιχειρηθεί ερμηνεία των αποκλίσεων του ειδικού καθεστώτος του Όρους από τις ενωσιακές διατάξεις με εξέταση της ίδιας της τελολογίας που διέπει το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς1 48. Αρχικά, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε το προοίμιο της ΣΕΕ, στην αρχή του οποίου γίνεται αναφορά –μεταξύ άλλων- στη θρησκευτική κληρονομιά της Ευρώπης, ως πηγή έμπνευσης της Ένωσης149. Σημαντικότερο, όμως, είναι το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ, καθώς εμπεριέχει στο γενικό κανονιστικό του πλαίσιο και την περίπτωση του ειδικού καθεστώτος του Όρους. Σύμφωνα με αυτό, η «Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη». Είναι αναμφισβήτητο ότι το Άγιον Όρος εμπίπτει στην έννοια της θρησκευτικής κοινότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 17 της ΣΛΕΕ150. Τέλος, σύμφωνα με το Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης151, «η Ένωση σέβεται την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική ομοιομορφία». Δεδομένων, λοιπόν, των ανωτέρω γενικών διατάξεων των Συνθηκών152 και του Χάρτη,  δίνεται η νομική βάση που δικαιολογεί την απόκλιση του ειδικού καθεστώτος του Όρους από τις ενωσιακές διατάξεις, ενώ η δικαιολόγηση αυτή μέσω της leg generalis ενισχύεται ακόμα περισσότερο από τη μνεία των ειδικότερων διατάξεων που αποτελούν τη lex specialis.

 

ii.Lex specialis

        

        Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει ειδική rationae materiae απόκλιση από την έννομη τάξη της για το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους153, η οποία ερείδεται σε τρία κείμενα, κάθε ένα από τα οποία εμπεριέχει και αντίστοιχη κοινή δήλωση. Αρχικά, στην Τελική Πράξη η οποία προσαρτήθηκε στις "Πράξεις περί της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες", συμπεριελήφθη μεταξύ των λοιπών κοινών δηλώσεων και "Κοινή Δήλωση περί του Αγίου Όρους", η οποία υπεγράφη από τα εννέα τότε συμβαλλόμενα Κράτη μέλη και ανέφερε τα εξής: «Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το όποιο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως τούτο είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Κοινότης θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπ' όψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές, καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως154. Επίσης, η Ελλάδα φρόντισε να υπενθυμίσει το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης επ’ αφορμή της υπογραφής της Συνθήκης του Amsterdam στις 2 Οκτωβρίου του 1997, με την οποία τροποποιήθηκε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις.

        Συγκεκριμένα, στις "Δηλώσεις" που συμπεριελήφθησαν στη Συνθήκη του Άμστερνταμ συμπεριελήφθη και "Δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων", σύμφωνα με την οποία: «σχετικά με τη δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η Ελλάδα υπενθυμίζει την κοινή δήλωση για το Άγιο Όρος που έχει προσαρτηθεί στην Τελική Πράξη της Συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες»155. Το τρίτο και τελευταίο κείμενο στο οποίο προσαρτήθηκε κοινή δήλωση για το Άγιον Όρος είναι η Τελική Πράξη της Συμφωνίας Προσχώρησης της Ελληνικής Δημοκρατίας στο Κεκτημένο του Schengen, σύμφωνα με την οποία: «Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της συμφωνίας του 1985 και της σύμβασης του 1990156». Μέσω, λοιπόν, του περιεχομένου των Κοινών Δηλώσεων ο νομοθέτης της Ένωσης λαμβάνει υπόψη του το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους θεσπίζοντας συγκεκριμένες εξαιρέσεις υπέρ αυτού σε νομοθετήματα πάσης φύσεως χαρακτήρα.

 

 

B. Η νομική φύση των κοινών δηλώσεων στο ευρωπαϊκό δίκαιο

       

        Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το ζήτημα των κοινών δηλώσεων, οι οποίες προσαρτούνταν στις τελικές πράξεις (Final Acts) των Συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ιδιαίτερα, στις τελικές πράξεις των Συνθηκών προσχώρησης Κρατών στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες157, αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένων συζητήσεων. Το φαινόμενο αυτό (της διατύπωσης κοινών δηλώσεων158) καταδεικνύεται σαφώς στην περίπτωση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης159 (Single European Act), στην οποία συμπεριελήφθη πληθώρα κοινών δηλώσεων, των οποίων η νομική φύση δημιούργησε διχοστασία αναφορικά με το ζήτημα, εάν πρόκειται για νομικού ή πολιτικού χαρακτήρα δηλώσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως η νομική φύση αυτών των δηλώσεων δεν καθορίζεται ρητά από τις Συνθήκες160 και ως εκ τούτου, ο καθορισμός αυτής θα βασιστεί αφ’ ενός στην εφαρμογή των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένα, σε διατάξεις της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών και αφ’ ετέρου σε διατάξεις των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, το γεγονός ότι οι ιδρυτικές της Ένωσης Συνθήκες αποτελούν τη συστατική αυτής πράξη και το Σύνταγμά της, συνηγορεί υπέρ της απόλυτης αυτονομίας του κοινοτικού δικαίου έναντι του δημοσίου διεθνούς. Εξάλλου, και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαίρει τον αυτόνομο χαρακτήρα της τελευταίας, απόρροια του οποίου αποτελεί ο κανόνας πως το δημόσιο διεθνές δίκαιο είναι μη εφαρμοστέο για ζητήματα ενωσιακά, καθώς, η Ένωση διαθέτει τα δικά της μέσα προς επίλυση των νομικών της ζητημάτων161. Στον αντίποδα αυτού, ωστόσο, βρίσκεται  η μερίδα των μελετητών που υποστηρίζει πως οι ιδρυτικές Συνθήκες της Ένωσης αποτελούν διεθνές δίκαιο και πως η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί στην πραγματικότητα μια ειδικότερη μορφή διεθνούς οργανισμού Κρατών. Δεδομένων, λοιπόν, των ανωτέρω μπορεί να υποστηριχθεί πως οι Συνθήκες της Ένωσης διαθέτουν διττό χαρακτήρα.

        Στη συνέχεια, θα επιχειρηθεί εξέταση του νομικού χαρακτήρα των κοινών δηλώσεων (για το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους) εξ επόψεως δημοσίου διεθνούς δικαίου. Αρχικά,  σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2162 της Συνθήκης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών, είναι έκδηλο πως μόνο το προοίμιο (preamble) και τα παραρτήματα (annexes) των Συνθηκών εξομοιώνονται με το κείμενο αυτών και ως εκ τούτου, αποτελούν συνέχεια της Συνθήκης. Επίσης, είναι εξίσου έκδηλο πως το εν λόγω άρθρο κάνει διάκριση μεταξύ κειμένου της Συνθήκης (κείμενο καθεαυτό, προοίμιο και παραρτήματα) αφ’ ενός και συμφωνιών/εγγράφων που επιστρατεύονται για σκοπούς ερμηνείας της Συνθήκης αφ’ ετέρου. H συγκεκριμένη διάκριση μεταξύ συμβατικού κειμένου και οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας ή εγγράφου είναι αποφασιστικής σημασίας, καθώς συνεπάγεται διαφορετικές νομικές συνέπειες, οι οποίες είναι κυρίως λειτουργικές163.  Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που καταφανεί πως οι κοινές δηλώσεις εξομοιώνονται με το κείμενο της Συνθήκης, όπως το προοίμιο και τα παραρτήματα, αυτό οδηγεί σε δύο συνέπειες: πρώτον, σε ενδεχόμενη αναθεώρηση ή τροποποίηση της Συνθήκης ακολουθούν και οι κοινές δηλώσεις την πορεία της ίδιας της Συνθήκης και ως εκ τούτου, υπόκεινται και αυτές σε αναθεώρηση ή τροποποίηση και δεύτερον, σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου με σκοπό την ερμηνεία της Συνθήκης, η αρμοδιότητα του δικαιοδοτικού οργάνου προς ερμηνεία επεκτείνεται και στην κοινή δήλωση, αφού η τελευταία θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υπό κρίση Συνθήκης. Είναι σημαντικό, να αναφερθεί στο σημείο αυτό πως το άρθρο 31, παράγραφος 2 της Συνθήκης της Βιέννης του 1969 διακρίνει μεταξύ των μέσων ερμηνείας που έχουν προστεθεί στη Συνθήκη και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής (προοίμιο, παραρτήματα) και των λοιπών συμφωνιών κι εγγράφων, στα οποία ανήκουν οι κοινές δηλώσεις, αποτελούν μέρος των συμφραζομένων (context), αλλά δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης164. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, πως το γεγονός ότι οι κοινές δηλώσεις χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία μιας Συνθήκης, δεν τις καθιστά και αναπόσπαστο μέρος αυτής.

        Εφ’ όσον, λοιπόν, οι κοινές δηλώσεις δεν αποτελούν συνέχεια των συμβατικών δεσμεύσεων, πώς θα καθοριστεί εν τέλει η νομική τους φύση; Ο προσδιορισμός της νομικής τους φύσης μπορεί να λάβει χώρα με δύο τρόπους. Αρχικά, να περιλαμβάνεται στο σώμα της Συνθήκης ρητή διάταξη που να καθορίζει εκ των προτέρων τη νομική φύση αυτού του εγγράφου και ακολούθως, σε ενδεχόμενη σιωπή της Συνθήκης, πρέπει να αναζητηθούν όλα εκείνα τα στοιχεία και όλες εκείνες οι ενδείξεις που θα δηλώνουν σαφώς τη βούληση των συμβαλλομένων μερών. Στο σημείο αυτό, σημαντική υπήρξε η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση  Ambatielos το 1952 (Ελλάδα κατά Ηνωμένου Βασιλείου), στην οποία διαπιστώθηκε πως η κοινή δήλωση αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της Συνθήκης. Το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του στο γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμπεριέλαβαν το κείμενο της Συνθήκης και τη δήλωση σε ένα ενιαίο έγγραφο σαράντα τεσσάρων σελίδων, στο οποίο μάλιστα η δήλωση διατυπωνόταν στην τελευταία σελίδα, την υπ’ αριθμόν σαράντα τέσσερα. Σε μικρό χρονικό διάστημα από την ανταλλαγή των οργάνων επικυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε ένα ενιαίο έγγραφο με τον τίτλο "Συνθήκη Εμπορίου και Ναυτιλίας μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελλάδας και  συνοδευτική Δήλωση" και το παρουσίασε στο Κοινοβούλιο. Το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών και ο Επιτετραμμένος της Ελλάδας στη Βέρνη κοινοποίησαν επίσημα κείμενα στην Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη, όπου τα δημοσίευσαν με τον ίδιο αριθμό. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε πως από τις ενέργειες των δύο Κρατών (Ελλάδας και Βρετανίας) να καταθέσουν ένα και μοναδικό κείμενο ως όργανο επικυρώσεως προκύπτει η βούλησή τους να προσδώσουν στη δήλωση χαρακτήρα αναπόσπαστου τμήματος της Συνθήκης165.

        Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη μερίδα σχολιαστών που αντιτίθενται στην ανωτέρω άποψη του Δικαστηρίου, καθώς υποστηρίζουν πως απλώς και μόνο το γεγονός ότι τα δύο κείμενα (της Συνθήκης και της δήλωσης) κατατίθενται στο θεματοφύλακα με το ίδιο έγγραφο, δεν επαρκεί για να θεμελιωθεί πως η δήλωση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και συνέχεια της ίδιας της Συνθήκης. Σε αυτούς που διατύπωσαν διαφορετική άποψη επί του θέματος ανήκουν οι δικαστές Zoričič και Basdevant, οι οποίοι εξέφρασαν τις προσωπικές τους απόψεις μέσα από τις χωριστές τους γνώμες (dissenting opinions). Όσον αφορά στον πρώτο, αυτό που κατά τη γνώμη του υπερέχει για την ανεύρεση της νομικής φύσης μιας κοινής δήλωσης είναι το «ποιες ήταν οι προθέσεις των συμβαλλομένων μερών και ποιοι οι σκοποί που εξυπηρετούσε το κείμενο1 66». Όσον αφορά στο δεύτερο, διαπιστώνει πως σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται οι λεπτομέρειες στη μορφή της Συνθήκης, αλλά «να εξακριβωθεί το πραγματικό νόημα της συμφωνίας που έχει επιτευχθεί, ο χαρακτήρας που προορίζεται τα μέρη να προσδώσουν σε κάθε δεδομένη συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ τους167». Ως εκ τούτου, είναι εμφανές πως μεγάλη σημασία αποδίδεται στη βούληση των συμβαλλομένων μερών και δικαιολογημένα, καθώς τα συμβαλλόμενα μέρη είναι οι κύριοι των μεταξύ τους Συνθηκών.

        Όσον αφορά στο κομμάτι του ευρωπαϊκού δικαίου, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως είναι ευκολότερη η διάγνωση της νομικής φύσης των κοινών δηλώσεων στα πλαίσια της ενωσιακής έννομης τάξης. To ερώτημα το οποίο τίθεται σχετικά με τη νομική φύση των κοινών δηλώσεων είναι, εάν πρόκειται για δηλώσεις πολιτικού περιεχομένου ή εάν τελικά διαθέτουν νομική δεσμευτικότητα. Και στα πλαίσια του ευρωπαϊκού δικαίου υπάρχει ο προβληματισμός σχετικά με το γεγονός, εάν οι κοινές δηλώσεις ακολουθούν το κείμενο της Συνθήκης, αν δηλαδή, πρόκειται για συμβατικές δεσμεύσεις ή εάν δεν μπορούν να ενταχθούν στα πλαίσια των τελευταίων. Κομβικής σημασίας διάταξη για την επίλυση αυτού του ζητήματος είναι το άρθρο 51 των τελικών διατάξεων της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το οποίο «τα Πρωτόκολλα και τα Παραρτήματα των Συνθηκών αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους». Συνάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα πως σαφώς η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξομοιώνει με συμβατικές διατάξεις μόνο τις διατάξεις των παραρτημάτων και των πρωτοκόλλων, ενώ δηλώσεις που ενσωματώνονται εκτός αυτών δεν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης.

        Έχει εκτιμηθεί πως τα συμβαλλόμενα μέρη αποφεύγουν να καθιστούν τις κοινές δηλώσεις αναπόσπαστα κομμάτια των Συνθηκών, με σκοπό να διατηρούν ευελιξία168. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί πως στην περίπτωση της Ελλάδας και της κοινής δήλωσης που προσαρτήθηκε στην Πράξης Προσχώρησης αυτής, τόσο η ελληνική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή είχαν εκδηλώσει την προτίμησή τους εξ αρχής να συντάξουν πρωτόκολλο. Η τελική επιλογή της ένταξης μιας κοινής δήλωσης δεν οφείλεται σε «νομική τεχνική», αλλά στις πολιτικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιόδου169. Συγκεκριμένα, είχε ληφθεί ως δεδομένο για την εποχή πως η τελική σύνταξη ενός πρωτοκόλλου που θα αφορούσε το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Άθω θα οδηγούσε σε επιβράδυνση του ρυθμού των διαπραγματεύσεων, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να συνδεθεί με τις διαπραγματεύσεις για την είσοδο στην Κοινότητα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας αντίστοιχα. Για να αποφευχθεί, λοιπόν, η δημιουργία καχυποψίας σε ορισμένες αντιπροσωπείες, η υιοθέτηση μιας κοινής δήλωσης αντί πρωτοκόλλου έλαβε χώρα ως η μόνη λύση που υπαγορευόταν από λόγους πρακτικούς, κυρίως διότι δεν υπήρχε χρόνος για κάτι άλλο170.

        Αυτό που πρέπει να επισημανθεί για τις κοινές δηλώσεις περί του ειδικού καθεστώτος του Αγίου Όρους είναι πως, για να καθοριστεί η νομική τους φύση στο ευρωπαϊκό δίκαιο, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη «νομική τεχνική» (the judicial technique) που ακολούθησαν τα συμβαλλόμενα μέρη: πρόκειται για κοινή δήλωση, η οποία εντάχθηκε σε Τελική Πράξη (Final Act) της Συνθήκης Προσχώρησης και όχι επίσημα στο κείμενο της ίδιας της Συνθήκης Προσχώρησης171. Από την επιλογή αυτής της συγκεκριμένης «νομικής τεχνικής» απορρέουν και ορισμένες συνέπειες. Ίσως και να είναι σκόπιμη η επιλογή των αντιπροσώπων των Κρατών μελών και των νομικών τους συμβούλων να μην εντάξουν τις κοινές δηλώσεις στα παραρτήματα ή στα πρωτόκολλα ή ακόμη και στο ίδιο το σώμα της Συνθήκης Προσχώρησης, τα οποία αναντίρρητα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης. Προκύπτει, λοιπόν, το συμπέρασμα πως μια δήλωση που περιλαμβάνεται σε Τελική Πράξη δημιουργεί ορισμένα προβλήματα σχετικά με το εάν μπορεί να αποτελέσει συνέχεια των συμβατικών δεσμεύσεων.               

             

         

 

Γ. Η σχέση μεταξύ των προ-ενωσιακών διεθνών συμβατικών υποχρεώσεων Κρατών μελών και των Συνθηκών της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 351 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης172 (πρώην 234 ΕΟΚ)

 

        Το άρθρο 351 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αναγνωρίζει το γεγονός ότι τα Κράτη μέλη της Ένωσης, ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, ενδέχεται να έχουν συνάψει διεθνείς συμβάσεις με τρίτα Κράτη, πριν την προσχώρησή τους στην Ένωση, ακόμα και πριν την ίδρυση αυτής173. Σύμφωνα, λοιπόν, με το εν λόγω άρθρο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προ-ενωσιακές διεθνείς συμβάσεις δεν θίγονται από τις Συνθήκες της Ένωσης. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, τα Κράτη μέλη διατηρούν στο ακέραιο τις διεθνείς τους υποχρεώσεις και οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα των τρίτων χωρών που πηγάζουν από διεθνείς Συνθήκες, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ τους προ της συμμετοχής των πρώτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα174. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό πως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 351 καλύπτει απεριόριστα κάθε είδους διεθνείς συμφωνίες175. Στην πραγματικότητα, το άρθρο 351 ΣΛΕΕ αποτελεί έκφραση της αρχής "pacta sunt servandα" και η συγκεκριμένη αρχή δεσμεύει την Ένωση και τα Κράτη μέλη της ως υποκείμενα του Διεθνούς Δικαίου176. Ως εκ τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπήρχε το άρθρο 351 της ΣΛΕΕ, τα Κράτη μέλη της Ένωσης και πάλι θα ήταν υποχρεωμένα να τηρήσουν στο έπακρο τις διεθνείς τους υποχρεώσεις έναντι τρίτων Κρατών, οι οποίες απορρέουν από προγενέστερες διεθνείς Συνθήκες177 κι αυτό γιατί η αρχή  "pacta sunt servandα" αποτελεί εθιμικό κανόνα διεθνούς δικαίου. Αξίζει να σημειωθεί πως το άρθρο 351 ΣΛΕΕ αφορά μόνο στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν συνάψει Κράτη μέλη με τρίτα Κράτη, και όχι προγενέστερες διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτίσει τα Κράτη μέλη μεταξύ τους178.

        Εν προκειμένω, η Συνθήκη του Βερολίνου που με το άρθρο 62 αυτής θεμελιώνεται η διεθνής προστασία του αβάτου, αποτελεί διεθνή σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ Κρατών μελών της Ένωσης (σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα), πριν τη συμμετοχή τους σε αυτή ή και πριν την ίδρυση της Ένωσης  (εφ’ όσον η Συνθήκη συνομολογήθηκε το 1878) και συγκεκριμένα, μεταξύ της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιταλίας από τη μια, με τη Ρωσία και την Τουρκία, από την άλλη,  οι οποίες σήμερα αποτελούν τρίτα Κράτη, εκτός ενωσιακής έννομης τάξης. Όπως έχει προαναφερθεί, τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν (μεταξύ άλλων) τη διεθνή υποχρέωση να αναγνωρίσουν το ειδικό και προνομιακό καθεστώς του Αγίου Όρους (έκφανση του οποίου αποτελεί και το άβατο), επί του οποίου κυρίαρχη ήταν η Τουρκία. Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των συμβαλλομένων μερών στη Συνθήκη του Βερολίνου κατέστησαν μέλη μιας άλλης έννομης τάξης, της ευρωπαϊκής, εξακολουθούν απέναντι στην Τουρκία και τη Ρωσία -που είναι τρίτα Κράτη προς την Ένωση- να δεσμεύονται από όλες τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη του Βερολίνου. Ως προς το ζήτημα του αβάτου, όμως, επειδή σήμερα επικυρίαρχος του Άθω είναι η Ελλάδα μετά από προσάρτηση αυτού στην ελληνική επικράτεια, η σχετική υποχρέωση σεβασμού του αβάτου απευθύνεται προς την Ελλάδα. Συνεπώς, η δεσμευτικότητα της Συνθήκης του Βερολίνου δεν επηρεάζεται από την ένταξη των συμβαλλομένων της μερών σε μια άλλη έννομη τάξη, την ενωσιακή. Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως το άρθρο 351 ΣΛΕΕ αφορά τόσο στις προγενέστερες διεθνείς συνθήκες που συγκλίνουν με τις ιδρυτικές Συνθήκες της ΕΕ, αλλά και στις προγενέστερες διεθνείς συμφωνίες που συγκρούονται με τις ενωσιακές.   

        Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση κατά την οποία οι προ-ενωσιακές διεθνείς υποχρεώσεις Κρατών μελών συγκρούονται με διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Το ζήτημα αυτό επιλύεται από  τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 351 ΣΛΕΕ179, η οποία επιβάλλει στα Κράτη μέλη την υποχρέωση να άρουν τα ασυμβίβαστα που προκύπτουν, σύμφωνα με μια ειδικότερη έκφανση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας180. Τα Κράτη μέλη οφείλουν να βρουν τον τρόπο, ώστε να εναρμονίσουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις προς το ευρωπαϊκό δίκαιο, καθώς δεν επιτρέπεται απόκλιση από το τελευταίο. Πρόκειται για μια υποχρέωση που θέτει το ενωσιακό δίκαιο στα Κράτη μέλη, απαιτώντας από αυτά να προσαρμόσουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις σύμφωνα με τις κοινές πολιτικές που θέτει η ενωσιακή έννομη τάξη. Η αρχή, λοιπόν, της παραγράφου 2 του άρθρου 351 ΣΛΕΕ καθιστά σαφές πως, όταν οι επιλογές του παρελθόντος αντιβαίνουν στο ευρωπαϊκό δίκαιο, πρέπει να αναθεωρούνται, γεγονός που αποτελεί «θλιβερή απεικόνιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εξωτερικής πολιτικής που διενεργείται από τις εθνικές αρχές και του ευρωπαϊκού δικαίου»181. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, η υποχρέωση των Κρατών μελών για προσαρμογή των διεθνών τους υποχρεώσεων προς τις κοινές πολιτικές της Ένωσης και το ενωσιακό δίκαιο δεν είναι δυνατόν να αρθεί με την επίκληση δυσχερειών.

        Συγκεκριμένα, τα Κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιχειρήσουν ερμηνεία της προγενέστερης διεθνούς Συνθήκης σύμφωνη προς το ευρωπαϊκό δίκαιο και σε περίπτωση που δεν είναι δυνατό αυτό, μπορούν να προβούν σε πιο δυναμικά μέτρα, όπως σε επαναδιαπραγμάτευση της διεθνούς σύμβασης ή ακόμα και καταγγελία αυτής, σε περίπτωση που η τροποποίησή της είναι αδύνατη182. Είναι ενδιαφέρον, επίσης, το γεγονός πως η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 351 προβλέπει τη δυνατότητα η ίδια η Ένωση να παράσχει τη συνδρομή της στα Κράτη μέλη της για την άρση των ασυμβιβάστων από παλαιότερες διεθνείς συμβάσεις, ιδίως όταν τα ασυμβίβαστα αυτά που προκύπτουν αφορούν σε τομείς αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα τα Κράτη μέλη να συγκροτήσουν κοινό πυρήνα μεταξύ τους με σκοπό να ενισχύσουν από κοινού τη διαπραγματευτική δύναμη του Κράτους μέλους που έχει υπογράψει την επίμαχη διεθνή σύμβαση, πείθοντας όλα μαζί το τρίτο Κράτος να διαπραγματευτεί την τροποποίηση της προ-ενωσιακής αυτής διεθνούς σύμβασης183 .  

       Εν προκειμένω και όσον αφορά στο θεσμό του αβάτου, οι διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει από τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 τα συμβαλλόμενα μέρη, η πλειονότητα των οποίων αποτελεί σήμερα Κράτη μέλη της Ένωσης, όχι μόνο δεν θίγονται από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν απέναντι στα μη μέλη της Ένωσης, την Τουρκία και τη Ρωσία. Τα Κράτη μέλη της Ένωσης που είναι συμβαλλόμενα μέρη της Βερολίνειας Συνθήκης εξακολουθούν να φέρουν τη διεθνή υποχρέωση της αναγνώρισης και σεβασμού του ειδικού και προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους, συνεπώς και του θεσμού του αβάτου, απέναντι στα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης, αλλά μη μέλη της Ένωσης (Ρωσία και Τουρκία). Με άλλα λόγια, τα δύο γκρουπ συμβαλλομένων μερών (μέλη της Ένωσης και μη μέλη της Ένωσης) εξακολουθούν να φέρουν την υποχρέωση τήρησης των συμπεφωνημένων τους και ουδεμία επιρροή επέρχεται στις διεθνείς τους υποχρεώσεις από μόνο το γεγονός της ένταξης ορισμένων εξ αυτών στην Ένωση. Δεδομένου, όμως, ότι σήμερα ο Άθως έχει προσαρτηθεί στο Ελληνικό Κράτος και δεν είναι πια επικυρίαρχος αυτού η Τουρκία, τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να τηρήσουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις περί σεβασμού του θεσμού του αβάτου, όχι πια απέναντι στην Τουρκία, αλλά απέναντι στην Ελλάδα που είναι η επικυρίαρχος. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως ουδεμία σύγκρουση προκύπτει από την προ-ενωσιακή διεθνή Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 (που θεμελιώνει διεθνώς το άβατο) και τις ιδρυτικές Συνθήκες της ένωσης. Τουναντίον, μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ρητώς την ιδιαιτερότητα των θρησκευτικών κοινοτήτων που έχει αναγνωριστεί από το εθνικό δίκαιο των Κρατών μελών, αρχή η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης184.    

                                                               

          

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

        O θεσμός του αβάτου αποτελεί έκφανση του συνταγματικώς προστατευόμενου ειδικού και προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους (άρθρο 105 Συντάγματος). Δύο είναι τα βασικά συμβατικά κείμενα τα οποία αναγνωρίζουν και κατοχυρώνουν διεθνώς το θεσμό του αβάτου: η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 και η Συνθήκη των Σεβρών περί των "εν Ελλάδι μειονοτήτων" του 1920, η οποία εμπεριέχεται στο πρωτόκολλο ΧVI της Συνθήκης της Λωζάννης, αμφότερες ισχύουσες έως τις μέρες μας. Όσον αφορά στην πρώτη Συνθήκη, τη Βερολίνεια Συνθήκη, η διεθνής κατοχύρωση του αβάτου εδραιώνεται στο άρθρο 62 αυτής και για όλους τους μοναχούς του Όρους, ανεξαρτήτως χώρα καταγωγής. Συγκεκριμένα, όμως, ως προς τις τρείς μη ελληνικές μοναστικές αδελφότητες του Αγίου Όρους, τη Ρωσική (Μονή Αγίου Παντελεήμονος), τη Σερβική (Μονή Χιλανδαρίου) και τη Βουλγαρική (Μονή Ζωγράφου) ο θεσμός του αβάτου και εν γένει το ειδικό, προνομιακό καθεστώς αυτών θεμελιώνεται διεθνώς στο άρθρο 13 της Συνθήκης των Σεβρών για την προστασία των μειονοτήτων της Ελλάδας, διάταξη η οποία παραπέμπει στο άρθρο 62 της Συνθήκης του Βερολίνου. Προκύπτει, λοιπόν, ότι σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται για ελληνικές είτε για μη ελληνικές Μονές, η τελική διάταξη στην οποία ερείδεται η διεθνής προστασία του αβάτου είναι το άρθρο 62 της Συνθήκης του Βερολίνου που εφαρμόζεται είτε απευθείας είτε κατά παραπομπή.

        Το άβατο του Αγίου Όρους συνιστά τοπικό εθιμικό κανόνα εσωτερικού δικαίου, καθώς ισχύει εντός γεωγραφικώς ορισμένης περιοχής, της χερσονήσου του Άθω. Κατέστη σαφές πως, για να μιλήσουμε περί τοπικού εθιμικού κανόνα στο διεθνές δίκαιο (local custom), πρέπει να αποδείξουμε με ακριβή και σαφή στοιχεία την ύπαρξη σωρευτικά τόσο της κρατικής πρακτικής όσο και της opinio juris, όπως απαιτείται και στην περίπτωση απόδειξης του γενικού εθιμικού κανόνα. Στην περίπτωση του αβάτου του Αγίου Όρους δεν μπορεί να αποδειχθεί διαμόρφωση του εν λόγω θεσμού από τη σταθερή και ομοιόμορφη πρακτική συγκεκριμένου κύκλου Κρατών, τα οποία διαμόρφωσαν το θεσμό εξαναγκαζόμενα προς αυτή την κατεύθυνση από το δίκαιο, ενεργώντας, δηλαδή, με πεποίθηση δικαίου. Ειδικά το στοιχείο της νομικής πεποίθησης (opinio juris sive necessitatis) είναι πολύ δύσκολο ως προς την απόδειξη της ύπαρξής του και τα μόνα αρμόδια να διαγνώσουν την ύπαρξη ή όχι ενός εθιμικού κανόνα στο διεθνές δίκαιο είναι τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Εξάλλου, ίσως το μοναδικό σαφές και ευρέως γνωστό παράδειγμα τοπικού εθίμου στο διεθνές δίκαιο είναι εκείνο το οποίο διέπει τις σχέσεις των Κρατών της Λατινικής Αμερικής (περί πολιτικού ασύλου) και ενδεχομένως, ο τρόπος κτήσης εδαφών στις πολικές περιοχές από Κράτη που έχουν ακτές στον Αρκτικό Ωκεανό. Ως εκ τούτου, λοιπόν, το άβατο του Αγίου Όρους δε συνιστά τοπικό έθιμο διεθνούς δικαίου υπό την αυστηρή του έννοια (local custom), αλλά πρόκειται για τοπικό έθιμο κατά το εσωτερικό δίκαιο που εντασσόμενο στις διεθνείς Συνθήκες απέκτησε διεθνή χαρακτήρα και διεθνή προστασία.

        Όσον αφορά στους τρόπους που μπορούν να οδηγήσουν σε οριστική κατάργηση του θεσμού του αβάτου σύμφωνα με το διεθνές συμβατικό δίκαιο, αυτοί είναι: τερματισμός ολόκληρης της Συνθήκης, αναθεώρηση ολόκληρης της Συνθήκης,  τροποποίηση (amendment) του συγκεκριμένου άρθρου που κατοχυρώνει διεθνώς το άβατο, δηλαδή, του άρθρου 62 της Συνθήκης του Βερολίνου του 1878 και όχι του άρθρου 13 της Συνθήκης των Σεβρών, καθώς η τελευταία κατοχυρώνει διεθνώς το άβατο μόνο για τις μη ελληνικές Μονές του Όρους. Εξάλλου, αν εξαλειφθεί το άρθρο 62 της Συνθήκης του Βερολίνου, δεν έχει λόγο ύπαρξης το άρθρο 13 της Συνθήκης των Σεβρών για τις μειονότητες της Ελλάδας, καθώς το τελευταίο παραπέμπει στο άρθρο 62 της Βερολίνειας. Η Συνθήκη του Βερολίνου ουδεμία διάταξη εμπεριέχει σχετικά με τη λήξη της ισχύος της και τη δυνατότητα υπαναχώρησης των μερών. Σχετικά με αυτή την κατηγορία Συνθηκών έχουν διατυπωθεί δύο απόψεις: κατά την πρώτη, η Συνθήκη του Βερολίνου, αποτελώντας Συνθήκη που καθορίζει σύνορα και εδάφη, δεν μπορεί να υπαχθεί σε τερματισμό και θεωρείται αόριστης διάρκειας, ενώ κατά τη δεύτερη, ενδεχόμενος τερματισμός μπορεί να επέλθει μόνο με συμφωνία των μερών.  Σε αυτή την περίπτωση, ο τερματισμός μπορεί να λάβει χώρα μόνο αφού εκφραστεί η σαφής συναίνεση όλων των συμβαλλομένων μερών κατά το άρθρο 54 (b) της Συνθήκης της Βιέννης και μετά από σχετική διαβούλευση. Ο τερματισμός της Συνθήκης σε αυτή την περίπτωση μπορεί να λάβει χώρα οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένου ακόμη και του ενδεχομένου της παλαιότητας (obsolescence) ή της αχρησίας (desuetude) της Συνθήκης, σύμφωνα με την εκτίμηση της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου.

        Επίσης, οριστική  κατάργηση του αβάτου μπορεί να λάβει χώρα και χωρίς να θιγεί το σύνολο της πολυμερούς Συνθήκης, στοχεύοντας μόνο στο συγκεκριμένο άρθρο που το κατοχυρώνει διεθνώς και τροποποίηση αυτού μεταξύ όλων των συμβαλλομένων μερών. Η τροποποίηση θα λάβει χώρα σύμφωνα με το άρθρο 39 και 40 της Συνθήκης της Βιέννης, και η τροποποιητική συμφωνία μπορεί να λάβει οποιαδήποτε μορφή θελήσουν τα μέρη, με πιθανότερες μια ρητή συμφωνία μεταξύ τους, μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ τους, ένα έθιμο, ένα νέο κανόνα jus cogens, ακόμα και με τη μεταγενέστερη πρακτική τους. Για να λάβει χώρα η τροποποίηση της διάταξης, δεν απαιτείται ομοφωνία, όπως απαιτείται για τον τερματισμό της Συνθήκης. Όμως, για να πάψει να υφίσταται ο θεσμός του αβάτου, θα πρέπει όλα τα συμβαλλόμενα μέρη να αποδεχθούν την τροποποιητική συμφωνία ή με άλλα λόγια, πρέπει η τροποποιητική συμφωνία να ισχύει για όλους. Επίσης, εξάλειψη του θεσμού του αβάτου μπορεί να επέλθει και με αναθεώρηση της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία συνίσταται στην τροποποίηση (amendment) όλων των άρθρων της –συνεπώς και του 62 που θεμελιώνει το άβατο- και ως προς όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της.

         Οι κοινές δηλώσεις για το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους που έχουν συμπεριληφθεί στις Τελικές Πράξεις ευρωπαϊκών Συνθηκών και δη των Συνθηκών προσχώρησης, δεν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Συνθήκης και ως εκ τούτου, δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα των συμβατικών διατάξεων. Κομβικής σημασίας διάταξη για την επίλυση αυτού του ζητήματος είναι το άρθρο 51 των τελικών διατάξεων της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το οποίο μόνο τα Πρωτόκολλα και τα Παραρτήματα των Συνθηκών αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των τελευταίων και όχι οι Τελικές Πράξεις. Οι κοινές δηλώσεις, λοιπόν, όντας προσαρτημένες σε Τελικές Πράξεις δεν παράγουν έννομες συνέπειες και είναι ορθότερο να υποστηριχθεί πως πρόκειται για πολιτικού περιεχομένου δηλώσεις. Ωστόσο, το άβατο και εν γένει το ειδικό προνομιακό καθεστώς του Άθω, αναγνωρίζεται ρητά από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 17 της ΣΛΕΕ αναφέρει πως η «Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη». Είναι αναμφισβήτητο ότι το Άγιον Όρος εμπίπτει στην έννοια της θρησκευτικής κοινότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 17 της ΣΛΕΕ και είναι εξίσου αναμφισβήτητη η αναγνώριση του καθεστώτος του από το εθνικό δίκαιο και μάλιστα, τον υπερκείμενο νόμο, το Σύνταγμα. Παράλληλα,  σύμφωνα με το Χάρτη Θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης, ο οποίος διαθέτει ίσο κύρος με αυτό των Συνθηκών,  «η Ένωση σέβεται την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική ομοιομορφία».

        Τέλος, δεδομένου ότι η παρούσα εργασία ασχολείται με τις συμβατικές υποχρεώσεις των Κρατών που απορρέουν από δύο έννομες τάξεις, τη διεθνή και την ευρωπαϊκή, δεν θα μπορούσε να παραληφθεί η μνεία στο άρθρο 351 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από προ-ενωσιακές διεθνείς συμβάσεις δεν θίγονται από τις Συνθήκες της Ένωσης, διατυπώνοντας έτσι μια έκφανση της θεμελιώδους αρχής "pacta sunt servanda" του διεθνούς δικαίου. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, τα Κράτη μέλη διατηρούν στο ακέραιο τις διεθνείς τους υποχρεώσεις και οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα των τρίτων χωρών που πηγάζουν από διεθνείς Συνθήκες, οι οποίες είχαν συναφθεί είτε πριν τη δημιουργία της Ένωσης είτε προ της συμμετοχής των συμβαλλομένων μερών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ακόμη και αν τεθεί ζήτημα σύγκρουσης μεταξύ διεθνών υποχρεώσεων προ-ενωσιακών και διατάξεων των ευρωπαϊκών Συνθηκών, τα Κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να εξαλείψουν το ασύμβατο των υποχρεώσεων και πάντα υπέρ των αντίστοιχων διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου.

         Η συγκεκριμένη διάταξη (352 ΣΛΕΕ) έχει εφαρμογή και στο παρόν ζήτημα του αβάτου του Αγίου Όρους, αλλά και των διεθνών υποχρεώσεων που απορρέουν εν γένει από τη Συνθήκη του Βερολίνου για τα συμβαλλόμενα μέρη της. Εν προκειμένω, πρόκειται για διεθνή Συνθήκη η οποία υπεγράφη από τα συμβαλλόμενα μέρη, όταν αυτά δεν είχαν καταστεί ακόμα Κράτη μέλη της Ένωσης ή ορθότερα, υπεγράφη πριν την 1η Ιανουαρίου του 1958, δηλαδή πριν τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και συνεπάγεται διεθνείς υποχρεώσεις μεταξύ Κρατών που σήμερα αποτελούν μέλη της ένωσης και άλλων μη μελών. Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της Βερολίνειας Συνθήκης αποτελούν σήμερα και Κράτη μέλη της Ένωσης, με δύο μόνο εξαιρέσεις, την Τουρκία και τη Ρωσία. Αυτό, λοιπόν, το οποίο προκύπτει από το άρθρο 351 ΣΛΕΕ είναι ότι οι διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει τα συμβαλλόμενα μέρη από τη Συνθήκη του Βερολίνου, όχι μόνο δεν θίγονται από την ένταξή ορισμένων εξ αυτών στην Ένωση και τις ιδρυτικές Συνθήκες, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν ακέραιες απέναντι στα τρίτα Κράτη, την Τουρκία και τη Ρωσία. Ακόμη και εάν υπήρχε σύγκρουση μεταξύ των προ-ενωσιακών αυτών υποχρεώσεων και των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, τα Κράτη μέλη θα είχαν υποχρέωση να αποσβέσουν αυτό το ασύμβατο υπέρ του ενωσιακού δικαίου, καθώς δε χωρεί απόκλιση από την πεπατημένη που ακολουθεί η Ένωση.   

             

       

 


[1]Αρθρο 105, παράγραφος 1 (Καθεστώς του Αγίου Όρους)

« H χερσόνησος του 'Άθω, από τη Mεγάλη Bίγλα και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Aγίου Όρους, είναι, σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του Eλληνικού Kράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ' αυτό παραμένει άθικτη […] ».

[2] Ioannis Konidaris,"The Mount Athos Avaton" (1η έκδοση, ANT. N. SAKKOULAS PUBLISHERS 2003) 14-19.

 

[3] Arie E. David, "The Strategy of Treaty Termination: Lawful Breaches and Retaliations" (YALE UNIVERSITY PRESS 1975) 159-202.     

[4] Άρθρα 18 κι επόμενα της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

[5] Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, "Το Άγιο Όρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση" από τον τόμο Το Αγιον Όρος   Χθες-Σήμερα-Αύριο (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 1996) 139.

[6] Πρόκειται για τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). 

[7] B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18)15.

[8] Constantin P. Economides, "Le Mont Athos et le droit international"από τον τόμο MOUNT ATHOS AND THE EUROPEAN COMMUNITY (1η έκδοση, INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES1993) 51. 

[9] ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΩΣ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ ,"Η πολιτειακή θέσις του Αγίου Όρους" ( 1965) 35.                   

[10]Gabriel Effendi Noradounghian, "RECUEIL D’ACTES INTERNATIONAUX DE L’EMPIRE OTTOMAN" (tome troisième, F. Pichon 1902) 519.

[11]L. Oppenheim, "INTERNATIONAL LAW: A TREATISE" (3η έκδοση, RONALD F. ROXBURGH 2005) 76.

[12] Gabriel Effendi Noradounghian, "RECUEIL D’ACTES INTERNATIONAUX DE L’EMPIRE OTTOMAN" (tome quatrième, F. Pichon 1903) 175.

[13] FRITZ MUNCH, "BERLIN CONGRESS (1878)" από τον τόμο Encyclopedia of Public International Law (1η έκδοση, North-Holland 1984) 19.

[14] Αξίζει να σημειωθεί πως  η Συνθήκη του Βερολίνου με το άρθρο 62 αντιπροσωπεύει το πρώτο παράδειγμα διεθνούς Συνθήκης, στην οποία εμφανίστηκε ο όρος "status quo". Αυτή η έκφραση δεν είναι δημιούργημα των Οθωμανών, ούτε ενσωματώνεται σε διατάγματα ή έγγραφά τους. Στην πραγματικότητα, η φράση είναι το αποτέλεσμα της επιρροής της ευρωπαϊκής διπλωματίας που υιοθέτησε την έκφραση, για να καθορίσει ένα διακανονισμό μεταξύ των ποικίλων δυνάμεων έναντι των Οθωμανών Σουλτάνων. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 62: «Les droits acquis à la France sont expressément réservés , et il est bien entendu qu’aucune atteinte ne saurait être portée au status quo  dans les Lieux-Saints» [Enrico Molinaro, "The Holy Places of Jerusalem in Middle East. Peace Agreements. The Conflict between Global and State Identities" (1η έκδοση, Sussex ACADEMIC PRESS 2009) 39-40].

[15] Charalampos K. Papastathis, "The Status of Mount Athos in Hellenic Public Law"από τον τόμο MOUNT ATHOS AND THE EUROPEAN COMMUNITY (1η έκδοση, INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES  1993) 57.

[16] Gabriel Effendi Noradounghian, "RECUEIL D’ACTES INTERNATIONAUX DE L’EMPIRE OTTOMAN" (tome quatrième, F. Pichon 1903) 192.

[17] Σε πιστή μετάφραση: «Οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, θα διατηρήσουν τις προηγούμενες κτήσεις και πλεονεκτήματα αυτών και θα απολαμβάνουν, χωρίς καμιά εξαίρεση, πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και προνομίων».

[18] Αξίζει να σημειωθεί πως χρόνος έναρξης εφαρμογής της Συνθήκης καθορίστηκε η ημερομηνία κατάθεσης των οργάνων επικυρώσεως  της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας. Ωστόσο, η Συνθήκη ουδέποτε εφαρμόστηκε λόγω των πολεμικών γεγονότων που επακολούθησαν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με κορύφωση τη Μικρασιατική Καταστροφή και οδήγησαν τελικώς στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923.

[19]MR Lodge, "PEACE TREATIES. VARIOUS TREATIES AND AGREEMENTS BETWEEN THE ALLIED AND ASSOCIATED POWERS AND THE SERB-CROAT-SLOVENE STATE, ROUMANIA, BULGARIA, HUNGARY AND TURKEY " (1η έκδοση, WASHINGTON GOVERNMENT PRINTING OFFICE 1921) 320.

[20] Εκ των 20 Κυρίαρχων, Βασιλικών, Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών της Αθωνικής Πολιτείας οι 3 είναι μη ελληνικής καταγωγής μοναστικές αδελφότητες. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μία Ρωσική Μονή (Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος), μία Σερβική (Ι.Μ. Χιλιανδαρίου) και μία Βουλγαρική (Ι.Μ. Ζωγράφου).   

[21] Εκ του πρωτοτύπου: «Greece undertakes to recognize and maintain the traditional rights and liberties enjoyed by the non-Greek monastic communities of Mount Athos under article 62 of the Treaty of Berlin of July 13, 1878».

[22] Λένα Διβάνη , "ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών" (8η έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 1995) 63-67.

[23] Εκ του πρωτοτύπου: «Αι Κυβερνήσεις της ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, της ΓΑΛΛΙΑΣ, της ΙΤΑΛΙΑΣ, της ΙΑΠΩΝΙΑΣ και της ΕΛΛΑΔΟΣ θεωρούσαι, ότι, τιθεμένης εν ισχύϊ της εν Σέβραις συναφθείσης την 10ην Αυγούστου 1920 μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων Δυνάμεων και της Ελλάδος Συνθήκης περί προσταστίας των Μειονοτήτων εν Ελλάδι, ως και της συνομολογηθείσης ωσαύτως εν Σέβραις την 10ην Αυγούστου 1920 μεταξύ των αυτών Δυνάμεων Συνθήκης περί Θράκης,

ΟΙ ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΙ, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, συμφωνούσιν, εν ονόματι των οικείων αυτών Κυβερνήσεων, επί των ακολούθων διατάξεων:

1ον) Αι επικυρώσεις των ως άνω συναφθεισών εν Σέβραις δύο Συνθηκών, δέον εάν η κατάθεσις αυτών δεν εγένετο ήδη, να κατατεθώσιν ομού μετά των επικυρώσεων των Συνθηκών Ειρήνης και Πράξεων των υπό σημερινήν χρονολογίαν υπογραφεισών εν Λωζάννη».

[24] Εθνικό Τυπογραφείο, "Περί κυρώσεως της εν Λωζάννη συνομολογηθείσης Συνθήκης περί Ειρήνης" (ΦΕΚ Α’ 238/ 25-08-1923) 1655, άρθ. 1. 

[25] Εθνικό Τυπογραφείο, "Περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων"(ΦΕΚ Α’ 311/30-10-1923) 2230, άρθ. 13.

[26] Κονιδάρης Ιωάννης , "ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΑΘΩ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΥ ΣΥΝΘΗΚΕΣ " από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (1/2014) 11-19.

[27] ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΩΣ. ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ , "Η πολιτειακή θέσις του Αγίου Όρους"  (1η έκδοση, 1965) 53-57.

[28] CANEA CATHOLIC CHURCH v .GREECE App no 143/1996/762/963 (ECtHR, 16 December 1997).

[29] Η καθολική Εκκλησία της Παναγιάς των Χανίων είναι ο καθεδρικός ναός της Καθολικής Επισκοπής της Κρήτης που λειτουργεί ανελλιπώς από το 1879. Λόγω του ότι δύο γείτονες κατεδάφισαν έναν από τους τοίχους του αυλόγυρου της εκκλησίας, η Καθολική Εκκλησία των Χανίων προσέφυγε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να της αναγνωριστεί η κυριότητα επί του κατεδαφισμένου τοίχου και να διαταχθεί η αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Όμως, στερήθηκε του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη λόγω μη αναγνωρίσεως σε αυτήν από την ελληνική δικαιοσύνη της ιδιότητας του διαδίκου ή, εν γένει, νομικής προσωπικότητας, ενώ το ελληνικό δίκαιο αναγνωρίζει την ιδιότητα αυτή στην ορθόδοξη Εκκλησία και στην Εβραϊκή Κοινότητα. Κατά το ΕΔΔΑ, καμία δικαιολογία αντικειμενική και εύλογη δεν παρεσχέθη από την καθής κυβέρνηση για την διαφορετική αυτή αντιμετώπιση. 

[30]The Law Library of Congress, Global Legal Research Center, "Greece: Status of Minorities"(October 2012) 23-24.    

[31] Συμβούλιο της Επικρατείας 1333/2011 (παρ. 7) και 466/2003 (παρ. 6).

[32]Ιωάννης Κονιδάρης , "ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ" (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2012) 160.

[33] Σταύρος Παπαδάτος , "Η πολιτειακή θέσις του Αγίου Όρους" ( 1965) 67.

[34] «The Court, whose function is to decide in accordance with international law such disputes as are submitted to it, shall apply:

 a. international conventions, whether general or particular, establishing rules expressly recognized by the contesting states; ».

[35] Malcolm N. Shaw, "INTERNATIONAL LAW" (5η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2003) 89.

[36] Ilias Bantekas and Efthymios Papastavridis, "International Law Concentrate: Law Revision and Study Guide" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2013) 22.

[37] Alina Kaczorowska , "Public International Law"  (4η έκδοση, Routledge 2010) 35.

[38] Hugh Thirlway, "The Sources of Intrenational Law"  (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2014) 88-89.

[39] Farhad Talaie, "The Importance of Custom and the Process of Its Formation in Modern International Law" (1998) 40-41. 

[40] «International principles, rules, customs, etc. are either general or particular. Those followed by all or nearly all nations of the world are general. The particular principles, rules or usages may be: (a) continental, (b) regional, (c) particular to a school, (d) special, (e) national, or (f) constitute rules of civilization» (N.C.H. Dunbar, "The Myth of Customary International Law" (1983) Australian Yearbook of International Law 1, 4).  

[41] Εφ’ εξής, θα γίνεται αναφορά σε αυτό ως  «τοπικό έθιμο».

[42] Eugene Kontorovich, "Inefficient Customs in International Law", JOHN M. OLIN LAW & ECONOMICS WORKING PAPER (CHICAGO LAW SCHOOL, NO. 334, 2D SERIES, March 2007) 876.        

[43] Malcolm N. Shaw, "International Law" (5η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS, 2003)88.  

[44] Hugh Thirlway, "The Sources of Intrenational Law" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2014) 89.

[45] Εμμανουήλ Ρούκουνας ,"ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ"  (ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2010) 59.

[46] ICJ Reports, ASYLUM CASE (COLOMBIA / PERU), JUDGMENT OF NOVEMBER 20th, 1950, σελ. 277. 

[47] ICJ Reports, ASYLUM CASE (COLOMBIA / PERU), JUDGMENT OF NOVEMBER 20th, 1950,     σελ. 276.

[48] ICJ Reports, CASE CONCERNING RIGHT OF PASSAGE OVER INDIAN TERRITORY (PORTUGAL v. INDIA)  MERITS, JUDGMENT OF 12 APRIL 1960.

[49] «It is objected on behalf of India that no local custom could be established between only two States. It is difficult to see why the number of States between which a local custom may be established on the basis of long practice must necessarily be larger than two. The Court sees no reason why long continued practice between two States accepted by them as regulating their relations should

not form the basis of mutual rights and obligations between the two States» [ICJ Reports, CASE CONCERNING RIGHT OF PASSAGE OVER INDIAN TERRITORY (PORTUGAL v. INDIA) MERITS, JUDGMENT OF 12 APRIL 1960, σελ. 39].   

[50] «Practice was accepted as law by the parties and has given rise to a right and a correlative obligation» [ICJ Reports, CASE CONCERNING RIGHT OF PASSAGE OVER INDIAN TERRITORY (PORTUGAL v. INDIA) MERITS, JUDGMENT OF 12 APRIL 1960, σελ. 40].

[51] Kaczorowska Alina , "Public International Law" (4η έκδοση, Routledge 2010) 36.

[52]Peter Malanczuk, "AKEHURST’S MODERN INTRODUCTION TO INTERNATIONAL LAW"  (7η έκδοση, Routledge 1997) 39-40.

[53]Ian Brownlie αναφέρει ενδεικτικά ως πηγές που αποδεικνύουν την κρατική πρακτική τις εξής: τη διπλωματική αλληλογραφία, τις πολιτικές δηλώσεις, τα δελτία τύπου, τις γνωμοδοτήσεις των νομικών συμβούλων του Κράτους, τις επίσημες οδηγίες σχετικά με νομικά ζητήματα (πχ εγχειρίδια στρατιωτικού νόμου), τις εκτελεστικές αποφάσεις και πρακτικές, τις εντολές προς τις ναυτικές δυνάμεις, τα σχόλια των Κυβερνήσεων επί των σχεδίων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου (International Law Commission), την εθνική νομοθεσία, αποφάσεις εθνικών και διεθνών δικαστηρίων, τα αιτιολογικά των Συνθηκών και άλλων διεθνών οργάνων, ένα μοτίβο Συνθηκών της ίδιας μορφής, τις πρακτικές των διεθνών οργάνων και τα ψηφίσματα σχετικά με νομικά ερωτήματα στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών [Brownlie Ian , "Principles of Public International Law" (7η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS, 7 August 2008) 6].

[54] ICJ Reports, NORTH SEA CONTINENTAL SHELF CASES (FEDERAL REPUBLIC OF GERMANY/DENMARK; FEDERAL REPUBLIC OF GERMANY/NETHERLANDS), JUDGMENT OF 20 FEBRUARY 1969, σελ. 43, παρ. 74.

[55] International Law Commission, "Formation and Evidence of Customary International Law" (ISSN: 2318-3195, vol. 1, 2013) 189.

[56] ICJ Reports, CASE CONCERNING MILITARY AND PARAMILITARY ACTIVITIES IN AND AGAINST NICARAGUA (NICARAGUA v. UNITED STATES OF AMERICA), JUDGMENT OF 27 JUNE 1986, σελ. 98, παρ. 186.

[57] Kaczorowska Alina , "Public International Law" (4η έκδοση, Routledge 2010) 37.

[58] Amos Enabulele and Bright Bazuaye, "Teachings on Basic Topics in Public International Law" (1η έκδοση, AMBIK PRESS 2014) 31-32.

[59] ICJ Reports, NORTH SEA CONTINENTAL SHELF CASES (FEDERAL REPUBLIC OF GERMANY/DENMARK; FEDERAL REPUBLIC OF GERMANY/NETHERLANDS), JUDGMENT OF 20 FEBRUARY 1969, σελ. 44, παρ. 77.

[60] 1. The Court, whose function is to decide in accordance with international law such disputes as are submitted to it, shall apply:

a. international conventions, whether general or particular, establishing rules expressly recognized by the contesting states;

b. international custom, as evidence of a general practice accepted as law;

[61] T. Guzman and Timothy L. Meyer, "Customary International Law in the 21st Century" (Berkley Law, January 2007) 200.

[62] Anthony D'Αmato,"Concept of Custom in International Law" (1η έκδοση, Cornell University Press August 19, 1971) 233.

[63] Hugh Thirlway, "The Sources of Intrenational Law" (1 έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2014) 90 και The Xiamen Academy of International Law, "COLLECTED COURSES of the Xiamen Academy of International Law" (1η έκδοση, MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2013) 106. 

[64] Anthony D'Αmato ," Concept of Custom in International Law" (1η έκδοση, Cornell University Press August 19, 1971) 233.

[65] Anthony D'Αmato ," Concept of Custom in International Law" (1 edn, Cornell University Press August 19, 1971) 240.

[66] Εις επίρρωσιν αυτών, παρατίθενται όλες οι διατάξεις με τις οποίες θεσμοθετήθηκε το άβατο: το «Τυπικό» του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη (959), το «Τυπικό» του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τζιμισκή (972), το «Τυπικό» του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Μονομάχου (1045), ο «Τόμος» και ο «Τύπος» του Πρωτάτου (1394), το Χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου (1406), το Σιγίλλιο του Πατριάρχη            Ιωακείμ (1498), το «Τυπικό» του Πατριάρχη Ιερεμία Β’ (1574), το «Τυπικό» περί του Πρώτου (1780), ο Συνοδικός Τόμος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ (1806), οι Εσωτερικοί Κανονισμοί της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος του 1839 και 1905 και οι Γενικοί Κανονισμοί του Αγίου Όρους του 1912 [Ioannis M. Konidaris, "THE MOUNT ATHOS AVATON" (1η έκδοση, ANT. N. SAKKOULAS PUBLISHERS 2003) 17-18].

[67] Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου: «Ἡ εἰς τὴν χερσόνησον τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἴσοδος τῶν θηλέων κατὰ τὰ ἀνέκαθεν κρατοῦντα ἀπαγορεύεται.»

[68] Ioannis Konidaris,"The Mount Athos Avaton" (1η έκδοση, ANT. N. SAKKOULAS PUBLISHERS 2003) 17-19. 

[69]L. Oppenheim, "INTERNATIONAL LAW: A TREATISE" (LONGMANS, GREEN AND CO. 1905) 22-25 και Malcolm N. Shaw, "International Law" (5η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2003) 71.

[70] Malcolm N. Shaw, "International Law" (5η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2003) 71-72 και Ilias Bantekas and Efthymios Papastavridis," Concentrate INTERNATIONAL LAW "

(1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2003) 23.

[71] Hugh Thirlway, "The Sources of Intrenational Law" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2014) 90.

[72] G.G. Fitzmaurice, "Second Report on the Law of Treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1957, vol. II, A/CN.4/107) 20.  

[73]MarkE Villiger, "Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2009) 365.

[74] Article 26. "PACTA SUNT SERVANDA"

Every treaty in force is binding upon the parties to it and must be performed by

them in good faith.

[75]G.G. Fitzmaurice, "Second Report on the Law of Treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1957, vol. II, A/CN.4/107) 40.  

[76]Laurence R. Helfer, "Exiting Treaties" από VIRGINIA LAW REVIEW (vol. 91, 2005) 1580-1581.

[77]Arie E. David, "The Strategy of Treaty Termination: Lawful Breaches and Retaliations" (YALE UNIVERSITY PRESS 1975) 159-202.     

[78]Anthony Aust, "Modern Treaty Law and Practice" (2η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2007) 277.

[79] Peter Malanczuk , "AKEHURST'S MODERN INTRODUCTION TO INTERNATIONAL LAW"

 (7η αναθεωρημένη έκδοση, Routledge 1997) 141.

[80]Υπενθυμίζεται το περιεχόμενο του άρθρου 13 της Συνθήκης των Σεβρών για τις μειονότητες στην Ελλάδα: «Greece undertakes to recognize and maintain the traditional rights and liberties enjoyed by the non-Greek monastic communities of Mount Athos under article 62 of the Treaty of Berlin of July 13, 1878».

[81] Να σημειωθεί πως δε θα γίνει αναφορά στους τρόπους υπαναχώρησης από τη Συνθήκη, καθώς η υπαναχώρηση συμβαλλόμενου μέρους από πολυμερή Συνθήκη δεν οδηγεί σε λήξη αυτής, αλλά εξακολουθεί να δεσμεύει τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη και εν προκειμένω,  το άρθρο 62 της Συνθήκης του Βερολίνου που θεμελιώνει διεθνώς το άβατο θα εξακολουθεί να δεσμεύει όσα Κράτη της Συνθήκης δεν υπαναχωρήσουν. Ως εκ τούτου, θα γίνει αναφορά μόνο στους τρόπους που είναι ικανοί (σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο) να εξαλείψουν οριστικά  τη σχετική διάταξη και να οδηγήσουν σε οριστική κατάργηση του θεσμού του αβάτου.   

[82] Πρέπει στο σημείο αυτό να γίνει μια διευκρίνιση από άποψη ορολογίας: η καταγγελία (denunciation) συνιστά τη μονομερή πράξη με την οποία ένα συμβαλλόμενο μέρος επιζητά να τερματίσει τη συμμετοχή του σε Συνθήκη. Η νόμιμη καταγγελία διμερούς Συνθήκης οδηγεί στη λήξη ισχύος της. Παρά το γεγονός ότι ο όρος "καταγγελία" χρησιμοποιείται μερικές φορές και για πολυμερείς Συνθήκες, πρέπει να επισημανθεί πως ο κατάλληλος όρος είναι "υπαναχώρηση" (withdrawal), καθώς, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος αποχωρεί από πολυμερή Συνθήκη, αυτή η ενέργεια δε μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της [Anthony Aust, "Handbook of International Law" (2η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2010) 93].      

[83]Article 56. DENUNCIATION OF OR WITHDRAWAL FROM A TREATY CONTAINING NO PROVISION REGARDING TERMINATION, DENUNCIATION OR WITHDRAWAL

1. A treaty which contains no provision regarding its termination and which does not provide for denunciation or withdrawal is not subject to denunciation or withdrawal unless:

(a) It is established that the parties intended to admit the possibility of denunciation or withdrawal; or

(b) A right of denunciation or withdrawal may be implied by the nature of the treaty.

 

[84] G.G. Fitzmaurice (Special Rapporteur), "Second Report on the Law of Treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1957, vol. II, A/CN.4/107) 38.

[85] Humphrey Waldock (Special Rapporteur),"Second report on the law of treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1963, vol. II, A/CN.4/156 and Add.1-3) 64. 

[86] Laurence R. Helfer, "Terminating Treaties" από The Oxford Guide to Treaties (Duncan Hollis ed., OXFORD UNIVERSITY PRESS 2012, pp. 634-650) 637-638.

[87] Humphrey Waldock (Special Rapporteur),"Second report on the law of treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1963, vol. II, A/CN.4/156 and Add.1-3) 64, article 17(3).

[88] Humphrey Waldock (Special Rapporteur),"Second report on the law of treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1963, vol. II, A/CN.4/156 and Add.1-3) 64, article 17(4). 

[89] Άρθρα 1 (Αυτονόμηση Βουλγαρίας), 13 (Ανατολική Ρωμυλία), 26 (Ανεξαρτησία Μαυροβουνίου), 34(Ανεξαρτησία Σερβίας), και 43(Ανεξαρτησία Ρουμανίας) της Συνθήκης του Βερολίνου του 1879. 

[90] Frederick B. Chary, "THE GREENWOOD HISTORIES OF THE MODERN NATIONS:THE HISTORY OF BULGARIA " (GREENWOOD 2011)34.  

[91] UNHRC, " General Comment No. 26: Continuity of Obligations" (CCPR/C/21/Rev.1/Add.8/Rev.1).

[92] Malcolm N. Shaw, "International Law" (5η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2003) 945-946 και Laurence R. Helfer, "Terminating Treaties" από The Oxford Guide to Treaties (Duncan Hollis ed., OXFORD UNIVERSITY PRESS 2012, pp. 634-650) 639.

[93]Article 54. TERMINATION OF OR WITHDRAWAL FROM A TREATY UNDER ITS PROVISIONS OR BY CONSENT OF THE PARTIES

The termination of a treaty or the withdrawal of a party may take place:

(a) In conformity with the provisions of the treaty; or

(b) At any time by consent of all the parties after consultation with the other contracting States.

[94] Oliver Dorr and Kirsten Schmalenbach, "Vienna Convention on the Law of Treaties- A Commentary" (Springer 2012) 958.

[95] Enzo Cannizzaro, "THE LAW OF TREATIES beyond the Vienna Convention" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 197-198.

[96] Article 59. TERMINATION OR SUSPENSION OF THE OPERATION OF A TREATY IMPLIED BY CONCLUSION OF A LATER TREATY

1. A treaty shall be considered as terminated if all the parties to it conclude a later treaty relating to the same subject-matter and:

(a) It appears from the later treaty or is otherwise established that the parties in

tended that the matter should be governed by that treaty; or

(b) The provisions of the later treaty are so far incompatible with those of the earlier one that the two treaties are not capable of being applied at the same time.

[97] Malcolm N. Shaw, "International Law" (5η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2003)947.

[98] Εμμανουήλ Ρούκουνας , "ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ" (ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2011) 132.

[99] Enzo Cannizzaro, "THE LAW OF TREATIES beyond the Vienna Convention" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 350-355 και G.G. Fitzmaurice (Special Rapporteur), "Second Report on the Law of Treaties" από Yearbook of the International Law Commission (1957, vol. II, A/CN.4/107)48.

[100] «In the Commission's view, therefore, cases of "obsolescence" or "desuetude" may be considered as covered by article 54, paragraph (b), under which a treaty may be terminated "at any time by consent of all the parties"» (Yearbook of the International Law Commission, 1966, vol. II, Documents of the second part of the seventeenth session and of the eighteenth session including the reports of the Commission to the General Assembly, σελ. 237, παρ. 5).

[101] Ian M. Sinclair, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (MANCHESTER UNIVERSITY PRESS 1973) 80.

[102] Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 980 και  MarkE Villiger, "Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties"  (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2009) 511.

[103] Εμμανουήλ Ρούκουνας "Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο" (ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2011) 142.

[104] MarkE Villiger, "Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2009) 511.

[105] Article 39. GENERAL RULE REGARDING THE AMENDMENT OF TREATIES

A treaty may be amended by agreement between the parties. The rules laid down

in Part II apply to such an agreement except in so far as the treaty may otherwise provide.

[106] Yearbook of the International Law Commission, 1966, vol. II, Documents of the second part of the seventeenth session and of the eighteenth session including the reports of the Commission to the General Assembly, σελ. 232-233.

[107]Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 968.  

[108] MarkE Villiger,"Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties"(MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2009) 512.

[109] Mark E. Villiger, "Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2009) 512 και 516.

[110] Ian M. Sinclair, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (MANCHESTER UNIVERSITY PRESS 1973) 80-81.

[111] Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 972.

[112] «Indeed, the Commission recognized that a treaty may sometimes be modified even by an oral agreement or by a tacit agreement evidenced by the conduct of the parties in the application of the treaty» (Yearbook of the International Law Commission, 1966, vol. II, Documents of the second part of the seventeenth session and of the eighteenth session including the reports of the Commission to the General Assembly, σελ. 233 και Yearbook of the International Law Commission, 1964, vol. II, Documents of the sixteenth session including the report of the Commission to the General Assembly, σελ. 195).

[113] Yearbook of the International Law Commission, 1966, vol. II, Documents of the second part of the seventeenth session and of the eighteenth session including the reports of the Commission to the General Assembly, σελ.80.

[114] Επί παραδείγματι, υπέρ  της δυνατότητας τροποποίησης συμβατικού κανόνα από εθιμικό κανόνα τάσσονται ο Mark E. Villiger (στα βιβλία του "Customary International Law and Treaties" και "Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties", των οποίων τα αντίστοιχα αποσπάσματα έχουν αναφερθεί στο κείμενο) και  η Nancy Kontou ["The Termination and Revision of Treaties in the Light of New Customary International Law" (CLARENDON PRESS OXFORD 1995) 146] ενώ αντίθετη είναι η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, ασκώντας κριτική στο άρθρο 68(c) του σχεδίου του 1964 της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου: «treaties ought not to be modified without the consent of the parties. Accordingly, (the U.K.) proposes the deletion of paragraph (c)» (YILC, 1966, vol. II, Documents of the second part of the seventeenth session and of the eighteenth session including the reports of the Commission to the General Assembly, σελ.88).  

[115] Joost Pauwellyn, "Conflict of Norms in Public International Law" (1η έκδοση, CAMBRIDGE UNIVERSITY PRESS 2003) 138.

[116]  Article 68:  Modification of a treaty by a subsequent treaty, by subsequent practice or by customary law

The operation, of a treaty may also be modified :

 (a) By a subsequent treaty between the parties relating to the same subject matter to the extent that their provisions are incompatible;

(b) By subsequent practice of the parties in the application of the treaty establishing their agreement to an alteration or extension of its provisions; or

 (c) By the subsequent emergence of a new rule of customary law relating to matters dealt with in the treaty and binding upon all the parties [Yearbook of the International Law Commission, "Summary record of the 866th meeting" (Doc. A/CN.4/SR.866, 1966, vol. I(2) 163].   

[117] MarkE Villiger, "Commentary on the 1969 Vienna Convention on the Law of Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 2009) 973.

[118] Mark E. Villiger, "Customary International Law and Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 1985) 390.

[119] Yearbook of the International Law Commission, 1966, vol. II, Documents of the second part of the seventeenth session and of the eighteenth session including the reports of the Commission to the General Assembly, σελ. 236.

[120] Georg Nolte, "Treaties and Subsequent Practice" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2013) 88.

[121] Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011)974.

[122] «Both Parties, by their conduct, recognized the line and thereby in effect agreed to regard it as being the frontier line» [ICJ Reports,  CASE CONCERNING THE TEMPLE OF PREAH VIHEAR (CAMBODIA v. THAILAND, MERITS JUDGMENT OF 15 JUNE 1962, σελ. 33].

[123] «This procedure followed by the Security Council, which has continued unchanged after the amendment in 1965 of Article 27 of the Charter, has been generally accepted by Members of the United Nations and evidences a general practice of that Organization» [ICJ Reports, LEGAL CONSEQUENCES FOR STATES OF THE CONTINUED PRESENCE OF SOUTH AFRICA IN NAMIBIA (SOUTH WEST AFRICA) NOTWITHSTANDING SECURITY COUNCIL RESOLUTION 276 (1970), ADVISORY OPINION OF 21 JUNE 1971, σελ. 22].

[124] Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 974.

[125]  REPORTS OF INTERNATIONAL ARBITRAL AWARDS, "Decision regarding delimitation of the border between Eritrea and Ethiopia" (13 April 2002, VOLUME XXV, pp. 83-195, UNITED NATIONS) παρ. 3.6-3.10.

[126]  Georg Nolte, "Treaties and Subsequent Practice" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2013) 202.

[127] Article 53. TREATIES CONFLICTING WITH A PEREMPTORY NORM OF GENERAL INTERNATIONAL LAW ("JUS COGENS")

A treaty is void if, at the time of its conclusion, it conflicts with a peremptory norm of general international law. For the purposes of the present Convention, a peremptory norm of general international law is a norm accepted and recognized by the international community of States as a whole as a norm from which no derogation is permitted and which can be modified only by a subsequent norm of general international law having the same character.

[128]  P. Daillier and A. Pellet, "Droit international public" (7η έκδοση, LGDJ PARIS, 2002) 297.

[129] Article 44, paragraph 3. If the ground relates solely to particular clauses, it may be invoked only with respect to those clauses where:

(a) The said clauses are separable from the remainder of the treaty with regard to their application;

(b) It appears from the treaty or is otherwise established that acceptance of those clauses was not an essential basis of the consent of the other party or parties to be bound by the treaty as a whole; and

(c) Continued performance of the remainder of the treaty would not be unjust.

[130] Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 975.

[131] Article 40. AMENDMENT OF MULTILATERAL TREATIES

1. Unless the treaty otherwise provides, the amendment of multilateral treaties shall be governed by the following paragraphs.

2. Any proposal to amend a multilateral treaty as between all the parties must be notified to all the contracting States, each one of which shall have the right to take part in:

(a) The decision as to the action to be taken in regard to this proposal;

(b) The negotiation and conclusion of any agreement for the amendment of the treaty.

3. Every State entitled to become a party to the treaty shall also be entitled to become a party to the treaty as amended.

[132]  Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011)981.

 

[133]  Mark E. Villiger, "Customary International Law and Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 1985) 526.

[134] Προκύπτει από την παράγραφο 1(e) του άρθρου 77 (FUNCTIONS OF DEPOSITARIES)  της Συνθήκης της Βιέννης, σύμφωνα με το οποίο: «Informing the parties and the States entitled to become parties to the treaty of acts, notifications and communications relating to the treaty».

[135] Olivier Corten and Pierre Klein, "The Vienna Conventions on the Law of the Treaties" (1η έκδοση, OXFORD UNIVERSITY PRESS 2011) 982.

[136] «The amending agreement does not bind any State already a party to the treaty which does not become a party to the amending agreement».

[137] Mark E. Villiger, "Customary International Law and Treaties" (MARTINUS NIJHOFF PUBLISHERS 1985) 524.

[138] Άρθρα 26 κι επόμενα της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

[139] Άρθρα 18 κι επόμενα της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

[140] Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, "Το Άγιο Όρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση" από τον τόμο Το Αγιον Όρος   Χθες-Σήμερα-Αύριο (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 1996)139.

[141] Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΣΕΕ, ως "Συνθήκες" ορίζονται από κοινού η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ, έχοντας και οι δύο το ίδιο νομικό κύρος.

[142]  B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18) 11.

[143] Wilhelm Wengler, "Particularités locales dans le domaine d'application du droit des Communautés Européennes" από τον τόμο Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI, 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 77.

[144] Αυτό προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και από τα άρθρα 2 έως 6 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

[145]  B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18) 12.

[146] Σημαντική υπήρξε η απόφαση του ΔΕΚ της 10ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση Campus Oil, στην οποία το Δικαστήριο απέδωσε τον ορισμό της «δημόσιας ασφάλειας», σύμφωνα με τον οποίο: «έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει μέτρα, ο σκοπός των οποίων συνίσταται στη διασφάλιση θεμελιώδους συμφέροντος του κράτους που για το λόγο αυτό πρέπει να τύχει προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της παροχής δημόσιων υπηρεσιών που είναι βασικές ή αποσκοπούν να διασφαλίσουν την κατά τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό λειτουργία της δημόσιας ζωής» (CAMPUS OIL LIMITED V. MINISTER FOR INDUSTRY AND ENERGY ΙΡΛΑΝΔΙΚΟΎ ΔΗΜΌΣΙΟΥ, ΥΠΟΘΕΣΗ 72/83, ελληνική ειδική έκδοση σελ. 2741).

[147] B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18)13.

[148] B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18)13.

[149] «ΕΜΠΝΕΟΜΕΝΟΙ από την πολιτιστική, τη θρησκευτική και την ανθρωπιστική κληρονομιά της Ευρώπης, από την οποία αναπτύχθηκαν οι παγκόσμιες αξίες των απαράβατων και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και του κράτους δικαίου».

[150] B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18)14.

[151] Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1 της ΣΕΕ, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης έχει το ίδιο κύρος με τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ. 

[152] Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΣΕΕ, ως "Συνθήκες" ορίζονται από κοινού η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ, έχοντας και οι δύο το ίδιο νομικό κύρος.

[153] B.A. Χριστιανός, "Ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους και δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" από τον τόμο ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ (2/2011, σσ. 11-18)15.

[154] Official Journal of EE, L 291 της 19.11.1979, σελ. 186 (ειδική έκδοση-έκδοση στην ελληνική γλώσσα).

[155]  Official Journal of EE, C 340 της 10ης Νοεμβρίου 1997, δήλωση υπ’ αριθμόν 11, σελ. 133 (ειδική έκδοση-έκδοση στην ελληνική γλώσσα). 

[156]  Official Journal of EE, L 239 της 22ης Σεπτεμβρίου 2000, δήλωση υπ’ αριθμόν 5, σελ. 83-89.

[157]  Dimitrios Evrigenis, "Réflexions théoriques sur la Déclaration Commune relative au Mont Athos" από Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI, 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 13.

[158]  Στο σημείο αυτό καθίσταται αναγκαίο να γίνει διάκριση μεταξύ των εν λόγω κοινών δηλώσεων που διατυπώνουν τα Κράτη στις Συνθήκες προσχώρησής τους στην Ένωση και των κοινών δηλώσεων ή δια-θεσμικών συμφωνιών (Inter-Institutional Agreements), οι οποίες αποτελούν συμφωνίες που υιοθετούνται μεταξύ δύο ή και περισσότερων θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κυρίως, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου). Ειδικότερα, πέραν των συγκεκριμένων πράξεων που αναφέρονται στις Συνθήκες της Ένωσης, υπάρχει μια σειρά πράξεων των οργάνων της Ένωσης που φέρουν διάφορες ονομασίες και θα μπορούσαν να συγκαταλεχθούν κι αυτές στις πράξεις οργάνων. Εξάλλου, το Δικαστήριο της Ένωσης αποδέχεται την έκδοση και άλλων πράξεων, πέραν αυτών που αναφέρονται στις σχετικές Συνθήκες, αποδεχόμενο πως η απαρίθμηση δεν είναι περιοριστική. Για τις περισσότερες πράξεις εξ αυτών, χρησιμοποιούνται οι όροι «Δηλώσεις», «Συμφωνίες», «Συμφωνίες Κυρίων» και για αυτές χρησιμοποιείται ο όρος "soft law", καθώς, υπάρχει δέσμευση μόνο σε πολιτικό επίπεδο και η εν λόγω πράξη δε διαθέτει νομική δεσμευτικότητα. Συνεπώς, αν το Κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς το περιεχόμενό τους, δεν θα επωμιστεί νομικές συνέπειες, ενώ εάν τυχόν αποδοθούν ευθύνες, αυτές θα περιοριστούν αμιγώς σε πολιτικό επίπεδο. Συμπερασματικά, οι δηλώσεις αυτές έχουν τον ίδιο νομικό χαρακτήρα με τις Λευκές και Πράσινες Βίβλους, συναποτελώντας soft law [Δονάτος Παπαγιάννης, "Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο"

(3η έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2007) 225-226 και Lyda Senden, "Soft Law in European Community Law" (OXFORD AND PORTLAND OREGON 2004) 200-201].

[159]  H Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ) υπεγράφη στο Λουξεμβούργο στις 17 Φεβρουαρίου 1986 από εννέα Κράτη μέλη και αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου 1986 από τη Δανία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Αποτελεί μεγάλης σημασίας Συνθήκη, καθώς αναθεωρεί τη Συνθήκη της Ρώμης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ), αποτελώντας την πρώτη μεγάλη τροποποίηση της τελευταίας. Τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου του 1987 και τροποποιεί τους κανόνες λειτουργίας των ευρωπαϊκών οργάνων, ενώ παράλληλα διευρύνει τις κοινοτικές αρμοδιότητες, ιδίως στους τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης, του περιβάλλοντος και της κοινής εξωτερικής πολιτικής. Τέλος, ανοίγει το δρόμο για την οικονομική και νομισματική ένωση. 

[160]  Επαναλαμβάνεται πως σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΣΕΕ, ως "Συνθήκες" ορίζονται από κοινού η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ, έχοντας και οι δύο το ίδιο νομικό κύρος.

[161] Georg Ress, "The legal nature of joint declarations in general and of joint declarations annexed to the European Community Treaties in particular" από Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI, 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 27.

[162] The context for the purpose of the interpretation of a treaty shall comprise, in addition to the text, including its preamble and annexes:

(a) any agreement relating to the treaty which was made between all the parties in connection with the conclusion of the treaty;

(b) any instrument which was made by one or more parties in connection with the conclusion of the treaty and accepted by the other parties as an instrument related to the treaty.

[163] Georg Ress, "The legal nature of joint declarations in general and of joint declarations annexed to the European Community Treaties in particular" από Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI, 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 30.

[164] Περί αυτού, είναι ενδιαφέρουσα η άποψη του Τ. Ο. Elias, σύμφωνα με τον οποίο: «Even where these two classes of documents (agreement by all the parties of a treaty/ instrument of interpretation accepted by the other parties) are deemed to form part of the context, they do not thereby form an integral part of the treaty. They are not to be regarded merely as evidence for the resolution of an ambiguity or obscurity, but as part of the context for the purpose of arriving at the ordinary meaning of the terms of the treaty in question» [Elias Taslim Olawale, "The Modern Law of Treaties" (Oceana Publications 1974) 75].

[165] «On the other hand, it is to be noted that the Plenipotentiaries included the Treaty and the Customs Schedule (which is unquestionably a part of the Treaty) and the Declaration in a single document of 44 pages, the Declaration being on page 44. Again, shortly after the exchange of ratifications, the Government of the United Kingdom issued Treaty Series No. 2 (1927), a single document entitled "Treaty of Commerce and Navigation between the United Kingdom and Greece and accompanying Declaration", and presented it to Parliament. Furthermore, the British Foreign Office and the Chargé d' Affaires of the Hellenic Republic at Berne communicated official texts to the League of Nations at Geneva for registration, which led to their inclusion in the League of Nations Treaty Series under a single number, as "No. 1425. Treaty of Commerce and Navigation between the United Kingdom and Greece and accompanying Declaration signed at London, July 16th, 1926". Cogent evidence as to what both Parties intended is furnished by the instruments of ratification exchanged between the United Kingdom and Greece» [ICJ Reports, AMBATIELOS CASE (GREECES v. UNITED KINGDOM) PRELIMINARY OBJECTION JUDGMENT OF JULY 1st, 1952, σελ. 42].

[166]  ICJ Reports, AMBATIELOS CASE (GREECES v. UNITED KINGDOM), Dissenting Opinion of Judge Zoričič (translation) σελ. 75. 

[167]  ICJ Reports, AMBATIELOS CASE (GREECES v. UNITED KINGDOM), Dissenting Opinion of Judge  Basdevant (translation) σελ. 70.

[168] Georg Ress, "The legal nature of joint declarations in general and of joint declarations annexed to the European Community Treaties in particular" από Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 35.

[169] Χ. Yataganas, "Déclaration Commune relative au Mont Athos (Intervention)" από Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 83-84.

[170] Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, "Το Άγιο Όρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση" από τον τόμο Το Άγιον Όρος   Χθες-Σήμερα-Αύριο (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 1996) 139-140. 

[171] Georg Ress, "The legal nature of joint declarations in general and of joint declarations annexed to the European Community Treaties in particular" από Mount Athos and the European Community (INSTITUTE FOR BALKAN STUDIES, THESSALONIKI 1993, Anthony-Emil Tachiaos) 45.

[172] Άρθρο 351: Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1958 ή, για τα κράτη που προσχωρούν, πριν από την ημερομηνία της προσχώρησής τους, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός, και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, αφετέρου, δεν θίγονται από τις Συνθήκες (της Ένωσης).

Κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τις Συνθήκες (της Ένωσης), το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. Εν ανάγκη, τα κράτη μέλη παρέχουν προς το σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση.

Κατά την εφαρμογή των συμβάσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι τα πλεονεκτήματα που παραχωρεί με τις Συνθήκες κάθε κράτος μέλος αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιδρύσεως της Ένωσης και, επομένως, είναι αδιαχωρίστως συνδεδεμένα με τη σύσταση κοινών οργάνων, τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σ’ αυτά και την παραχώρηση των ιδίων πλεονεκτημάτων από όλα τα άλλα κράτη μέλη.

[173] Βασίλειος Χριστιανός , "Συνθήκη ΕΕ και ΣΛΕΕ - Κατ' άρθρο ερμηνεία"  (ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2012) 1366.

[174]  Παναγιώτης Κανελλόπουλος , "Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" (4η έκδοση, ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ Δεκέμβριος 2003) 287-288. 

[175] Panos Koutrakos, "EU International Relations Law" (2η έκδοση, BLOOMSBURY 2015) 322.

[176] Ευαγγελία Κοτζανάκη ," Μέθοδοι Διασφάλισης και Προώθησης του Ενωσιακού Κεκτημένου στο πεδίο των Διεθνών Συνθηκών: Εκφάνσεις της Σχέσης Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου" (Θεσσαλονίκη Μάιος 2011) 18.

[177] «Ουδείς υποστήριξε μέχρι τώρα σοβαρά την άποψη ότι, δημιουργώντας μία περιφερειακή διεθνή οργάνωση — και τέτοια είναι βέβαια η Ευρωπαϊκή Ένωση υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου— τα κράτη θα μπορούσαν να ελευθερωθούν, χωρίς άλλη διαδικασία, από την τήρηση των υποχρεώσεων που είχαν συνάψει προηγουμένως έναντι τρίτων κρα­τών» (Κοινές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 20ης Οκτωβρίου 1999,  Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Πορτογαλικής Δημοκρατίας, Υποθέσεις C-62/98 και C-84/98, Συλλογή της Νομολογίας 2000 I-05171, σελ. 57).

[178] Βασίλειος Χριστιανός , "Συνθήκη ΕΕ και ΣΛΕΕ - Κατ' άρθρο ερμηνεία"  (ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2012) 1366.

[179] «Κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τις Συνθήκες (της Ένωσης), το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα. Εν ανάγκη, τα κράτη μέλη παρέχουν προς το σκοπό αυτό αμοιβαία συνδρομή και υιοθετούν, κατά περίπτωση, κοινή στάση».

[180] Άρθρο 4, παράγραφος 3 Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης: «σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας».

[181]  Panos Koutrakos, "EU International Relations Law" (2η έκδοση, BLOOMSBURY 2015) 326.

[182] Βασίλειος Χριστιανός , "Συνθήκη ΕΕ και ΣΛΕΕ - Κατ' άρθρο ερμηνεία"  (ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 2012) 1367.

[183] Ευαγγελία Κοτζανάκη ," Μέθοδοι Διασφάλισης και Προώθησης του Ενωσιακού Κεκτημένου στο πεδίο των Διεθνών Συνθηκών: Εκφάνσεις της Σχέσης Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου" (Θεσσαλονίκη Μάιος 2011) 26.

[184] Άρθρο 17, παράγραφος 1: «Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη».

 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>