Τι λέει το Σύνταγμα για το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας;

2015-12-07 01:39

            Σε ένα κατά κανόνα φιλελεύθερο και δημοκρατικό σύνταγμα σαν το δικό μας δεν θα μπορούσε να λείπει η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας του ατόμου, το δικαίωμα δηλαδή σε καθέναν από τους κοινωνούς του δικαίου να πιστεύει σε όποια θρησκεία επιθυμεί, καθώς και να διαμορφώνει κατά ιδία βούληση τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να τις διαδίδει στο ευρύ κοινό .Το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας προστατεύεται όχι μόνο από το άρθρο 13 του Συντάγματος, αλλά και από πληθώρα διεθνών συμβάσεων, με σημαντικότερη μεταξύ αυτών την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της δικής μας έννομης τάξης, δυνάμει του άρθρου 28 παρ.2 και 3 του Συντάγματος. Το άρθρο 28 του Συντάγματος προσφέρει τη δυνατότητα ερμηνείας των συνταγματικών κανόνων υπό το πρίσμα των Διεθνών Συμβάσεων, γεγονός το οποίο οδηγεί σε εμπλουτισμό του περιεχομένου των συνταγματικών δικαιωμάτων.

            Το άρθρο 13 του Συντάγματος στην παράγραφο 1 αναφέρει ότι “η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός”. Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου αναφέρεται ρητά ότι “κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται”. Εν αρχή, η πρώτη έννοια ,με την οποία έρχεται αντιμέτωπος ο μελετητής του άρθρου αυτού, είναι η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης .Ως θρησκευτική συνείδηση ορίζεται οποιαδήποτε περί του θείου αντίληψη. Πιο συγκεκριμένα, η αντίληψη αυτή αφορά κυρίως την πίστη στην καλή θεϊκή ύπαρξη. Επομένως, η λατρεία του σατανισμού για παράδειγμα δεν εμπίπτει στον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας. Προστατεύονται, συνεπώς, από το Σύνταγμα όλες οι ενδιάθετες απόψεις και η εσωτερική πίστη σε ένα θρησκευτικό δόγμα, καθώς και η ελευθερία σχηματισμού τέτοιων πεποιθήσεων. Η θρησκευτική ελευθερία, με την αρνητική της σημασία, παρέχει το δικαίωμα στο άτομο να μην διατηρεί ορισμένη θρησκευτική πίστη. Βέβαια, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης δεν αναφέρεται μόνο στον εσωτερικό χαρακτήρα της, υπό την έννοια ότι προστατεύονται από το Σύνταγμα και όλες οι πράξεις εξωτερίκευσής της, όπως ο θρησκευτικός λόγος, οι θρησκευτικές συναθροίσεις και γενικότερα της θρησκευτικής δράσης. Επίσης, επειδή ακριβώς το άρθρο 13 είναι συνταγματική διάταξη, δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνο μέσα στο συνταγματικό σύστημα στο οποίο ανήκει .Με την συνεφαρμογή, λοιπόν, των διατάξεων 5 παρ.1,5Α,11,14 και 16 του Συντάγματος, η θρησκευτική ελευθερία προσλαμβάνει ένα πολύ πιο ευρύ περιεχόμενο, καθώς προστίθενται σε αυτήν το δικαίωμα του θρησκευτικού αυτοπροσδιορισμού και το δικαίωμα στην θρησκευτική πληροφόρηση, το δικαίωμα στη θρησκευτική συνάθροιση, το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης του θρησκευτικού τύπου και το δικαίωμα θρησκευτικής παιδείας, η παροχή της οποίας μάλιστα συνιστά και υποχρέωση του Κράτους. Ως προς το δικαίωμα του θρησκευτικού αυτοπροσδιορισμού πρέπει να λεχθεί κατ'αρχήν ότι το άτομο είναι ελεύθερο να επιλέξει το θρησκευτικό δόγμα που επιθυμεί, ωστόσο όταν αυτό είναι ανήλικο, υπεύθυνοι για την θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση είναι οι γονείς του έως ότου εκείνο ενηλικιωθεί. Γι'αυτό το λόγο, εφόσον οι γονείς δεν επιθυμούν το τέκνο τους να λάβει την θρησκευτική παιδεία της Χριστιανικής Ορθόδοξης Θρησκείας, δικαιούνται να ζητήσουν εξαίρεση του τέκνου τους από το μάθημα των θρησκευτικών, Επίσης, το άτομο είναι ελεύθερο να επιλέξει για το αν θα διαδώσει της θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή αν θα τις κρατήσει αφανείς από το κοινωνικό σύνολο. Γι'αυτό και οποιαδήποτε υποχρέωση του ατόμου να εξωτερικεύσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις είναι αντισυνταγματική. Ακόμη και αν του ζητηθεί να εκφράσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις κατ'αρχήν μπορεί να αρνηθεί χωρίς αυτό να αποτελέσει βάση για οποιαδήποτε δυσμενή μεταχείρισή του. Σ'αυτή την ερμηνεία συνηγορεί τόσο το άρθρο 4 του Συντάγματος, όσο και το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ που απαγορεύει διακρίσεις λόγω θρησκεύματος. Είναι, όμως, ευνόητο ότι τα δικαιώματα αυτά δεν μπορούν να ασκηθούν πέρα από τα όρια που θέτουν τα χρηστά ήθη και τα δικαιώματα των άλλων. Τίθενται, επομένως, περιορισμοί ως προς τον τρόπο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας, υπό την έννοια ότι οποιεσδήποτε θρησκευτικές πράξεις που προσβάλλουν τα δικαιώματα των άλλων ή τα χρηστά ήθη, τα οποία αποτελούν της κοινωνικές αντιλήψεις περί ηθικής στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης έννομης τάξης, βρίσκονται εκτός συνταγματικής προστασίας κι ως εκ τούτου δεν είναι συνταγματικά ανεκτές. Ακόμη ,επειδή η θρησκευτική ελευθερία είναι απαραβίαστη, κανείς δεν μπορεί να εξαναγκαστεί σε πράξεις ή παραλείψεις που έρχονται σε αντίθεση με τις θρησκευτικές του αντιλήψεις. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα και δικαίωμα στο άτομο να αθετήσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του προς τους άλλους και προς το Κράτος, επικαλούμενο λόγους θρησκευτικών του πιστεύω.

            Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου γίνεται λόγος για κάθε γνωστή θρησκεία, είναι ,επομένως, αναγκαία η ερμηνευτική διαλεύκανση και αυτής της έννοιας. Ως γνωστή δεν θεωρείται η θρησκεία εκείνη ,η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη, όπως ενδεχομένως ,εύλογα θα ανέκυπτε τέτοιο συμπέρασμα από την ανάγνωση της συνταγματικής αυτής διάταξης .Η έννοια “γνωστή” δεν αναφέρεται σε μια πραγματική, υποκειμενική αντίληψη περί της υποστάσεως ενός θρησκευτικού δόγματος, αλλά πολύ περισσότερο σε μια πιο αντικειμενική θεώρηση .Ως γνωστή, λοιπόν, θρησκεία χαρακτηρίζεται αυτή, το δόγμα της οποίας μπορεί να γίνει φανερό και αντιληπτό άμεσα χωρίς να προϋποτίθεται καμία τελετή μυήσεως για τη συμμετοχή στις λατρευτικές τις εκδηλώσεις και τελετές .Συνεπώς γνωστή θρησκεία ,η οποία απολαμβάνει υποστήριξη ενός πολύ μικρού αριθμού πιστών, προστατεύεται από το Σύνταγμα, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.

            Κατόπιν αυτών αναφαίνεται εύλογα το συμπέρασμα ότι η θρησκευτική λατρεία είναι συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εφόσον η άσκησή της γίνεται εντός των επιτρεπόμενων ορίων του Συντάγματος, της νομιμότητας και των χρηστών ηθών. Όμως, από το άρθρο 13 παρ.2 του Συντάγματος προκύπτει και ακόμη ένας ειδικός περιορισμός άμεσα συνυφασμένος με το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, που αφορά την απαγόρευση του προσηλυτισμού. Ως προσηλυτισμός νοείται η προσπάθεια μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων ενός ατόμου με την υπόσχεση πάσης φύσεως παροχών, η με τη χρήση άλλων απατηλών μεθόδων, ή κατόπιν εκμετάλλευσης ιεραρχικά δεσπόζουσας θέσης, ή με την εκμετάλλευση της απειρίας, εμπιστοσύνης ή ανάγκης και την χρήση εν γένει καταχρηστικών και ανήθικων μέσων. Απαγορεύεται, λοιπόν, ο προσηλυτισμός κατόπιν ρητής συνταγματικής πρόβλεψης, οδηγώντας το νομοθέτη να ορίσει τον προσηλυτισμό ως ιδιαίτερο ποινικό αδίκημα όπως περιγράφεται στον Α.Ν. 1363/38,όπως τροποποιήθηκε από τον Α.Ν.1672/39.

            Παρά τη συνταγματική ρύθμιση, ωστόσο, και τις διεξοδικές αναφορές του Διεθνούς Δικαίου στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, δυστυχώς, η χώρα μας διαπνέεται από ένα αίσθημα οπισθοδρομικότητας που δεν συμβιβάζεται με τη θέση της μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Αρκετές υπήρξαν οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας για παράβαση του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ (πχ απ. 25/05/1993 ΕΔΔΑ,απ.26/9/1996 ΕΔΔΑ κ.α.) γεγονός που καταμαρτυρεί ότι η χώρα μας πρέπει να καλύψει ένα αρκετά μεγάλο κενό για την αποτελεσματικότερη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Μέλλειν ιδέσθαι, επομένως, αν εξ αυτών των καταδικών προσφερθεί επιπλέον κίνητρο για τον επανέλεγχο και τον εκσυγχρονισμό της αντίστοιχης νομοθεσίας από τον Έλληνα νομοθέτη.

 

(Βιβλιογραφία: ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ Π., ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – Ατομικά Δικαιώματα (τ.Α΄), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1991.

ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Α., ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, τόμος III, I΄ Έκδοση, Αθήνα, 2004)

 

 

 


[1]      ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ Π., ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – Ατομικά Δικαιώματα (τ.Α΄), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1991.

        2      ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Α., ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, τόμος III, I΄ Έκδοση, Αθήνα, 2004. 

 

Γκαβόπουλος Γεώργιος

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>