Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου

2015-12-28 12:06

Τα Ασκληπιεία μπορούν να χαρακτηριστούν ως ιερά και τόποι λατρείας του θεραπευτή ιατρού ημίθεου Ασκληπιού (Εικ. 1). Αποτελούσαν κέντρα θεραπείας, τα οποία εμφανίστηκαν περίπου στην εποχή του Τρωικού πολέμου και συνέχισαν να λειτουργούν έως και τον 6ο αι. μ.Χ.  Παρά την απαγόρευση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Θεοδοσίου το 392 μ.Χ, που ίσχυε για την τέλεση ειδωλολατρικών πρακτικών,  τα Ασκληπιεία έχαιραν ιδιαίτερης αναγνωσιμότητας για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στους ασθενείς.

Ο μύθος που «περικλείει» την δημιουργία αυτών των ιερών αφορά στη γέννηση του Ασκληπιού και στη μετέπειτα πορεία της ζωής του. Η γενέτειρα πόλη του είναι η Λακέρεια στη νοτιοανατολική Θεσσαλία, βόρεια της λίμνης Κάρλα. Η Κορωνίδα, κόρη του βασιλιά Φλεγύα, κάποια μέρα περπατούσε μόνη της στις όχθες της λίμνης, εκεί την είδε ο Απόλλωνας και την αγάπησε, την αγκάλιασε και της χάρισε το παιδί του. Εκείνη γεμάτη ντροπή για αυτό που είχε συμβεί επέστρεψε στο παλάτι χωρίς να πει τίποτε από όσα είχανε συμβεί νωρίτερα στις όχθες της λίμνης.

Αργότερα ο πατέρας της αποφασίζει μη γνωρίζοντας τι είχε συμβεί, να την παντρέψει με τον Έλατο που βασίλευε στην Αρκαδία. Ένας κόρακας παρατηρώντας τις ετοιμασίες του γάμου αποφασίζει να ενημερώσει τον θεό. Έτσι, ο θεός μόλις ακούει τα νέα καταριέται τον κόρακα για τα λόγια που είπε: από λευκός να γίνει μαύρος, όπως τόλμησε να μαυρίσει την καρδιά του θεού με τα νέα που έφερε. Ο θεός θέλοντας να πάρει εκδίκηση σκοτώνει τον γαμπρό και ζητά την βοήθεια της Άρτεμις για να δοξέψει την Κορωνίδα και τις γυναίκες της ακολουθίας της. Λίγο πριν το σώμα της Κορωνίδας καεί στη νεκρική πηρά ο Απόλλωνας αποφασίζει να σώσει το αγέννητο παιδί, το οποίο εμπιστεύεται στον κένταυρο Χείρωνα.

Ο Ασκληπιός μεγάλωσε στο Πήλιο, κοντά στον Χείρωνα. Ο κένταυρος φρόντισε να του μάθει όσα χρειαζόταν για τη ζωή του, αλλά και να γιατρεύει όλες τις αρρώστιες και τις πληγές με διάφορα ξόρκια ή μαντζούνια, αλλά και με χειρουργικές επεμβάσεις. Η φήμη του Ασκληπιού έφτασε σε όλη την Ελλάδα με αποτέλεσμα πλήθος κόσμου να αποζητά την βοήθειά του. Όταν αποπειράθηκε να αναστήσει νεκρούς και να διαταράξει με αυτόν τον τρόπο τα σύνορα μεταξύ των θνητών και των θεών, ο Δίας τον τιμωρεί με έναν κεραυνό. Έτσι, στο πρόσωπο του Ασκληπιού αντικατοπτρίζεται η θεραπεία των διάφορων ασθενειών και προς τιμήν του ανεγείρονται ναοί – ιερά που χρησιμοποιούνται ως ιερά κέντρα θεραπείας.

Τα ασκληπιεία βρισκόντουσαν σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, αυτό της Επιδαύρου ήταν το πιο γνωστό. Ο Παυσανίας στο έργο του Κορινθιακά αναφέρει  μεταξύ άλλων πώς το ιερό άλσος του Ασκληπιού περιτρεχόταν από όρους (πινακίδα η οποία οριοθετεί μία περιοχή, σύνορο) και στα όρια αυτού δεν επιτρεπόταν νεκροί και εγκυμονούσες, καθώς ήτο δυνατό να μολύνουν το χώρο.

«τὸ δὲ ἱερὸν ἄλσος τοῦ Ἀσκληπιοῦ περιέχουσιν ὅροι πανταχόθεν: οὐδὲ ἀποθνήσκουσιν οὐδὲ τίκτουσιν αἱ γυναῖκές σφισιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου, καθὰ καὶ ἐπὶ Δήλῳ τῇ νήσῳ τὸν αὐτὸν νόμον. τὰ δὲ θυόμενα, ἤν τέ τις Ἐπιδαυρίων αὐτῶν ἤν τε ξένος ὁ θύων ᾖ, καταναλίσκουσιν ἐντὸς τῶν ὅρων: τὸ δὲ αὐτὸ γινόμενον οἶδα καὶ ἐν Τιτάνῃ.»

Ο ναός του Ασκληπιού ξεκίνησε το 390 π.Χ.. Πρόκειται για έναν από τους μικρότερους περίπτερους δωρικούς ναούς (ο σηκός του ναού –ο κυρίως λατρευτικός χώρος- περιβάλλεται από μία σειρά κιόνων, τη λεγόμενη περίσταση) της Ελλάδος (Εικ.2). Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα του ναού (το μικρό μέγεθος) οφείλεται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα του και στην τάση ανέγερσης επιβλητικών χρηστικών οικοδομημάτων, τα οποία περιέκλειαν το Ασκληπιείο, για την ακρίβεια οι διαστάσεις του ναού είναι 11,76 x 23,06 μ. ή 271 τετραγωνικά μέτρα περίπου. Στο ιερό περικλειόταν ιαματικά λουτρά, το θέατρο, μια παλαίστρα, καθώς επίσης και ένας διώροφος ξενώνας με 160 κλίνες (Εικ. 3).

Ωστόσο, παρά το μικρό του μεγέθους του στέγαζε σύμφωνα με τον Παυσανία ένα μεγαλόπρεπο χρυσαλεφάντινο άγαλμα του θεραπευτή θεού. Το άγαλμα αποτελούσε έργο του Πάριου Θρασυμήδη, ο οποίος προσπαθούσε να συναγωνιστεί το άγαλμα του Δία του Φειδία. Λεπτομερέστατη περιγραφή παραθέτει ο Παυσανίας στο έργο του Κορινθιακά:

«τοῦ δὲ Ἀσκληπιοῦ τὸ ἄγαλμα μεγέθει μὲν τοῦ Ἀθήνῃσιν Ὀλυμπίου Διὸς ἥμισυ ἀποδεῖ, πεποίηται δὲ ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ: μηνύει δὲ ἐπίγραμμα τὸν εἰργασμένον εἶναι Θρασυμήδην Ἀριγνώτου Πάριον. κάθηται δὲ ἐπὶ θρόνου βακτηρίαν κρατῶν, τὴν δὲ ἑτέραν τῶν χειρῶν ὑπὲρ κεφαλῆς ἔχει τοῦ δράκοντος, καί οἱ καὶ κύων παρακατακείμενος πεποίηται. τῷ θρόνῳ δὲ ἡρώων ἐπειργασμένα Ἀργείων ἐστὶν ἔργα, Βελλεροφόντου τὸ ἐς τὴν Χίμαιραν καὶ Περσεὺς ἀφελὼν τὴν Μεδούσης κεφαλήν. τοῦ ναοῦ δέ ἐστι πέραν ἔνθα οἱ ἱκέται τοῦ θεοῦ καθεύδουσιν.» 

Όσον αφορά στην αρχιτεκτονική και το διάκοσμο του ναού παρά το ότι το μνημείο δεν χαρακτηριζόταν από μνημειακότητα, λόγω του μεγέθους του, η μεγαλοπρέπεια και η ακτινοβολία της αρχιτεκτονικής και του διακόσμου επικάλυπταν αυτή του τη διαφορά με τους παρεμφερείς ναούς. Ο σηκός προσομοίαζε περισσότερο σε ένα είδος σκευοφυλακίου, εφόσον απουσίαζε ο οπισθόδομος (χώρος που βρίσκεται στο πίσω μέρος του κυρίως ναού), οι εσωτερικοί ιωνικοί κίονες ήταν τοποθετημένοι κοντά στο νότιο τοίχο του σηκού και τις πλευρές επιτελώντας παράλληλα δύο ρόλους, ακόμη και αν δεν ήταν αυτός ο σκοπός του αρχιτέκτονα, ο πρώτος ήταν σχετικός με την στατικότητα  του οικοδομήματος και ο δεύτερος ήταν σχετικός, ίσως, με την διακόσμηση του κτιρίου, εφόσον οι κίονες ήταν τοποθετημένοι ωσάν διακοσμητικά στοιχεία. 

Το σύνολο του ναού ήταν κατασκευασμένο με ιδιαίτερη επιμέλεια. Τούτο φαίνεται, πρώτον, από τα δάπεδα τα οποία φέρουν λευκές και μαύρες μαρμάρινες πλάκες, πράγμα το οποίο συναντάται και στην Ολυμπία. Δεύτερον η θύρα του ναού, την οποία είχε επιμεληθεί ο Θρασυμήδης, ήταν κατασκευασμένη από ξύλο, ελεφαντόδοντο και χρυσά καρφιά.

Η εικόνα του διακόσμου του ναού ολοκληρώνεται με τα γλυπτά των αετωμάτων. Τα λείψανα που έχουν βρεθεί είναι ελάχιστα παρόλα αυτά είναι δυνατό να διακριθούν τα θέματα των συμπλεγμάτων τους . Το ανατολικό αέτωμα έχει ως θέμα την άλωση της Τροίας, ενώ στο δυτικό συγκρούονταν έφιππες αμαζόνες με Έλληνες. Το γλυπτό διάκοσμο του ναού συμπληρώνουν τα ακρωτήρια (μαρμάρινα κοσμήματα που τοποθετούνται πάνω από τις τρεις γωνίες του αετώματος) [Εικ. 4]. Σώζονται τα ακρωτήρια της δυτικής πρόσοψης στα οποία απεικονίζονται αέρινες έφιππες γυναικείες μορφές, ίσως οι Αύρες. Τέλος, η Θόλος συμπληρώνει το ιερό, πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κυκλικό κτίσμα, το οποίο όμως θα αναλυθεί σε επόμενο άρθρο, εξαιτίας αυτής της ιδιαιτερότητάς του.

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Gruben G., μτφρ., Ακτσελή Δ., Ιερά και Ναοί των Αρχαίων Ελλήνων, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, 2015

Καμαρέττα Α., Κακριδής Θ., Ι., Παπαχατζής Ν., Ρούσσος Ν., Ε., Σκιαδάς, Δ., Α., Ελληνική Μυθολογία, Οι θεοί, τ. 2, Εκδοτική Αθηνών, 1986

Παυσανίας Κορινθιακά, 27.1 – 27.2

Ιστότοποι:

ΟΔΥΣΣΕΥΣ: Υπουργείο Πολιτισμού

Theoi Greek Mythology: Exploring Mythology in Classical Literature & Art

 

Γκουντρουμπή Βάσω

 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>